Μιλόσεβιτς - Κάρατζιτς - Μλάντιτς. Πού χάθηκαν ο Θεός και οι Έλληνες;

Μιλόσεβιτς - Κάρατζιτς - Μλάντιτς. Πού χάθηκαν ο Θεός και οι Έλληνες; Ο Αντώνης Μήτκος και ο στρατηγός Μλάντιτς με ελληνικό φέσι, την Πρωτοχρονιά 1996.

 

 

Ο στρατηγός Μλάντιτς που καταδικάστηκε πρόσφατα σε ισόβια για γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι ο κορυφαίος υπεύθυνος για τερατώδη εγκλήματα με τον οποίο κλείνει και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για την Γιουγκοσλαβία.

Για να γίνει κατανοητή όλη αυτή περιπέτεια πρέπει να την εντάξουμε στην ιστορική και πολιτική της ακολουθία. Η ιστορία αυτή αρχίζει το 1987, με την 8η σύνοδο της Ένωσης Κομμουνιστών Σερβίας (ΕΚΣ) στην οποία ο πρόεδρός της, Μιλόσεβιτς, αξιοποιώντας το οξυγόνο του εθνικισμού, προσπάθησε να επιβληθεί στον χώρο της Γιουγκοσλαβίας, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τους Σέρβους της Κράινας στην Κροατία και το Κόσοβο ως εύφλεκτο υλικό. Η κομμουνιστική ιδεολογία σε μια μέρα αντικαταστάθηκε από τον εθνικισμό, ενώ ο χωρίς πολιτικά δικαιώματα λαός αγκάλιασε τον νέο ηγέτη και απελευθερωτή.

Η μονοκομματική και προσωπική εξουσία του Μιλόσεβιτς υποκίνησε, το 1988-89, μεγάλες διαδηλώσεις στη Σερβία με τη συμμετοχή εκατομμυρίων, ανέτρεψε τις κομματικές εξουσίες στο Μαυροβούνιο και στη Βοϊβοντίνα, άλλαξε το Σύνταγμα στο Κόσοβο, εξασφαλίζοντας 4 από τις 8 ψήφους στην Ομοσπονδία και έχοντας τη συναίνεση ή την ανοχή του στρατού. Αλλά στη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία, η σερβική ομογενοποίηση που επιτεύχθηκε στο όνομα του έθνους, έχοντας αιματηρό ιστορικό παρελθόν, προκάλεσε παρόμοιες διαδικασίες στην Κροατία, στη Σλοβενία, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στο Κόσοβο και αλλού.

Όταν τον Ιούλιο του 1991 άρχισε ο τεχνητός πόλεμος στη Σλοβενία για την «υπεράσπιση» των συνόρων της Γιουγκοσλαβίας, η επιχείρηση διάλυσης της χώρας είχε αρχίσει. Λίγες μέρες αργότερα ο στρατός εγκαταλείπει τη Σλοβενία και μετακινείται στην Κράινα της Κροατίας όπου υπήρχε σερβική μειονότητα. Τον ρόλο του υπερασπιστή των Σέρβων αναλαμβάνει ο Ράτκο Μλάντιτς, καταλαμβάνοντας ως το τέλος του 1991 το 28ο/ο της Κροατίας. Μετά απ’ αυτό το επίτευγμα κατακτά τον βαθμό του στρατηγού, πετάει το πεντάκτινο αστέρι των παρτιζάνων και τοποθετεί την κονκάρδα των σέρβων εθνικιστών. Για να μην ξεχνιόμαστε: την πολεμική ισχύ, την πρωτοβουλία και τον «σχεδιασμό» την είχε η ομάδα του Μιλόσεβιτς, ενώ η προπαγάνδα μιλούσε για το περίφημο «μουσουλμανικό τόξο» και οι Σέρβοι παρουσιάζονταν ως θύματα.

Στη συνέχεια μετακινείται στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη για να «προστατεύσει» τους Σέρβους και να εξασφαλίσει εδάφη. Ο Μλάντιτς, κληρονομώντας το στρατιωτικό υλικό του γιουγκοσλαβικού στρατού, καταλαμβάνει από τον Απρίλιο του 1992 ως το τέλος της ίδιας χρονιάς το 70ο/ο των εδαφών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Η μεγαλύτερη πολιορκία στη σύγχρονη ιστορία άρχισε στο Σεράγεβο στις 6 Απριλίου 1992 και έληξε τον Αύγουστο του 1995 με 12.000 νεκρούς, κυρίως αμάχους, ενώ οι κάτοικοι στερούνταν ηλεκτρισμού, θέρμανσης και νερού. Η φωνή του Μλάντιτς ακούγεται καθαρά: «Να τους τρελάνουμε, εκεί δεν υπάρχουν Σέρβοι», φώναζε διατάζοντας τον βομβαρδισμό της συνοικίας Ποφάλιτσα, ο στρατηγός.

Στην επιχείρηση κατοχής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης είχε, απ’ την αρχή, τη βοήθεια παραστρατιωτικών ομάδων, όπως του εγκληματία Αρκάν, που εξοπλίζονταν από τον σερβικό, τέως γιουγκοσλαβικό, στρατό. Η ωμή βία, η βαρβαρότητα που παραμένει ατιμώρητη ενισχύει το έγκλημα, αλλά πάντα απαιτείται και κάποια ιδεολογική κάλυψη. Αυτή βρέθηκε στο όνομα του έθνους, της θρησκείας και της ιστορίας, που όλα καταλήγουν στην υπεράσπιση των σερβικών πληθυσμών. Εδώ επινοήθηκε η ιδιοφυής στρατηγική ότι οι Σέρβοι βρίσκονταν πάντα σε άμυνα. Ήταν τέτοια η «επιτυχία» και η εύκολη αφομοίωσή της από τις μάζες που προκαλούσε την ειρωνεία: «Μα τι πάθαμε επιτέλους, μια φορά στα τρία χρόνια του πολέμου οι Σέρβοι δεν πυροβόλησαν ούτε μια φορά πρώτοι», παρατηρούσε ο δημοσιογράφος του περιοδικού Vreme στο Βελιγράδι Πέταρ Λούκοβιτς. Τέτοια στρατηγική κατάκτησης εδαφών αμυνόμενοι δεν την φανταζόταν ούτε ο Κλαούζεβιτς.

Η στρατιωτική υπεροπλία, η προετοιμασία, ο αιφνιδιασμός και ο αμοραλισμός επέτρεψαν την κατάληψη και την εκκαθάριση των μη Σέρβων κατοίκων σε πολλές πόλεις της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, με βιασμούς και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όλα αυτά υπό τις εντολές του Μλάντιτς και με την συναίνεση και «πνευματική» καθοδήγηση του Κάρατζιτς και όπως ήδη αναφέραμε τον αρχικό στρατηγικό σχεδιασμό του Μιλόσεβιτς. Πόλεις όπως το Πριέντορ, η Μπάνια Λούκα, το Ζβόρνικ, η Μπιέλινα, η Φότσα, η Βλασένιτσα και το Τρέμπινιε αιματοκυλίστηκαν. Στο Βίσεγραντ, όπου και το γεφύρι του Δρίνου με το ομώνυμο βιβλίο του νομπελίστα Ίβο Άντριτς, έγιναν χιλιάδες βιασμοί και ανηλίκων κοριτσιών, ενώ το φράγμα του ποταμού είχε γεμίσει πτώματα.

Η ατιμωρησία ενισχύει την παρανοϊκή συμπεριφορά που τελικά επισφραγίστηκε με τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα στις 11-15 Ιουλίου 1995. Τότε ο Μλάντιτς μπροστά σε τηλεοπτικές κάμερες έκανε άρση βαρών και μοίραζε σοκολάτες υπογραμμίζοντας ότι απελευθέρωσε τη σερβική κωμόπολη, μετά από αιώνες, από τους Τούρκους! Τις επόμενες μέρες πάνω από 8.300 μουσουλμάνοι δολοφονήθηκαν μόνο και μόνο γιατί δεν ήταν Σέρβοι. Αυτή η γενοκτονία ξεχείλισε το ποτήρι, και με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφασίστηκε ο επιλεκτικός βομβαρδισμός θέσεων του στρατού των Σερβοβόσνιων, η λήξη της πολιορκίας του Σεράγεβου και η επιβολή της συμφωνίας του Ντέιτον στις 21 Νοεμβρίου του 1995. Η συμφωνία απλώς τερμάτισε τον πόλεμο, δεν έφερε τη συμφιλίωση, ενώ με το μοίρασμα 51% υπέρ της Κροατο-Μουσουλμανικής Ομοσπονδίας και 49% των Σερβοβόσνιων σε ένα κοινό κράτος δημιούργησε ένα μη λειτουργικό και γραφειοκρατικό μόρφωμα.

Οι συλλήψεις και η παραπομπή στο δικαστήριο της Χάγης άργησαν πολλά χρόνια, αφού έπρεπε να επιλυθεί και το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου, όπου ο Μιλόσεβιτς είχε επιβάλει αστυνομικό καθεστώς ενώ οι Αλβανοί διαμόρφωναν τις δικές τους παράλληλες κρατικές δομές. Μετά την αποτυχία όλων των συνομιλιών και διεθνών μεσολαβήσεων, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, χωρίς έγκριση του ΟΗΕ, στις 24 Μαρτίου 1999, ανέλαβαν επιλεκτικούς βομβαρδισμούς, στρατιωτικών και πολιτικών στόχων στη Σερβία, που είχαν ως αποτέλεσμα γύρω στους 1.000 νεκρούς και τη συνθηκολόγηση του Μιλόσεβιτς, με την αποχώρηση του σερβικού στρατού από το Κόσοβο.

Λίγο αργότερα άρχισαν οι συλλήψεις των πολιτικών και στρατιωτικών υπευθύνων και η παραπομπή τους στη Χάγη. Ο Μιλόσεβιτς παραδόθηκε από την κυβέρνηση Τζίντζιτς τον Απρίλιο του 2001, ενώ ο τελευταίος δολοφονήθηκε από τις Μονάδες Ειδικών Επιχειρήσεων τον Μάρτιο του 2003. Ο Μιλόσεβιτς πέθανε το 2006 στη Χάγη «υπερασπιζόμενος» μόνος τον εαυτό του, με ένα κατηγορητήριο 1.300.000 σελίδων και έχοντας το θράσος να ειρωνεύεται τους μάρτυρες κατηγορίας. Ο Κάρατζιτς συνελήφθη τον Ιούνιο του 2008 στο Βελιγράδι, ενώ ο Μλάντιτς τον Μάιο του 2011 στο χωριό Λαζάρεβο στη Βοϊβοντίνα.

Όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές της ανθρωποσφαγής, αυτού του πρωτοφανούς εγκλήματος τη δεκαετία του ’90 στην καρδιά της Ευρώπης, που αποφάσιζαν για εκτελέσεις αθώων, που δεν υπολόγιζαν κανένα δίκαιο και συμπεριφέρονταν σαν αυτοκράτορες-τιμωροί, μπροστά στη δικαιοσύνη εμφανίζονταν να αγνοούν τα πάντα. Τώρα πια υπερασπίζονταν τα δίκαια του σερβικού έθνους, επικαλούνταν συνωμοσίες απ’ το ιστορικό παρελθόν, ενώ δεν γνώριζαν τίποτε για τις προσωπικές τους ευθύνες.

Η ατιμωρησία τούς είχε θολώσει τον νου ενώ όλο το εθνικιστικό μεθύσι που είχε αφομοιώσει τις ανώνυμες μάζες καθιστούσε και τους ίδιους απρόσωπους και ανεύθυνους, σ’ ένα κλειστό κύκλο όπου το σκοτάδι δεν άφηνε να μπει φως. Μέσα σ’ αυτόν τον κλειστό κύκλο παράγονται οι θεωρίες συνωμοσίας, δικαιολογούνται όλα τα εγκλήματα, ενώ όταν πρέπει να εμφανιστούν στη δικαιοσύνη θεωρούν ότι όλοι είναι εναντίον των Σέρβων, κι αυτοί είναι οι μόνοι σωστοί και οι αιώνια αδικημένοι. Πίσω από την κάλυψη του έθνους, της θρησκείας και της ιστορίας δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη. Ο Μλάντιτς ήταν ένα ανθρωπάκι που διέταζε δολοφονίες όχι με ευθύνη του ανύπαρκτου προσώπου του, αλλά με την κάλυψη του έθνους. Ο Μλάντιτς εμφάνιζε το πρόσωπό του μόνο απέναντι στα ανυπεράσπιστα θύματά του. Αυτός και οι όμοιοί του δεν έβλεπαν ανθρώπους, πολίτες, κάτι δημιουργικό στον κόσμο, αλλά μόνο μάζες, εξουσία, ανευθυνότητα και ατιμωρησία.

Λογικά δεν πρέπει να υπάρχει πολιτισμένος άνθρωπος στον σύγχρονο κόσμο που να μην καταδικάζει τα εγκλήματα εναντίον αμάχων, ανεξάρτητα από την προσπάθεια ιδεολογικής κάλυψής τους, στο όνομα του έθνους, της θρησκείας ή της ιστορίας. Ούτε βέβαια τα εγκλήματα της μιας πλευράς μπορούν να καλύπτονται ή να εξαφανίζονται από τα εγκλήματα των Κροατών, των Μουσουλμάνων ή των Αλβανών. Όλα τα εγκλήματα είναι καταδικαστέα. Εδώ τίθεται το τραγικό ερώτημα, γιατί οι έλληνες πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαμορφωτές της κοινής γνώμης και κάποιοι «φιλόσοφοι», θαύμαζαν, υποστήριζαν με φανατισμό παρόμοιους εγκληματίες και εμφανίζονταν ως γελοίοι θαυμαστές άξεστων ανθρώπων που είχαν το ψέμα και το έγκλημα στο αίμα τους;

Γιατί προσπαθούσαν να ταυτίσουν την ιδεολογική κάλυψη των Σέρβων, με τη θρησκεία, το έθνος και την ιστορία, με τη δική τους φαντασίωση, ότι οι Σέρβοι αγωνίζονταν εναντίον του ιμπεριαλισμού, ενώ εκείνοι πολύ απλά βασάνιζαν, βίαζαν και σκότωναν φτωχούς γείτονες μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν Σέρβοι; Φτάσαμε στη φαιδρότητα ο Μλάντιτς όπως και ο Κάρατζιτς να διαδηλώνουν το θαυμασμό τους στους Έλληνες, γιατί «μόνο ο Θεός και οι Έλληνες είναι μαζί μας». Αλλά ενώ ο Θεός ποτέ δεν εκφράστηκε, οι Έλληνες ξεπερνούσαν σε υμνολογία κάθε προσδοκία. Πόσοι έλληνες δημοσιογράφοι δεν έπαιρναν συνεντεύξεις από εγκληματίες, πόσοι βουλευτές, απ’ όλες τις πλευρές, δεν κινητοποιήθηκαν για να αποτρέψουν την παραπομπή των Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μλάντιτς στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης. Εδώ δεν ξεχώριζαν δεξιοί και αριστεροί, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων όλοι είχαν μετατραπεί σε ανώνυμη μάζα.

Αν ο Μλάντιτς είναι ένας απεχθής εγκληματίας, πού ανήκουν οι έλληνες θαυμαστές του; Πού φτάσαμε; Να μην μπορούμε να κρίνουμε ως πολίτες αλλά να δρούμε ως άκριτη ανώνυμη μάζα; Αλλά ποιο είναι το μέλλον μιας χώρας που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα εγκλήματα από την γελοία προσπάθεια του θύτη να τα αποδώσει στην υπεράσπιση του έθνους, της θρησκείας ή της ιστορίας; Η ελληνική στάση οπωσδήποτε προκαλεί αποστροφή, έχοντας βέβαια και την ιδιαιτερότητα της «αριστεράς» που επικαλείται τη μάχη κατά του ιμπεριαλισμού και την υπεράσπιση του …σοσιαλισμού.

Τελικά τι έμεινε απ’ όλες τις διακηρύξεις των Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μλάντιτς και τα φρικτά εγκλήματά τους; Οδηγήθηκαν όλοι στα κελιά της Χάγης για να συντονίσουν τη δράση τους για τη Μεγάλη Σερβία, ενώ άφησαν πίσω τους μια μικρότερη Σερβία, χωρίς το Κόσοβο, μια κατεστραμμένη οικονομία και εγκλήματα που θα βαραίνουν τις επόμενες γενιές των Σέρβων.

Ούτε οι Σέρβοι ούτε οι Έλληνες κατάλαβαν το απλό μήνυμα που άφησε ο Σέρβος Μίλαν Μπάμπιτς, πρόεδρος της Κράινας, όταν καταδικάστηκε στη Χάγη σε 13 χρόνια φυλάκιση για εγκλήματα πολέμου.

«Εμφανίζομαι μπροστά σ’ αυτό το δικαστήριο με βαθιά αίσθηση ντροπής και μεταμέλειας. Επέτρεψα στον εαυτό μου να συμμετάσχω στη χειρότερου είδους δίωξη, εναντίον ανθρώπων μόνο γιατί γεννήθηκαν Κροάτες και όχι Σέρβοι. Παρακαλώ τα αδέλφια μου Κροάτες να συγχωρέσουν τα αδέλφια τους Σέρβους.»

Ο Μίλαν Μπάμπιτς αυτοκτόνησε στο κελί του στις 5 Μαρτίου 2006.

Για να επιστρέψουμε στον σύγχρονο Μεσαίωνα, αλλά με υψηλή τεχνολογία, ο Σέρβος Πατριάρχης Ειρηναίος δήλωσε για την καταδίκη του Μλάντιτς ότι «η απόφαση αυτή είναι έργο διαβόλου». Ο μεσαίωνας με πολλές μορφές κυριαρχεί, η αυτογνωσία λείπει, ο διαφωτισμός αναζητείται.

 

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK