Η ελληνική ποίηση στον καιρό του Varoufakis με τον τρόπο της Van Dyck

Η ελληνική ποίηση στον καιρό του Varoufakis με τον τρόπο της Van Dyck Τζέιμς Ένσορ, "Οι ανυπόφοροι μουσικοί", 1891, ιδιωτική συλλογή.

 

Μέτρα λιτότητας. Ανθολογία ποίησης, Εισαγωγή-ανθολόγηση-επιμέλεια Karen van Dyck, Άγρα, Αθήνα 2017, σελ. 281

 

«Τελευταία, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με ακόμα λιγότερα από τα ελάχιστα που είχαν πάντα» (σ. 19). Αυτή η αρχική πρόταση της «Εισαγωγής» στην ποιητική ανθολογία Μέτρα λιτότητας, που επιμελήθηκε η Κάρεν βαν Ντάικ, καθηγήτρια σύγχρονης ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κολούμπια στις ΗΠΑ, ανακάλεσε στη μνήμη μου τις τελευταίες φράσεις με τις οποίες ο Γιάννης Ψυχάρης ολοκλήρωσε εμφατικά το βιβλίο-λιβελογράφημα Κωστής Παλαμάς (1927), βάλλοντας κατά του τότε πολύ γνωστού έλληνα ποιητή: «Το λοιπόν κατώτερος ο Παλαμάς κι από το Σολωμό κι από το Βαλαωρίτη; Βέβαια. Μα ένας κατώτερος μπορεί να είναι και μεγάλος […]. Μεγάλος ο Παλαμάς. Απίστεφτα μεγάλος. Μα για τα Μπαλκάνια».

Τι κοινό έχουν ο Ψυχάρης και η Βαν Ντάικ; Και οι δύο τους αντικρίζουν και αποτιμούν την ελληνική λογοτεχνία από την αμέριμνη απόσταση του αλλού και με την αλαζονική υπεροψία του άλλου. To 1927 o παριζιάνος, γαλλοθρεμμένος Ψυχάρης απαξίωσε τον Παλαμά, κρίνοντάς τον ποιητή καλό για τα Βαλκάνια – θα λέγαμε την καθ’ ημάς Ανατολή, και συνεπώς κακό για την Ευρώπη. Ενενήντα χρόνια αργότερα, τo 2017, η καθηγήτρια σε Πανεπιστήμιο των ΗΠΑ Κάρεν βαν Ντάικ ρίχνει την όλο ευσπλαχνία ματιά της, με όρους πολιτισμικής ηγεμονίας και πολιτικής ορθότητας, επάνω στην άξια προσοχής σύγχρονη ποίηση του τόπου μας. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η ελληνική ποίηση γίνεται αντικείμενο διαχείρισης, ως κακή ή ως καλή, επειδή ανήκει στα μακρινά (και ακίνδυνα για τη δυτική πολιτισμική ηγεμονία) Βαλκάνια.

Η ανθολογία Μέτρα λιτότητας αποτελεί την, μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα, έκδοση ενός βιβλίου που πρωτοκυκλοφόρησε σε αγγλόγλωσση μορφή, με τον τίτλο Austerity Measures. The New Greek Poetry, τον Απρίλιο του 2016, από τον μεγάλο εκδοτικό οίκο Penguin, με τη φράση, στο εξώφυλλό του, του Yanis Varoufakis, «This deserves an international audience. Now!». Αφού λοιπόν εκείνο το βιβλίο έδρεψε τις δάφνες της διεθνούς επιτυχίας του, με ομολογουμένως αξιοσημείωτη προβολή και θετική απήχηση στον αγγλόγλωσσο Τύπο (αρκεί να δει κανείς στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης αποσπάσματα από βιβλιοκρισίες των Ρουθ Παντέλ, Τέρρυ Ήνγκετον, Γιούσεφ Κομουνυάκα, καθώς και αποσπάσματα κειμένων από τα έντυπα New Yorker, The Guardian και TLS)[1], τώρα παρουσιάζεται στην ελληνική μετάφρασή του (της εισαγωγής, των προλογικών σημειωμάτων των ενοτήτων και των εργοβιογραφικών σημειωμάτων κάθε ποιητή/ποιήτριας) από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης κάτω από τον τίτλο Μέτρα λιτότητας παρατίθεται ο εντελώς γενικός υπότιτλος «Ανθολογία ποίησης». Αλλά ποιας ποίησης; Ποιας χρονικής περιόδου; Ή ποιας ηλικιακής ομάδας; Ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει μια κάποια απάντηση στην αρχή της σύντομης «Σημείωσης για την ελληνική έκδοση» (σ. 18), πριν από την «Εισαγωγή»: «Στην πρώτη έκδοσή της η ανθολογία αυτή παρουσίαζε μια νέα ελληνική ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών».

Ο τίτλος της ανθολογίας, Μέτρα λιτότητας, προφανώς αναφερόμενος στην οικονομία, όπως και η φράση της «Εισαγωγής» ότι «η παρούσα ανθολογία […] αποτυπώνει ως αυτόπτης μάρτυρας τις σκληρές συνθήκες ζωής που επικρατούν στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια» (σ. 20) (ξανά η διαπίστωση ότι ανήκομεν εις τα Βαλκάνια), δημιουργούν την αρχική βάσιμη εντύπωση ότι, αν όχι το αποκλειστικό, το κύριο κριτήριο της ανθολόγησης των ποιημάτων είναι η καταγραφή ή η αντανάκλαση σε αυτά των κοινωνικών συνθηκών και των ψυχοσυναισθηματικών απηχήσεων της οικονομικής κρίσης.

Αλλά η εντύπωση αυτή διαψεύδεται μόλις ο στοιχειωδώς προσεκτικός αναγνώστης της ανθολογίας διατρέξει το επιλεγμένο ποιητικό υλικό και διαπιστώσει ότι μεγάλο μέρος του δεν έχει προφανή σχέση με την κρίση ή/και πρόκειται για ποιήματα γραμμένα πριν από την κρίση, δηλαδή νωρίτερα από το 2010. Πώς αιτιολογεί η ανθολόγος και επιμελήτρια αυτή την καταφανή αναντιστοιχία ανάμεσα στον τίτλο και πολλά από τα ανθολογημένα ποιήματα; Σε ό,τι αφορά τα πριν από την κρίση δημοσιευμένα ποιήματα της ανθολογίας γράφει στην «Εισαγωγή» της ότι τα περιλαμβάνει επειδή η ποίηση είναι γενικώς προφητική: «Μια σειρά από ποιήματα που εκφράζουν προφητικά τη σημερινή διάθεση και εποχή, αν και είχαν δημοσιευτεί στην τομή της νέας χιλιετίας είναι και αυτά εδώ. Η λογοτεχνία συχνά μας λέει τι πρόκειται να συμβεί, προτού η ιστορία προλάβει να ξετυλίξει το κουβάρι της» (σ. 22). Όπως και στο τέλος της «Σημείωσης στην ελληνική έκδοση», όπου γράφει: «[Η ποίηση] δεν περιορίζεται από τα πολιτικά γεγονότα, αλλά είναι η ίδια πολιτικός λόγος» (σ. 18).

Αν έχει κάποιο νόημα αυτή η αφοριστική γενίκευση είναι ότι, αποδίδοντας συλλήβδην στην ποίηση πολιτική λειτουργία, απενεργοποιεί οποιαδήποτε επενέργεια ενός μέρους της ποίησης ως πολιτικού λόγου. Ωστόσο ένα άλλο σημείο της «Εισαγωγής» επιφυλάσσει μιαν ανεπανάληπτη διανοητική ακροβασία: «Μια αρχή ισχύει για όλη την ανθολογία. Είναι τα “μέτρα” του τίτλου, που αναφέρονται όχι μόνο στις δρομολογημένες ενέργειες της πολιτείας, αλλά και στις ποιητικές στρατηγικές που υιοθετήθηκαν ως απάντηση. Τα μέτρα λιτότητας απαιτούν περικοπές εξόδων όσο και τον προσανατολισμό των περιορισμένων πόρων προς νέους δημιουργικούς στόχους. Με ποιητικούς όρους αυτό συχνά σημαίνει ρίμα και μέτρο. Παράλληλα, ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος ενυπάρχει σε πολλούς στίχους της ανθολογίας και βγαίνει στην επιφάνεια τις πιο απροσδόκητες στιγμές» (σ. 24).

Αν δεχτούμε ότι υπάρχει λογική τάξη στο παραπάνω παράθεμα, η σημασία του είναι ότι τα οικονομικά μέτρα λιτότητας ωθούν τους νέους έλληνες ποιητές και ποιήτριες να γράψουν με λιτούς εκφραστικούς τρόπους (η πενία δημιουργικούς στόχους κατεργάζεται) και σύμφωνα με τα μέτρα της αυστηρά έμμετρης ποίησης! Ο τίτλος του βιβλίου, λοιπόν, όχι μόνο είναι ανακριβής αλλά και επιλέχθηκε ως διαφημιστικό σήμα, προκειμένου η ανθολογία να συνδεθεί με τη διάχυτη τα τελευταία χρόνια, και ιδίως το 2015 (ένα περίπου χρόνο πριν εκδοθεί η αγγλόγλωσση μορφή της), ειδησεογραφία στον δυτικό Τύπο γύρω από την κορύφωση της οικονομικής κρίσης και την τότε επαπειλούμενη έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τέτοιους όρους επικοινωνιακής στρατηγικής, βεβαίως επιστρατεύεις και τον άσο της φράσης του Varoufakis στο εξώφυλλο. Αν μάλιστα κάνει κάποιος μια σύγκριση ανάμεσα στην αγγλόγλωσση και την ελληνική έκδοση θα διαπιστώσει ότι στην τελευταία απαλείφθηκαν ορισμένα σημεία της πρώτης, π.χ. φράσεις της «Εισαγωγής» όπως ότι στην Αθήνα υπάρχει «έλλειψη ηλεκτρικού και νερού σε τέτοιο σημείο που θυμίζει χώρες σε πόλεμο»!

Ο υπομονετικός αναγνώστης που θα διαβάσει την «Εισαγωγή» για να κατανοήσει τι συμβαίνει με τα Μέτρα λιτότητας, θα αντιληφθεί την παντελή έλλειψη κριτηρίων και την ασυγχώρητη προχειρότητα με τις οποίες εργάστηκε η ανθολόγος και επιμελήτρια. Ο ειδικότερος αναγνώστης που θα συνεξετάσει την «Εισαγωγή» με το κυρίως σώμα του βιβλίου, θα επαληθεύσει την αρχική υποψία του, ότι η Βαν Ντάικ εκπόνησε πολύ βιαστικά μια ανθολογία με αντικείμενο μια ποιητική παραγωγή που αγνοεί σε μεγάλο βαθμό. Ακολουθώντας το πρότυπο σύγχρονων αγγλόφωνων ανθολογιών ποίησης που κατανέμουν το υλικό τους σύμφωνα με θεματικούς κυρίως ή πολιτισμικούς άξονες, η Βαν Ντάικ γράφει στην «Εισαγωγή» της ότι «μια διαίρεση με βάση τις διαφορετικές οδούς που ακολουθεί η ποίηση φάνηκε να έχει περισσότερο νόημα» (σ. 22) – εννοείται σε σύγκριση με την κατάταξη των ποιητών και ποιητριών σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των επωνύμων τους ή τις χρονολογίες έκδοσης βιβλίων τους. Σωστά, αλλά ποιες είναι εντέλει οι «διαφορετικές οδοί», ποια είναι τα κριτήρια επιλογής και κατάταξης; Διαβάζουμε σε άλλο σημείο της «Εισαγωγής»: «Αν και τα κριτήρια επιλογής είναι βασικά η γλώσσα (ελληνικά), η ηλικία (κάτω των πενήντα) και η ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης (η τελευταία δεκαετία), υπάρχουν εξαιρέσεις» (σ. 21). Από τη θεώρηση του ανθολογημένου υλικού, όμως, διαπιστώνεται ότι και αυτά τα κριτήρια ουσιαστικά δεν ισχύουν, καθώς οι εξαιρέσεις είναι τόσες και τέτοιες που γίνονται ο κανόνας (της απροσδιοριστίας): περιλαμβάνονται και ποιήματα που δεν είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, και κείμενα ποιητών που είναι άνω των πενήντα, και ποιήματα δημοσιευμένα πριν από την τελευταία δεκαετία.

Εντέλει, τα κριτήρια της κατανομής του ποιητικού υλικού και της ομαδοποίησης των επιλεγμένων ποιητών και ποιητριών είναι οι κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργούν και οι επιλογές που αυτοί και αυτές κάνουν εντός του λογοτεχνικού πεδίου. Συγκεκριμένα, ανθολογούνται 29 ποιητές και 20 ποιήτριες, εν συνόλω 49. Αυτοί λοιπόν οι ποιητές και ποιήτριες χωρίζονται σε έξι ενότητες που τιτλοφορούνται και προσδιορίζονται με “επεξηγηματικούς” υπότιτλους ως εξής: «Παράδοση και προσωπικό ταλέντο. Ποιητές σε λογοτεχνικά περιοδικά» (7 ποιητές/ποιήτριες), «Μύθος και φάρμακο. DIY [Do-It-Yourself] και ποιητές μικρών εκδοτικών οίκων» (7), «Άδικη τιμωρία. Διαδικτυακοί ποιητές» (7), «Αφήγηση. Ποιητές σε περφόρμανς» (7), «Εκτός Αθήνας. Βιβλιοπωλεία, καφενεία και ποιητές στην επαρχία» (10), «Border zones. Ποιητές ανάμεσα σε πολιτισμούς και γλώσσες» (11).

Αρκούν και μόνο οι τίτλοι των ενοτήτων για να αντιληφθούμε την ετερογένεια των κριτηρίων κατανομής. Αν, όμως, διαβάσουμε και τα σύντομα εισαγωγικά σημειώματα κάθε ενότητας και εξετάσουμε ποιοι ποιητές και ποιες ποιήτριες εντάσσονται στις ενότητες διαπιστώνουμε την απόλυτη αυθαιρεσία και σύγχυση. Π.χ. στην πρώτη ενότητα, «Παράδοση και προσωπικό ταλέντο. Ποιητές σε λογοτεχνικά περιοδικά», περιλαμβάνονται οι Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δημήτρης Αθηνάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Γιάννης Στίγκας, Γιάννης Δούκας, Δούκας Καπάνταης και Δήμητρα Κωτούλα, με το εξής κριτήριο: «Η δημοσίευσή τους στα δύο περιοδικά [Ποίηση (1993-2007) και Ποιητική (2008 και εξής)] είναι ο βασικός κοινός παρονομαστής των ποιητών της ενότητας· το άλλο κοινό τους είναι ότι έχουν διακριθεί για το έργο τους» (σ. 29). Αλλά στην Ποίηση και την Ποιητική έχουν δημοσιεύσει ποιήματά τους και πολλοί άλλοι ποιητές και ποιήτριες της ανθολογίας. Και γιατί η δημοσίευση στα συγκεκριμένα περιοδικά αποτελεί κριτήριο επιλογής; Και γιατί, άραγε, ο Δούκας Καπάνταης, που έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, «έχει διακριθεί για το έργο του» περισσότερο από τη Φοίβη Γιαννίση (δεύτερη ενότητα), που έχει εκδώσει έξι ποιητικά βιβλία, ή τον Βασίλη Αμανατίδη (πέμπτη ενότητα) που έχει εκδώσει επτά; Στη δεύτερη ενότητα κατατάσσονται οι «Αθηναίοι, κατά κύριο λόγο, ποιητές [των οποίων] η αισθητική είναι DIY [Do-It-Yourself]: εκδίδονται μόνοι τους [ή] τείνουν προς μικρούς εκλεκτούς εκδότες» (σ. 73), ενώ στην πέμπτη ενότητα εντάσσονται οι «εκτός Αθήνας» ποιητές. Η παραπάνω διάκριση γίνεται ενώ οι «εκτός Αθήνας» εκδίδουν τα περισσότερα βιβλία τους στην Αθήνα και δημοσιεύουν κατά κύριο λόγο σε αθηναϊκά και σε διαδικτυακά περιοδικά. Η ίδια η Βαν Ντάικ στην «Εισαγωγή» της αναγνωρίζει ως βασική και αναπόδραστη την παγκοσμιοποιημένη σήμερα πολιτισμική συνθήκη του Διαδικτύου, μέσα στην οποία ζουν, γράφουν και δημοσιεύουν όλοι οι νέοι ποιητές και ποιήτριες (βλ. στις σ. 20-21 της «Εισαγωγής»)· συνάμα, όμως, τους χωρίζει σε ενότητες που παραγνωρίζουν αυτή τη συνθήκη. Τα παραπάνω στοιχεία δεν δείχνουν μόνο έλλειψη μεθόδου, αλλά προσκρούουν στην κοινή λογική.

Ο τρόπος με τον οποίο η Βαν Ντάικ διαχειρίστηκε το υλικό της μόνο ανορθολογικός μπορεί να χαρακτηριστεί, και από τα πάμπολλα παραδείγματα που καταδεικνύουν αυτό τον ανορθολογισμό εδώ δεν μπορώ παρά να αναφέρω ένα μόνο ακόμα. Τα περιλαμβανόμενα στην ανθολογία κείμενα που δεν είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα είναι γραμμένα κατά βάση στην τουρκική από έναν… Τουρκοκύπριο, τον Μεχμέτ Γιασίν. Ο Γιασίν, λοιπόν, ανθολογείται ως «ένας από τους πιο αναγνωρισμένους διεθνώς ποιητές της Κύπρου» (σ. 257) με τρία ποιήματα από τα οποία τα δύο πρώτα είναι γραμμένα στην τουρκική γλώσσα, περιέχοντας ελάχιστες ελληνικά γραμμένες λέξεις και μερικές αγγλικές φράσεις (βλ. σ. 258-259)[2]. Αυτά τα δύο ποιήματα δημοσιεύονται στα Μέτρα λιτότητας στη γλώσσα του πρωτοτύπου, που η συντριπτική πλειονότητα των ελληνόγλωσσων αναγνωστών δεν γνωρίζει, ως μέρος της New Greek Poetry! Κι αυτό επιλέγεται από την Βαν Ντάικ, ενώ στα Μέτρα λιτότητας δεν ανθολογείται ούτε ένας νέος ελληνοκύπριος ποιητής ή ποιήτρια από όσους κι όσες ζουν, γράφουν και δημοσιεύουν στην Κύπρο (η κυπριακής καταγωγής ανθολογημένη ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου [σ. 99-102] ζει και εκδίδει τα βιβλία της στην Αθήνα)!

Τα κριτήρια της ανθολόγου, όμως, δεν είναι μόνον αδιαφανή και αμέθοδα (κατ’ ουσίαν ανορθολογικά), καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επίσης κατά τρόπο πρόδηλο μεροληπτικά. Ο ποιητής Στάθης Γουργουρής, που περιλαμβάνεται στην τελευταία ενότητα, «Border zones. Ποιητές ανάμεσα σε πολιτισμούς και γλώσσες», είναι μεγαλύτερος από 50 ετών (γεννήθηκε το 1958) και τα τέσσερα ποιητικά βιβλία του δημοσιεύτηκαν πριν από την κρίση (από το 1985 μέχρι το 2005). Συμβαίνει, όμως, να είναι φιλόλογος νεοελληνιστής, συνάδελφος της Βαν Ντάικ στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπως εξάλλου αναφέρεται στο εργοβιογραφικό σημείωμά του (σ. 253).

Η Βαν Ντάικ, όπως κάθε ανθολόγος λογοτεχνικών κειμένων, είχε το δικαίωμα να επιλέξει τους ποιητές και τις ποιήτριες που περιέλαβε στην ανθολογία της και γι’ αυτό δεν έχει νόημα να την ψέξει κάποιος επειδή δεν επέλεξε ορισμένους άλλους ποιητές και ποιήτριες. Αλλά η παρουσία ορισμένων και η απουσία άλλων αφήνει τη βάσιμη υπόνοια ότι η απουσία οφείλεται στην άγνοια. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι η Βαν Ντάικ περιλαμβάνει απόσπασμα από το ένα και μοναδικό ποίημα «Παραλογή» (σ. 180-181) του πεζογράφου Δημοσθένη Παπαμάρκου, επειδή περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων του Γκιακ (2014), την ίδια στιγμή που από την ανθολογία της απουσιάζουν ποιήματα του πολυγράφου και αναγνωρισμένου ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη (γεννήθηκε το 1970); Η Βαν Ντάικ προφανώς αγνοεί όχι μόνο τον Τριαρίδη αλλά και αρκετούς άλλους ποιητές και ποιήτριες. Εξάλλου τα Μέτρα λιτότητας μένουν αδιασταύρωτα με το υλικό αρκετών άλλων πρόσφατων ανθολογιών νέων ελλήνων ποιητών, ανθολογιών που ούτε καν αναφέρονται. Στη βάση επιλογών όπως οι παραπάνω, παύει να είναι παράδοξο ότι ανθολογείται επίσης το σύντομο αφήγημα «Password» (σ. 196) του διηγηματογράφου Γιάννη Παλαβού, από τη συλλογή του Αστείο (2012), επειδή «μερικά από τα σύντομα, περιγραφικά αφηγήματά του είναι τόσο μικρά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζά ποιήματα» (σ. 195).

 Αλλά η άγνοια της Βαν Ντάικ δεν αφορά μόνο την περιοχή που ασαφώς η ίδια ονομάζει «New Greek Poetry», εννοώντας εντέλει τη γραμμένη από λιγότερο ή περισσότερο νέους ποίηση που δημοσιεύτηκε τα τελευταία δέκα ή είκοσι χρόνια. Δυστυχώς ασυγχώρητη, για μια καθηγήτρια της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, άγνοια προδίδουν και εκείνα τα λιγοστά σημεία της «Εισαγωγής» της όπου η Βαν Ντάικ επιχειρεί να εντάξει την ανθολογημένη από την ίδια ποιητική παραγωγή μέσα στην ευρύτερη ιστορία της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Π.χ. η κατηγορηματική διαπίστωση ότι «από την εποχή της Δικτατορίας, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, όταν ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη πρωτοεμφανίστηκαν, είχαμε να δούμε τέτοια αφθονία ποίησης, με τόσα σχέδια για το μέλλον» (σ. 19-20) δεν υποστηρίζεται από υλικό τεκμηρίωσης και είναι αυταπόδεικτα εσφαλμένη για όποιον μελετά σοβαρά τη σύγχρονη ελληνική ποίηση (το ότι η Ρουκ εξέδωσε το πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα το 1963 είναι για την Βαν Ντάικ πολύ ψιλά γράμματα).

Το ίδιο εσφαλμένη είναι η παρακάτω διαπίστωση της «Εισαγωγής»: «Τίποτα εδώ [στη New Greek Poetry] δεν είναι ό,τι θα περίμενε κανείς, ακόμα και σε σχέση με την ελληνική ποίηση του πρόσφατου παρελθόντος. Ελάχιστα τα αγάλματα, ελάχιστοι και οι μύθοι· τουλάχιστον με την κλασική έννοια. Απουσιάζουν τόσο ο πατριωτισμός και το έντονο φως που μας λούζει όσο και οι αναφορές στη θάλασσα όπως τη γνωρίζουμε από τους δύο νομπελίστες έλληνες ποιητές» (σ. 20). Η προϋπόθεση για να γράψεις τις παραπάνω φράσεις είναι να αγνοείς το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής ελληνικής ποίησης, όπως επίσης και της λογοτεχνικής και της φιλολογικής κριτικής που πλαισίωσαν τη μελέτη της.

Αλλά η μελανότερη πλευρά της ανθολογίας Μέτρα λιτότητας είναι η συμπαράθεση κι εντέλει ο συμφυρμός αρκετών αξιόλογων ποιημάτων με ό,τι ονομάζουμε πολιτισμικά κείμενα. Η πλειονότητα αυτής της τελευταίας κατηγορίας κειμένων εντοπίζεται στα ανθολογημένα της ενότητας «Άδικη τιμωρία. Διαδικτυακοί ποιητές». Σε πολλά από τα κείμενα αυτής της ενότητας, η «αισθητική της επηρεασμένης από την ποπ κουλτούρα “ταχυποίηση[ς]”, μεταπλάθοντας τη γλώσσα των εφημερίδων, των περιοδικών και της διαφήμισης σε ποιήματα αντικουλτούρας» (σ. 111) παράγει πολιτισμικά κείμενα ενδιαφέροντα από ορισμένες σκοπιές θεώρησης, αλλά όχι ποιήματα άξια να περιληφθούν σε ανθολογία. Π.χ. το κείμενο του Jazra Khaleed, «Ρεφρέν» («Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, / γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι. / Λαθραίος μένω όσα κι αν λεν οι αριστεροί· / όμορφα περνά το βράδυ, / τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.», σ. 121) επαληθεύει την ικανότητα κατασκευής ομοιοκαταληξιών, εκφράζει τη μαχητική ιδεολογική θέση του, αλλά δεν είναι ποίημα. Είναι κείμενο επιλέξιμο σε μια ανθολογία ποίησης, όταν έχεις κάνει την ακαδημαϊκή-πολιτική επιλογή να ανήκεις, όπως η Βαν Ντάικ, σε ό,τι ο Χάρολντ Μπλουμ ονόμασε στον Δυτικό Κανόνα του (1994) «Σχολή της μνησικακίας».

Ο Μπλουμ στο μνημειώδες βιβλίο του αντιπαρατίθεται σφοδρά σε ό,τι ονομάζει ειρωνικά και απαξιωτικά «Σχολή της μνησικακίας», εννοώντας τις πολλές και ποικίλες εκφάνσεις της πολιτισμικής κριτικής. Η σχεδόν καθολική υπερίσχυσή της στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο της δεκαετίας του 1990 έκανε τον Μπλουμ να αισθάνεται ότι είναι ο τελευταίος των Μοϊκανών στην ανάγνωση των έργων του δυτικού λογοτεχνικού κανόνα και ένας από τους λίγους υποστηρικτές της λογοτεχνικής κριτικής τους. Αν σε κάποια σημεία του βιβλίου του οι επιθέσεις του Μπλουμ εναντίον της πολιτισμικής κριτικής φαίνονται υπερβολικές, πρέπει να αναλογιστούμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον της κατάθεσης ψυχής ενός ανθρώπου που προασπίζεται το βασικό πιστεύω της πνευματικής ζωής του, το πιστεύω ότι διαβάζει κανείς τη λογοτεχνία χάρη στην αισθητική αξία των κειμένων της, την αισθητική συγκίνηση της ανάγνωσής τους και τον εσωτερικό διάλογο που αναπτύσσει με τον εαυτό του και όχι για να προωθήσει κάποιο πρόγραμμα ηθικής ή ιδεολογικής εξυγίανσης των δυτικών κοινωνιών. Η προάσπιση και η προβολή της υψηλής λογοτεχνικής αξίας της ποίησης, της ελληνικής και της ξένης, της σύγχρονης και της παλαιότερης, και η επιλογή τής διά βίου συστηματικής ανάγνωσης και μελέτης της, μας βοηθούν να ορθώσουμε ένα ισχυρό ανάχωμα στην τόσο αποθαρρυντική εξωλογοτεχνική πραγματικότητά μας, στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, πολύ περισσότερο από το να ανθολογούμε ποιήματα μιας λογοτεχνικής περιοχής που γνωρίζουμε ανεπαρκώς και στη βάση αμιγώς μη αισθητικών κριτηρίων.

Όλοι οι αφοσιωμένοι αναγνώστες της υψηλής λογοτεχνίας συναντιόμαστε νοερά ή φαντασιακά σε ό,τι επικαλείται ο Μπλουμ ως τη δική του αλήθεια: «Η αισθητική κριτική μάς επαναφέρει στην αυτονομία της δημιουργικής λογοτεχνίας και στην πρωτοκαθεδρία της μοναχικής ψυχής, του αναγνώστη, όχι ως κοινωνικής υποκειμενικότητας, αλλά ως βαθύτερου εαυτού, ως απόλυτης εσωτερικότητας».[3] Η άλλη επιλογή, εκείνη της «Σχολής της μνησικακίας», είναι να συγκαλύπτεις την αίσθηση της πολιτισμικής ηγεμονίας σου, όπως κάνει η Βαν Ντάικ, πίσω από την πολιτική ορθότητά σου: το καταδεκτικό και ελεήμον βλέμμα της ανθολόγου στράφηκε στην αξιολύπητη Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης για να διαπιστώσει ότι, ευτυχώς, οι υλικές απώλειες αποφέρουν και παράπλευρα πνευματικά κέρδη, καθώς «η ποιητική παραγωγή αψηφά όχι μόνο την οικονομική κρίση, αλλά και τη διαίρεση των ανθρώπων σε έθνη, κοινωνικές τάξεις και φύλα» (σ. 19).

Από την ανάγνωση των Μέτρων λιτότητας γίνεται φανερό όχι μόνο ότι η ανθολόγος εντάσσεται στη «Σχολή της μνησικακίας», αλλά και ότι η αντίληψη της Βαν Ντάικ τόσο για τη New Greek Poetry όσο και για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι εκείνη που σχηματίστηκε μέσω του συνδεδεμένου στο Διαδίκτυο υπολογιστή του γραφείου της, επειδή αφιέρωσε στην Ελλάδα τον χρόνο των καλοκαιρινών διακοπών της (στο τέλος της «Εισαγωγής» διαβάζουμε: «Σύρος, Αύγουστος 2015» [σ. 27]) και επειδή συζήτησε με μερικούς έλληνες φίλους της (βλ. στις «Ευχαριστίες», σ. 269). Με την ανθολογία της Βαν Ντάικ ένα μέρος της σύγχρονης ελληνικής ποίησης υπερβαίνει τα περιορισμένα γλωσσικά σύνορά της για λόγους άσχετους με τη λογοτεχνία και με σχεδόν παραμορφωμένο τρόπο.


 

 

[1] Για τον επικοινωνιακό ντόρο που προκλήθηκε στον ελληνικό και τον αγγλόγλωσσο Τύπο ύστερα από την έκδοση της αγγλόγλωσσης μορφής, βλ. το editorial της Athens Review of Books, «Metra gia tsarouchia (ή όταν η κρίση πουλάει)», τχ. 75, Ιούλιος-Αύγουστος 2016.

[2] Επίσης στην ανθολογία περιλαμβάνεται το «SMS» του Στάθη Μπαρούτσου, γραμμένο σε greeklish (σ. 133), αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί γραμμένο σε άλλη γλώσσα.

[3] Χάρολντ Μπλουμ, Ο δυτικός κανόνας. Τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών, μετάφραση Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Αρμάος, Gutenberg, Αθήνα 2007, σ. 42.

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK