Η εκδοτική βιομηχανία της αναμετάφρασης κλασικών έργων

Το παράδειγμα του Φλωμπέρ
Η εκδοτική βιομηχανία της αναμετάφρασης κλασικών έργων Πορτρέτο του Γουσταύου Φλωμπέρ από τον Ναντάρ. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

 

 

Γκιστάβ Φλομπέρ, Αισθηματική αγωγή, μετάφραση-εισαγωγή: Αριστέα Κομνηνέλλη, επίμετρο: Σωτήρης Παρασχάς. Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, σελ. 632

 

 

Στη Μαρίνα Κουνεζή

 

«Ο Άγιος Πολύκαρπος είχε τη συνήθεια να επαναλαμβάνει, βουλώνοντας τα αυτιά του και φεύγοντας τρέχοντας από το μέρος όπου βρισκόταν: “Θεέ μου, σε ποιον αιώνα με κάνατε να γεννηθώ!” Γίνομαι σαν τον Άγιο Πολύκαρπο
Γουσταύος Φλωμπέρ, Επιστολή στην Λουίζ Κολέ, 21/22 Αυγούστου 1853.

 

Αναμετάφραση: η αιώνια αγαπημένη των εκδοτών
Παρά το μικρό, σε απόλυτους αριθμούς, ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό, το φαινόμενο της αναμετάφρασης στη χώρα μας εξακολουθεί με τους ίδιους αμείωτους ρυθμούς στον 21ο αιώνα όπως και στον 20ό. Θα περίμενε κανείς μια κάμψη είτε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης είτε εξαιτίας μιας μεγαλύτερης συνέπειας (ηθικής και επαγγελματικής) εκδοτών αλλά και μεταφραστών που θα αποσυνέδεε, εν μέρει τουλάχιστον, την αναμετάφραση των κλασικών έργων από το απροκάλυπτο εμπορικό κέρδος ή από την διεκδίκηση, με όποιο κόστος, ενός μεγάλου ονόματος προκειμένου να λαμπρύνει με την παρουσία του έναν εκδοτικό κατάλογο ή ένα βιογραφικό. Ο Μικρός πρίγκιπας του Σαιντ-Εξυπερύ έχει προ πολλού ξεπεράσει τις 20 αναμεταφράσεις, ο Αναρχικός τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσσόα πλησιάζει αισίως τις 10 και ο Ξένος του Καμύ, παρά την ύπαρξη πνευματικών δικαιωμάτων, κυκλοφορεί σε πλείστες ελληνικές εκδοχές, για να δώσουμε κάποια στοιχεία για την έκταση του φαινομένου[1]. Από τη μεριά του, το αναγνωστικό κοινό, στην πλειονότητά του, διαβάζει όποια μετάφραση τού πέσει στα χέρια καθώς δεν υποψιάζεται τον ουσιώδη ρόλο του μεταφραστή στη μεταφορά ενός έργου από τη μια γλώσσα στην άλλη. Δεν φταίει· έχει εκπαιδευτεί, χρόνια τώρα, να αναγνωρίζει το όνομα του συγγραφέα και μόνο.

Η Αισθηματική αγωγή, σε αντίθεση με την Κυρία Μποβαρύ,[2] μεταφράζεται πολύ καθυστερημένα στα ελληνικά, έναν ολόκληρο αιώνα μετά τη συγγραφή της (1869). Ωστόσο, από το 1971 που ο Παναγιώτης Μουλάς υπογράφει την πρώτη μετάφραση μέχρι σήμερα, δηλαδή σε διάστημα 50 ετών, αριθμούνται συνολικά 5 μεταφράσεις: Παναγιώτης Μουλλάς (Π.Μ.), Γαλαξίας, 1971 – αναθεωρημένη έκδοση Οδυσσέας, 1981· Δημήτρης Ρήσος (Δ.Ρ.), Γράμματα, 1994 – επανέκδοση Ελευθεροτυπία, 2006· Νάντια Σαραντοπούλου (Ν.Σ.), DeAgostini Hellas, 2006· Βασιλική Κοκκίνου (Β.Κ.), Alter-Ego ΜΜΕ Α.Ε., 2011. Η άρτι αφιχθείσα μετάφραση, που σφραγίζει την πεντηκονταετία, υπογράφεται από την Αριστέα Κομνηνέλλη (Α.Κ.) και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο. Οι συνήθεις κανόνες που διέπουν το φαινόμενο της αναμετάφρασης και με τους οποίους συμφωνούν οι μεταφρασεολόγοι όλων των σχολών ορίζουν ότι τα κλασικά έργα είναι τα επικρατέστερα για μια νέα μετάφραση λόγω της αέναης, εγγενούς δυναμικής τους, ότι οι μεταφράσεις τους παλιώνουν έναντι του πρωτοτύπου, ότι η τριακονταετία, ήτοι μια γενιά, είναι η συνήθης απόσταση που χωρίζει δυο μεταφράσεις του ίδιου έργου και ότι οι μεταφράσεις που εγγράφονται στην ίδια χρονική περίοδο –εντός της 30ετίας ή και λιγότερο– λειτουργούν ενεργητικά απέναντι στις σύγχρονές τους (Antony Pym), διότι δεν υπακούουν μόνο στο πνεύμα της εποχής αλλά προτάσσουν κατά κύριο λόγο ένα μεταφραστικό σχέδιο (Antoine Berman), που η εκπόνησή του βαραίνει τον μεταφραστή ή/και τον εκδότη.

Διαψευσμένες προσδοκίες
Αν εξετάσουμε προσεκτικά το περικείμενο (ανυπόγραφο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας, οπισθόφυλλο) το οποίο πλαισιώνει την τελευταία έκδοση της Αισθηματικής αγωγής, θα διαπιστώσουμε ότι δεν διατυπώνεται επ’ ουδενί ένα σαφές μεταφραστικό σχέδιο. Ο υπεύθυνος της σειράς Δημήτρης Στεφανάκης αναφέρει με αφοπλιστική κοινοτοπία: «Στη σειρά Μεγάλες αφηγήσεις εντάσσονται έργα-ορόσημα της παγκόσμιας πεζογραφίας, έργα συγγραφέων που έσπασαν το φράγμα του χρόνου και αξίζει να διαβάζονται από όλους ως μέρος μιας συναρπαστικής επικαιρότητας που μας αφορά». Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία της νιοστής μεταφραστικής εκδοχής του ίδιου έργου στην ελληνική γλώσσα και ποιο το διακύβευμά της όταν όλες σχεδόν οι προηγούμενες μεταφράσεις εξακολουθούν να κυκλοφορούν στην αγορά, δεν φαίνεται να τον απασχολεί. Απευθύνεται στον αναγνώστη μέσω της λαμπρότητας του ονόματος του Φλωμπέρ και μόνο, αγνοώντας (;) ότι και το πιο λαμπρό όνομα μπορεί να αμαυρωθεί από μια ασυνεπή μετάφραση. Μήπως ήρθε η ώρα κάποιος εκδότης να τολμήσει μια σειρά με τίτλο Μεγάλα έργα – μεγάλες μεταφράσεις ;

Η μεταφράστρια Α.Κ. κινείται με εξίσου αφοπλιστική αφέλεια όταν δηλώνει: «…ανατρέχω σε προηγούμενες μεταφράσεις μόνο όταν έχω αποκρυσταλλώσει τη δική μου εκδοχή κι αυτό για δυο λόγους. Αφενός, καλό θα ήταν, στο μέτρο του εφικτού, η κάθε μετάφραση να διαφοροποιείται προκειμένου να αναδεικνύονται νέες αναγνωστικές όψεις, έστω και στην μικροδομή του κειμένου. Αφετέρου, με βάση τη δική μου εμπειρία τουλάχιστον, όταν η μεταφράστρια ή ο μεταφραστής δει εκ των προτέρων μια πιθανή απόδοση, εγκλωβίζεται, κατά κάποιον τρόπο, σ’ αυτήν. Βέβαια, καθόλου δεν αποκλείεται η λύση που θα βρεθεί να είναι η ίδια. Πάντως ανατρέχοντας στις παλαιότερες αυτές μεταφράσεις άλλοτε συμφώνησα, άλλοτε διαφώνησα και άλλοτε δημιούργησα συμμαχίες με τον έναν ή τον άλλον μεταφραστή». Ανούσια και αλυσιτελής εξομολόγηση όπου η Α.Κ. δεν δηλώνει ένα σαφές μεταφραστικό σχέδιο ούτε τοποθετείται ως προς τις συχνά ανυπέρβλητες μεταφραστικές δυσκολίες της γραφής του Φλωμπέρ, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχουν οι περιγραφές –με κορυφαία την περιγραφή του καπέλου του Σαρλ στην Κυρία Μποβαρύ–, ενίοτε σε συνδυασμό με δυσεπίλυτα πραγματολογικά ζητήματα (realia), ο ρυθμός και ο περίφημος ελεύθερος πλάγιος λόγος. Το ζήτημα δεν είναι η συμφωνία ή η διαφωνία με τους προηγούμενους μεταφραστές πάνω σε μια λέξη ή μια συντακτική δομή, αλλά η στόχευση μιας καινούργιας μετάφρασης που πρέπει να είναι σαφής, είτε γίνεται γιατί υπάρχει μια σχέση πάθους του μεταφραστή με το συγκεκριμένο έργο το οποίο επιθυμεί να κατακτήσει (βλ. πρόλογο Π.Μ.) είτε για να αποκατασταθεί η ατέλεια ή η στρεβλότητα παλαιότερων μεταφράσεων, είτε για λόγους εκσυγχρονισμού της γλώσσας της μετάφρασης, και οπωσδήποτε όχι χάριν μιας διαφοροποίησης γενικής και αόριστης. Εξάλλου οι μεταφράσεις που εκπονούνται στον ορίζοντα μιας πεντηκονταετίας δεν βασίζονται στα ίδια δεδομένα. Οι σημερινοί μεταφραστικοί κανόνες δεν είναι ίδιοι με του 1970 ή του 1990. Η βιβλιογραφία για τον Φλωμπέρ, τη γραφή του και το ύφος του έχει στο μεταξύ εκατονταπλασιαστεί και μπορεί να προσφέρει εξηγήσεις για πάρα πολλά αινιγματικά σημεία του κειμένου στα οποία ενδέχεται να σκοντάψει ο μεταφραστής· το διαδίκτυο και η τεχνολογία μπορούν να βοηθήσουν τα μέγιστα στην ανεύρεση λέξεων και όρων που για τους παλαιότερους μεταφραστές παρέμεναν γρίφοι. Η συζήτηση λοιπόν περί συμφωνίας, διαφωνίας ή συμμαχίας χωρίς πλαίσιο αναφοράς είναι το λιγότερο απλοϊκή.

Ανυπόγραφη προχειρολογία
Το ανυπόγραφο σημείωμα που προτάσσεται στο βιβλίο είναι απολύτως ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται το όλο εγχείρημα της νέας μετάφρασης και έκδοσης του σπουδαίου αυτού έργου του Φλωμπέρ, που φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι απλοϊκές προσεγγίσεις, οι πραγματολογικές ανακρίβειες και τα αδέξια ελληνικά. Ο Φλωμπέρ δεν «εκφράζει την περιφρόνησή του για την κοινωνία των μπουρζουά» (sic) και μόνο, αλλά την αποστροφή του και την οργή του για τον κόσμο εν συνόλω στον οποίο ζει και ειδικότερα για την ανθρώπινη ανοησία. «Με συνθλίβει η ανοησία και η θηριωδία της ανθρωπότητας», γράφει στην πριγκίπισσα Ματθίλδη. Και στην Γεωργία Σάνδη: «Πόσο είμαι απηυδισμένος με τον ποταπό εργάτη, τον ανόητο αστό, τον ηλίθιο χωρικό και τον μισητό κληρικό!». Η βιογραφία του Φλωμπέρ από τον ιστορικό Μισέλ Βινόκ καθώς και η εντελώς πρόσφατη μελέτη του είναι εξαιρετικά διαφωτιστικές και χρήσιμες για όποιον θελήσει να ασχοληθεί σοβαρά με τον Φλωμπέρ[3]. Επίσης «δεν άφησε ανολοκλήρωτα τα τελευταία του έργα» (sic), αλλά ένα και μόνο έργο, το Μπουβάρ και Πεκυσέ, καθώς πέθανε ενώ το έγραφε· και, τέλος, δικάστηκε αλλά δεν καταδικάστηκε όπως δηλώνει η ανορθόδοξη στα ελληνικά φράση: «Η επιτυχία της Μαντάμ Μποβαρί (1857) εξασφαλίστηκε από την κρατική καταδίκη του για ανηθικότητα». Όσο για «την αναζήτηση του le mot juste (της κατάλληλης λέξης)», η προτεινόμενη μετάφραση είναι απολύτως λανθασμένη, προδίδοντας έτσι ολοσχερώς το πνεύμα του συγγραφέα. Πρόκειται ασφαλώς για την αναζήτηση της «ακριβούς λέξης»[4] με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στη διαφορά άλλωστε μεταξύ κατάλληλης και ακριβούς λέξης διακυβεύονται τα πάντα στη μετάφραση. Κατάλληλες μπορεί να είναι πολλές λέξεις, ακριβής είναι μόνο μία.

Μεταφραστικό δειγματολόγιο
Δεν θα παραθέσω μακροσκελή κατάλογο των πλείστων λαθών, αδεξιοτήτων, παρανοήσεων, αβλεψιών και συχνότατα ακατάληπτων ελληνικών, αλλά ένα ενδεικτικό δειγματολόγιο που αφορά τα σημεία που έθιξα παραπάνω (περιγραφές, ρυθμό, πραγματολογικά, απόδοση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, ακατάληπτη ελληνική γλώσσα, ενίοτε σωρευτικά).

«Εκτός από μερικούς αστούς της πρώτης θέσης, οι υπόλοιποι ήταν εργάτες, […] Καθώς ήταν συνήθεια τότε το άθλιο ντύσιμο για το ταξίδι, φορούσαν […] μαύρα φτωχικά κοστούμια φθαρμένα από το τρίψιμο του γραφείου ή ρεντιγκότες που τα κουμπιά τους άνοιγαν μια και είχαν πολυφορεθεί στο εμπορικό κατάστημα· εδώ κι εκεί, κάποιο γιλέκο με φαρδύ γιακά άφηνε να φανεί ένα καμποτένιο πουκάμισο με λεκέδες από καφέ· καρφίτσες από μπρούντζο τρυπούσαν γραβάτες κουρελιασμένες· ραμμένες λωρίδες συγκρατούσαν σοσόνια φτιαγμένα από κουρελάκια· δυο-τρεις κακομοίρηδες που κρατούσαν μπαστούνια από καλάμι με μια δερμάτινη ταινία για χερούλι έριχναν λοξά βλέμματα και οικογενειάρχες άνοιγαν τα μάτια τους κάνοντας ερωτήσεις.»
Α.Κ., σ. 27
[Πέραν των γλωσσικών αδεξιοτήτων, τα πραγματολογικά ζητήματα που θέτει το απόσπασμα αυτό δεν έχουν βρει λύση σε καμία από τις υφιστάμενες μεταφράσεις και γι’ αυτό δεν παρατίθεται καμία. Η επίλυσή τους απαιτεί σχολαστική αναζήτηση που δεν είναι του παρόντος. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν πρόκειται για σοσόνια, κουρελάκια, κ.λπ.].

«Τα πιασμένα μαλλιά της περνούσαν ακριβώς δίπλα από τα έντονα φρύδια της και όπως κατέβαιναν έπειτα πολύ χαμηλά νόμιζες πως πίεζαν τρυφερά την οβάλ γραμμή της μορφής της.»
Α.Κ., σ. 28
Οι μαύρες γλώσσες των μαλλιών της, παρακάμπτοντας τις άκρες των μεγάλων της φρυδιών, κατέβαιναν πολύ χαμηλά και έμοιαζαν να πιέζουν ερωτικά το οβάλ πρόσωπό της.»
Π.Μ., σ. 43

«Ο ήλιος χτυπούσε κατακόρυφα, κάνοντας να λαμπυρίζουν οι σιδερένιοι πίροι γύρω από τα κατάρτια, οι πλάκες της κουπαστής και η επιφάνεια του νερού καθώς σχιζόταν στην πλώρη σε δυο αυλάκια, ξετυλίγονταν μέχρι εκεί που τελείωναν τα λειβάδια.»
Α.Κ., σ. 25
Ο ήλιος έπεφτε κατακόρυφα, κάνοντας να αστράφτουν τα σιδερένια εξαρτήματα των καταρτιών, οι λαμαρίνες της κουπαστής και η επιφάνεια του νερού που η πλώρη έσχιζε σε δυο αυλάκια που έφταναν κυματιστά ως την άκρη των λιβαδιών.»
Β.Κ., σ. 22

«Η πρωτόφαντη χαρά μιας εκδρομής μέσα στο νερό βοηθούσε τα συναισθήματα να βγουν προς τα έξω. Εκείνοι που τους άρεσαν τα αστεία τα είχαν αρχίσει κιόλας. Πολλοί τραγουδούσαν. Ο κόσμος ήταν χαρούμενος. Έβαζαν να πιούν κανένα ποτηράκι.»
Α.Κ., σ. 25
«Η πρωτόγνωρη ηδονή μιας θαλάσσιας εκδρομής διευκόλυνε τις διαχύσεις. Οι φαρσέρ άρχισαν κιόλας τα αστεία τους. Πολλοί τραγουδούσαν. Ήταν χαρούμενοι. Έπιναν.»
Π.Μ., σ. 40

«Τον σύζυγό της, έναν πληβείο με τον οποίον την πάντρεψαν οι γονείς της, τον είχε βρει θάνατος από ξίφος, όσο εκείνη ήταν έγκυος, αφήνοντάς της μια περιουσία που είχε λιγοστέψει. […] Η δυσπραγία, κρυμμένη σαν διαστροφή, την έδειχνε συγκρατημένη.»
Α.Κ., σ. 35
«Ο σύζυγός της, ένας πληβείος που οι γονείς της την ανάγκασαν να τον παντρευτεί, είχε σκοτωθεί σε μια μονομαχία στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, αφήνοντάς της μια ρημαγμένη περιουσία. […] Αυτή η οικονομική δυσχέρεια, που την έκρυβε λες και ήταν ελάττωμα, την έκανε να είναι μετρημένη.»
Β.Κ., σ. 28-29.

«Εν τω μεταξύ, ένα μακρύ σάλι με βιολετιές ρίγες ήταν ακουμπισμένο πίσω από την πλάτη της, πάνω στην μπρούτζινη κουπαστή. Πολλές θα ήταν οι φορές που καταμεσής της θάλασσας, τα βράδια με την υγρασία, θα τύλιξε την πλάτη της μ’ αυτό, θα σκέπασε τα πόδια της, θα κοιμήθηκε έχοντάς το πάνω της! Καθώς όμως την τραβούσαν τα κρόσσια του, σιγά-σιγά γλιστρούσε κι ενώ πήγαινε να πέσει στο νερό, ο Φρεντερίκ έκανε ένα σάλτο και το έπιασε.»

Α.Κ., σ. 29
«Ένα μακρύ σάλι με μενεξελιές ρίγες ήταν ακουμπισμένο πίσω από την πλάτη της, στο χάλκινο παραπέτο του πλοίου. Πόσες φορές, άραγε, τις υγρές νύχτες, καταμεσής της θάλασσας, θα τύλιξε μ’ αυτό το κορμί της, θα σκέπασε τα πόδια της, θα κοιμήθηκε κουκουλωμένη μ’ αυτό! Μα το σάλι που το βάραιναν τα κρόσσια του, γλιστρούσε σιγά-σιγά και κόντευε να πέσει στη θάλασσα. Ο Φρεντερίκ έκανε ένα σάλτο και το έπιασε.»
Β.Κ., σ. 23-24

Θα επιμείνω κυρίως:

α) στην απόδοση του ελεύθερου πλάγιου λόγου για τον οποίο «η κριτική έχει επισημάνει ότι συνίσταται σε μια ιδιαίτερη χρήση του παρατατικού, ότι είναι η μακιαβελική χρήση αυτού του χρόνου που μετατοπίζει ανεπαίσθητα την αφήγηση από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο και τανάπαλιν»[5]. Η Α.Κ. δείχνει ωστόσο να μην το αντιλαμβάνεται[6] όπως άλλωστε και οι προηγούμενοι μεταφραστές.

«Την πήρε στα γόνατά της. “Η δεσποινίς δεν ήταν φρόνιμη και ας έκλεισε τα εφτά πριν από λίγο καιρό: κανονικά η μαμά δεν πρέπει να την αγαπάει· όλα της τα καπρίτσια της τα συγχωρούσαν”.»
Α.Κ., σ. 28-29
«Την πήρε στα γόνατά της. “Η δεσποινίς δεν ήταν φρόνιμη αν και θα έκλεινε σε λίγο τα εφτά· η μαμά της θα έπαυε να την αγαπάει· την είχαν παραχαϊδεμένη”.»

[προτεινόμενη μετάφραση]

β) στην απόδοση του όρου republicain ως ρεπουμπλικάνος που επαναλαμβάνεται και διαφεύγει, όπως και πολλά άλλα ατοπήματα, της προσοχής και της επιμέλειας. Πρόκειται για τους υπέρμαχους του δημοκρατικού καθεστώτος (République) έναντι της Ιουλιανής μοναρχίας, και συνεπώς για δημοκρατικούς, όπως άλλωστε μεταφράζουν οι υπόλοιποι.

«Ήταν ρεπουμπλικάνος»
Α.Κ., σ. 25
«Ο νεαρός δεν άρεσε στην κυρία Μορό. Έφαγε με το παραπάνω, αρνήθηκε να πάει στη λειτουργία της Κυριακής, έλεγε λόγια των ρεπουμπλικάνων»

Α.Κ., σ. 41
«ρητόρευε με πνεύμα δημοκρατικό»
Π.Μ., σ. 53
«έβγαζε δημοκρατικά λογύδρια»
Β.Κ., σ. 33

Μια φωτεινή εξαίρεση
Το μόνο φωτεινό ξέφωτο στην ατημέλητη από κάθε άποψη έκδοση αυτή είναι το κατατοπιστικό και τεκμηριωμένο επίμετρο για τη θέση της Αισθηματικής αγωγής στο έργο του Φλωμπέρ, το οποίο υπογράφει ο επίκουρος καθηγητής του ΕΚΠΑ Σωτήρης Παρασχάς. Θα ήταν άδικο να μην επισημανθεί.

Παραινέσεις μιας μεταφράστριας προς κριτικούς
Έσπευσα να γράψω για το βιβλίο αυτό προλαβαίνοντας βιβλιοπαρουσιαστές και κριτικούς που είθισται να παρουσιάζουν τις καινούργιες εκδόσεις εστιάζοντας στον συγγραφέα, αλλά καθόλου, ή με ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς που δεν υπερβαίνουν μια γραμμή, στην ίδια τη μετάφραση, δηλαδή στην ουσία του βιβλίου που κρατούν στα χέρια τους. Σας προτρέπω λοιπόν να μη χαλάσετε άλλο μελάνι για να μας πείσετε για τη μεγαλοφυία του Φλωμπέρ και τη σπουδαιότητα της Αισθηματικής αγωγής. Θα ήταν απολύτως άσκοπο. Σχολικά εγχειρίδια, εγκυκλοπαίδειες, κάθε είδους μελέτες και διαδίκτυο πληροφορούν επαρκώς τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, και μάλιστα στη γλώσσα που επιθυμεί. Αυτό που έχει σημασία όσον αφορά ένα μεταφρασμένο σπουδαίο έργο είναι αποκλειστικά και μόνο η μετάφρασή του. Ειδικά όταν ο συγγραφέας είναι πασίγνωστος και η μετάφραση του έργου νιοστή. Η επαρκής γνώση της γλώσσας του πρωτοτύπου βοηθάει ασφαλώς τα μέγιστα τον κριτικό[7], ωστόσο δεν είναι απαρέγκλιτος όρος. Μια ενδελεχής ανάγνωση ή/και σύγκριση με προηγούμενες μεταφράσεις τις περισσότερες φορές είναι αρκετή. Γράψτε τις εντυπώσεις σας. Φανείτε γενναίοι και επαρκείς. Τολμήστε την κρίση και την προσωπική σας άποψη. Το αναγνωστικό κοινό θα σας είναι ευγνώμον.


Θα δημοσιευθεί στο τεύχος 130 (Ιουλίου-Αυγούστου)

Βλ.: Απάντηση της Αριστέας Κομνηνέλλη


 

 

[1] Βλ. Μαρία Παπαδήμα, Τα πολλαπλά κάτοπτρα της μετάφρασης, Νεφέλη, Αθήνα 2012.

[2] Βλ. το αφιέρωμα της Athens Review of Books στον Φλωμπέρ, τχ. 113, Ιανουάριος 2020.

[3] Βλ. Michel Winock, Flaubert, Gallimard, Παρίσι 2013 και Michel Winock, Le Monde selon Flaubert, Tallandier, Παρίσι 2021.

[4] Βλ. Θανάσης Χατζόπουλος, «Η ακριβής λέξη», στο Μαρία Παπαδήμα (επιμ.), Πολίτες της Βαβυλωνίας, Νήσος, Αθήνα 2021, σ. 39-50.

[5] Mario Vargas Llosa, L’orgie perpétuelle (Flaubert et Madame Bovary), traduit de l’espagnol (Pérou) par Albert Bensoussan, Éditions Gallimard, Παρίσι 1978, σ. 202.

[6] Βλ. γενικά για τον ελεύθερο πλάγιο λόγο, αλλά και για το συγκεκριμένο πολυσυζητημένο απόσπασμα: Gilles Philippe, «Le discours indirect libre et la représentation du discours perçu», Fabula / Les colloques, Marges et contraintes du discours indirect libre, διαθέσιμο στο https://bit.ly/3fC5aAu, τελευταία πρόσβαση στις 30 Μαΐου 2021.

[7] Βλ. Κατερίνα Σχινά, «Μετάφραση και κριτική», στο Μαρία Παπαδήμα (επιμ.), Πολίτες της Βαβυλωνίας, ό.π., σ. 199-213.