Η παγίδα του Θουκυδίδη

Η παγίδα του Θουκυδίδη Ο Σι Τζινπίνγκ από τον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο.


 

 

Τον όρο «παγίδα του Θουκυδίδη» επινόησε ο Γκρέιαμ T. Άλλισον στο βιβλίο του Προορισμένοι για πόλεμο: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;[1] για να περιγράψει την ερμηνεία του μεγάλου ιστορικού για τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Με λίγα λόγια η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι όταν μια ισχυρή κυρίαρχη δύναμη αντιλαμβάνεται την άνοδο μιας άλλης που απειλεί να την επισκιάσει, μοιραίως οδηγείται σε σύγκρουση μαζί της. Τον 5ο αιώνα π.Χ. η Σπάρτη ήταν η κυρίαρχη δύναμη και η Αθήνα ήταν η ανερχόμενη. Αφορμές για την σύρραξη υπήρξαν πολλές, αλλά η αιτία ήταν αυτή.

Ο συγγραφέας κατόπιν παρομοιάζει την Κίνα με την Αθήνα και τις ΗΠΑ με την Σπάρτη και συμπεραίνει μετά από διεξοδική ανάλυση και επιχειρήματα ότι οι δύο σημερινές υπερδυνάμεις κινδυνεύουν να πιαστούν στην παγίδα του Θουκυδίδη και να οδηγηθούν σε πόλεμο.

Η ξαφνική επιδρομή του COVID-19 όξυνε τις σχέσεις μεταξύ Κίνας και Αμερικής και επανέφερε έντονα στο προσκήνιο τον παραλληλισμό με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Αξίζει, και ίσως επιβάλλεται, να μελετήσουμε αυτόν τον παραλληλισμό με βάση όχι μόνο τα περίπου γνωστά επιχειρήματα που επικαλείται ο συγγραφέας, αλλά και τις πρόσφατες εξελίξεις με τον κορωνοϊό που πραγματικά απειλούν την ανθρωπότητα και έχουν προκαλέσει βαθιά ανησυχία σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου.

Από την εποχή του « Μεγάλου Τιμονιέρη» Μάο Τσετούνγκ, υπό την ηγεσία του οποίου το Κομμουνιστικό Κίνημα οδήγησε την χώρα σε επαναστατική ανόρθωση) οι βολές της Κίνας προς τις ΗΠΑ είχαν γίνει εμφανείς και έντονες. Δεν ήταν μόνον στόχος του κομμουνιστικού καθεστώτος η Αμερική. Ήταν και στρατηγικός στόχος μιας χώρας που αναδυόταν από μια κατάσταση σατραπικής αποσύνθεσης με ανάγκη και αναζήτηση ζωτικού χώρου για τα πολλά εκατομμύρια των κατοίκων της. Η προσωνυμία «χάρτινη τίγρη» που απέδωσε ο Μάο στην Αμερική ήταν ενδεικτική αυτής της αρχικής στοχοποίησης. Αυτή η εξέλιξη ήταν το πρώτο στοιχείο της θεωρίας της Θουκυδίδειας παγίδας. Από τότε είχε αρχίσει η συζήτηση περί πολέμου Κίνας-Αμερικής.

Ακολούθησε κατόπιν το μεγάλο άνοιγμα της Δύσης προς την Κίνα με την επίσκεψη του Νίξον στο Πεκίνο το 1972. Το συμβάν αυτό είχε προκαλέσει σεισμό στις κρατούσες αντιλήψεις της εποχής. Πολλοί μίλησαν τότε για κοινό στρατηγικό αντιπερισπασμό Κίνας και Αμερικής εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η θεωρία όμως γρήγορα κατέρρευσε. Όπως αποδείχθηκε περίτρανα, η βάση της σινοαμερικανικής προσέγγισης ήταν καθαρά οικονομική. Η έμπνευση του εγχειρήματος αποδίδεται στον Χένρυ Κίσσινγκερ και σημάδεψε το έναυσμα της λεγόμενης Παγκοσμιοποίησης που άργησε λίγο να υλοποιηθεί λόγω του θανάτου του Μάο και του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ. Έτσι οι τροχοί της εμπορικής παγκοσμιοποίησης μπήκαν σε κίνηση επί Ρέηγκαν και Θάτσερ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Η εξίσωση της παγκοσμιοποίησης ήταν αρχικά πολύ απλή. Από τη μια πλευρά υπήρχαν μεγάλα αποθέματα κεφαλαίου που αναζητούσαν κερδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες. Από την άλλη υπήρχε ένα τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό που προσφερόταν έναντι όχι απλά ανταγωνιστικού, αλλά σχεδόν μηδενικού κόστους. Και βέβαια, αν και η Κίνα αποτελούσε την μεγαλύτερη δεξαμενή αυτού του δυναμικού, υπήρχαν και άλλες υπανάπτυκτες ή «αναπτυσσόμενες» χώρες (κατά την φρασεολογία εκείνης της εποχής) που καθιστούσαν την επενδυτική ευκαιρία δελεαστική, αν όχι ακατανίκητη.

Έτσι πολλές επιχειρήσεις (αρχικά σε είδη ρουχισμού και καταναλωτικών αγαθών και αργότερα σε είδη βιομηχανικού εξοπλισμού, τροφίμων, φαρμακευτικών προϊόντων, και πάσης φύσεως υπηρεσιών) απέλυσαν προσωπικό που απασχολούσαν στις χώρες τους (με σημαντική επιβάρυνση των κρατικών προϋπολογισμών λόγω μείωσης φορολογικών εσόδων και λόγω επιδομάτων ανεργίας) και μετέφεραν τις δραστηριότητές τους με διάφορους τρόπους σε χώρες του τότε λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» και ιδιαίτερα στην Κίνα.

Φυσική συνέπεια ήταν η απαρχή μιας κοινωνικής αναταραχής σε πολλές χώρες της Δύσης η οποία όμως επιβραδύνθηκε και μετριάστηκε λόγω της αφθονίας των υλικών και άλλων προϊόντων που κατέκλυσαν τις αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής. Τα προϊόντα αυτά προσφέρονταν σε πολύ χαμηλές τιμές και η διαφορά στην ποιότητα δεν ήταν αισθητή. Με την πάροδο του χρόνου όμως η ποιότητα των εξ Ανατολής προϊόντων ακολούθησε καθοδική πορεία και η υποβάθμιση, με λίγες εξαιρέσεις, έγινε προφανής.

Από την άλλη πλευρά, στην Κίνα παρατηρήθηκε μια άνευ προηγουμένου εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη. Όχι μόνο τα εργατικά εισοδήματα αυξήθηκαν θεαματικά, αλλά ταυτόχρονα άρχισε μια μαζική εξωστρεφής τακτική αποστολή Κινέζων σπουδαστών, επιστημόνων και τεχνικών στα Αμερικανικά (κυρίως) πανεπιστήμια για απόκτηση και μεταφορά στην Κίνα προηγμένης τεχνογνωσίας σε όλους τους τομείς. Πάντοτε με χειραγώγηση από την σιδηρά χείρα του καθεστώτος.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι περί τα τέλη του εικοστού αιώνα άρχισε ήδη να διαφαίνεται τάση αναστροφής της ευφορίας που είχε αρχικά δημιουργήσει η παγκοσμιοποίηση. Τα αυξημένα κέρδη του κεφαλαίου από την μεταφορά της παραγωγής στην Κίνα άρχισαν να μειώνονται σταθερά, οι τιμές των προϊόντων να αυξάνουν, οι κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις στην Δύση να γίνονται πιο αισθητές, και η ζυγαριά να κλίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ταυτόχρονα, οι ανά τον κόσμο εξελίξεις δημιούργησαν απρόβλεπτες επιπλοκές που δεν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν στην αρχική εξίσωση. Τα ελλείμματα σε πολλές οικονομίες της Δύσης (και ιδίως στις ΗΠΑ) συνέχισαν να διογκώνονται. Η Κίνα κολυμπούσε κυριολεκτικά στο χρήμα και μεταβλήθηκε σε κύριο αγοραστή αμερικανικών κρατικών ομολόγων, αλλά και ομολόγων και μετοχών Τραπεζών και γηγενών επιχειρήσεων που συνέχιζαν να παράγουν εντός της Αμερικής. Η επέκταση της Κίνας ακόμα και στην Ελλάδα έγινε αισθητή με την διείσδυση στην διοίκηση του Λιμένα στον Πειραιά. Ήταν πλέον κοινός τόπος ότι σχεδόν κάθε αγαθό έφερε την ένδειξη «made in China».

Η γεωπολιτική στάση της Κίνας άρχισε και αυτή να αποκτά νέα φυσιογνωμία. Οι εξοπλισμοί, η επεκτατική στρατηγική (κυρίως σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής), και η επιθετική αδιαλλαξία στα θέματα της Ταϊβάν και του Χονγκ Κονγκ, αλλά και στην ευρύτερη λεκάνη της Νοτιοανατολικής Ασίας έγινε πλέον προφανής και απροκάλυπτη.

Η εκλογή του Τραμπ στο προεδρικό αξίωμα στις ΗΠΑ ήταν αποτέλεσμα (και όχι αιτία) των αυξημένων τριβών μεταξύ Αμερικής και Κίνας. Η αποχώρηση από διεθνείς οργανισμούς και συνθήκες (παρ’ όλο που δεν έτυχαν γενικής αποδοχής στις ΗΠΑ) ήσαν οι πρώτες απειλητικές κινήσεις μιας κλυδωνιζόμενης υπερδύναμης που έβλεπε τον ορίζοντα να σκοτεινιάζει.

Επομένως, όλες οι προϋποθέσεις για το στήσιμο της «παγίδας του Θουκυδίδη» είχαν ήδη προηγηθεί στο διεθνές προσκήνιο. Και ξαφνικά εμφανίστηκε κι ο κορωνοϊός.

Ήταν φυσικό και αναμενόμενο ότι η πανδημία θα έδινε νέα διάσταση στην αναδυόμενη απειλητική θύελλα. Έτσι άρχισαν οι αλληλοκατηγορίες για την προέλευση του ιού. Το μέγεθος του καινοφανούς κινδύνου κατατρόμαξε την ανθρωπότητα και κλόνισε τις όποιες βάσεις εθισμού και εμπιστοσύνης είχαν οικοδομηθεί στο παρελθόν. Είναι προφανές ότι η νέα διάσταση του κορωνοϊού στην προϋπάρχουσα αλλά κλονιζόμενη ισορροπία του τρόμου θα αποτελούσε όπλο προς εκμετάλλευση από όλες τις πλευρές.

Είναι επομένως λογικό να αναρωτηθούμε αν η ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου πρόκειται να επαναληφθεί. Ας δούμε πρώτα μερικούς αριθμούς. Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται στοιχεία που προέρχονται από το CIA Factbook (ήτοι την Βίβλο Δεδομένων της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών), εκτός αυτών της παράνομης μετανάστευσης που είναι από το Ινστιτούτο της Pew Research.[2]

Η διαφορά στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ Αμερικής και Κίνας είναι σημαντική. Ο εξωτερικός δανεισμός της Αμερικής είναι επίσης σημαντικός (της Κίνας είναι άγνωστος, αν υπάρχει). Η Κίνα συνεχίζει να υπερέχει στο εξαγωγικό εμπόριο. Η Αμερική προηγείται σε δαπάνες εξοπλισμού. Οι αριθμοί για την ΕΕ, την Γερμανία και την Ελλάδα προσθέτουν επιπλέον ενδιαφέρον γιατί περιπλέκουν την εικόνα. Οι παίκτες γίνονται πολλοί. Ακόμα, η Αμερική έχει σημαντικό πρόβλημα παράνομης μετανάστευσης ‒ πολύ μεγαλύτερο εκείνου της Ευρώπης. Είναι και αυτό απόρροια της παγκοσμιοποίησης.

Για να σταθμίσουμε την κατάσταση με βάση αυτά τα δεδομένα, παρατηρούμε ότι τα δύο σημαντικά ατού της Κίνας στην αντιπαράθεση με την Αμερική, και ίσως με την Δύση γενικότερα, είναι το μέγεθος του αμερικανικού δανεισμού που έχει στα χέρια της και ο όγκος της παραγωγής αγαθών από τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οι Δυτικές κοινωνίες.

Εκ πρώτης όψεως αυτά τα δύο όπλα φαίνονται ισχυρά. Αν όμως η Κίνα αποφασίσει να τα χρησιμοποιήσει, εύκολα συνεπάγεται ότι η ίδια μάλλον θα ζημιωθεί περισσότερο από την Αμερική. Το ξεπούλημα των αμερικανικών ομολόγων θα ζημιώσει δραστικά τα αποθέματά της. Και η διάθεση της παραγωγής της στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι εφικτή, γιατί η εσωτερική αγορά της Κίνας είναι πολύ μικρή για να απορροφήσει παραγωγή τέτοιου μεγέθους. Άρα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, κατ’ αντιστροφή της ρήσης του Μεγάλου Τιμονιέρη, ίσως είναι η Κίνα σήμερα που μοιάζει με χάρτινη τίγρη.

Από την άλλη πλευρά, η Αμερική έχει να αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες στην ενδεχόμενη προσπάθειά της να αναστρέψει την πορεία της παγκοσμιοποίησης. Οι δυσκολίες είναι και εσωτερικές αλλά και διεθνείς . Οι παίκτες είναι περισσότεροι των δύο. Η οπλική υπεροχή των ΗΠΑ δεν ακυρώνει τον κίνδυνο της αμοιβαία ολοκληρωτικής καταστροφής. Άρα, ίσως και η Αμερική παραμένει μια «χάρτινη τίγρη». Και συνεπώς ίσως θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι δεν θα γλιστρήσουμε στην παγίδα του Θουκυδίδη.

Όμως υπάρχει μια «κρυφή» παράμετρος που έχουμε ως τώρα αγνοήσει. Το καθεστώς στην Κίνα είναι στυγνά ολοκληρωτικό. Παρά την πλούσια πολιτισμική της ιστορία, η Κίνα έχει ισχυρή παράδοση βίας και φρικαλεοτήτων, από την κορυφή της αυτοκρατορικής Αυλής στην «Απαγορευμένη Πόλη» μέχρι τους θυλάκους των επαρχιών της όπου τοπικοί άρχοντες κυβερνούσαν με σιδερένια γροθιά. Σήμερα, η δικτατορία του (κατ’ όνομα) κομμουνιστικού κόμματος που κυβερνά έχει όλες τις αδυναμίες αλλά και τα πλεονεκτήματα του ολοκληρωτισμού. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε την εξάπλωση του κορωνοϊού είναι ενδεικτικός της κρατούσης νοοτροπίας. Κάθε δικτατορία τείνει να ζει σε μία εικονική πραγματικότητα που καταπιέζει και αποβάλλει τις ανεπιθύμητες και άβολες πλευρές της αλήθειας.

Αυτή η παράμετρος δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αποτελεί τον «μπαλαντέρ» στο παιχνίδι του τρόμου που παίζεται σήμερα. Και προσθέτει μια νέα διάσταση στην ανάλυση του Θουκυδίδη. Η εξέλιξη της πανδημίας που πλανάται σαν απειλητική νυχτερίδα πάνω από την ανθρωπότητα θα επηρεάσει την στάση και των ΗΠΑ και της Κίνας (αν όχι και άλλων χωρών). Μάλλον ποτέ δεν θα μάθουμε ποια ήταν η αφετηρία της πανδημίας. Οι θεωρίες συνωμοσίας συνεχίζουν να διαδίδονται και να αυξάνουν την αβεβαιότητα. Αλλά ακόμα και αν επέλθει σύντομα μία ευτυχής υγειονομική λύση, οι εντάσεις ανάμεσα στην κλονιζόμενη κυρίαρχη Δύναμη των ΗΠΑ και την ανερχόμενη απειλητική Δύναμη της Κίνας δεν θα εξαλειφθούν. Ας μην ξεχνάμε και ότι στον σχετικά περιορισμένο γεωγραφικό χώρο της Κίνας διαβιώνουν 1,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι. Η αναζήτηση ευρύτερου lebensraum δεν θα σταματήσει. Και οι πιέσεις του υπερπληθυσμού και των περιβαλλοντολογικών προκλήσεων συνεχώς θα αυξάνονται.

Οπότε, τι συμπέρασμα προκύπτει; Θα πέσουμε στην «παγίδα του Θουκυδίδη» ή όχι; Η αισιόδοξη εκδοχή είναι ότι ο αποσταθεροποιητικός παράγοντας του Κινεζικού καθεστώτος δεν θα επιζήσει και άρα οι δίαυλοι της συνεννόησης θα αξιοποιηθούν. Πόσο πιθανόν είναι αυτό; Πολλοί θα υποστηρίξουν ότι και το Σοβιετικό καθεστώς φαινόταν άτρωτο μέχρι και την παραμονή της κατάρρευσής του. Όμως για την ώρα, κάτω από το «νέφος» της υπονόμευσης που προκάλεσε η επιδρομή του ιού, η «παγίδα του Θουκυδίδη» παραμένει ενεργή.

sel26


 

 

[1] Graham Allison, Destined for War: Can America and China Escape Thucydides's Trap?, Houghton Mifflin Harcourt, 2017, 389 pp.

[2] Η παράθεση των στοιχείων του πίνακα οφείλεται στον συνάδελφο και φίλο Νίκο Κονιδάρη που είναι σύμβουλος επιχειρήσεων και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Κέντρου Sloan του ΜΙΤ.