«Αυτός και o άνθρωπός του»

H ομιλία κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2003
«Αυτός και o άνθρωπός του» Ο Τζ. Μ. Κουτσύ σε σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου.

 

Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου

 

Αλλά ας επιστρέφουμε στον καινούριο μου σύντροφο. Ήμουν κατενθουσιασμένος μαζί του και το έβαλα σκοπό να τον διδάξω όλα όσα έπρεπε να μάθει για να γίνει χρήσιμος, ικανός και πρόθυμος· αλλά κυρίως να τον κάνω να μιλάει και να με καταλαβαίνει όταν μιλάω εγώ. Και αποδείχτηκε δεκτικότατος ως μαθητής.
Ντάνιελ Ντηφόου, Ροβινσών Κρούσος

 

Η Βοστόνη, στην ακτή του Λίνκολνσαϊρ, είναι όμορφη πόλη, γράφει ο άνθρωπός του. Το πιο ψηλό καμπαναριό σε ολόκληρη την Αγγλία θα το δεις εκεί. Οι πλοηγοί το βάζουν σημάδι για τη ρότα τους. Ένα γύρω από τη Βοστόνη υπάρχουν φεν, δηλαδή βάλτοι. Εκεί αφθονούν οι νυχτοκόρακες, πουλιά δυσοίωνα, που βγάζουν ένα βαθύ κρώξιμο σαν βογκητό, τόσο δυνατό που ακούγεται ίσαμε δυο μίλια μακριά, σαν εκπυρσοκρότηση όπλου.

Στους βάλτους ζουν και πολλά άλλα είδη πουλιών, γράφει ο άνθρωπός του, πάπιες και αγριόπαπιες, κιρκίρια και σφυριχτάρια, που τα πιάνεις εύκολα και που οι άνθρωποι των βάλτων, οι βαλτίσιοι, τα εκπαιδεύουν για να γίνουν ήμερες πάπιες που τις ονομάζουν κράχτες.

Οι βάλτοι είναι εκτάσεις με στεκάμενα νερά. Εκτάσεις με στεκάμενα νερά υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο, όμως δεν ονομάζονται φεν, το φεν είναι αγγλική λέξη, δεν αποδημεί.

Αυτοί οι κράχτες του Λίνκολνσαϊρ, γράφει ο άνθρωπός του, εκτρέφονται σε ειδικές λίμνες για κράχτες και εξημερώνονται γιατί τρέφονται από ανθρώπινο χέρι. Όταν έρθει η ώρα, τους στέλνουν στην Ολλανδία και στη Γερμανία. Στην Ολλανδία και στη Γερμανία ανταμώνουν με πουλιά του είδους τους και, βλέποντας σε τι άθλιες συνθήκες ζουν αυτές οι ολλανδικές και οι γερμανικές πάπιες, πώς παγώνουν τα ποτάμια τους το χειμώνα και πώς η γη τους καλύπτεται από χιόνι, δεν χάνουν την ευκαιρία να τις ενημερώσουν, με ένα είδος γλώσσας που τους είναι κατανοητή, ότι στην Αγγλία, απ’ όπου προέρχονται, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική: οι πάπιες της Αγγλίας έχουν στη διάθεσή τους όχθες όπου αφθονεί η θρεπτική τροφή, ρεύματα που ρέουν ανεμπόδιστα στους κολπίσκους, έχουν λίμνες και πηγές, λίμνες εκτεθειμένες και λίμνες προστατευμένες, επίσης εκτάσεις με άφθονο καλαμπόκι, που άφησαν πίσω τους οι θεριστές, και επιπλέον δεν έχουν ούτε πάγο ούτε χιόνι ούτε πολύ φως.

Με αυτές τις περιγραφές, γράφει ο άνθρωπός του, που γίνονται όλες στη γλώσσα της πάπιας, αυτά τα πουλιά, δηλαδή οι κράχτες, συγκεντρώνουν έναν τεράστιο αριθμό πουλιών και ούτως ειπείν τα απάγουν. Τα οδηγούν πάνω από τις θάλασσες της Ολλανδίας και της Γερμανίας μέχρι τις ειδικές λίμνες για τους κράχτες στους βάλτους του Λίνκολνσαϊρ, φλυαρώντας ακατάπαυστα στη γλώσσα τους, λέγοντάς τους ότι αυτές είναι οι λίμνες που τους έλεγαν, όπου θα ζήσουν σώα και ασφαλή.

Και ενόσω είναι τόσο απασχολημένα, οι βαλτίσιοι, τα αφεντικά τους, τρυπώνουν σε κρυψώνες ή κρησφύγετα που έχουν φτιάξει με καλάμια μέσα στους βάλτους και εντελώς αθέατοι σκορπίζουν φού­χτες καλαμπόκι στο νερό και οι κράχτες τούς ακολουθούν παρασύροντας ξοπίσω τους και τους αλλοδαπούς προσκεκλημένους. Έτσι, σε διάστημα δύο τριών ημερών οδηγούν τους καλεσμένους σε όλο και πιο στενά υδάτινα περάσματα, παροτρύνοντάς τους όλη την ώρα να δουν πόσο καλά ζούνε στην Αγγλία, σε έναν τόπο όπου τα δίχτυα είναι απλωμένα στον αέρα.

Τότε το αφεντικό τού κράχτη ξαμολάει το σκυλί-κράχτη, που έχει εκπαιδευτεί τέλεια να κολυμπάει ξοπίσω από τα πουλιά και ενώ κολυμπάει να γαβγίζει. Σε κατάσταση άφατου πανικού εξαιτίας αυτού του φοβερού πλάσματος, οι πάπιες κάνουν φτερά, αλλά τα δίχτυα που σχηματίζουν θόλο τις αναγκάζουν να χαμηλώσουν και πάλι στο νερό, οπότε αναγκάζονται είτε να συνεχίσουν να κολυμπούν είτε να πεθάνουν κάτω από το δίχτυ. Όμως το δίχτυ όλο και στενεύει, σαν το πουγκί, και στην άκρη του στέκονται οι άνθρωποι-κράχτες, που βγάζουν έξω τον έναν μετά τον άλλον τους αιχμαλώτους τους. Και τις μεν πάπιες-κράχτες τις χαϊδεύουν και τις κανακεύουν, όσο για τους προσκεκλημένους τούς στουμπίζουν με ρόπαλα, τους ξεπουπουλιάζουν επιτόπου και τους πουλούν χονδρικώς, με την εκατοντάδα ή τη χιλιάδα.

Όλα αυτά τα νέα του Λίνκολνσαϊρ ο άνθρωπός του τα γράφει καθαρά και σβέλτα με το καλάμι του, που το ακονίζει καθημερινά με το σουγιαδάκι του πριν από κάθε νέο γύρο στο χαρτί.

Στο Χάλιφαξ, γράφει ο άνθρωπός του, υπήρχε, μέχρι που την απομάκρυναν επί βασιλείας του Ιακώβου Α΄, μια μηχανή για τις θανατικές εκτελέσεις, η οποία λειτουργούσε ως εξής: ο κατάδικος ξάπλωνε, με το κεφάλι του να ακουμπάει στη σταυροειδή βάση ή κάλυκα του ικριώματος. Κατόπιν ο δήμιος τραβούσε απότομα έναν πίρο που συγκρατούσε τη βαριά λεπίδα. Η λεπίδα διέτρεχε ένα πλαίσιο ψηλό όσο ένα βημόθυρο και αποκεφάλιζε τον κατάδικο με ακρίβεια χασαπομάχαιρου.

Πάντως, σύμφωνα με έθιμο του Χάλιφαξ, αν μεταξύ της αφαίρεσης του πίρου και της καθόδου της λεπίδας ο κατάδικος πρόφταινε να τιναχτεί όρθιος, να κατέβει τρέχοντας το λόφο και να διασχίσει κολυμπώντας το ποτάμι χωρίς να τον πιάσει ο δήμιος, τότε τον άφηναν ελεύθερο. Όμως όλα αυτά τα χρόνια που η μηχανή ήταν στημένη στο Χάλιφαξ, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ούτε μια φορά.

Κάθεται (όχι ο άνθρωπός του τώρα αλλά αυτός ο ίδιος) στο δωμάτιό του, στην παραλία του Μπρίστολ, και διαβάζει την περιγραφή. Τα χρόνια τον βαραίνουν, είναι σχεδόν γέρος. Το πρόσωπό του, που είχε γίνει κατάμαυρο από τον τροπικό ήλιο μέχρι που έφτιαξε ένα παρασόλι από φύλλο φοινικιάς για προστασία, έχει ξασπρίσει κάπως, αλλά είναι πάντα στεγνό, σαν περγαμηνή. Στη μύτη του μια πληγή από τον ήλιο δεν λέει να κλείσει.

Το παρασόλι το έχει ακόμη στο δωμάτιό του, όρθιο σε μια γωνιά, όμως ο παπαγάλος που έφερε μαζί του από το νησί έχει πια πεθάνει. Καημένε Ρόμπιν! έσκουζε ο παπαγάλος γαντζωμένος στον ώμο του, Καημένε Ρόμπιν Κρούσο! Ποιος θα σώσει τον καημένο τον Ρόμπιν; Η γυναίκα του δεν άντεχε το θρήνο του παπαγάλου, αυτό το Καημένε Ρόμπιν όλη μέρα. Θα του στρίψω το λαρύγγι, έλεγε, αλλά δεν είχε το θάρρος να το κάνει.

Όταν επέστρεψε στην Αγγλία από το νησί του, με τον παπαγάλο του και το παρασόλι του και το σεντούκι του γεμάτο θησαυρούς, πέρασε ένα διάστημα αρκετά ήρεμο με την ηλικιωμένη σύζυγό του στο κτήμα που αγόρασε στο Χάντινγκτον, γιατί ήταν πια πλούσιος και έγινε ακόμη πιο πλούσιος αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο με τις περιπέτειές του. Όμως τα χρόνια στο νησί και στη συνέχεια τα χρόνια που ταξίδευε με τον υπηρέτη του, τον Παρασκευά, (καημένε Παρασκευά, θρηνεί από μέσα του, κρα κρα, γιατί ο παπαγάλος δεν πρόφερε ποτέ το όνομα του Παρασκευά, μονάχα το δικό του) έκαναν τη ζωή του γαιοκτήμονα πληκτική. Για να λέμε την αλήθεια, και ο έγγαμος βίος του ήταν μια οδυνηρή απογοήτευση. Συνειδητοποίησε ότι ολοένα και περισσότερο αποτραβιόταν στους στάβλους του, στα άλογά του, τα οποία ευτυχώς δεν φλυαρούσαν, παρά χρεμέτιζαν σιγανά, όταν τα πλησίαζε, για να του δείξουν ότι ήξεραν ποιος είναι, και μετά καταλάγιαζαν.

Του δημιουργήθηκε η εντύπωση ‒μετά την επιστροφή του από το νησί, όπου μέχρι να κάνει την εμφάνισή του ο Παρασκευάς ζούσε ζωή σιωπηλή‒ ότι υπήρχε λογοδιάρροια σε αυτόν τον κόσμο. Όταν πλάγιαζε στο κρεβάτι δίπλα στη γυναίκα του, είχε την αίσθηση ότι έτρωγε βροχή τα χαλίκια κατακέφαλα, με έναν αδιάκοπο βόμβο, όταν το μόνο που λαχταρούσε ήταν να κοιμηθεί.

Έτσι, όταν η γυναίκα του παρέδωσε το πνεύμα, πένθησε μεν αλλά δεν εθλίβη. Την έθαψε, και ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα έπιασε ένα δωμάτιο στον Εύθυμο Ναύτη στην παραλία του Μπρίστολ, αφήνοντας στο γιο του τη διαχείριση του κτήματος στο Χάντινγκτον και παίρνοντας μαζί του μόνο το παρασόλι από το νησί που τον είχε κάνει διάσημο και τον πεθαμένο παπαγάλο στερεωμένο στην κούρνια του και κάτι λίγα απαραίτητα, και από τότε ζει εκεί και τα πρωινά βολτάρει στις αποβάθρες και στις προβλήτες αγναντεύοντας πέρα στη θάλασσα κατά τα δυτικά ‒γιατί η όρασή του είναι ακόμη γερή‒ και καπνίζοντας την πίπα του. Όσο για τα γεύματά του έχει ζητήσει να του τα φέρνουν στο δωμάτιό του, γιατί δεν βρίσκει καμιά ευχαρίστηση στις κοινωνικές επαφές, μια και συνήθισε τη μοναξιά στο νησί.

Δεν διαβάζει πια, δεν έχει όρεξη, όμως η συγγραφή των περιπετειών του τού έκανε συνήθεια το γράψιμο, το βρίσκει μάλιστα ευχάριστη απασχόληση. Τα βράδια, στο φως των κεριών, βγάζει τα χαρτιά του, ακονίζει τα καλάμια του και γράφει μια δυο σελίδες για τον άνθρωπό του, τον άνθρωπο που στέλνει αναφορά για τους κράχτες του Λίνκολνσαϊρ και για τη μεγάλη μηχανή του θανάτου στο Χάλιφαξ, από την όποια γλιτώνει κανείς αν, προτού πέσει το φριχτό λεπίδι, προλάβει να τιναχτεί όρθιος και να κατέβει πηλαλώντας το λόφο, και για πολλά άλλα. Όπου και αν πάει ‒αυτός ο πολυπράγμων άνθρωπός του‒ του στέλνει αναφορά, αυτή είναι η πρώτη του δουλειά.

Εκεί που βαδίζει πλάι στον τοίχο του λιμανιού και συλλογίζεται τη μηχανή του Χάλιφαξ, αυτός, ο Ρόμπιν, που ο παπαγάλος τον φώναζε καημένο Ρόμπιν, πετάει ένα βότσαλο και αφουγκράζεται. Ένα δευτερόλεπτο, λιγότερο από δευτερόλεπτο πριν πέσει στο νερό. Η χάρη του Κυρίου είναι άμεση, μήπως όμως η μεγάλη ατσάλινη λεπίδα, που είναι πιο βαριά από βότσαλο και έχει λιπανθεί με ξίγκι, είναι αμεσότερη; Θα κατορθώσουμε ποτέ να της ξεφύγουμε; Και ποιο ανθρώπινο είδος θα είναι αυτό που θα τρέχει τόσο δραστήρια πότε εδώ πότε εκεί, απ’ άκρη σ’ άκρη στο βασίλειο, από το ένα θέαμα θανάτου στο άλλο (στούμπισμα, αποκεφαλισμός) και θα στέλνει τη μια αναφορά πίσω από την άλλη;

Άνθρωπος της δουλειάς, σκέφτεται. Ας γίνει ένας άνθρωπος της δουλειάς, έμπορος σιτηρών ή δερματέμπορος ας πούμε. Ή βιομήχανος και προμηθευτής κεραμιδιών σε κάποιο μέρος όπου αφθονεί η άργιλος, στο Γουάπινγκ ας πούμε, που θα είναι υποχρεωμένος να ταξιδεύει πολύ λόγω επαγγέλματος. Κάνε τον πλούσιο, δώσε του μια γυναίκα που θα τον αγαπάει και δεν θα φλυαρεί υπερβολικά και θα του κάνει παιδιά, κυρίως θυγατέρες· δώσε του ευτυχία μέσα σε λογικά πλαίσια· μετά δώσε ξαφνικά τέλος σε αυτή την ευτυχία του. Κάποιο χειμώνα ο Τάμεσης ανεβαίνει, οι κλίβανοι όπου ψήνονται τα κεραμίδια παρασύρονται από τα νερά, ή οι σιταποθήκες ή το βυρσοδεψείο· καταστρέφεται λοιπόν ο άνθρωπός του, πέφτουν πάνω του οι πιστωτές σαν τις μύγες, σαν τα κοράκια, αναγκάζεται να εγκαταλείψει άρον άρον το σπίτι του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του και να αναζητήσει καταφύγιο στο πιο άθλιο οίκημα της οδού Αναργύρων, με ψεύτικο όνομα, μεταμφιεσμένος. Και όλα αυτά ‒η φουσκονεριά, η καταστροφή, η φυγή, η φτώχεια, τα ράκη, η μοναξιά‒ ας πούμε ότι είναι όλα μια εικόνα του ναυαγίου και του νησιού όπου εκείνος, ο καημένος ο Ρόμπιν, έζησε απομονωμένος από τον κόσμο επί είκοσι έξι χρόνια, μέχρι που κόντεψε να τρελαθεί (στ’ αλήθεια, ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως δεν τρελάθηκε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον;).

Αλλιώς, ας γίνει ο άνθρωπος σαγματοποιός με σπίτι και μαγαζί και αποθήκη στο Γουάιτσαπελ και μια κρεατοελιά στο πιγούνι και με γυναίκα που τον αγαπάει και δεν φλυαρεί και του κάνει παιδιά, κορίτσια κυρίως, και του δίνει μεγάλη χαρά, μέχρι που πέφτει ή πανούκλα στην πόλη, είμαστε στα 1665, δεν έχει γίνει ακόμη η μεγάλη πυρκαγιά στο Λονδίνο. Η πανούκλα απλώνεται στο Λονδίνο: μέρα με τη μέρα, ενορία με την ενορία, ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται, πλούσιοι και φτωχοί, γιατί η πανούκλα δεν κάνει διακρίσεις, όλος ο κοσμικός πλούτος του σαμαρά δεν πρόκειται να τον σώσει. Στέλνει τη γυναίκα του και τις κόρες του στην εξοχή και καταστρώνει σχέδια πώς να φύγει και αυτός, αλλά τελικά δεν φεύγει. Οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, διαβάζει ανοίγοντας τη Βίβλο σε μια τυχαία σελίδα, ἀπὸ βέλους πετωμένου ἡμέρας, ἀπὸ πράγματος διαπορευομένου ἐν σκότει, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ. Πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ.

Παίρνοντας θάρρος από αυτό το σημάδι, σημάδι ασφαλούς διαπεραίωσης, παραμένει στο μολυσμένο Λονδίνο και αρχίζει να γράφει αναφορές. Αντάμωσα στο δρόμο ένα πλήθος, γράφει, και στη μέση ήταν μια γυναίκα που έδειχνε κατά τον ουρανό. Κοιτάξτε, κραυγάζει, ένας άγγελος στα λευκά κραδαίνει φλεγόμενο σπαθί! και το πλήθος κουνάει το κεφάλι συγκατανεύοντας, Στ’ αλήθεια, λένε: ένας άγγελος με σπαθί! Όμως εκείνος, ο σαμαράς, δεν βλέπει ούτε άγγελο ούτε σπαθί. Το μόνο που βλέπει είναι ένα σύννεφο με περίεργο σχήμα, πιο φωτεινό από τη μια πλευρά απ’ όσο από την άλλη, γιατί έτσι το χτυπάει ο ήλιος.

Είναι αλληγορικό! φωνάζει η γυναίκα στο δρόμο. Εκείνος όμως δεν βλέπει καμιά αλληγορία για τη δική του τη ζωή. Αυτά ως προς την αναφορά του.

Μιαν άλλη μέρα, βαδίζοντας δίπλα στο ποτάμι στο Γουάπινγκ, ο άνθρωπός του, που ήταν κάποτε σαγματοποιός αλλά τώρα είναι ανεπάγγελτος, παρατηρεί μια γυναίκα πως φωνάζει από την πόρτα του σπιτιού της σε έναν άντρα που τραβάει κουπί σε μια βάρκα: Ρόμπερτ! Ρόμπερτ! φωνάζει και πως τότε ο άντρας κωπηλατεί προς τη στεριά και πιάνει ένα σακί από τη βάρκα και το απιθώνει σε μια πέτρα στην όχθη και μετά απομακρύνεται ξανά με τη βάρκα του και πως η γυναίκα κατεβαίνει μέχρι την όχθη και παίρνει το σακί και το πάει σπίτι της, πολύ θλιμμένη.

Ο άνθρωπός του πλευρίζει τον άντρα με το όνομα Ρόμπερτ και του πιάνει κουβέντα. Ο Ρόμπερτ τον πληροφορεί ότι η γυναίκα είναι η γυναίκα του και ότι το σακί περιέχει μιας εβδομάδας εφόδια για την ίδια και για τα παιδιά τους, κρέας και αλεύρι και βούτυρο· αλλά ότι ο ίδιος δεν τολμάει να πλησιάσει περισσότερο, γιατί όλοι τους, γυναίκα και παιδιά, έχουν κολλήσει πανούκλα· και ότι ραγίζει ή καρδιά του. Και όλο αυτό ‒ο Ρόμπερτ και η γυναίκα του που επικοινωνούν φωνάζοντας πάνω από τα νερά, το σακί που αφήνει στην όχθη ο Ρόμπερτ οπωσδήποτε έχει τη σημασία που έχει, όμως είναι και μια εικόνα της μοναξιάς του. Της μοναξιάς του Ροβινσώνα στο νησί, όπου την ώρα της πιο μαύρης απελπισίας του φώναζε πάνω από τα κύματα καλώντας τους αγαπημένους του στην Αγγλία να τον σώσουν και άλλοτε πάλι κολυμπούσε μέχρι το ναυάγιο σε αναζήτηση εφοδίων.

Και άλλη αναφορά από εκείνη την εποχή της συμφοράς. Μη μπορώντας να αντέξει άλλο τον πόνο από το πρήξιμο στους βουβώνες και στις μασχάλες, που είναι το χαρακτηριστικό της πανώλης, ένας άνθρωπος χιμάει έξω ουρλιάζοντας θεόγυμνος στο δρόμο, στην οδό των Δεινών, στο Γουάιτσαπελ, όπου ο άνθρωπός του ο σαγματοποιός τον παρακολουθεί να τινάζεται και να πηδάει και να κάνει μύριες όσες αλλόκοτες χειρονομίες, με τη γυναίκα του και τα παιδιά του να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας, φωνάζοντάς του να γυρίσει πίσω. Και όλα αυτά τα τινάγματα και τα πηδήματα είναι αλληγορίες των δικών του τιναγμάτων και πηδημάτων όταν, μετά τη συμφορά τού ναυαγίου και αφού είχε χτενίσει την παραλία μήπως βρει κανένα σημάδι των συναδέλφων του από το πλοίο και δεν βρήκε τίποτα, εκτός από ένα ζευγάρι παπούτσια που δεν ήταν ζευγάρι, είχε καταλάβει ότι ήταν ναυαγός και ολομόναχος σε αυτό το άγριο νησί, όπου ήταν ενδεχόμενο να πέθαινε και όπου δεν είχε την παραμικρή ελπίδα σωτηρίας.

(Μα τι άλλο τραγουδάει από μέσα του, αναρωτιέται, αυτός ο ταλαίπωρος, ο χτυπημένος από την αρρώστια άνθρωπος, την ιστορία τού οποίου διαβάζει, εξόν τη μοναξιά του; Σε ποιον φωνάζει πέρα από τα νερά και πέρα από τα χρόνια, μέσα από τη φωτιά που τον καίει;)

Πριν ένα χρόνο εκείνος, ο Ροβινσώνας, είχε πληρώσει σε ένα ναύτη δυο λίρες για έναν παπαγάλο, που ο ναύτης, κατά τα λεγόμενά του, είχε φέρει από την Βραζιλία ‒ ένα πουλί όχι τόσο μεγαλόπρεπο όσο το δικό του πολυαγαπημένο πλάσμα αλλά οπωσδήποτε υπέροχο, με πράσινα φτερά και πορφυρό στήθος, δεινός λιμαδόρος αν ήταν να πιστέψει κανείς τον ναύτη. Πράγματι το πουλί καθόταν στην κούρνια του στο δωμάτιο του πανδοχείου, με μια αλυσιδίτσα στο πόδι για την περίπτωση που θα πήγαινε να το σκάσει και έλεγε συνέχεια Καημένη Πόλυ! Καημένη Πόλυ!, αμέτρητες φορές, ώσπου εκείνος αναγκαζόταν να το σκεπάσει για να σωπάσει. Δεν κατόρθωσε όμως να του μάθει να λέει άλλα λόγια, Καημένε Ρόμπιν! για παράδειγμα, ίσως παραήταν γέρικο για τέτοια.

Η Καημένη η Πόλυ πίσω από στενό παραθυράκι αγναντεύει πάνω από τα κατάρτια και, πέρα από τα κατάρτια, πάνω από την γκρίζα φουσκονεριά του Ατλαντικού: Τι νησί είναι τούτο δω που βρέθηκα, ρωτάει η Καημένη η Πόλυ, τόσο παγερό, τόσο θλιβερό; Πού ήσουν, Σωτήρα μου, την ώρα της μεγάλης χρείας;

Ένας άντρας που είχε μεθύσει, και αυτό αργά τη νύχτα (μία ακόμη αναφορά από τον άνθρωπό του), σωριάζεται καταγής και αποκοιμιέται σε ένα κατώφλι στην Πύλη των Παραλυτικών. Το κάρο που μαζεύει τους πεθαμένους κάνει το καθιερωμένο πέρασμά του (βρισκόμαστε ακόμη στη χρονιά της πανώλης) και οι γείτονες, νομίζοντας ότι ο άντρας είναι πεθαμένος, τον βάζουν στο κάρο μες στα πτώματα. Κάποτε το κάρο φτάνει στο λάκκο που έχουν ανοίξει για τους πεθαμένους στο Μάουντμιλ και ο αμαξάς, κουκουλωμένος για να μην αναπνέει τη μπόχα, τον πιάνει και ετοιμάζεται να τον πετάξει· και τότε αυτός συνέρχεται κι αρχίζει να παλεύει μες στην παραζάλη του. Πού βρίσκομαι; λέει. Όπου να ’ναι θα σε θάψουν με τους πεθαμένους, του απαντάει ο αμαξάς. Δηλαδή είμαι πεθαμένος; λέει εκείνος. Και αυτή επίσης είναι μια δική του εικόνα στο νησί του.

Κάμποσοι Λονδρέζοι συνεχίζουν να πηγαίνουν στις δουλειές τους, γιατί πιστεύουν ότι είναι γεροί και θα τη γλιτώσουν. Όμως μέσα στο αίμα τους η πανούκλα δουλεύει σιωπηλά: όταν η μόλυνση φτάσει στην καρδιά, σωριάζονται νεκροί επιτόπου, έτσι γράφει στην αναφορά του ο άνθρωπός του, σαν να τους χτύπησε αστροπελέκι. Και αυτή είναι μια εικόνα της ζωής καθεαυτήν, της ζωής ολόκληρης. Πρέπου­σα προετοιμασία. Πρέπει να κάνουμε την πρέπουσα προετοιμασία για το θάνατο, γιατί μπορεί να μας βρει στο δοξαπατρί εκεί που στεκόμαστε. Όπως ακριβώς το συνειδητοποίησε και εκείνος, ο Ροβινσώνας, όταν ξαφνικά, στο νησί του, βρήκε μια μέρα στην άμμο ένα ίχνος από ανθρώπινο πέλμα. Ήταν ίχνος, άρα σημάδι: ενός πέλματος, ενός ανθρώπου. Αλλά ήταν σημάδι και για πολλά άλλα ακόμη. Δεν είσαι μόνος, έλεγε το σημάδι και επίσης, όσο μακριά κι αν πας, όπου κι αν κρυφτείς, θα σε βρουν.

Τη χρονιά της πανώλης, γράφει ο άνθρωπός του, κάποιοι άλλοι, από φόβο, εγκατέλειψαν τα πάντα, τα σπίτια τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, και έφυγαν από το Λονδίνο, όσο πιο μακριά μπορούσαν. Όταν πέρασε ή πανώλη, η φυγή τους καταδικάστηκε ως δειλία προς όλες τις πλευρές. Όμως, γράφει ο άνθρωπός του, λησμονούμε τι είδους θάρρος χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει κανείς την πανώλη. Δεν ήταν απλώς το θάρρος του στρατιώτη, να αρπάξει το όπλο και να ορμήσει στον εχθρό: ήταν σαν να ορμούσε στον ίδιο το Χάρο καθήμενο επί ίππου χλωρού.

Ακόμη και στα καλύτερά του, ο παπαγάλος του από το νησί, ο πιο αγαπημένος του από τους δύο, δεν πρόφερε ποτέ λέξη που να μην του την έχει μάθει ο αφέντης του. και τότε πώς συνέβη αυτός ο άνθρωπός του, που είναι ένα είδος παπαγάλου, και που μάλιστα δεν αγαπήθηκε και τόσο, να γράφει εξίσου καλά αν όχι καλύτερα από τον αφέντη του; Γιατί τη χειρίζεται καλά την πένα ο άνθρωπός του, σε αυτό δεν χωρεί αμφιβολία. Σαν να ορμούσε στον ίδιο το Χάρο καθήμενο επί ίππου χλωρού. Η δική του η δεξιότητα, όπως την είχε διδαχτεί στο λογιστικό γραφείο, ήταν να κάνει λογαριασμούς και να κρατάει βιβλία, όχι να φτιάχνει προτάσεις. Στον ίδιο το Χάρο καθήμενο επί ίππου χλωρού: τέτοιες λέξεις εκείνος δεν μπορούσε να τις σκεφτεί. Μόνο όταν ενδίδει στον άνθρωπό του, μόνο τότε του έρχονται τέτοιες λέξεις.

Και οι κράχτες; Τι ήξερε αυτός, ο Ροβινσώνας, για τους κράχτες; Απολύτως τίποτα, μέχρι που ο άνθρωπός του άρχισε να του στέλνει τις αναφορές.

Οι κράχτες των βάλτων του Λίνκολνσαϊρ, η τεράστια μηχανή εκτελέσεων στο Χάλιφαξ: αναφορές από τη μεγάλη περιοδεία που, κατά τα φαινόμενα, κάνει ο άνθρωπός του στη νήσο της Βρετανίας, που είναι μια εικόνα της περιοδείας που είχε κάνει και εκείνος στο δικό του νησί με το βαρκάκι που έφτιαξε μόνος του, μια περιοδεία που του αποκάλυψε πως υπήρχε και μια πιο μακρινή πλευρά στο νησί, βραχώδης και σκοτεινή και αφιλόξενη, την οποία έκτοτε απέφευγε, αν και ενδέχεται στο μέλλον, αν έρθουν άποικοι στο νησί, να την εξερευνήσουν και να την κατοικήσουν και τούτο μια εικόνα, της σκοτεινής πλευράς της ψυχής και του φωτός.

Όταν οι πρώτες συμμορίες των λογοκλόπων και των μιμητών επέπεσαν στην ιστορία του νησιού του και πάσαραν στο κοινό τις δικές τους φαλκιδευμένες ιστορίες για τη ζωή του ναυαγού, δεν τους είδε σαν τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από μια ορδή κανίβαλων που επέπεσε στη σάρκα του, δηλαδή στη ζωή του· και δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να το πει. Όταν υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου από τους κανίβαλους, που επιδίωκαν να με εξουδετερώσουν και να με ψήσουν και να με καταβροχθίσουν, έγραφε, νόμιζα πως υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου από αυτό καθεαυτό το πράγμα. Ούτε που μου περνούσε από το μυαλό, έγραφε, πως δεν ήταν παρά εικόνες μιας πιο σατανικής λαιμαργίας που θα ροκάνιζε αυτή καθεαυτή την ουσία της αλήθειας.

Τώρα όμως που το ξανασκέφτεται, νιώθει να τρυπώνει στο στήθος του μια στάλα αλληλεγγύης για τους μιμητές του. Γιατί τώρα πια έχει την εντύπωση πως στον κόσμο δεν υπάρχουν περισσότερες από μια δράκα ιστορίες κι αν απαγορέψεις στους νέους να λυμαίνονται τους παλιούς, τότε θα πρέπει να καθίσουν για πάντα σε μιαν άκρη σιωπηλοί.

Έτσι, στην αφήγηση των περιπετειών του στο νησί, μας λέει πως ξύπνησε έντρομος ένα βράδυ, βέβαιος ότι ο διάβολος με τη μορφή τεράστιου σκύλου βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω του. Τινάχτηκε όρθιος, άδραξε μια σπάθα και βαρούσε σπαθιές δεξιά αριστερά για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ενώ ο καημένος ο παπαγάλος που κοιμόταν δίπλα στο προσκέφαλό του τσίριζε τρομαγμένος. Χρειάστηκε να πε­ράσουν πολλές μέρες για να καταλάβει πως ούτε σκύλος ούτε διάβολος είχε ξαπλώσει πάνω του, αλλά πως μάλλον είχε πάθει κάποια παράλυση παροδικής μορφής και, μην μπορώντας να κινήσει το πόδι του, είχε βγάλει το συμπέρασμα πως του το πλάκωνε κάποιο ζώο. Το δίδαγμα από το γεγονός αυτό θα ήταν πως όλες οι συμφορές, συμπεριλαμβανομένης και της παράλυσης, προέρχονται από το διάβολο και είναι ο διάβολος καθεαυτός· πως η δοκιμασία από μια ασθένεια μπορεί να απεικονισθεί σαν δοκιμασία από το διάβολο, ή από ένα σκύλο που απεικονίζει το διάβολο, και το αντίθετο, η δοκιμασία που απεικονίσθηκε σαν ασθένεια, όπως στην ιστορία του σαγματοποιού με την πανώλη και κατ’ επέκταση πως κανείς από όσους γράφουν την ιστορία είτε του ενός είτε του άλλου, του διαβόλου ή της πανώλης, δεν θα πρέπει να απορρίπτεται πάραυτα σαν κλέφτης ή πλαστογράφος.

Όταν, πριν από χρόνια, αποφάσισε να καταγράψει την ιστορία του νησιού του, διαπίστωσε πως δεν του έρχονταν οι λέξεις, δεν έτρεχε η πένα, μέχρι και τα δάχτυλά του ήταν μουδιασμένα και απρόθυμα. Όμως, μέρα με τη μέρα, βήμα το βήμα, την έκανε κτήμα του τη δουλειά της γραφής, οπότε όταν έφτασε στις περιπέτειές του με τον Παρασκευά στον παγωμένο βορρά οι σελίδες κυλούσαν αβίαστα, σχεδόν χωρίς σκέψη.

Αλίμονο, εκείνη η παλιά του ευκολία στο γράψιμο τον έχει πια εγκαταλείψει. Όταν κάθεται στο μικρό του γραφείο μπροστά στο παράθυρο που βλέπει το λιμάνι του Μπρίστολ, νιώθει το χέρι του τόσο αδέξιο και την πένα του τόσο ανοίκειο εργαλείο όσο ποτέ.

Άραγε αυτός ο άλλος, ο άνθρωπός του, τη βρίσκει πιο εύκολη τη δουλειά της γραφής; Οι ιστορίες που γράφει για τις πάπιες και τις μηχανές του θανάτου και για το Λονδίνο την εποχή της πανούκλας ρέουν αβίαστα· βέβαια, το ίδιο συνέβαινε στο παρελθόν και με τις δικές του ιστορίες. Μπορεί και να μην τον κρίνει σωστά αυτόν τον ζωηρό ανθρωπάκο με το γοργό βήμα και την κρεατοελιά στο πιγούνι. Μπορεί αυτή ακριβώς τη στιγμή να κάθεται και εκείνος μόνος του σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο, κάπου μέσα σε αυτό το απέραντο βασίλειο, και να βουτάει και να ξαναβουτάει την πένα του στο μελάνι, γεμάτος αμφιβολίες και δισταγμούς και ωριμότερες σκέψεις.

Πώς να τους απεικονίσει κανείς, αυτόν τον άνθρωπο και εκείνον; Σαν αφέντη και δούλο; Σαν αδέλφια, δίδυμα; Σαν συντρόφους εν όπλοις; Ή σαν εχθρούς, αντιπάλους; Τι όνομα να δώσει σε αυτόν τον ανώνυμο σύντροφο με τον οποίο μοιράζεται τα απογεύματά του και καμιά φορά και τις νύχτες του, σε αυτόν που είναι απών μόνο τα πρωινά, όταν ο ίδιος, ο Ρόμπιν, περιδιαβαίνει στις αποβάθρες παρατηρώντας σχολαστικά τις νέες αφίξεις και ο άνθρωπός του καλπάζει ανά το βασίλειο κάνοντας τις δικές του σχολαστικές παρατηρήσεις;

Θα τον φέρει άραγε ποτέ αυτόν τον άνθρωπο ο δρόμος του από το Μπρίστολ; Λαχταράει να τον συναντήσει, με σάρκα και οστά, να του σφίξει το χέρι, να πάνε μαζί μια βόλτα στην προκυμαία και να τον ακούσει προσεκτικά να του λέει για την επίσκεψή του στο σκοτεινό βορρά του νησιού ή για τις περιπέτειές του με τη δουλειά της γραφής. Φοβάται όμως πως τέτοια συνάντηση δεν θα γίνει, όχι σε τούτη τη ζωή τουλάχιστον. Αν πρέπει να καταλήξει οπωσδήποτε σε μια εικόνα για τους δυο τους, τον άνθρωπό του και τον εαυτό του, θα γράψει πως είναι σαν δυο καράβια που πλέουν σε αντίθετη κατεύθυνση, το ένα κατά τη δύση, το άλλο κατά την ανατολή. Ή καλύτερα πως είναι αρμενιστές, παλεύουν με τα ξάρτια, ο ένας σε πλοίο που τραβάει δυτικά, ο άλλος σε πλοίο που τραβάει ανατολικά. Τα πλοία τους διασταυρώνονται σε μικρή απόσταση, τόσο μικρή ώστε να μπορούν να ανταλλάξουν χαιρετισμό. Όμως τα νερά είναι αγριεμένα, ο καιρός προμηνύει καταιγίδα: με μάτια που τα μαστιγώνει ο αφρός, χέρια που τσούζουν από τα σκοινιά, περνούν ο ένας μπροστά από τον άλλο, απορροφημένοι τόσο από τη δουλειά τους που ούτε καν χαιρετιούνται.

© The Nobel Foundation 2003

 

Σημ. ARB: Πρώτη δημοσίευση, σε πολυτονικό, στο περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 1764, Φεβρουάριος 2004). Συνοδευόταν από το κείμενο του Άρη Μπερλή, «Σημειώσεις στο περιθώριο της ομιλίας του Τζων Μ. Κουτσύ στην Ακαδημία της Στοκχόλμης», το οποίο αναδημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα μας με την άδεια της Μόνικας Μπερλή.

 

 

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK