Ἡ νεοφοβία εἶναι γνώρισμα χαρακτηριστικόν, καθὼς λέγει ἕνας Ἰταλὸς ψυχολόγος, τῶν παιδίων, τῶν ἀγρίων, τῶν ἀπαιδεύτων, πάντων τῶν περιορισμένων καὶ εὐτελῶν πνευμάτων. Διὰ τοῦτο οἱ νεόφοβοι ἀποφεύγουν εἰς τὰ ἔργα τῆς τέχνης τὴν πρωτοτυπίαν καὶ τὴν ἰσχυρὰν ἰδιορρυθμίαν, ὡς ὁ διάβολος τὸ λιβάνι.
Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν ἄλλο φαινόμενον, ἀνάλογον κάπως πρὸς τὴν νεοφοβίαν· καὶ θὰ τὸ ἀποκαλέσω αὐτὸ ἀληθειοφοβίαν· δὲν μοῦ φαίνεται νὰ εἶναι αὐτὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῶν πνευμάτων τῶν εὐρέως ἀντιλαμβανομένων τὰ πράγματα, τῶν ἐχόντων ἀνδρικὸν τὸ ἦθος, καὶ φωτεινὴν τὴν διάνοιαν.
Οἱ τρέμοντες τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὴν παρρησίαν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν. Σᾶς παρατηροῦν αὐτὸ ποὺ λέγετε εἶναι σωστόν, ἀλλά… δὲν πρέπει νὰ τὸ λέγετε.
Δὲν ἠμποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἐννοήσουν, νὰ παραδεχθοῦν, νὰ ἀγαπήσουν τὴν ἀλήθειαν, ὡς τὸν ἱερότατον τῶν σκοπῶν. Τὴν ἀνέχονται μόνον, ὁσάκις συνεισφέρει καὶ αὐτή, μὲ τὸν ὄγκον της καὶ μὲ τὴν ἐπιβολήν της ὡς τὸ ἄριστον τῶν μέσων, εἰς τὸ νὰ ἐξαίρεται μία ἄλλη πλάνη, νὰ θεραπεύεται ἓν συμφέρον ἀπώτερον. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια διὰ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν πλήττῃ διὰ νὰ θεραπεύσῃ, ὅσον καὶ ἂν στιγματίζῃ διὰ νὰ ἐξαγνίσῃ, εἶναι δι’ αὐτοὺς ὁ ἐπικινδυνωδέστατος ἐχθρός.
Δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη· ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν Ἀγριόπαπιαν τοῦ Ἴψεν, τὸ ἀριστούργημα τὸ ὑγραῖνον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν αἰσθανομένων τὰς ὑψηλὰς πνευματικὰς συγκινήσεις, εἶδαν μὲ ποίαν συναρπάζουσαν τέχνην ὁ ποιητὴς συνηγορεῖ ἐκεῖ καὶ διὰ τὸ ψεῦδος ἀκόμη, ἀναγκαῖον κακὸν κάποτε, σεβάσμιον, ἂν θέλετε.
Ἀλλ’ ὁ ἴδιος Ἴψεν ἔγραψε τὸν Ἐχθρὸν τοῦ Λαοῦ, περιφανῆ ἀπολογίαν τῆς ἀπολύτου ἀληθείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ μόνῃ, παντοῦ καὶ πάντοτε, ἔγκειται ἡ σωτηρία. Ἂν ὑπάρχουν ζωτικὰ ψεύδη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια ἀπονεκρώνουσα, παρὰ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτῆς ἀποκαλύπτονται ἔνοχοι καὶ πταῖσται.
Καὶ ὅμως ἡ ἀλήθεια νομίζει κανεὶς ὅτι ἐπενεργεῖ ἐπὶ πολλῶν ὡς κεφαλὴ Μεδούσης. Ἕνας βουλευτὴς ἀνεβαίνει μίαν φορὰν εἰς τὸ βῆμα καὶ μεγαλοφωνεῖ: Δὲν εἶμεθα διὰ πόλεμον· δὲν ἔχομεν στρατόν· ὁ στρατός μας εἶναι ἀγέλη.
Ἕκαστος ἐκ τῶν ἀκουόντων τρέφει τὴν συνείδησιν ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶπε μίαν ἀναμφισβήτητον, μίαν παλαιὰν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὅλοι παραδεχόμεθα καὶ ἀναμασῶμεν καὶ ἐλεεινολογοῦμεν εἰς τὲς κουβέντες μας. Δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ τελέσωμεν ἓν βῆμα γενναιότερον, νὰ τὴν φωνάξωμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀνεχώμεθα σιωπηλῶς τὸ κακόν, νὰ ἀρχίσωμεν κατ’ αὐτοῦ τὸν φοβερὸν ἀγῶνα τοῦ ξεφορτώματος καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς, πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνουν μὲ μυστικὰ κρυφοψιθυρίσματα, ἀλλὰ μὲ παταγώδη πελέκεων κτυπήματα.
Τί ἔγινεν ὁ βουλευτὴς[1] ὁ μεγαλοφωνήσας τὴν ἀλήθειαν; Ἐπῃνέθη διὰ τὴν παρρησίαν του; ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς εὐτολμοτέρας ἀκόμη ὁμολογίας; Τίποτε. Ἐκίνησε τὴν ἱερὰν φρίκην τοῦ κόσμου· κατηγγέλθη ὡς προδότης, ἐβρίσθη, ἐμισήθη, κατεφρονήθη. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς ἀπέμεινεν ἀγέλη καί… εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ξαναλέγωμεν.
Ἕνας ἄλλος, δικαστικὸς αὐτός, κατέφυγεν εἰς τὴν δημοσιότητα διὰ νὰ ἐκθέσῃ μὲ ὅλον τὸ κῦρος ποὺ τοῦ παρέχει τὸ ἀξίωμά του τὰ χάλια τῆς Δικαιοσύνης· καὶ τὰ εἶπεν ἓν πρὸς ἓν ὅλα, μὲ παραδείγματα, μὲ ἀνέκδοτα, μὲ γεγονότα, καὶ κατέδειξεν ὅλας τὰς ἀθλιότητας καὶ κατήγγειλεν ὅλα τὰ ἄσχημα τῆς Δικαιοσύνης αὐτῆς.
Ὅλοι, καὶ περισσότερον καὶ ἁρμοδιώτερον ἀπὸ ὅλους, οἱ συνάδελφοι τοῦ δικαστικοῦ γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶπε πράγματα σωστά, ἀναντίρρητα, φῶς φανερά. Καὶ ὅμως πόσοι δὲν τὸν κακίζουν τὸν εἰλικρινῆ καταγγελέα, μὲ ἀξιώματα γελοῖα καὶ δόγματα ἀνόητα, ὡς τὸ ἑξῆς:
«Αὐτὰ εἶναι ἀληθινά· ἀλλ’ αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· διότι ὑποσκάπτουν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης».
Βρὲ ἀδελφέ, ποῖον γόητρον; Ὑπάρχει γόητρον διὰ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ὅλος ὁ κόσμος χωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀνομολογεῖ τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν φαυλότητα, ἀλλὰ συμφωνεῖ ὅμως διὰ νὰ τοῦ κάμνῃ τεμενάδες ἐπισήμους καὶ κατὰ σύμβασιν, διότι ἔτσι τὸ θέλει ἡ δύναμις τῆς ἐθιμοτυπίας καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀληθείας; Δὲν ὑπάρχει πλέον γόητρον διὰ τοιούτου εἴδους ὑποκείμενα, ἀλλὰ μόνον φάρμακα ἔντονα καὶ δραστήρια, μὲ κραυγάς, μὲ διαμαρτυρήσεις, μὲ ἐμπτυσμούς, μὲ μαστιγώσεις. Ἡ χρῆσις τοῦ λεγομένου κώδωνος τοῦ κινδύνου ἔχει τὸν τόπον της πολὺ περισσότερον ἐδῶ.
Κάποιος ἄλλος, δημοσιογράφος αὐτός, παρέχει εἰς ἐφημερίδα τῆς ἀλλοδαπῆς, εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς εὐρυτάτης δημοσιότητος συνοπτικήν, ἀλλ’ ἀκριβῆ καὶ ἔμψυχον εἰκόνα τῆς μαύρης μας καταστάσεως. Συνεκέντρωσε συνθετικώτατα εἰς τὴν εἰκόνα αὐτὴν ὅσα καθ’ ἑκάστην διαμείβομεν εἰς τὴν δημοσιότητα μεταξύ μας πρὸς ἰδίαν γνῶσιν καὶ τέρψιν.
Νομίζω ὅτι μία ἀπὸ τὰς μεγίστας ἐκδουλεύσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προσφέρῃ ὁ τύπος εἰς τὴν πατρίδα του, εἶναι ἡ εὔτολμος ἀνομολογία καὶ ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πατρίδος ταύτης, ὄχι μόνον τῶν ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κακιῶν, αἱ ὁποῖαι διακρίνουν αὐτήν. Τότε δείχνομεν ὅτι οἱ ἄριστοι ἐξ ἡμῶν ἔχουν τὴν συναίσθησιν τοῦ κακοῦ, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο δὲν τὸ κρύπτουν ἀπὸ κανένα· πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φανερώνει πὼς τὸ κακὸν δὲν εἶναι ἀθεράπευτον. Τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ἔβλαψε τόσον ἀπέναντι τῶν ξένων, τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ὑπεβίβασεν εἰς τὴν ὑπόληψίν των ὅσον ἡ πεποίθησις ὅτι θέλομεν νὰ φαινώμεθα ἄλλοι ἢ ὅτι πράγματι εἴμεθα, ὅσον ἡ ἰδέα ὅτι ζητοῦμεν νὰ τοὺς παραπείσωμεν καὶ νὰ τοὺς ἀπατήσωμεν.
Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν ὅτι ὁ δημοσιογράφος εἶπε τὴν ἀλήθειαν, τὸν καταγγέλλουν ὅμως διότι τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τὴν εἶπε γαλλικὰ ἢ γερμανικὰ ἢ ρωσσικά, καὶ ὄχι ἑλληνικά!
Ἡ ἀποτέφρωσις τοῦ μεγάρου τοῦ Μελᾶ δὲν ἔδειξε μόνον ὅτι στερούμεθα ἐντελῶς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο χειρότερον ἀκόμη: ὅτι τὰ ὄργανα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐμπιστεύεται τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ τὴν φρούρησιν τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, τὰ ὄργανα αὐτὰ ἀσεβοῦσι πρώτιστα πάντων κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας.
Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ζώνην τῆς καιομένης οἰκίας στρατιῶται καὶ ἀστυφύλακες δὲν κατώρθωσαν νὰ παρακωλύσουν ἀπὸ τοῦ νὰ κάμνουν πτερὰ καὶ νὰ γίνουν ἄφαντα τὴν ἐπαύριον ὅλα σχεδὸν τὰ μετὰ σπουδῆς μετακομιζόμενα ἀντικείμενα καὶ ἔπιπλα τῶν ἐνοίκων, ἀπὸ τῶν διαμαντικῶν τοῦ δικηγόρου κ. Βερενίκη μέχρι τῶν ἐγγράφων τοῦ μηχανικοῦ κ. Βουγιουκλάκη. Ἀλλ’ ἐφρόντιζον ὅμως ἐπιμελῶς νὰ ἀποδιώξουν τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ κοντακιές, ἀγωνιζομένους νὰ σώσουν κανένα πρᾶγμα των, ἢ νὰ τοὺς ἁρπάζουν ἀπὸ τὰ χέρια των τὰ πράγματά των, διὰ νὰ μὴ τὰ ξανάβρουν.
Τώρα κοπιάστε νὰ τὰ γράψετε αὐτὰ παστρικώτερα καὶ χωρὶς περιφράσεις· θὰ ὑποστῆτε τὴν ἔφοδον τῶν ἀληθειοφόβων· καὶ τὸ αἰώνιον γόητρον δὲν ἠξεύρω τίνος ἐξουσίας καὶ τίνος πολιτείας θὰ προβάλῃ καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν διὰ νὰ σᾶς ἀποστομώσῃ.
Ἴσως παρατηρήσῃ κανεὶς εἰς τ’ ἀνωτέρω: Ἀλλ’ εἶναι τόσον εὔκολος ἡ εὕρεσις τῆς ἀληθείας διὰ νὰ ἀφοσιωθῇ κανεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της; Ὄχι βέβαια. Τί ἐστὶν ἀλήθεια; ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν ὁ Πιλάτος, καὶ ἀκόμη περιμένομεν τὴν ἀπάντησιν, εἶπε κάποιος. Ἀλλ’ ἂν εἶναι δυσεξιχνίαστος ἡ ἀλήθεια, ὑπάρχει ἀντ’ αὐτῆς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάθε εὐσυνείδητος ἄνθρωπος πιστεύει ὡς ἀλήθειαν· ὑπάρχει ἡ εἰλικρίνεια· καὶ φθάνει ἡ λατρεία τῆς εἰλικρίνειας διὰ νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τοῦ κόσμου. Τίποτε καταστρεπτικώτερον ἀπὸ τὴν ἀληθειοφοβίαν.
Κ. Παλ.
Ἐφ. Ἀκρόπολις Ἑσπερινὴ, 16 Αὐγ. 1897.
[1] Ἐννοεῖ τὸν βουλευτὴ Ἰωάννη Μεσσηνέζη ὁ ὁποῖος ἀποκάλεσε τὴν ἐπιστράτευση τοῦ λεγομένου Εἰρηνοπολέμου (1885-86) «ἔνοπλον ἐπαιτείαν» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τόμ. 8, σ. 22).

