Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης: «Γωνιάζοντας» κείμενα και ιδέες

Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης: «Γωνιάζοντας» κείμενα και ιδέες Ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης στο Βελιγράδι στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αρχείο ARB.

 

 

O αδιαπραγμάτευτα ελεύθερος διανοούμενος Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης έφυγε από τη ζωή στις 11 Μαρτίου 2020. Η πολιτική κηδεία του έγινε το Σάββατο 14 Μαρτίου στο νεκροταφείο Ζωγράφου. Το ανά χείρας τεύχος είναι αφιερωμένο σ’ εκείνον και περιλαμβάνει μερικά εκλεκτά κείμενά του.

Ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1942 στα Κύργια Δράμας. Νεαρός εντάχθηκε στην Αριστερά. Την περίοδο 1963-1966 συνεργάστηκε με εφημερίδες της Δράμας, ενώ υπήρξε και προπονητής της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Μετά την επιβολή της δικτατορίας συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Για την αντιστασιακή του δράση συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο 1968, φυλακίστηκε στο Γεντί Κουλέ και καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης τον Μάιο 1969 σε 20ετή κάθειρξη. Τον Ιούνιο 1969 μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Ενώ σε σχέση με το Γεντί Κουλέ οι φυλακές Αβέρωφ ήταν «ξενοδοχείο», για τον Λεωνίδα και τους άλλους συγκρατούμενούς του ήταν κολαστήριο: «Να περνά απέξω η ζωή, να ακούς μια μαμά να φωνάζει “Κωστάκη, πρόσεχε, έλα να φας”, να ακούς τα κορναρίσματα,… κι εσύ να είσαι φυλακισμένος σε ένα κλουβί στη μέση, είναι αβάσταχτο». Τον Οκτώβριο 1969 μεταφέρθηκε στην Πτέρυγα Α΄ των φυλακών Κορυδαλλού. Οι συγκρατούμενοί του τον αποκαλούσαν «Χατζηκουλτούρα» λόγω της αγάπης του για το διάβασμα, αφού καταβρόχθιζε όποιο βιβλίο είχε στη διάθεσή του και με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτούσε τις διανοητικές του αναζητήσεις. Τότε βίωσε και μελέτησε «την ιδεολογία και την πρακτική σε συνθήκες κομμουνιστικής αντιπαράθεσης σε κλειστό χώρο». Εντάχθηκε στο ΚΚΕ εσωτ. αλλά σύντομα απογοητεύθηκε.

Την περίοδο 1975-1989 έζησε στο Βελιγράδι, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή. Υπήρξε ανταποκριτής της Αυγής (1976-1989), ενώ παράλληλα τη διετία 1987-1988 υπήρξε ανταποκριτής της Ελευθεροτυπίας και συνεργάτης του Ισπανικού Πρακτορείου Ειδήσεων. Από το 1989 που επέστρεψε στην Ελλάδα εργαζόταν στην Ελευθεροτυπία, αλλά ταξίδευε συχνά στη Γιουγκοσλαβία έως το 1995.

Ακούγοντας τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων, στάθηκε αντίθετα στο ρεύμα της εποχής, αποκαλύπτοντας τη βαρβαρότητα του καθεστώτος Μιλόσεβιτς και με θαυμαστή οξυδέρκεια περιέγραψε το διαγραφόμενο ζοφερό μέλλον της χώρας αυτής. Στα βιβλία του «Γιουγκοσλαβία. Η έκρηξη του εθνικισμού: Ο βαλκανικός και ο ευρύτερος περίγυρος» (1991), «Η δολοφονία της Γιουγκοσλαβίας (1999) και στους τόμους που επιμελήθηκε («Η επιβολή της βαρβαρότητας στη Γιουγκοσλαβία» (1999) και «Μιλόσεβιτς, ένας επιτάφιος» (2001)) είναι αποτυπωμένο το δράμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά και η τυφλότητα όσων υποστήριζαν το εγκληματικό καθεστώς της εποχής εκείνης. «Πώς είναι τώρα οι Σέρβοι;», τον ρώτησε μετά το τέλος του εμφυλίου η Μαρία. «Χωρίς δόντια και χωρίς παλτό» ήταν η πικρή απάντηση του Λεωνίδα.

sel14

Ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης. Αρχείο ARB.

Αριστερός ο οποίος –κόντρα στους περισσότερους ομοδόξους του– αγάπησε με πάθος την ελευθερία, γενναίος άνθρωπος, πολύ γρήγορα απομυθοποίησε τη δήθεν επαναστατική Ουτοπία· είδε το Κενό που επικαλείται το Κενό· απαρνήθηκε τις δογματικές «νομοτέλειες» και τους σκουριασμένους «σιδερένιους νόμους της Ιστορίας»· δεν κουράστηκε να μιλά για τη χειραγώγηση λαών που μετατρέπονται σε μάζες· δεν δίσταζε να καταγγέλλει αυτή την καταστροφική Ουτοπία  και κάθε μορφή ολοκληρωτισμού όσο ελάχιστοι έλληνες διανοούμενοι. Τα βιώματά του από την Αριστερά είναι αποτυπωμένα με το μοναδικό χιούμορ του, παρά τις προσπάθειές του να το αποφύγει, στο τελευταίο βιβλίο του «Το νεκροταφείο των ιδεών 1917-2017» (2017). «Με τους παλιούς συντρόφους σου στο ΚΚΕ, στην Αριστερά, μιλάς;», τον ρώτησε κάποτε η Μαρία. «Με ποιον να μιλήσω, είναι προτιμότερο να πάω στον Εθνικό Κήπο να μιλήσω με τις προτομές».

Συνεργαζόταν με την Athens Review of Books από το πρώτο τεύχος της. Έγραψε δοκίμια μοναδικά, κείμενα που απαιτούν μεγάλο διανοητικό θάρρος και ακμαία ηθική συνείδηση. Ο Λεωνίδας είχε βιώσει τον σοσιαλισμό. Δεν έγραφε σαν συνηθισμένος Δυτικός αναλυτής, αλλά με τον τρόπο όσων είχαν υποστεί τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», τον οποίο αποκαλούσε «υπαρκτό σταλινισμό», όσων είχαν γνωρίσει τον –διόλου ιδεαλιστικό– κομμουνιστικό Παράδεισο. Βαθιά επηρεασμένος από τη διανοητική περιπέτεια του Λέσεκ Κολακόφσκι, όχι μόνο μας γνώρισε το έργο του πολωνού φιλοσόφου, αλλά μας χάρισε και τις πιο τολμηρές αναλύσεις του λενινιστικού ολοκληρωτισμού. Τις απόψεις του θεωρούσε ότι συνόψιζε η φράση του Άνταμ Μίχνικ, ότι «ο Χίτλερ ήταν ένας χούλιγκαν στην εποχή του Σταλινισμού». Ορισμένα από αυτά τα κείμενα συγκεντρώθηκαν στον τόμο «Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του» (2013).

Τον Ιούλιο του 2015, πάλι στην αντίσταση κατά της τραγικής ασημαντότητας που κυβερνούσε τη χώρα, δημοσίευσε το κείμενό του «Το φάντασμα του ολοκληρωτισμού πάνω απ’ την Ελλάδα» (ARB, τχ. 64, διαθέσιμο στο https://bit.ly/38N2jh6). Γι’ αυτόν τον συρφετό που αναρριχήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα στους οποίους και παλαιοί γνώριμοί του, χρησιμοποιούσε την τουρκική έκφραση «γκιοζού ατς» (gözü aç = πεινασμένο μάτι). Από την εγχώρια «προοδευτική» μισαλλοδοξία ευτυχώς τον έσωζε η αναγνωρισμένη αντιδικτατορική δράση του. Για μερικές σπάνιες εξαιρέσεις έλεγε: «Αυτός κάτι καταλαβαίνει, έχει κάνει φυλακή. Οι άλλοι είναι παλιόπαιδα».

Το τελευταίο κείμενό του, για το οποίο επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις του καθώς τον είχε καταβάλει η ασθένεια, ήταν για τον Πέτερ Χάντκε: «Ο οπαδός της νεκροφιλίας και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας» (ARB, τχ. 111, Νοέμβριος 2019, διαθέσιμο στο https://bit.ly/39NsUMz). Έλεγε και ξανάλεγε ότι «ευτυχώς, τα κατάφερα να γράψω αυτό το κείμενο. Νομίζω πως είναι το τελευταίο». «Σου έχω ένα βιβλίο του Πλατόνοφ που διαβάζω τώρα. Θα σε ενθουσιάσει» του απάντησα. «Θα πας στο νοσοκομείο κι όταν επιστρέψεις το πιάνεις, το διαβάζεις και το “γωνιάζεις”». Ο Λεωνίδας όταν διάβαζε ένα βιβλίο, έλεγε: «Το τέλειωσα, αύριο θα το γωνιάσω». Με το «γωνιάζω» εννοούσε ότι βάζει σε τάξη τις σκέψεις που θέλει να γράψει, και στη συνέχεια σε μια μέρα έγραφε το δοκίμιό του χωρίς σταματημό σε κάτι κιτρινισμένες κόλλες χαρτί κομμένο από τα ρετάλια στο τυπογραφείο της Ελευθεροτυπίας ‒ συνήθειες τις φυλακής. Του πήγα δυο πακέτα Α4, αλλά ο Λεωνίδας συνέχιζε να γράφει στα εφημεριδόχαρτα. Συνήθως συναντιόμασταν στο στέκι του, ένα καφενείο στην Αλεξάνδρας, και μας έδινε τα χειρόγραφα, που από βίτσιο και αγάπη δακτυλογραφούσε η ίδια η Μαρία. Ακολουθούσε δική μου επιμέλεια, τα δουλεύαμε παράγραφο παράγραφο, φράση φράση, λέξη λέξη: τον παίδευα. Μετάνιωνα πολλές φορές που δημοσιεύαμε σε συνέχειες εκτενή δοκίμιά του, αλλά σκεφτόμουν μήπως κουραστεί ο αναγνώστης. Και το πιο δύσκολο: ο τίτλος. Το υπέροχο, και ενίοτε δηλητηριώδες, χιούμορ που είχε στην προφορική αφήγησή του ο Λεωνίδας, σαν να το έχανε όταν έπρεπε να αποτυπωθεί με τεράστια γράμματα στον τίτλο. Παρότι διαφωνούσε πάντα, καθώς τους ήθελε πιο «σοβαρούς», τελικά αποδεχόταν τους τίτλους που του πρότεινα. Αυτή τη φροντίδα την άφηνε σε μένα, που του πρότεινα δυο-τρεις τίτλους, διάλεγε τον πιο ήπιο και εν συνεχεία έβαζα τον πιο αιχμηρό και σαρκαστικό. Μαζί με τα χειρόγραφα μας έδινε και τα βιβλία, για να αντιγράψουμε από εκεί τα αποσπάσματα που θα παρέθετε σημειώνοντας τις αντίστοιχες σελίδες. Και μόνο παρατηρώντας τι υπογράμμιζε και τι σημείωνε ο Λεωνίδας, αντιλαμβανόσουν πόσο οξυδερκής και ευαίσθητος αναλυτής του ολοκληρωτισμού ήταν.

sel13

Ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης (αριστερά με το καρό πουκάμισο), κατά τη μεταγωγή των κρατουμένων για τη δίκη των «39» του ΠΑΜ και ΡΦ στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, τον Μάιο 1969. Συλλογή Καίτης Τσαρουχά-Κομψοπούλου, Αρχείο ΕΜΙΑΝ.

Όταν του έδωσα, λίγο πριν από τις γιορτές, ένα αντίτυπο του έργου του Τσβάιχ, Μια συνείδηση ενάντια στη βία, είπε πως είναι κρίμα που το ανακάλυψε τόσο αργά και σχολίασε την επισήμανση ότι ο προηγούμενος μεταφραστής (ορθόδοξος κομμουνιστής) είχε μετατρέψει την Τσεκά που έγραφε ο Τσβάιχ σε Γκεστάπο. Μου είπε πως ζήλεψε την έκδοση, την ποιότητα και τη φροντίδα της, αν και δεν είμαι εντελώς σίγουρος ότι πρόλαβε να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο. Εξέφρασε μάλιστα την επιθυμία να εκδώσουμε σε μια τέτοια έκδοση όμορφα και φροντισμένα τα άρθρα του που είναι σκόρπια στα διάφορα τεύχη της ARB, όταν αποδεσμευτούν οι λογαριασμοί μας. (Όταν λήξει αυτή η θλιβερή ιστορία θα τιμήσω την υπόσχεσή μου στον Λεωνίδα και θα αφηγηθώ την αντίδραση και τα λόγια του στο νοσοκομείο, όταν με ρώτησε και τον πληροφόρησα σχετικά με αυτό το ζήτημα).

Την τελευταία φορά που τον είδα στο σπίτι του, και μάλιστα όχι στο κρεβάτι, με δέχθηκε ευδιάθετος στο γραφείο του, στις 27 Φεβρουαρίου, μιλήσαμε για τις λεπτομέρειες, και ζήτησε να μου υπαγορεύσει ένα σχέδιο προλόγου στο μαγνητόφωνο του iPhone («και να το διαμορφώσεις όπως ξέρεις»). Με ρώτησε αν νομίζω ότι θα δεχόταν να γράψει ένα επίμετρο ο καθηγητής Περικλής Βαλλιάνος, τον οποίο δεν γνώριζε προσωπικά, αλλά για τα κείμενα του οποίου πάντα εκφραζόταν κολακευτικά: «Είναι ο μόνος πανεπιστημιακός που καταλαβαίνει, είναι ο μόνος που έχει διαβάσει –εκτός από μένα–, όλο τον Κολακόφσκι». Του απάντησα ότι είμαι βέβαιος ότι στον Βαλλιάνο θα αρέσει η ιδέα. Μου έδωσε μερικούς φακέλους με φωτογραφίες του και διάφορα άλλα υλικά. Τον ρώτησα αν έχει κι εκείνη τη φωτογραφία της μεταγωγής του από τις φυλακές στο έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης το 1969, η οποία είχε δημοσιευθεί στο εξώφυλλο της έκδοσης Δεσμώτες της Χούντας (2009) από τα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας. Δυστυχώς δεν είχε τη φωτογραφία. Του είπα ότι θα τον επισκεφθώ ξανά την Τρίτη, γιατί έπρεπε να εκδώσουμε το νέο τεύχος. Την Τρίτη, δυστυχώς, βρισκόταν πάλι στο νοσοκομείο καθώς παρουσίασε απότομη επιδείνωση η υγεία του.

Από τον Νοέμβριο πολλές φορές του μίλησα για το βιβλίο του Πλατόνοφ που είχε εκδοθεί πρόσφατα στα ελληνικά, Ευτυχισμένη Μόσχα και Εκσκαφή, και του έλεγα, «όταν μπορέσεις, θα γράψεις κριτική γι’ αυτό». Είναι από τα λίγα που δεν έτυχε να διαβάσει, όπως παλιότερα θεώρησε μεγάλη παράλειψή του που δεν είχε διαβάσει Σπέρμπερ. Σε κάποιες από τις επισκέψεις μου στο νοσοκομείο, μου ζητούσε να του μιλήσω για το βιβλίο του Πλατόνοφ γιατί του άρεσε ο σαρκασμός του, ιδιαίτερα όταν περιγράφει το ουτοπικό σχέδιο για την ανέγερση ενός «Παμπρολεταριακού Οίκου» που θα αντικαθιστούσε μια πόλη, ενώ αργότερα θα έκτιζαν ένα μεγαλύτερο προλεταριακό κοινοβιακό κτίριο για όλη τη χώρα... Το βροντερό γέλιο του Λεωνίδα, ακόμα και άρρωστου, τράνταζε το δωμάτιο, όταν από μνήμης αφηγούμουν την περιγραφή του Πλατόνοφ. Οι περιγραφές από την εκσκαφή των θεμελίων του Παμπρολεταριακού Οίκου δεν τον εντυπωσίασαν, ήξερε τις αντιλήψεις και τι σημαίνει χειραγωγημένη μάζα, τον εντυπωσίασε όμως η τόλμη του Πλατόνοφ στην περιγραφή του Κοζλόφ, ο οποίος δεν νοιαζόταν για το μέλλον του προλεταριάτου, και αντί να σκάβει με ζήλο ήταν μονίμως εξαντλημένος από τον αυνανισμό κάτω από τα σκεπάσματα όλη τη νύχτα. Για να δεχθεί την επίπληξη: «Βήχεις, αναστενάζεις, σωπαίνεις, θλίβεσαι! ‒ έτσι σκάβουν για τάφους, όχι για σπίτια». Αλλά εκείνο που τον ενθουσίασε περισσότερο από όλα ήταν φράσεις του Πλατόνοφ όπως οι παρακάτω που συνόψιζαν τέλεια απόψεις που είχε διατυπώσει γραπτά ή προφορικά ο Λεωνίδας:

«Μήπως η αλήθεια είναι απλώς ταξικός εχθρός;».

«Γαμώ την ομόφωνη ψυχή σου!».

«Αχ, μάζα, μάζα! Δύσκολο να οργανώσει κανείς από σένα τον σκελετό του κομμουνισμού! Και τι χρειάζεσαι, πια; Τέτοια πρόστυχη που είσαι; Έχεις ταλαιπωρήσει, οχιά, όλη την πρωτοπορία!».

«Ποιος υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο; Το κόμμα ή εσύ;».

Τελικά, την κριτική για το βιβλίο του Πλατόνοφ έγραψε ο Πέτρος Μαρτινίδης, την πένα και την ευαισθησία του οποίου επίσης πολύ εκτιμούσε ο Λεωνίδας ‒ βρήκε κι άλλον διανοούμενο που ήξερε καλά τι σημαίνει σταλινισμός όταν διάβασε το άρθρο του «Ο κομμουνισμός των καθαρμάτων».

Μια βδομάδα πριν από τον θάνατό του, του είπα: «Λεωνίδα, τη βρήκα! Τη φωτογραφία που έψαχνα, τη βρήκα στο ΕΜΙΑΝ». Ήταν η τελευταία φορά που άκουσα ξέπνοη τη φωνή του χωρίς να καταλάβω τι προσπαθούσε να πει.

Η Δραμινή δρυς ήταν πεσμένη. Θα θυμόμαστε όμως πάντα τη δυνατή φωνή που έλεγε παιχνιδιάρικα: «Ντα, ντα, ντα: ο Λένιν πέθανε σαν σήμερα, 21 Ιανουαρίου 1924». Άλλοτε: «Ο Στάλιν πέθανε σαν σήμερα, 5 Μαρτίου 1953, ντα, ντα, ντα».

Στις 12 Μαρτίου βρήκα στο τηλέφωνο τον Ζόραν Μούτιτς στο Βελιγράδι για να του πω τα δυσάρεστα. Τα είχε μάθει ήδη από την Ξανθή. Είναι τυχερός που τον θυμάται όρθιο να «γωνιάζει» κείμενα και ιδέες. Είμαστε τυχεροί όσοι γνωρίσαμε τον γενναίο, λιτό, οξυδερκή, μεγαλόψυχο, σπάταλο σε αισθήματα Λεωνίδα. Δεν θα το πιστέψει κανείς από όσους τον γνώρισαν καλά: τον είδα να κλαίει. Τον λόγο θα τον αφηγηθώ άλλη φορά.

Ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης έχει μεταφράσει πολλά λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα από τα σερβικά, ανάμεσα στα οποία των: Μέσα Σελίμοβιτς Ο Δερβίσης και ο Θάνατος, Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς Στόμα γεμάτο χώμα, Ντράγκοσλαβ Μιχαΐλοβιτς Όταν άνθιζαν τα κολοκύθια, Μίλοραντ Πάβιτς Το λεξικό των Χαζάρων.

Η Athens Review of Books πενθεί για την απώλειά του. Ο Λεωνίδας δεν ήταν απλώς φίλος, ήταν μέλος της οικογένειάς μας.


Δοκίμια και άρθρα του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη στην Athens Review of Books