Μία απάντηση ή κρίνοντας την κριτική

Διάλογος
Αριστέα Κομνηνέλλη
Μία απάντηση ή κρίνοντας την κριτική Καρικατούρα του Γουσταύου Φλωμπέρ, 1922, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.


 

Απάντηση στην κριτική «Η εκδοτική βιομηχανία της αναμετάφρασης κλασικών έργων. Το παράδειγμα του Φλωμπέρ», σχετικά με την έκδοση της Αισθηματικής αγωγής από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση-εισαγωγικό σημείωμα Αριστέα Κομνηνέλλη, επίμετρο Σωτήρης Παρασχάς, 2021.

Κατά την ανάγνωση της συγκεκριμένης κριτικής, διαπιστώνονται καινοφανείς αιτιάσεις αφενός και τυποποιημένες τεχνικές αρνητικής κριτικής αφετέρου.


1.

Καινοφανείς αιτιάσεις

Πρώτη πρωτοτυπία
Κλήση σε απολογία για την πρωτοβουλία μετάφρασης του συγκεκριμένου έργου.

Η απαίτηση της κριτικής για απολογία προσπαθεί να βρει στήριγμα σε κάποιες προσεγγίσεις θεωρητικών της μετάφρασης ως προς την περιοδικότητα της έκδοσης νέων μεταφράσεων έργων που έχουν ήδη μεταφραστεί σε μία συγκεκριμένη γλώσσα. Δεν αποτελούν ρυθμιστικές αρχές. Και ούτε και οι ίδιοι είχαν τέτοια πρόθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για καταχρηστική αναφορά της σχετικής βιβλιογραφίας. Η απάντηση πάντως είναι απλή: μια νέα μετάφραση ενός κλασικού έργου έρχεται τη στιγμή που το αποφασίζει ένας εκδότης. Αν, για παράδειγμα, ένας εκδότης αποφασίσει να εκδώσει, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία μιας καλής μετάφρασης ενός κλασικού έργου, μία νέα μετάφραση, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Το βιβλίο είναι ένα προϊόν που κινείται και εκείνοι που δραστηριοποιούνται στον χώρο των εκδόσεων λαμβάνουν την απόφαση. Υπάρχει άλλωστε και μία άλλη παράμετρος: μπορεί οι μεταφράσεις να γερνούν –όχι πάντα κατά τη γνώμη μου– αλλά γερνά και η ίδια η έκδοση που την περιλαμβάνει.

Ως προς τα δικά μου κίνητρα, θα πω με «αφοπλιστική» ειλικρίνεια, ότι ήταν τελείως προσωπικά και μάλλον δεν ενδιαφέρουν τους αναγνώστες: αγαπώ πολύ το συγκεκριμένο μυθιστόρημα και ήθελα να έχω τη διανοητική εμπειρία ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Δεύτερη πρωτοτυπία
Αξιολόγηση των συνοδευτικών κειμένων της έκδοσης με επίκεντρο το κείμενο της μισής πρώτης σελίδας του βιβλίου με τα βιογραφικά του συγγραφέα.

Το κείμενο αυτό, που θα μπορούσε να βρίσκεται στο αυτί του βιβλίου, συντάχθηκε από το εκδοτικό τμήμα του Μεταιχμίου, γι’ αυτό και είναι ανυπόγραφο.

Αφήνοντας όμως το θολό τοπίο της κριτικής, ας περιγράψουμε την έκδοση: η μετάφραση συνοδεύεται από το φιλολογικό επίμετρο του Σωτήρη Παρασχά, για το οποίο εκτός από τη θετική κρίση ως «κατατοπιστικό», «τεκμηριωμένο» και «φωτεινή εξαίρεση» στην προχειρότητα, δεν υπάρχει άλλος σχολιασμός. Δηλαδή, κατά την κριτική, το μακροσκελέστερο κείμενο που συνοδεύει τη μετάφραση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα της προχειρότητας των συνοδευτικών κειμένων. Επισημαίνω, επιπλέον, ότι το εκδοτικό τμήμα είναι εκείνο που πρότεινε στον κ. Παρασχά να γράψει το επίμετρο.

Όσο για τη δική μου εισαγωγή, με τον τίτλο «Το ιστορικό πλαίσιο της Αισθηματικής αγωγής» γράφτηκε προκειμένου να διευκολυνθεί ο μη εξοικειωμένος αναγνώστης στην κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της δράσης, καθώς το τελευταίο είναι βασικό συστατικό της αφήγησης. Η εισαγωγή αυτή εκτείνεται σε έντεκα σελίδες και υποστηρίζει τις υποσημειώσεις, τις οποίες προσπάθησα να αναπτύξω με οικονομία και λειτουργικότητα. Στις έντεκα αυτές σελίδες δεν γίνεται καμία αναφορά. Θα ήταν ενδιαφέρον να ειπωθεί αν αυτό το κείμενο βοηθά όντως τον αναγνώστη. Αυτό όμως θα προϋπέθετε την επισταμένη ανάγνωση της εισαγωγής, αλλά και του ίδιου του μυθιστορήματος. Ως επίλογος, ακολουθούν δύο σελίδες που αναφέρονται στις δύο προηγούμενες μεταφράσεις που συμβουλεύτηκα, ενώ περιλαμβάνονται και ευχαριστίες. Σε αυτές τις σελίδες του επιλόγου και μόνο εστιάζει η κριτική, όπου θα περίμενε και να αναπτύξω το «μεταφραστικό μου σχέδιο», εξού και η τρίτη πρωτοτυπία της κριτικής που ακολουθεί.

Τρίτη πρωτοτυπία
Έγκληση για μη κατάθεση μεταφραστικού σχεδίου.

Κατά τη φοίτησή μου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Μετάφρασης - Μεταφρασεολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ (2008-2010) είχα πράγματι ενστερνιστεί την άποψη περί «μεταφραστικού σχεδίου». Έκτοτε, όμως, μέσα από την ίδια τη μεταφραστική μου εργασία, συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η αξιόπιστη αποτύπωση, δεν θα έλεγα σχεδίου, αλλά των τάσεων που διέπουν ένα μετάφρασμα, απαιτεί μια άλλου τύπου αναλυτική και εκτεταμένη εργασία με τα εργαλεία της ανάλυσης λόγου. Διαφορετικά ο μεταφραστής θα αρκεστεί στις κοινοτοπίες και τα αυτονόητα. Νομίζω πως κάτι τέτοιο θα έφερνε πλήξη στον θεωρητικό της μετάφρασης Antoine Berman, τον οποίο επικαλείται η κριτική. Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα κείμενα που προσφέρονται για μια σχηματική αποτύπωση ενός μεταφραστικού σχεδίου, όχι πάντως το συγκεκριμένο. Μπορεί από τα χρόνια της φοίτησής μου να μετατοπίστηκα ως προς το θέμα της ανάγκης «μεταφραστικού σχεδίου», κράτησα όμως πολλά άλλα εργαλεία, που με βοηθούν και να μεταφράζω και να μιλώ για μεταφράσεις.

Τέταρτη πρωτοτυπία
Έκκληση προς βιβλιοκριτικούς.

Η κριτική κλείνει με μια ακόμη πιο πρωτότυπη ιδέα: προτροπή στους βιβλιοκριτικούς να ακυρώσουν τον ρόλο τους και, όταν θα παρουσιάσουν τη συγκεκριμένη έκδοση, να μην αναφέρουν τίποτα για τον Φλομπέρ και για την Αισθηματική αγωγή γιατί ό,τι θέλουν οι αναγνώστες μπορούν να το βρουν στο διαδίκτυο. Ας αφήσουν λοιπόν τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο –αφού σήμερα όλα μπορούμε να τα βρούμε στο διαδίκτυο– κι ας καταρτίζουν λίστες με αποσπάσματα από διαφορετικές μεταφράσεις, αναδεικνύοντας, φυσικά, ως παράδειγμα προς αποφυγή τη δική μου. Η προτροπή αυτή αποκαλύπτει, τουλάχιστον, έλλειψη αυτοσυγκράτησης.

2.

Τυποποιημένες τεχνικές αρνητικής κριτικής

Μέθοδος των αποσιωπητικών
Είναι γνωστή η τακτική που χρησιμοποιείται από όσους διάκεινται αρνητικά απέναντι σε μία μετάφραση να μιλούν για πλήθος λαθών, αβλεψιών, ακόμη και για ακατάληπτα ελληνικά, τα οποία εντέλει δεν βρίσκουν χώρο στο κείμενό τους. Πέραν αυτού, είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε πως ακόμη κι αν αναφέρονται συγκεκριμένα λάθη, μπορεί εντέλει να είναι λάθη του κριτή και όχι του κρινόμενου.

«Μεταφραστικό δειγματολόγιο»
Η φράση «μεταφραστικό δειγματολόγιο» εμφανίζεται στη συγκεκριμένη κριτική χωρίς να γίνεται αντιληπτό ότι έτσι ακυρώνεται η όποια εγκυρότητα της κρίσης. Η μέθοδος του «μεταφραστικού δειγματολογίου», αν και λιγότερο χρονοβόρα και κοπιώδης, δεν μπορεί να αρθρώσει μεταφρασεολογικό σχολιασμό, ακριβώς επειδή στερείται συστηματικότητας και στηρίζεται στο τυχαίο. Άλλωστε, μεμονωμένες φράσεις του όποιου δειγματολογίου έχουν πλοκάμια που μπορεί να απλώνονται σε ολόκληρο το κείμενο, να επηρεάζονται δηλαδή αλλά και να επηρεάζουν τον ιστό του κειμένου, κατά συνέπεια και την κατανόησή του. Χωρίς τα εργαλεία της ανάλυσης κειμένου, δύσκολα μπορούμε να αρθρώσουμε οργανωμένο και τεκμηριωμένο λόγο.

Όταν το λάθος δεν είναι του κρινόμενου
Σκόπιμο είναι, πριν προβούμε σε μία κρίση, να ελέγχουμε πρώτα ενδελεχώς το κρινόμενο κείμενο. Η εν λόγω κριτική μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα και αφορά την απόδοση του όρου «républicain».

Στο κείμενο της κριτικής προτείνεται η απόδοση του συγκεκριμένου όρου με τον ελληνικό «δημοκρατικοί», καθώς, κατά την κριτική, «πρόκειται για τους υπέρμαχους του δημοκρατικού καθεστώτος (République) έναντι της Ιουλιανής Μοναρχίας». Ο ρεπουμπλικανισμός (ρεπουμπλικάνοι οι οπαδοί του) είναι ρεύμα πολιτικής σκέψης με διάφορα παρακλάδια και εκφάνσεις που δεν συνοψίζεται στον όρο «δημοκρατικοί» έστω κι αν στα ελληνικά χρησιμοποιούμε σε πολλές περιπτώσεις, αλλά όχι πάντα, τον όρο «δημοκρατία» για να αποδώσουμε τον όρο «république». Εμφανίστηκαν, για παράδειγμα, ρεπουμπλικάνοι υπέρμαχοι της αβασίλευτης αντιπροσωπευτικής πολιτείας (République) που δεν είχαν δημοκρατική θεώρηση αλλά αυταρχική. Μία προσεκτική ανάγνωση του μυθιστορήματος μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν από τη μία οι (καλοί) δημοκρατικοί και από την άλλη οι (κακοί) φιλομοναρχικοί. Πρόκειται για ένα πλέγμα τάσεων που δεν διασαφηνίζεται εύκολα. Αν, λοιπόν, υιοθετούσα τον όρο «δημοκρατικοί» για τους «républicains» –λέξη που εμφανίζεται συχνά στο μυθιστόρημα– θα έκανα ένα λάθος που θα επηρέαζε τη μακροδομή του κειμένου καθώς θα παραμόρφωνα το πολιτικό τοπίο της εποχής, το οποίο, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι βασικό συστατικό του. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο για κάποιον που δεν είναι πολιτικός επιστήμονας ή ιστορικός ειδικός της γαλλικής πολιτικής σκέψης του 19ου αιώνα να ανασυνθέσει το παζλ αυτό. Έργο αναφοράς για το θέμα αποτελεί το έργο του Claude Nicolet L’idée républicaine en France (Gallimard, 1982) για τον γαλλόφωνο αναγνώστη που θα ήθελε να εμβαθύνει. Ας συμπληρώσω παρεμπιπτόντως ότι η κριτική με εγκαλεί για μη έρευνα πραγματολογικών στοιχείων.

Σχετικά με την αναφορά της κριτικής στην αβλεψία της επιμέλειας ως προς την απόδοση του συγκεκριμένου όρου, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι επιμελήτρια του βιβλίου είναι η καταξιωμένη Αρετή Μπουκάλα, που έχει στο ενεργητικό της πλήθος σημαντικών βιβλίων. Όσο για τους «ρεπουμπλικάνους», δεν το συζητήσαμε καν, καθώς η ευρυμαθής κυρία Μπουκάλα το θεώρησε αυτονόητο.

Προσχηματική χρήση βιβλιογραφικής παραπομπής της κριτικής
Αφορμή εν προκειμένω αποτελεί η μομφή που μου προσάπτεται για μη κατανόηση του ελεύθερου πλάγιου λόγου.

Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Αν θέλει κανείς να εξετάσει πώς έχει αποδοθεί η συγκεκριμένη τεχνική του Φλομπέρ, που διατρέχει όλο το κείμενο και το επηρεάζει σε μακροδομικό επίπεδο, θα πρέπει: 1. Να εντοπίσει όλα τα σημεία όπου ο ελεύθερος πλάγιος λόγος εμφανίζεται στο πρωτότυπο. 2. Αφού εντοπίσει τα αντίστοιχα σημεία στη μετάφραση, να τα αξιολογήσει. 3. Να κατηγοριοποιήσει τις λύσεις, και να τις αποτιμήσει με πολυπαραμετρικά κριτήρια. Η αποτίμηση θα πρέπει να είναι συνολική, πόσο μάλλον όταν αφορά ένα μετάφρασμα 583 σελίδων. Πάντως, αναφορικά με το παράδειγμα[1] όπου κατά την κριτική δεν αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει, το θέμα είναι ότι κατάλαβα όχι μόνο τη διατήρηση του παρατατικού αλλά και κάτι παραπάνω, την «υποκοριστική αξία» όπως θα δούμε παρακάτω.

Ας το αναλύσουμε, μια και η κριτική δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει: οι δύο ήρωες, η κυρία Αρνού και ο Φρεντερίκ, δεν έχουν ακόμη γνωριστεί, εκείνος όμως την παρατηρεί και βλέπει ένα κοριτσάκι να έρχεται με την νταντά του προς τη μητέρα του, την κυρία Αρνού, εν προκειμένω. Μέσα σε εισαγωγικά, άρα σε παράθεση ευθέος λόγου, υπάρχει η φράση: «Η δεσποινίς δεν ήταν φρόνιμη, κι ας έκλεισε τα εφτά πριν από λίγο καιρό·[2] κανονικά η μαμά δεν πρέπει να την αγαπάει· όλα της τα καπρίτσια της τα συγχωρούσαν». Στο συγκεκριμένο άρθρο,[3] ο μελετητής Gilles Philippe, σε λίγες γραμμές, εκφράζει μάλλον την αμηχανία του. Το απόσπασμα που εξετάζεται είναι παράθεση ευθέος λόγου γιατί απλούστατα βρίσκεται σε εισαγωγικά. Τι είναι όμως εκείνο που τον κάνει και –πιθανώς– ελεύθερο πλάγιο λόγο, μεταμφιεσμένο κατά κάποιον τρόπο; Ο παρατατικός και οι δύο χρόνοι που δηλώνουν το μέλλον κατά τη μετατροπή του ευθέος λόγου σε ελεύθερο πλάγιο. Τον παρατατικό τον διατήρησα. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί στην κριτική γίνεται λόγος για τον παρατατικό. Ο conditionnel présent (sa mère ne l’aimerait plus), αν είχε μεταφραστεί με θα+παρατατικό, όπως συνήθως συμβαίνει, θα γινόταν τα ακατάληπτα ελληνικά για τα οποία με κατηγορεί το συγκεκριμένο κριτικό κείμενο. Αποδόθηκε με το «κανονικά δεν πρέπει να την αγαπάει». Ο υπάρχων παρατατικός («της τα συγχωρούσαν») καλύπτει πλήρως την υπόνοια ενός ελεύθερου πλάγιου λόγου, ενός λόγου που τον ακούει ο Φρεντερίκ. Επίσης το «κανονικά δεν πρέπει» που υιοθέτησα ενισχύει την «υποκοριστική αξία» την οποία ακριβώς αναφέρει το συγκεκριμένο άρθρο, σαν μία πιθανή εκδοχή. Δηλαδή ότι η νταντά μιλά με τρόπο ψευδοαυστηρό. Η λύση που προτείνει η κριτική «η μαμά της θα έπαυε να την αγαπά» χάνει κάθε υποκοριστική αξία. Ας δούμε όμως και την ποιότητα των ελληνικών. Κάθε ελεύθερος πλάγιος λόγος ανάγεται σε έναν ευθύ. Έτσι η προτεινόμενη απόδοση από την κριτική θα ήταν στον ευθύ λόγο ως εξής: «η μαμά της θα πάψει να την αγαπά». Ωστόσο, μια τέτοια εκδοχή δεν συνηθίζεται να λέγεται στο μικρό παιδί.

Εντούτοις, το στοιχείο εκείνο που εντείνει την αμηχανία του αναγνώστη είναι το ποιος μιλάει. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο αναγνώστης να υποθέσει ότι τα λόγια είναι της μητέρας αφού η προηγούμενη φράση είναι «Την πήρε στα γόνατά της», και καθισμένη στη συγκεκριμένη σκηνή είναι η μητέρα. Θα μπορούσε, βέβαια, να είναι η νταντά, που πιθανώς να είχε καθίσει εν τω μεταξύ.

Συνοψίζω λέγοντας ότι η κριτική αναζήτησε ένα παράδειγμα προσπαθώντας να δείξει ότι δεν αντιλαμβάνομαι –γενικώς και πουθενά– μία βασική τεχνική του Φλομπέρ. Βρίσκει ένα σημείο που δεν έχει αποδοθεί κατά το σύνηθες, δηλαδή ο conditionnel présent με το ελληνικό σχήμα «θα+παρατατικός» χωρίς να διερωτάται γιατί έγινε αυτό. Δεν είναι αυτονόητο ότι ο συγκεκριμένος ρηματικός χρόνος θα πρέπει να μεταφράζεται αυτόματα με εκείνον που, κατά προσέγγιση, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως αντίστοιχό του στα ελληνικά, ακόμη και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο. Στη συνέχεια, εντοπίζει έναν σύντομο σχολιασμό για το απόσπασμα αυτό στο άρθρο ενός έγκριτου μελετητή και, χωρίς να τον συνδέει με τη δική μου «αστοχία», στέλνει απλώς τον αναγνώστη να το διαβάσει μόνος του. Η τακτική αυτή λοιπόν στηρίζεται στη δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς όμως την ουσιαστική μεταφορά στον αναγνώστη των όσων λέγονται. Επικαλείται, με άλλα λόγια, έναν σύμμαχο που ουσιαστικά δεν έχει.

Πρόσφοροι στόχοι κριτικής
Τα στοιχεία που σχετίζονται με τον υλικό πολιτισμό της εποχής είναι πάντα πρόσφορος στόχος κριτικής ακριβώς γιατί δεν έχουν πάντοτε ικανοποιητικές λύσεις λόγω της χρονικής μας απόστασης από την εποχή της συγγραφής του πρωτοτύπου. Υπάρχουν περιπτώσεις που όσο κι αν ψάξουμε στο διαδίκτυο –όπως προτείνεται από την κριτική–, όσες εικονογραφήσεις ψηφιοποιημένων περιοδικών κι αν δούμε, δεν θα βρούμε την απόλυτα λειτουργική λύση. Βέβαια, θα προσπεράσουμε τη σχετική αμηχανία αν μετατοπίσουμε την εικόνα σε κάτι άλλο, αλλά αυτό δεν θεωρείται αξιόπιστη μετάφραση.

Καταληκτικά, ο λόγος περί Φλομπέρ απαιτεί χρόνο και κόπο. Ίσως η κριτική να παγιδεύτηκε στην πίεση του χρόνου, καθώς, όπως δηλώνεται ρητά στο εν λόγω κείμενο, έπρεπε η δημοσίευση να γίνει εσπευσμένα ώστε να δημιουργηθεί το επικριτικό κύμα που θα έπνιγε την έκδοση καθώς κι εκείνους που θα ήθελαν να μιλήσουν θετικά γι’ αυτήν.


 

 

[1] Το παράδειγμα στο πρωτότυπο: Une négresse, coiffée d’un foulard, se présenta, en tenant par la main une petite fille, déjà grande. L’enfant, dont les yeux roulaient des larmes, venait de s’éveiller. Elle la prit sur ses genoux. « Mademoiselle n’était pas sage, quoiqu’elle eût sept ans bientôt ; sa mère ne l’aimerait plus ; on lui pardonnait trop ses caprices.» Et Frédéric se réjouissait d’entendre ces choses, comme s’il eût fait une découverte, une acquisition. Το παράδειγμα αφορά μόνο τη φράση εντός των εισαγωγικών.

[2] Εδώ πρόκειται πράγματι για αβλεψία, την οποία επισημαίνω η ίδια καθώς δεν εντοπίζεται στην κριτική. Το σωστό είναι «κι ας έκλεινε σε λίγο τα εφτά». Η αβλεψία εδώ δεν είναι κρίσιμη ως προς το αν το παιδί είναι λίγο πάνω ή λίγο κάτω από εφτά, όσο γιατί διαταράσσεται μία αλληλουχία χρόνων που εντείνουν το φαινόμενο για το οποίο γίνεται λόγος. Υπάρχει μία κατηγορία λαθών που οφείλονται σε αρχική λανθασμένη ανάγνωση κι ας μην κρύβουν καμία δυσκολία, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που συμβαίνει, μια και πρόκειται για κοινές αβλεψίες και όχι για άγνοια ή έλλειψη έρευνας, όταν διορθώνεις το κείμενο, απλώς δεν το βλέπεις. Τέτοιου τύπου αβλεψίες συναντώνται σε όλες τις μεταφράσεις.

[3] Gilles Philippe, « Le discours indirect libre et la représentation du discours perçu », Fabula / Les colloques, Marges et contraintes du discours indirect libre, URL: http://www.fabula.org/colloques/document3867.php, τελευταία προσπέλαση 13 Ιουνίου 2021.

psichogios