1.
Ένα βραβείο για τον ελληνισμό
Ο Καβάφης, όπως και ο Μπρεχτ, χώριζε τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: εκείνους που λέγουν ναι, και εκείνους που λέγουν όχι. Κατ’ επέκταση, αν εξειδικευθεί το πράγμα στον κόσμο των γραμμάτων, μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους συγγραφέων: όσους αποδέχονται τα βραβεία, και όσους αντιθέτως τα αποποιούνται. Η πρώτη ομάδα είναι ασφαλώς πολυπληθέστερη: οι λογοτέχνες είναι εξόχως φιλάρεσκοι και ματαιόδοξοι άνθρωποι, διψούν πάντοτε για αναγνώριση και τιμές. Στον καιρό μας, άλλωστε, απονέμονται πια τόσο πολλά βραβεία, από χίλιους δυο μεγάλους ή μικρούς, λιγότερο ή περισσότερο φημισμένους φορείς, ώστε καθένας που αφιερώνει λίγο χρόνο στη γραφή μπορεί να ευελπιστεί πως θα κερδίσει κάτι. Όπως και να είναι, οι περισσότεροι συγγραφείς φαίνεται να έχουν κατά νουν την αρχή: «μην αρνείστε ποτέ κάποιο βραβείο· δεν ξέρετε αν θα σας ξαναδώσουν άλλο».
Από την άλλη πλευρά, ο κατάλογος των αντιρρησιών βράβευσης (αν επιτρέπεται να ονομαστούν έτσι οι αρνητές τέτοιων διακρίσεων) περιλαμβάνει ονόματα πολύκροτα και κοσμοξάκουστα. Ο Σαρτρ έμεινε διαβόητος όταν απέρριψε το Νόμπελ Λογοτεχνίας – ενώ ο καημένος ο Παστερνάκ είχε αναγκαστεί να το αποκηρύξει σχεδόν με το πιστόλι στον σβέρκο. Ο Τζων Λε Καρρέ, σε όλη του τη σταδιοδρομία, δεν αναγνώριζε την αξία των λογοτεχνικών βραβείων και επέμενε να μην περιλαμβάνεται το όνομά του στις λίστες των υποψηφίων για το Booker. Ο Ζωρζ Μπρασσένς, όταν προσκλήθηκε κάποτε να βραβευτεί από την περιώνυμη Γαλλική Ακαδημία για τους στίχους του, αποκρίθηκε: «Μα αυτό το κτίριο το φυλάνε απ’ έξω στρατιώτες. Τι δουλειά έχω εγώ εκεί μέσα;». Στα καθ’ ημάς, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τάραξε κάποτε την επιφάνεια της νεοελληνικής διανόησης, όταν αρνήθηκε το κρατικό Βραβείο Γραμμάτων, αμφισβητώντας συνολικά τη σκοπιμότητα του θεσμού. Καμιά φορά, οπωσδήποτε, είναι χρήσιμο να προσέχει κανείς τι λογής διακρίσεις τού προσφέρονται. Ο Μπόρχες έκανε το λάθος να δεχτεί τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα από τα χέρια του δικτάτορα Πινοτσέτ, και έτσι έχασε οριστικά την πιθανότητα να τιμηθεί με το Νόμπελ.

Η Ήντιθ Χωλ περιεργάζεται προσωπεία για ρόλους αρχαίας τραγωδίας, στο βεστιάριο του Εθνικού Θεάτρου της Μεγάλης Βρετανίας.
Για τους αρχαίους Έλληνες, βέβαια, τέτοια αποποίηση τιμών θα ήταν ολότελα ακατανόητη. Η δημόσια παρουσίαση των έργων της ποίησης, στον αρχαίο κόσμο, πραγματοποιούνταν πάντοτε στο πλαίσιο διαγωνισμού, και καθένας από τους ποιητές που έπαιρναν μέρος φιλοδοξούσε με πάθος να αποσπάσει το βραβείο. Κανείς δεν θα συμμεριζόταν, εκείνον τον καιρό, την ιδέα ότι αξίζει η συμμετοχή και μόνο στον αγώνα, καθ’ εαυτήν, ως αξιέπαινη προσπάθεια. Ούτε θα επικροτούσαν οι αρχαίοι την τόσο διαδεδομένη σύγχρονη συνήθεια του λεγόμενου «βραχέος καταλόγου», που θα φαινόταν στα μάτια τους σαν βλακώδης παρηγοριά ή σαν προσβλητική συγκατάβαση. Μόνο το ίδιο το βραβείο είχε σημασία, και όποιος το κέρδιζε δοξαζόταν ώς τα ουράνια, ενώ οι χαμένοι ανταγωνιστές του έφευγαν ταπεινωμένοι. Είναι αδύνατον να φανταστούμε, λόγου χάρη, τον Ευριπίδη ή τον Αριστοφάνη να παρουσιάζονται στο Θέατρο του Διονύσου και να αρνούνται τον στέφανο του νικητή στα Μεγάλα Διονύσια, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ομοίως, κανείς δεν θα διανοούνταν να πιέσει τον Αισχύλο να μην αποδεχθεί τιμές και πλούτη από τον Ιέρωνα των Συρακουσών – όπως εκβιάστηκε επί μακρόν ο Ίαν ΜακΓιούαν από τον τάχα προοδευτικό τύπο να μην παραλάβει το Βραβείο της Ιερουσαλήμ.
Στον μικρόκοσμο της νεοελληνικής πνευματικής ζωής τριγυρίζουν εξίσου παθιασμένοι (αν και ίσως λιγότερο ταλαντούχοι) δημιουργοί, οι οποίοι θα έκαναν τα πάντα για να βραβευθούν. Υπάρχει πανεπιστημιακός καθηγητής που δημοσίευσε το ίδιο βιβλίο τρεις φορές, σε τρεις διαφορετικές γλώσσες, προκειμένου να κερδίσει επιτέλους, με άφθονο συγγραφικό ιδρώτα, το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Οι νύχτες των μεγάλων μαχαιριών, βέβαια, διαδραματίζονται κατεξοχήν στις περιπτώσεις των επάθλων που είναι προορισμένα για την πρωτότυπη ποίηση και για τη μετάφραση έργων της αρχαίας γραμματείας. Σε αυτές τις λίαν ανταγωνιστικές κατηγορίες κυκλοφορούν αρκετοί πρώην υποψήφιοι που εισέπραξαν και φέρουν εμφανείς μαχαιριές· ενώ όσοι γλίτωσαν το μαχαίρωμα και κατέκτησαν το τιμημένο τρόπαιο, το σηκώνουν ψηλά με αγαλλίαση μεγαλύτερη από εκείνην του αρχιποδοσφαιριστή που κρατεί το νικητήριο κύπελλο.
Πάντως, για να μιλήσουμε σοβαρά: ανάμεσα στην πληθώρα των τιμητικών διακρίσεων ποικίλης εγκυρότητας, που απασχολούν κάθε τόσο τον δημοσιογραφικό μας κόσμο ή το κουβεντολόι στα καφενεία των διανοουμένων, ξεχωρίζει ένας αληθινά σπουδαίος θεσμός, ο οποίος δεν έχει λάβει έως τώρα, στον τόπο μας τουλάχιστον, τη δημοσιότητα που θα του άξιζε. Πρόκειται για βραβείο το οποίο απονέμεται ανελλιπώς εδώ και τρεις δεκαετίες (από το 1996) και λειτουργεί ολότελα αυτόνομα, χάρη στην πρωτοβουλία και την προσωπική συνεισφορά λίγων ταγμένων ανθρώπων (συμπατριωτών μας και ξένων φιλελλήνων), χωρίς καμία εξάρτηση από το ελληνικό κράτος ή άλλον δημόσιο φορέα, είτε της χώρας μας είτε του εξωτερικού. Ξεκίνησε με την ονομασία The London Hellenic Prize, καθώς οι εμπνευστές και οι κύριοι υποστηρικτές του ήταν Έλληνες επιχειρηματίες και εφοπλιστές που δρούσαν στο Λονδίνο. Τώρα όμως ονομάζεται The International Hellenic Prize, ώστε να τονιστεί κατεξοχήν η διεθνής απήχηση των τιμώμενων έργων και η παγκόσμια ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, την οποία έχει στόχο να προβάλει ο θεσμός. Συχνά-πυκνά έχουν γίνει αναφορές στο βραβείο αυτό από τον εγχώριο τύπο, επ’ ευκαιρία της απονομής του στο ένα ή στο άλλο σημαντικό βιβλίο. Όμως οι Έλληνες αναγνώστες ίσως δεν έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως τη σημασία της πρωτοβουλίας, το τιτάνιο εύρος της και το κύρος που απολαμβάνει μεταξύ των ελληνιστών μελετητών και επιστημόνων στο εξωτερικό.
Το «Βραβείο του Παγκόσμιου Ελληνισμού», όπως θα ήθελα να το ονοματίσω, υλοποιείται και λειτουργεί εδώ και τριάντα χρόνια χάρη στη γενναιοδωρία εύπορων Ελλήνων μαικήνων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται με επιχειρήσεις κυρίως στη Βρετανία, αν και μερικοί έχουν επίσης ιδρύσει κοινωφελείς οργανισμούς στην Ελλάδα. Είναι άνθρωποι καμωμένοι από το υλικό των μεγάλων ευεργετών του Γένους, σαν εκείνους που αξιώθηκε, κατά περιόδους τουλάχιστον, η φυλή μας από την Ελληνική Επανάσταση και μετά. Πού και πού ανευρίσκονται μεταξύ των αρωγών του και πλούσιοι ξένοι φιλέλληνες, ακόμη και επιφανή μέλη της βρετανικής αριστοκρατίας. Το βραβείο απονέμεται σε έργα δημοσιευμένα στην αγγλική γλώσσα, τα οποία αφορούν τον ελληνικό πολιτισμό σε οποιαδήποτε φάση της μακράς πορείας του, από την αρχαιότητα ώς την εποχή μας. Ήταν προγραμματική επιλογή των ιδρυτών να αγκαλιάζουν οι υποψηφιότητες ολόκληρο το εύρος της ιστορικής εξέλιξης του ελληνισμού μέσα στον χρόνο. Αυτός ακριβώς είναι ο βασικός στόχος του βραβείου: να αναδειχθεί συνολικά η συνέχεια και η ενότητα του ελληνικού πνεύματος διά των αιώνων, μέσα από τις πολυποίκιλες μεταμορφώσεις του στο πέρασμα του καιρού, χωρίς διακρίσεις υπέρ ή εναντίον ορισμένης χρονικής φάσης. Πολλά από τα βραβευμένα έργα έχουν να κάνουν βεβαίως με την αρχαιότητα, την πιο γνωστή και καταξιωμένη όψη του ελληνισμού για την παγκόσμια συνείδηση. Υπάρχουν όμως και αρκετά που αναφέρονται στη νεότερη Ελλάδα ή στο Βυζάντιο – τουλάχιστον στις αμιγώς ελληνογενείς και ελληνοπρεπείς πλευρές της μεγάλης μεσαιωνικής αυτοκρατορίας, που ούτε οι πιο ένθερμοι οπαδοί της πολυπολιτισμικότητας δεν θα τολμούσαν να τις αρνηθούν.
Από άποψη θεματική, επίσης, καλύπτονται όλες οι εκφάνσεις του ελληνικού πολιτισμού, με την πιο πλατιά και συγκεντρωτική έννοια του όρου. Κατά καιρούς έχουν βραβευτεί μελέτες αφιερωμένες στη λογοτεχνία, την ιστορία, την αρχαιολογία, την ανθρωπολογία, τις καλές τέχνες, την αρχιτεκτονική, την ιστορία της επιστήμης, την κοινωνία και την πολιτική. Γίνονται δεκτά ακόμη πρωτότυπα λογοτεχνικά έργα, ποιήματα ή μυθιστορήματα, που εμπνέονται από την Ελλάδα ή διαδραματίζονται στο περιβάλλον της. Αν υπάρχει κάποιος νέος Λώρενς Ντάρελ ή Τζων Φόουλς, ένας διάδοχος του Ρόμπερτ Γκρέηβς ή του Βαλέριο Μάσσιμο Μανφρέντι, ένας καινούργιος Τόνι Χάρρισον ή Πήτερ Λήβαϊ, ο οποίος ετοιμάζει μεγάλη ποιητική σύνθεση ή μυθοπλασία με ελληνικά θέματα, είναι λίαν ευπρόσδεκτος να υποβάλει τα γραπτά του. Κάθε χρόνο αγγλόφωνοι εκδότες από όλον τον κόσμο (όχι μόνο από τη Βρετανία, την Αμερική ή την Αυστραλία, αλλά πλέον από τις τέσσερις γωνιές της οικουμένης) στέλνουν εκατοντάδες σχετικά έργα στα κεντρικά γραφεία του οργανισμού του βραβείου, στο Λονδίνο, για να διαγωνιστούν.
Το βαρύ έργο της αξιολόγησης και εκλογής ανάμεσα στην πληθώρα των υποψηφιοτήτων το επωμίζεται μια μικρή και ευέλικτη επιτροπή από έγκριτους ειδικούς, που είναι καταξιωμένοι πανεπιστημιακοί ή άνθρωποι των γραμμάτων, με διεθνή εμβέλεια και φήμη. Αυτοί αναλαμβάνουν να κοσκινίσουν τον σωρό των βιβλίων, να ξεδιαλέξουν τα καλύτερα έργα, να συντάξουν τον βραχύ κατάλογο των υποψηφιοτήτων, και εντέλει να ανακηρύξουν τον νικητή. Σταθερά και μακρόβια μέλη της επιτροπής είναι δύο από τους κορυφαίους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου: ο Ρόμπιν Λέην Φοξ, περίφημος για τα συγγράμματά του γύρω από τον Μέγα Αλέξανδρο, και ο Πωλ Κάρτλετζ, ίσως ο κραταιότερος γνώστης της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου του ελληνισμού. Τη θέση του προέδρου της επιτροπής κατέχει ο Νικ Λόου, καθηγητής των αρχαίων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ο οποίος, παρά το κάπως περιορισμένο επιστημονικό έργο του, είναι άνθρωπος ευφυέστατος και μανιώδης αναγνώστης. Συμμετέχει επίσης η ποιήτρια και μυθιστοριογράφος Ελίζαμπεθ Σπέλλερ, που γνωρίζει καλά τόσο την αρχαία όσο και τη νέα Ελλάδα και αντλεί έμπνευση από την ελληνική παράδοση.
Είναι έθιμο να συμπληρώνεται η επιτροπή από έναν επιφανή Έλληνα πανεπιστημιακό· κατά καιρούς έχουν επιτελέσει αυτό το καθήκον εκλεκτές προσωπικότητες της νεοελληνικής πνευματικής ζωής. Συντονιστής των εργασιών της επιτροπής και γενικός διαχειριστής είναι ο Μιχάλης Μόσχος, ένας από τους θεμελιωτές του βραβείου. Επιτυχημένος εφοπλιστής και άνθρωπος με πλατιά μόρφωση, με σπουδές συγκριτικής φιλολογίας και διδακτική θητεία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο Μόσχος είναι εδώ και πολύ καιρό ο στυλοβάτης της θαυμαστής αυτής πρωτοβουλίας, ο οργανωτής που φροντίζει για κάθε λεπτομέρεια και εγγυάται τη λειτουργία του συνόλου. Αν η επιτροπή των ειδικών, με το επίμοχθο αναγνωστικό και κριτικό έργο της, είναι ο νους του βραβείου, ο Μιχάλης Μόσχος είναι αναμφίβολα η ψυχή του.
2.
Η Ήντιθ Χωλ και το νόημα της ζωής
Στο πέρασμα των ετών έχουν τιμηθεί με το «Βραβείο του Παγκόσμιου Ελληνισμού» μερικά από τα λαμπρότερα και οξυδερκέστερα συγγράμματα ιστορίας και φιλολογίας που γράφτηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες: η Ιστορία της Αθήνας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους του Κρίστιαν Χάμπιχτ· η μονογραφία του Έντμουντ Κήλυ για τους Αγγλοαμερικανούς λογοτέχνες στην Ελλάδα του ’30 (Αναπλάθοντας τον Παράδεισο: το ελληνικό ταξίδι, 1937-1947)· η μελέτη της Χόντα φαν Στέιν για τις νεοελληνικές παραστάσεις των κωμωδιών του Αριστοφάνη· τα συγκεντρωμένα δοκίμια του Τζων Γκουλντ για την αρχαιοελληνική μυθολογία και τελετουργία· η πολυεθνική Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων του Μαρκ Μαζάουερ· η επισκόπηση της Άβεριλ Κάμερον για την ιστορία των βυζαντινών σπουδών (Η αξία του Βυζαντίου) και η γλαφυρή εξιστόρηση του Πήτερ Πάρσονς για τους ελληνικούς παπύρους της Αιγύπτου (Οξύρυγχος, η πόλη που έφερε το όνομα ενός ψαριού)· το μέγα βιβλίον του Στήβεν Χάλιγουελ για το γέλιο στην αρχαία Ελλάδα· και (ίσως η πιο αιρετική επιλογή) η εικονογραφημένη εν είδει κόμικ μετάφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή από την Ανν Κάρσον (Antigonick).

Η Απελπισία. Τοιχογραφία του Τζιότο από το Παρεκκλήσι Σκροβένι (Scrovegni), 1306. Πάδοβα.
Το φετινό βραβείο απονεμήθηκε στο βιβλίο της Ήντιθ Χωλ με θέμα τις αυτοκτονίες στην αρχαία τραγωδία (Αντιμετωπίζοντας θαρραλέα τις Ερινύες: η αυτοκτονία, οι αρχαίοι Έλληνες και εγώ), το οποίο παρουσιάστηκε διεξοδικά στο προηγούμενο τεύχος της Athens Review of Books (τχ. 182, Απρίλιος 2026). Η τελετή της βράβευσης έγινε στην Αθήνα, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, και με αυτήν την ευκαιρία η Ήντιθ Χωλ βρέθηκε για λίγες μέρες στην πόλη μας. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της έδωσε επίσης διάλεξη, με αντικείμενο την αρχαία τραγωδία και τη σημασία της για τον σύγχρονο κόσμο, στο College Year in Athens – εκπαιδευτικό οργανισμό που συνεργάζεται με πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και παρέχει τη δυνατότητα στους Αμερικανούς φοιτητές να εκπονήσουν μέρος των σπουδών τους στην Ελλάδα. Το College Year in Athens είναι και αυτό από τους μείζονες χορηγούς και υποστηρικτές του βραβείου, και συνεισφέρει ουσιωδώς στην προβολή του στο πλαίσιο της αγγλόφωνης εκπαιδευτικής κοινότητας.
Συνάντησα την Ήντιθ Χωλ στις φιλόξενες εγκαταστάσεις του παραπάνω εκπαιδευτικού ιδρύματος, κοντά στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο. Εκεί συνομίλησα μαζί της γύρω από το βραβευμένο βιβλίο της, την αρχαία τραγωδία και τον ελληνικό πολιτισμό εν γένει, αλλά και την προσωπική της ιστορία, τις ψυχικές της περιπέτειες και την διόλου ανέφελη πορεία της στην ακαδημαϊκή ζωή. Ακολουθούν λίγες σημειώσεις, εν είδει απομνημονεύματος, από τη συζήτησή μου με αυτήν τη σπουδαία κυρία της γνώσης και των γραμμάτων. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικού τύπου συνέντευξη με ερωταποκρίσεις, είδος που δεν το κατέχω ούτε το καλλιεργώ. Περισσότερο σκέφτομαι όσα ακολουθούν σαν καταγραφή των εντυπώσεών μου από τη γνωριμία με μια επιφανή προσωπικότητα, κάπως σαν τις σελίδες ημερολογίου όπου ο Σεφέρης αφηγείται τις επαφές του με τον Τ. Σ. Έλιοτ – αν και, στην περίπτωσή μας, ούτε εγώ ούτε η συνομιλήτριά μου δεν φτάνουμε σε τέτοιο πνευματικό μέγεθος και μεγαλείο.
Η Ήντιθ Χωλ είναι εντυπωσιακή γυναίκα. Απολύτως εξωστρεφής και άνετη στον λόγο, μιλάει με ισχυρή πεποίθηση, με πάθος για τα πάντα, και επιβάλλεται στο κοινό, όπως και στον χώρο γύρω της. Όταν ήταν μικρή, ονειρευόταν να γίνει τραγουδίστρια της όπερας, αλλά δεν το κατάφερε διότι η φωνή της ήταν μάλλον αδύναμη για τη σκηνή. Φέρει πάντως ακόμη πάνω της τον αέρα της πριμαντόνας. Εκτός αυτού, έχει ταμπεραμέντο που σχεδόν θα το έλεγες μεσογειακό. Καθώς οι πρόγονοί της από τη μεριά της μητέρας της ήταν Σκωτσέζοι, αναρωτιέμαι αν αυτός ο χαρακτήρας, που δεν μοιάζει στερεοτυπικά αγγλικός, οφείλεται στο κέλτικο αίμα. Ο Ρόμπερτ Γκρέηβς δεν ήταν που χαρακτήρισε τους Κέλτες «μεσογειακό λαό χαμένο μέσα στις ομίχλες του βορρά»; Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας της, αν και έγινε κληρικός και ακολούθησε πετυχημένη ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ως θεολόγος, καταγόταν από την εργατική τάξη της βόρειας Αγγλίας. Η ίδια η Χωλ επιδεικνύει με περηφάνεια τις λαϊκές της ρίζες: όταν ήταν φοιτήτρια, μου λέγει, σύχναζε στις φτηνές παμπ στα περίχωρα της Οξφόρδης, στις γειτονιές των μεροκαματιάρηδων, όχι στα κλαμπ περιωπής των φρακοφορεμένων σπουδαστών γύρω από τα περιώνυμα κολέγια. Οι λαϊκοί Εγγλέζοι, ιδίως αν κατεβάσουν ένα-δυο κανάτια της θολής τους μπύρας, έρχονται εύκολα στο κέφι, γελούν πλατιά, κουβεντιάζουν ελεύθερα, θυμίζουν την εύθυμη Αγγλία των παλιών καιρών του Τσώσερ και του Φάλσταφ. Ίσως, σκέφτομαι, να είναι αυτός ο γνήσιος αγγλικός χαρακτήρας: αιματώδης και αψύς, γεμάτος χυμούς, σαν τους στίχους των Ελισαβετιανών δραματουργών και τις σκηνές του Ντίκενς· πολύ διαφορετικός από τα σφιχτά χείλη της βρετανικής ανώτερης τάξης ή τον σνομπισμό των νεαρών του Σίτυ, αλλά και από τα κομψά σονέτα των Βικτωριανών και τους χαμηλόφωνους εταίρους των οξφορδιανών κολεγίων.
Πάνω από τον σκληρό πυρήνα της κόρης του λαού, η Χωλ φοράει την πλήρη πανοπλία της ριζοσπαστικής διανοούμενης και της κοινωνικά ευαισθητοποιημένης πανεπιστημιακού. Η πολιτική ορθότητα, ο αναπόφευκτος αυτός συρμός των ημερών μας, είναι και για την ίδια κανόνας συμπεριφοράς και ιδεολογική παντιέρα. Δεν χάνει ευκαιρία, σε όποιο περιβάλλον και αν βρεθεί, να αναφερθεί στα προοδευτικά αιτήματα του καιρού μας: καταφέρεται ενάντια στην κοινωνική ανισότητα και αδικία, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στον ιμπεριαλιστικό επεμβατισμό των ΗΠΑ, στον σεξισμό και την πατριαρχία. Απεχθάνεται τον πρώην πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον και την ελιτίστικη αντίληψή του για την παιδεία των ακριβών ιδιωτικών σχολείων. Δεν φείδεται ειρωνικών δηλώσεων και για άλλους Βρετανούς πολιτικούς, όπως ο Τόνι Μπλαιρ, καθώς και για μέλη της βασιλικής οικογένειας. Ας είναι, σκέφτομαι – τουλάχιστον αποφεύγει να ξεστομίσει καταδικαστικά σχόλια για το Ισραήλ, όπως το συνηθίζουν άλλοι συμπατριώτες της ακαδημαϊκοί με αριστερίστικες τάσεις· είναι και αυτό μια ανακούφιση.
Ωστόσο δεν μπορεί να την κατηγορήσει κανείς για ασυνέπεια ή ανακολουθία λόγων και έργων. Τα προοδευτικά της πιστεύω τα κάνει πράξη η ίδια με προσωπικό κόστος και θυσίες. Άλλωστε, ομολογεί πως θαυμάζει τους αρχαίους Έλληνες ακριβώς επειδή, ενώ μπορούσαν να γίνουν απίστευτα σκληροί, δεν ήταν ποτέ υποκριτές. Εδώ και χρόνια, η Χωλ συμμετέχει αφιλοκερδώς σε προγράμματα επιμόρφωσης των φυλακισμένων από τις μη προνομιούχες τάξεις. Τους διδάσκει από μετάφραση τις αρχαίες τραγωδίες, καθώς και την ηθική του Αριστοτέλη. Οι νεαροί (ως επί το πλείστον) κατάδικοι βρίσκουν έτσι τρόπο να αντιμετωπίσουν το πελώριο απόθεμα λύσσας και ανεξέλεγκτης οργής που βράζει μέσα τους. Η Ήντιθ Χωλ αφιερώνει πολύ χρόνο σε αυτήν την κοινωφελή εργασία. Από την πλευρά της, ομολογεί πως η επαφή της με τους φυλακισμένους τη βοήθησε να αποκτήσει βαθύτερη ενσυναίσθηση και να κατανοήσει ουσιωδέστερα την αρχαία τραγωδία. Ήδη κατά τα χρόνια των σπουδών της είχε πάρει την απόφαση να μελετήσει την αρχαία ελληνική λογοτεχνία από τη σκοπιά των αδικημένων, των αδύναμων, των κατατρεγμένων. Μέσα στο λαϊκό παιδί που παραστράτησε μπορεί να κρύβεται ένας ήρωας τραγωδίας.
Γιατί αποδεικνύεται το αρχαίο δράμα τόσο χρήσιμο προκειμένου για τη θεραπευτική προσέγγιση των παθογενειών της εποχής μας; Το εύρος των εφαρμογών της τραγικής ποίησης για τέτοιους σκοπούς στις μέρες μας είναι αξιοσημείωτο. Εκτός από τη διδασκαλία στους φυλακισμένους, η ίδια η Χωλ καταδεικνύει στο πρόσφατο βιβλίο της την πολύτιμη συνδρομή της κλασικής ελληνικής τραγωδίας για την καταπολέμηση της κατάθλιψης και της απόγνωσης. Τα πάθη των τραγικών ηρώων και η καρτερία τους μπροστά στο πεπρωμένο μπορούν να προσφέρουν ψυχική ενδυνάμωση σε αναγνώστες και θεατές, να εμφυσήσουν κουράγιο και σθένος για τη ζωή μας. Άλλοι ψυχοθεραπευτές, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αξιοποιούν τα έργα των αρχαίων τραγικών για να ανακουφίσουν βετεράνους στρατιώτες με μετατραυματικό άγχος, που επιστρέφουν από τους θανατηφόρους πολέμους της αμερικανικής αυτοκρατορίας στις τέσσερις γωνιές της οικουμένης και αδυνατούν να ενσωματωθούν στον κόσμο της ειρήνης. Η αρχαία τραγωδία βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς στο ρεπερτόριό της περιλαμβάνονται μυθικοί πολεμιστές με αγιάτρευτες ψυχικές πληγές και συντριμμένη προσωπικότητα, από τον Αίαντα και τον Φιλοκτήτη ώς τον ευριπίδειο Ηρακλή και τον ταπεινό αγγελιαφόρο του Αγαμέμνονα.
Για ποιον λόγο προσφέρονται οι ελληνικές τραγωδίες κατεξοχήν για αυτή τη χρήση, πολύ περισσότερο από τα έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν ή του Τολστόι, ας πούμε – παρ’ όλο που και αυτά τα τελευταία δεν υστερούν σε συγκλονιστικές ψυχικές καταστάσεις; Η Ήντιθ Χωλ πιστεύει ότι τούτο οφείλεται στον αμιγώς κοσμικό, μη θρησκευτικό (secular) χαρακτήρα που σφραγίζει την πρόσληψη της τραγωδίας από το σύγχρονο κοινό. Στην εποχή τους, ασφαλώς, τα τραγικά δράματα έφεραν ισχυρές τελετουργικές συνιστώσες και αποτελούσαν μαρτυρίες πρωτότυπης θεολογικής σκέψης. Σήμερα, όμως, κανείς δεν πιστεύει στους αρχαίους ελληνικούς θεούς ούτε ασκεί τη λατρεία τους, εκτός από ελάχιστους γραφικούς νοσταλγούς. Συνεπώς, η αρχαία τραγωδία δεν καταδυναστεύεται από το πνεύμα της θρησκείας, ιδίως του Χριστιανισμού, το οποίο διαποτίζει ανεξίτηλα τα έργα του κρυπτοκαθολικού Σαίξπηρ, του χριστιανομαθημένου Τολστόι, καθώς και των λοιπών σπουδαίων δημιουργών της νεότερης Δύσης. Από αυτήν την άποψη τα τραγικά δράματα είναι γνήσια πολυπολιτισμικά δημιουργήματα: μπορούν να βρουν απήχηση σε ανθρώπους από κάθε λογής εθνικότητα, με οποιεσδήποτε πνευματικές καταβολές και θρησκευτική ανατροφή (ή απουσία αυτής)· δεν προϋποθέτουν εξοικείωση με τη Βιβλική παράδοση και τη χριστιανική ιδεολογία.
Για αυτόν τον λόγο, επιμένει η συνομιλήτριά μου, η αρχαία τραγωδία είναι κατάλληλη να αξιοποιηθεί σήμερα ώστε να σφυρηλατήσουμε μια ηθική φιλοσοφία αμιγώς κοσμική και ουμανιστική, χωρίς θρησκευτικές αναφορές ή προσμίξεις, αμόλυντη από κάθε υποψία θεολογικού δόγματος. Το ζήτημα αυτό απασχολούσε τη Χωλ από τα νεανικά της χρόνια, από τότε που έχασε οριστικά την πίστη στις χριστιανικές δοξασίες του κληρικού πατέρα της. Αν δεν υπάρχει θεός ούτε μεταθανάτια τιμωρία ή επιβράβευση, γιατί να μπει κανείς στον κόπο να είναι καλός και τίμιος; Πώς θα θεμελιωθεί η ηθική επιταγή στη βάση της ανθρώπινης λογικής και μόνο, χωρίς καμία μεταφυσική παραδοχή; Η Χωλ βρήκε από νωρίς την απάντηση στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και στα ηθικά συγγράμματα του Αριστοτέλη. Αυτά τα έργα την καθοδήγησαν ώστε να χαλκεύσει στιβαρό σύστημα ηθικών αξιών και προσωπικής δεοντολογίας, χωρίς ανάγκη προσφυγής στη θρησκεία. Ούτως ή άλλως, η θρησκεία, κατά την Ήντιθ Χωλ, αποτελεί ξεπερασμένη νοητική κατασκευή, καθώς αδυνατεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά την ύπαρξη του κακού, ιδίως με τις τρομακτικές διαστάσεις που λαμβάνει αυτό στις σύγχρονες κοινωνίες. Από την παραδοσιακή φιλοσοφία, πάλι, η ίδια βρίσκει ενδιαφέρον μόνο στην ηθική, η οποία υποδεικνύει ορθολογικό κώδικα συμπεριφοράς με άμεση πρακτική ωφέλεια για τη ζωή μας. Άλλοι κλάδοι της φιλοσοφικής σκέψης, όπως η οντολογία, δεν την συναρπάζουν.
Αναρωτιέμαι (αλλά μόνο από μέσα μου, όχι φωναχτά ενώπιόν της) μήπως η αρνητική αυτή διάθεση κατά της θρησκείας έχει να κάνει με την πρώιμη επανάσταση της νεαρής Ήντιθ ενάντια στην αυθεντία της πατρικής φιγούρας. Ο πατέρας της ήταν εφημέριος της Αγγλικανικής Εκκλησίας: σε όλη του τη ζωή λειτουργούσε στον ναό και επόπτευε τη μία ή την άλλη ενορία, παράλληλα προς τα καθήκοντά του ως καθηγητή της εκκλησιαστικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο. Η θρησκευτική αγωγή, με τακτικό εκκλησιασμό, καθημερινές προσευχές, ανάγνωση της Γραφής και συνεχή εμβάπτιση στις τελετές της λατρείας, θα ήταν η μόνιμη πραγματικότητα της Ήντιθ κατά την παιδική της ηλικία. Θα μπορούσε η αντίδραση προς το περιβάλλον αυτό και τις πιέσεις του να πάρει τη μορφή μαχητικής αρνησιθρησκίας στην ενήλικη ζωή; Μου έρχονται στον νου περιπτώσεις σπουδαίων δημιουργών, όπως ο Τζόυς και ο Μπουνιουέλ, οι οποίοι έλαβαν αυστηρή καθολική εκπαίδευση σε ιησουιτικά κολέγια, αλλά μεγαλώνοντας απαρνήθηκαν τον χριστιανισμό και υιοθέτησαν εχθρική και σαρκαστική στάση κατά της εκκλησίας και της θεολογίας. Θυμούμαι επίσης τον Μπέργκμαν, τον μεγάλο χρονικογράφο του θανάτου του θεού, που ο πατέρας του ήταν Λουθηρανός πάστορας, φανατικός και τυπολάτρης. Δεν έχω γνωρίσει στην Ελλάδα παπαδοπαίδι που να έχει στραφεί ενάντια στη θρησκεία λόγω ανατροφής· όμως ένας Ιρλανδός φίλος με έχει προειδοποιήσει ότι τα σχολεία των Ιησουιτών και των καλογριών είναι το ιδεώδες περιβάλλον για να χάσει κανείς την πίστη του.

Ένας αρχαίος ποιητής. Πίνακας του Ντομένικο Φέττι, 1621. Εθνικό Μουσείο, Στοκχόλμη.
Η Ήντιθ Χωλ παραδέχεται ανοιχτά ότι είχε δύσκολη σχέση με τον πατέρα της. Τον περιγράφει σαν άνθρωπο με πεπαλαιωμένες πεποιθήσεις, ο οποίος δεν πίστευε στη γυναικεία χειραφέτηση – μάλιστα, θεωρούσε συλλήβδην τις γυναίκες κάπως κατώτερες πνευματικά και ανίκανες να επιτύχουν υψηλές ακαδημαϊκές διακρίσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την επίδραση της πατρικής προσωπικότητας στην πνευματική της διαμόρφωση. Η επιλογή του αντικειμένου των σπουδών και του επαγγέλματός της οφείλεται εν πολλοίς στις διδαχές του πατέρα της και στην οικογενειακή παράδοση. Προτού να στραφεί στη θεολογία, ο νεαρός Στιούαρτ Χωλ είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη κλασική φιλολογία, όπως έκαναν οι ευφυέστεροι νέοι την εποχή που δεν υπήρχε ακόμη τεχνητή νοημοσύνη. Μία από τις πιο πρώιμες αναμνήσεις που διατηρεί η Ήντιθ Χωλ είναι να κάθεται μικρούλα δίπλα στον μπαμπά της, καθώς εκείνος τής μαθαίνει τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Το πρώτο κείμενο που διάβασε σε γλώσσα άλλη από τη μητρική της, πάλι με τη βοήθεια του πατέρα της, ήταν το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο στο ελληνικό πρωτότυπο. Η εμβληματική εναρκτήρια φράση του Ευαγγελίου, ἐν ἀρχῇ ἦν ο Λόγος, υπήρξε η πρώτη πρόταση όπου η μικρή Ήντιθ καταπιάστηκε να αναλύσει το συντακτικό. Πολύ αργότερα, όταν οι επαφές με τον πατέρα της είχαν γίνει τεταμένες και ορισμένα θέματα συζήτησης αποδεικνύονταν υπερβολικά ευαίσθητα, υπήρχε πάντοτε ένας ασφαλής τρόπος για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ τους και να επικρατήσει πάλι εγκάρδια ατμόσφαιρα: πατέρας και κόρη συναγωνίζονταν ποιος θυμάται καλύτερα τους ανώμαλους τύπους των πιο στρυφνών αρχαιοελληνικών ρημάτων, όπως το ἵστημι και το ἵημι. Όσους τους ενώνει η αγάπη για τα αρχαία ελληνικά, η προκατάληψη μη χωριζέτω.
Η συζήτηση για τον πατέρα, που θυμίζει λίγο Κάφκα και λίγο Τζέην Ώστεν, οδηγεί σε πιο προσωπικά θέματα και ενδόμυχες εξιστορήσεις. Στο βιβλίο της η Ήντιθ Χωλ μίλησε ανοιχτά τις ψυχικές της περιπέτειες, την πάλη της με την κατάθλιψη, τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειάς της. Αρχικά, μου λέγει, δεν προόριζε αυτά τα γραψίματα για δημοσίευση. Κατέγραψε τα πρώτα προσχέδια του έργου σαν ένα είδος ιδιωτικής ψυχοθεραπείας, για να ελευθερώσει από μέσα της τους παλαιούς δαίμονες, τις Ερινύες που την κατατρέχουν από τη νεανική της ηλικία. Όταν όμως η εκδότριά της πήρε στα χέρια της τυχαία κάποιο από τα προσχέδια και το διάβασε, ενθουσιάστηκε και επέμεινε ότι έπρεπε να γίνει βιβλίο. Οι θαρραλέες εξομολογήσεις της συγγραφέως άξιζαν να γίνουν γνωστές στο κοινό, καθότι θα μπορούσαν να προσφέρουν παρηγοριά σε ανθρώπους που υποφέρουν. Όπως ξέρουμε από την αρχαία τραγωδία, τις φοβερές Ερινύες τις βλέπει μονάχα εκείνος που βασανίζεται από αυτές. Καμιά φορά, όμως, όπως συμβαίνει στο τελευταίο δράμα της Ορέστειας του Αισχύλου, ο ιδιοφυής ποιητής μπορεί να μας κάνει να μοιραστούμε το όραμα του βασανισμένου ήρωα, να αντικρίσουμε τους τερατώδεις δαίμονες της ψυχής σαν μέσα από τα δικά του μάτια. Και τότε, ως εκ θαύματος, οι Ερινύες μεταμορφώνονται σε Ευμενίδες, παύουν να είναι απαίσια στοιχειά της καταστροφής και γίνονται αγαθές δυνάμεις προστασίας.
Καίγομαι να της υποβάλω ένα ερώτημα: πώς συμβιβάζεται η κατάθλιψη και ο αγώνας εναντίον της με τις επαγγελματικές απαιτήσεις της πανεπιστημιακής σταδιοδρομίας; Πώς τα καταφέρνεις, όταν το ψυχικό σου τοπίο θυμίζει την Έρημη Χώρα, να ανταποκριθείς στις μακρές ώρες της διδασκαλίας στο αμφιθέατρο, στις απαιτητικές συζητήσεις με τους καλύτερους φοιτητές, στα πνιγηρά καθήκοντα της ακαδημαϊκής γραφειοκρατίας, στη συναναστροφή με αντιπαθητικούς ή ανυπόφορους συναδέλφους, στην επιστημονική έρευνα, στα αλλεπάλληλα συνέδρια, στις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες που συσσωρεύονται, στις δημοσιεύσεις που απαιτείται να γίνονται όλο και πιο πολλές; Είναι θέμα για το οποίο τυχαίνει να ξέρω κάτι λίγα και εγώ. Η Ήντιθ Χωλ μού περιγράφει την οδυνηρή αλληλεπίδραση ψυχής και δουλειάς κατά τις πολυτάραχες διακυμάνσεις της δικής της ακαδημαϊκής πορείας, ανάμεσα στην Οξφόρδη και στο Ρέντινγκ, στο Ντάραμ και στο Λονδίνο.
Υπάρχουν περίοδοι, μου λέγει, όπου δεν μπορεί να λειτουργήσει, ειμή μόνον στοιχειωδώς: για εβδομάδες ή και μήνες ολόκληρους πηγαίνει απλώς στην αίθουσα και εκτελεί όπως μπορεί τα διδακτικά της καθήκοντα, ενώ το γράψιμο και η έρευνα παραμελούνται ολότελα. Στις πιο άγριες φάσεις, δεν βρίσκει δύναμη ούτε καν να βγει από το σπίτι, και είναι αναγκασμένη να πάρει αναρρωτική άδεια από την υπηρεσία της. Από την άλλη πλευρά, η δική της πάθηση έχει μορφή διπολική. Τα διαστήματα κατάπτωσης και παραλυτικής οδύνης ακολουθούνται από άλλα, που χαρακτηρίζονται από μανιώδη και ακαταπόνητη ενεργητικότητα. Κατά τη διάρκεια αυτών των φάσεων φρενήρους δράσης διάγει έντονη ζωή, ταξιδεύει, και προπάντων παράγει το πλούσιο συγγραφικό της έργο. Είναι ικανή τότε να σηκώνεται στις πέντε τα χαράματα και να ξεκινάει αμέσως το γράψιμο, παράγοντας ίσαμε χίλιες πεντακόσιες λέξεις μέχρι να πάει η ώρα εννέα το πρωί. Με αυτόν τον ρυθμό, η συγγραφή ενός βιβλίου δεν της παίρνει πάνω από δύο μήνες. Καθώς μού περιγράφει την παραπάνω εργασιακή ρουτίνα, μου έρχεται στο μυαλό η χιουμοριστική δήλωση του πολυγραφότατου μυθιστοριογράφου Άντονι Μπέρτζες, που ακούγεται κάπως σαν παρωδία συνταγής για συγγραφική επιτυχία: «Το βασικό είναι να γράψεις δύο χιλιάδες λέξεις πριν από το πρόγευμα. Και μετά έχεις όλη τη μέρα στη διάθεσή σου για να συνεχίσεις».
Τις περιόδους της πυρετώδους ενέργειας τις διαδέχονται βεβαίως πάλι φάσεις μελαγχολίας, αθυμίας και αναδίπλωσης στην απραξία. Η ζωή μοιάζει σαν εκκρεμές ή σαν έμβολο αντλίας που παλινδρομεί αργόσυρτα, πότε πάνω και πότε κάτω. Καθώς τονίζει η Ήντιθ Χωλ, για να τηρηθεί αυτή η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργικότητα και στην απόγνωση, ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι η αγάπη και η αμέριστη συμπαράσταση από την οικογένεια. Την κατάθλιψη δεν μπορείς να την πολεμήσεις μονάχος. Η ίδια πιστεύει πως είναι πολύ τυχερή, καθώς ο δεύτερος σύζυγός της είναι υπέροχος, της προσφέρει απέραντη στήριξη και στέκεται στο πλευρό της σε κάθε δύσκολη στιγμή. Ζουν τριάντα χρόνια μαζί και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά.
Η Ήντιθ Χωλ μιλάει επίσης με θερμά λόγια για τα παιδιά της, στα οποία είναι ειλικρινά αφοσιωμένη. Δεν θα δίσταζε να κάνει οποιαδήποτε θυσία για χάρη τους – ή μάλλον, τίποτε από όσα θα μπορούσε να κάνει για χάρη τους δεν θα το εκλάμβανε ως θυσία. Όταν ήταν απαραίτητο, κατά τη νηπιακή τους ηλικία, η ίδια εγκατέλειψε τη μόνιμη πανεπιστημιακή εργασία της στην Οξφόρδη, για να έχει περισσότερο καιρό στη διάθεσή της και να τα φροντίζει. Δέχτηκε τότε και ανέλαβε άλλη καθηγητική θέση, στο νεότερο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ, όπου οι υποχρεώσεις ήταν λιγότερες και περιορίζονταν στις πρωινές ώρες. Έτσι είχε την ευχέρεια να περνάει τα απογεύματα και τα βράδια μαζί με τα παιδιά της, πράγμα αδύνατον με το απαιτητικό κολεγιακό πρόγραμμα της Οξφόρδης. Σχεδόν αυτόματα παρατηρώ ότι το να παρατήσει κανείς την Οξφόρδη για να μετακινηθεί σε άλλο ίδρυμα, με σαφώς κατώτερο κύρος και αίγλη, είναι σχεδόν πρωτάκουστο. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν που να το έχει κάνει, τουλάχιστον χωρίς να το μετανιώσει πικρά. Η Χωλ, όμως, αποκρίνεται αμέσως ότι, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δεν το συλλογίστηκε καν. Στα μάτια της, η οικογένεια έρχεται πάντοτε πρώτη, και τούτο δεν χωράει συζήτηση.
Ο χρόνος μας κοντεύει να τελειώσει: σε λίγο θα έρθει ο οδηγός του κυρίου Μόσχου να την παραλάβει, για να την πάει στο κομμωτήριο και έπειτα στο ξενοδοχείο της, ώστε να αναπαυθεί λίγο, πριν από τη βραδινή τελετή της απονομής. Καθώς αποχαιρετιόμαστε, την ρωτώ αν μπορούμε να περιμένουμε από τη γραφίδα της ένα βιβλίο αυτοβιογραφικού τύπου: ένα πλήρες και ολόπλευρο χρονικό της πνευματικής της πορείας και της επαγγελματικής σταδιοδρομίας της στο πανεπιστήμιο, κάπως σαν το Σχόλιο στα περιθώρια (Marginal Comment) του Κένεθ Ντόβερ, που τόσο τον θαυμάζει η ίδια, ή σαν τις πρόσφατες Μεταβάσεις: Απομνημονεύματα μιας ιστορικού (Transitions: A Historian’s Memoir) της Άβεριλ Κάμερον. Ασφαλώς, μου απαντά· το έχει ήδη σχεδόν έτοιμο. Περιμένει μόνο να αποβιώσει ένας συγκεκριμένος υπέργηρος καθηγητής της, στον οποίο έχει πολλά να καταμαρτυρήσει, ώστε να δημοσιεύσει το βιβλίο. Δεν θα ήθελε να κυκλοφορήσουν κάποιες ευαίσθητες πληροφορίες πριν από τον θάνατό του.
Κρατηθείτε, λοιπόν, συνένοχοί μου και αγιάτρευτοι φίλοι της πανεπιστημιακής ψιθυρογραφίας, mes semblables, mes frères, και κάνετε λίγη υπομονή. Μας περιμένουν, αργά ή γρήγορα, συναρπαστικές αναγνωστικές συγκινήσεις: τι γλαφυρές και πικάντικες ιστορίες θα έχουμε να διαβάσουμε, από τα χρονικά της Οξφόρδης και τα θαμμένα μυστικά των βρετανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κατά τις περασμένες τέσσερις δεκαετίες! Αναρωτιέμαι ποιος να είναι ο υπερήλικας λόγιος με τα συσσωρευμένα άπλυτα, που πρέπει να περιμένουμε να τον παραλάβει ο Άδης. Όχι ότι δεν έχω τις υποψίες μου. Ας μου συγχωρήσουν τον κάπως κυνικό ή μακάβριο τόνο οι μη ειδικοί αναγνώστες: όλοι εμείς, στο πανεπιστημιακό σινάφι, είμαστε εθισμένοι στο ακαδημαϊκό κουτσομπολιό, που αποτελεί μία από τις λίγες αυθεντικές απολαύσεις μας, λες και είμαστε πρόσωπα του Καρυωτάκη.
Καθώς απομακρύνομαι από το Καλλιμάρμαρο, σταματώ ένα ταξί για να γυρίσω σπίτι. Στο ραδιόφωνο κυριαρχούν οι πρώτες ειδήσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, που μόλις έχει αρχίσει εκείνο το πρωί. Συλλογίζομαι κάτι ακόμη που μου είπε η Ήντιθ Χωλ σχετικά με την ψυχολογική επίδραση της αρχαίας τραγωδίας. Το πιο παρήγορο και ελπιδοφόρο στοιχείο στην τραγική δραματουργία είναι ο χορός: αυτός επιβιώνει πάντα και συνεχίζει αδιάπτωτα τη ζωή του, όσες συμφορές και αν πλήξουν τους μεγάλους βασιλιάδες και ήρωες. Τα μέλη του χορού της τραγωδίας είναι οι επιζώντες της καταστροφής. Μένουν στη θέση τους ώς το τέλος και μετά από αυτό, για να αφηγηθούν τη φοβερή ιστορία. Με την ακατάλυτη παρουσία τους υποδηλώνουν ότι η κοινότητα, ως σύνολο, θα γλιτώσει και θα επιβιώσει από τα δεινά. Οι μεγάλοι του κόσμου μπορεί να συντριβούν από το πεπρωμένο, αλλά η ανθρωπότητα συλλήβδην θα σωθεί. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν οι αρχαίοι, που ζούσαν σε κόσμο απλούστερο και πιο αισιόδοξο από τον δικό μας.

Ένας αρχαίος ποιητής διαβάζει τα έπη του Ομήρου στο κοινό του. Πίνακας του Λώρενς Άλμα-Τάντεμα, 1885. Μουσείο Καλών Τεχνών, Φιλαδέλφεια.

