Γιατί δεν γράφω ποίηση

 

  

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.
Κώστας Καρυωτάκης

 

Γιατί δεν αισθάνομαι ότι διαθέτω το σχετικό ταλέντο (όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι και το υπολογίζω) και δεν έχω την αναγκαία ποιητική βούληση.

Γιατί πιστεύω ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί ποιητικά με τον καλύτερο και κάθε δυνατό τρόπο.

Γιατί ο κύκλος της ποίησης όπως την ξέραμε έχει κλείσει.

Γιατί προτιμώ να μεταφράζω παρά να γράφω «πρωτότυπα» κείμενα. Γιατί πρωτότυπο χωρίς αντίγραφο ή μετάφραση δεν υπάρχει.

Γιατί είναι προπετές να νομίσω ότι μπορώ να διορθώσω (αυτό αποπειράται κανείς, συνειδητά είτε ασυνείδητα, όταν αποφασίζει να γράψει λυρικό ποίημα) τη Σαπφώ, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Κητς, τον Σολωμό, τον Καρυωτάκη.

Γιατί δεν έχω χρόνο για χάσιμο, δεν προφτάνω, δεν έχω χρόνο να γράφω ποίηση όταν δεν έχω διαβάσει ακόμη Δάντη (αν είναι δυνατόν!).

Γιατί ο Έλιοτ με καλύπτει πλήρως όταν λέει στο East Coker πως κάθε ποιητικό εγχείρημα είναι «επιδρομή στο άναρθρο με σαθρό εξοπλισμό που όλο και φθείρεται στη γενική αταξία της αοριστίας των αισθημάτων» και πως «ό,τι υπάρχει για να κατακτηθεί έχει ήδη ανακαλυφθεί μια και δυο ή πολλές φορές από ανθρώπους που κανείς δεν μπορεί να ελπίζει πως θα τους παραβγεί.»

Γιατί με τον Τζόυς και τον Μπέκετ, με τον πλούτο του ενός και τη φτώχεια του άλλου, με την μπόρεση και με την ανημπόρια, με την «επιτυχία» και την «αποτυχία», εξαντλήθηκαν οι δυνατότητες της έντεχνης γλώσσας.

Γιατί δεν υπάρχουν πια “new- found methods” όπως λέει ο Σαίξπηρ, και η θεματική (τόσο το αντικείμενο της επιθυμίας όσο και η ίδια η επιθυμία) έχει πράγματι εξαντληθεί. Για περισσότερα, βλ. το περίφημο 76ο Σονέτο. O know, sweet love, I always write of you, / And you and love are still my argument; / So all my best is dressing old words new, / Spending again what is already spent.

Γιατί δεν κάνω για ποιητής, δεν νιώθω προορισμένος ούτε καταραμένος, δεν φόρεσα ποτέ ναυτικό κασκέτο όπως ο Ελύτης και ο Βλαβιανός, και εν αντιθέσει με τον Σεφέρη, οι νύχτες με φεγγάρι πάντα μού άρεσαν.

Γιατί θεωρώ πως η φράση «ενός λεπτού» έχει για φυσική συνέχεια τη λέξη «σιγή» και φοβάμαι τις μεταφορές περισσότερο από τις κυριολεξίες.

Γιατί θέλοντας να είμαι σαφής (επιθυμία ήδη «αντιποιητική»), όταν χρησιμοποιώ μεταφορές για να εξηγήσω κάτι, πάντα με παρεξηγούν.

Γιατί νομίζω ότι η φράση «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» είναι σημαίνουσα και εύστοχη.

Γιατί πιστεύω ότι η περιώνυμη «αμφισημία» (ambiguity) της ποίησης οφείλεται συχνά σε σύγχυση των ποιητών και αδυναμία διατύπωσης ενός σαφούς νοήματος, όχι στην εγγενή νοηματική ταλάντευση της ποιητικής γλώσσας.

Γιατί δεν μου αρέσει να ανταγωνίζομαι και να διαγκωνίζομαι με ομοτέχνους, ταλαντούχους και ατάλαντους («συρφετό» τους αποκάλεσε ο Καρυωτάκης) για κάτι τόσο σπουδαίο.

Γιατί δεν με ενδιαφέρει να συγκαταριθμηθώ (στην καλύτερη περίπτωση) με άλλους εξήντα συγχρόνους μου σε υποσελίδιο σημείωση πολύτομης ιστορίας της ποίησης.

Γιατί (για να χρησιμοποιήσω ένα στερεότυπο) η ποίηση είναι πολύ σπουδαία υπόθεση για να την αφήσουμε στους ποιητές.

Γιατί ντρέπομαι να παριστάνω ότι κάνω κι εγώ αυτό που έκαναν τιτάνες, πριν από μένα.

Γιατί δεν την έχω ψωνίσει.

Γιατί δεν υπάρχουν μούσες. Καμιά κοπέλα δεν με ενέπνευσε ποτέ – θέλω να πω, δεν μου ξύπνησε την επιθυμία να γράψω ποίημα.

Γιατί μου φαίνεται πιο σημαντικό να είσαι επαρκής αναγνώστης της ποίησης παρά επαρκής ποιητής. Γιατί η ανάγνωση σε εκπολιτίζει και σε μορφώνει περισσότερο από τη γραφή, που συχνά σε ξελογιάζει και σε εκμαυλίζει.

Γιατί ξόδεψα (τρόπος του λέγειν) τη ζωή μου διαβάζοντας λογοτεχνία και αυτό μου αρκούσε και είχα πάντα την αίσθηση πως δεν ήμουν παθητικός αποδέκτης, πως επιτελούσα κάποιο έργο, πως αυτό που έπαιρνα από αυτά τα διαβάσματα ακτινοβολούσε από πάνω μου και μεταδιδόταν ως γνώση και πολιτισμός στους δικούς μου, στους φίλους μου, στους γύρω μου.

Γιατί δεν χρειάζεται άλλος ένας ποιητής. Περισσεύουν οι γράφοντες ποιητές, και οι καλοί ακόμη, όσοι υπάρχουν. Γιατί το κακό παράγινε: σήμερα και με το Διαδίκτυο γέμισε ο κόσμος ποιητές, παίρνουν βραβεία πρωτοεμφανιζόμενα, εκδίδονται, γίνονται μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Οι ποιητές είναι περισσότεροι από τους αναγνώστες της ποίησης.

Γιατί των ποιητών ο νους ψηλώνει. Εύκολα χάνει κανείς τον έλεγχο και γίνεται ιδεοληπτικός. Η ποίηση έχει για τους ποιητές το θάμβος της ουτοπίας.

Γιατί κάθε ποιητής, βαθιά μέσα του και ανομολόγητα, πιστεύει ότι μπορεί να λογίζεται συνάδελφος σημαντικών ή και μεγάλων ποιητών, άξιος –γιατί όχι;– και του Βραβείου Νόμπελ, και δεν μου αρέσουν τέτοιες αυταπάτες.

Γιατί κάθε ποιητής πιστεύει ότι με το έργο του μπορεί να εκφράσει (ή και να χειραγωγήσει) τη συλλογική συνείδηση και ευαισθησία, και να επηρεάσει την κοινή γλώσσα, την γραπτή και την ομιλούμενη, και δεν θα ήθελα να βρεθώ εκών-άκων σε αυτήν την κατάσταση, να βαυκαλίζομαι με τέτοιες ανοησίες.

Γιατί δεν θέλω να γράψω ποιήματα που να είναι τόσο περιζήτητα από ένα διεθνές κοινό ώστε να μεταφραστούν ανυπερθέτως στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ισπανικά, στα ιταλικά, στα βουλγαρικά, στα σερβικά και στα ιαπωνικά, όπως μεταφράζονται ποιήματα σχεδόν όλων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών (καθώς συστηματικά μας πληροφορούν τα αυτιά των εξωφύλλων των συλλογών τους). Τέτοια χάλια.

Γιατί η ανάγνωση της ποίησης είναι ήπια μορφή συσσώρευσης και κατοχής πολιτισμικού κεφαλαίου που μπορεί εύκολα να διανεμηθεί (με μετάδοση, διδασκαλία) χωρίς να ελαττωθεί, ενώ η γραφή είναι ισχυρός μοχλός διάκρισης, υπεροχής και κυριαρχίας. («Γιατί κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες. Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα – ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.» – Τίτος Πατρίκιος.)

Γιατί η ποίηση δεν είναι πια σοφία. Στην καλύτερη περίπτωση είναι επιτυχής μίμηση έντεχνης γλώσσας, στη χειρότερη είναι άτεχνη ανοησία, ή και ακόμη χειρότερα: εξυπνάδα. Όποιος μπορεί να κάνει απρόβλεπτους ή απλώς επιδέξιους συνδυασμούς λέξεων, μπορεί κάλλιστα να γίνει ποιητής. (Να γράψω κείμενο με τίτλο «Σύγχρονες τάσεις: Η ποίηση ως εξυπνάδα».)

Γιατί δεν είμαστε στο 1815 (ο Βύρωνας, ο Σέλεϋ, ο Κητς) ή στο 1915 (ο Γέητς, ο Έλιοτ, ο Ρίλκε), όταν ο ποιητικός λόγος ήταν ακόμη ηχηρός. Ο λόγος της ποίησης υστερεί σήμερα συγκριτικά με άλλους λόγους, τον λόγο της μυθιστοριογραφίας, της ιστοριογραφίας, της βιογραφίας, του δοκιμίου, της κριτικής ανάλυσης, και ιδιαίτερα στη σημερινή Ελλάδα είναι λόγος αναιμικός, εσωστρεφής, μαραζιάρης, βαρετός.

Συνοπτικά:

Θα μπορούσα να επινοήσω και να επικαλεστώ άλλους σαράντα λόγους που δεν γράφω ποίηση, αλλά σκέφτομαι ότι τελικά αρκούν οι εξής τρεις-τέσσερις:

Δεν με εκφράζει η δημόσια ποιητική κατάθεση της υπερχείλισης των αισθημάτων μου· δεν πρόκειται να διορθωθεί ο κόσμος με δικούς μου στίχους· δεν νιώθω μέσα μου δημιουργική πνοή ή φλόγα· δεν θέλω να συμβάλω σε έναν θόρυβο που, αθέλητα έστω, πνίγει τη φωνή των μεγάλων ποιητών της παράδοσης. Με κάθε ποίημα που γράφεται σήμερα, θάβεται ένα αριστουργηματικό ποίημα του κανόνα.

Και μολονότι αντιλαμβάνομαι ότι τα επιχειρήματά μου μπορούν εύκολα να ανασκευαστούν (όπως άλλωστε και τα ποιήματα ανασκευάζονται από άλλα ποιήματα, οτιδήποτε τελείται στη γλώσσα είναι ανατρέψιμο), έχω την ακράδαντη πεποίθηση ότι η γραφή της ποίησης είναι μια τόσο τελειωμένη υπόθεση που ούτε το τέλος ή το μάταιο του πράγματος να μην μπορεί πια να διεκτραγωδήσει.