Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο τεύχος 90 (Δεκέμβριος 2017) με αφορμή την ταινία του Π. Βούλγαρη με ήρωες τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη και την Χαρά Λιουδάκη-Σουκατζίδη. Δεν αποτελούσε κριτική για την ταινία που εκτός από τα βασικά ιστορικά γεγονότα είχε πολλά στοιχεία μυθοπλασίας, όπως αποδεικνύεται από την πραγματική ιστορία του ναζί δολοφόνου Καρλ Φίσερ την οποία παραθέτουμε στις επόμενες σελίδες ή από τα τεκμήρια που δημοσιεύσαμε και όσα έχουμε στην κατοχή μας. Σκοπός μας ήταν να κάνουμε γνωστή τη θυσία των «200» Ελλήνων και επιτέλους να γίνει γνωστή η προσωπικότητα, η ανθρωπιστική δράση και το πνευματικό έργο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στη σύντομη ζωή του. Εκ των υστέρων διαπιστώσαμε κακόβουλες προσπάθειες παραχάραξης της ιστορίας είτε για πολιτικούς είτε για ιδιοτελείς λόγους, ότι δήθεν οι έγκλειστοι μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη φυλακή από το 1936 αλλά δεν το έκαναν με εντολή του ΚΚΕ! Ο μύθος αυτός δεν αντέχει στην στοιχειώδη λογική (π.χ. οι τροτσκιστές, οι εβραίοι ή οι σοσιαλιστές υπάκουαν το ΚΚΕ;) και τον ιστορικό έλεγχο, ωστόσο η διασπορά του έχει λάβει προσφάτως πρωτοφανείς διαστάσεις, προκειμένου οι εμφυλιοπολεμικοί ακροδεξιοί να επιρρίψουν ευθύνες στα ίδια τα θύματα των ναζί!

H ταυτότητα του Ναπολέοντα ως φοιτητή της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών.
Εκτός από τα κείμενα που δημοσιεύσαμε στο εν λόγω τεύχος, που αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, επαναλάβαμε την κατά καιρούς άκαρπη προσπάθεια εντοπισμού του ναζί δολοφόνου Καρλ Φίσερ (Karl Fischer). Σε παλιότερες εποχές οι επικοινωνίες και η έρευνα ήταν δύσκολες και χρονοβόρες. Δεδομένου δε του τόσο διαδεδομένου ονοματεπωνύμου του έψαχνα ψύλλους στ’ άχυρα. Ώσπου στην εποχή του Ίντερνετ έγινε δυνατός ο εντοπισμός του ανάμεσα σε εκατοντάδες με αυτό το όνομα, χάρη και στην τύχη μέσω μιας ιστοσελίδας Axis History Forum και συγκεκριμένα στο λινκ https://forum.axishistory.com/viewtopic.php?t=220213. Κατόπιν τούτου ζητήσαμε την ψηφιοποίηση του φακέλου του τον οποίο αποκτήσαμε από το Landesarchiv Berlin.
Ζήτησα τη βοήθεια του ιστορικού Βάιου Καλογρηά, διδάκτορα του Πανεπιστημίου Μάιντς, τον οποίον ευχαριστώ θερμά γιατί διεξήγαγε με ειλικρινές επιστημονικό και ανθρώπινο ενδιαφέρον διεξοδική έρευνα για τον Φίσερ. Ο φάκελος του Φίσερ δημοσιεύθηκε στο τεύχος 95 (Μάιος 2018). Ούτε αυτά τα τεκμήρια κλόνισαν τους διαδεδομένους μύθους για αυτόν, ότι δήθεν επρόκειτο περί νομικού και καλλιεργημένου και ως εκ τούτου εκτιμούσε τον λόγιο Σουκατζίδη, ενώ ήταν ηλεκτροτεχνίτης (έχοντας φοιτήσει μέχρι την πρώτη τάξη του σχολείου), έχοντας όμως «άψογη φυλετική εικόνα». Κάποιοι εξέχοντες ιστορικοί των εφημερίδων της περιόδου μάλλον αποφεύγουν να διαβάζουν ό,τι διαψεύδει το «αφήγημα». Οι περισσότεροι μάλιστα αγνοούν τον Σουκατζίδη και την στάση του απέναντι στη δικτατορία, τον κατακτητή και τον θάνατο, αλλά και την παράδοση των «200» στους κατακτητές από τους κυβερνητικούς δωσίλογους. Την εχθροπάθειά τους την μετατρέπουν σε «επιστημονική» ταυτότητα και τις πεποιθήσεις τους σε πολιτικό ακτιβισμό.
1.
Ο χάρος ήριξε φωτιά να κάψει το κορμί σου κι αυτή στεφάνι γίνηκε χρυσό στην κεφαλή σου. Μιλούμε για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη παραφράζοντας μια αγαπημένη μαντινάδα της Μαρίας Λιουδάκη που ίσως να είχε συλλέξει ο ίδιος...
Την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Το Τελευταίο Σημείωμα την έχουν δει ήδη χιλιάδες άνθρωποι και συζητήθηκε πολύ. Έτσι ακούστηκε ευρέως το όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης όσο ποτέ νομίζω τα προηγούμενα 73 χρόνια. Κι όμως, ούτε αυτή η ανάδυση στην επικαιρότητα ήταν αρκετή να πληροφορηθούν για την ύπαρξή του (πόσο μάλλον για τη θυσία του) ακόμη και επαγγελματίες ιστορικοί. Ήταν μια οδυνηρή έκπληξη για μένα: νόμιζα ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, και οπωσδήποτε οι μορφωμένοι, είχαν ακούσει για την περίπτωση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη· μια περίπτωση απαράμιλλου ηρωισμού, μοναδικής αυτοθυσίας και απίστευτης ανθρωπιάς. Είχα την αυταπάτη ότι τουλάχιστον οι ιστορικοί θα γνώριζαν τι συνέβη την τρομερή Πρωτομαγιά του 1944 με την εκτέλεση των «200» στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πέντε περίπου μήνες πριν από την απελευθέρωση. Αφήνω στην άκρη τις λεπτομέρειες και επικεντρώνομαι σε ένα μοναδικό γεγονός που αναφέρεται στη στάση του Ναπολέοντα, όταν του χάρισε τη ζωή ο γερμανός διοικητής του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Καρλ Φίσερ: απέρριψε την πρόταση εξαίρεσής του. Δεν θέλησε να εκτελεστεί άλλος στη θέση του. Ο Φίσερ επανήλθε με το «ακαταμάχητο» επιχείρημα ότι θα εκτελεστεί στη θέση του ένας Εβραίος ή ένας ανάπηρος! Ο Ναπολέων φυσικά και πάλι αρνήθηκε. Διαπίστωσα πως ο Σουκατζίδης ανήκει στο μαρτυρολόγιο της Αριστεράς. Η άλλη πλευρά, η Δεξιά, έχει το δικό της μαρτυρολόγιο. Αποτέλεσμα: η επίσημη, καλύτερα η αφανάτιστη, Ιστορία δεν βρήκε ακόμη μια σελίδα για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη και τους «200».

Πάνω, η πρώτη και η τελευταία σελίδα της επιστολής του Ναπολέοντα προς τη Χαρά μετά τη μεταφορά του στο «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Τρικκάλων», Τρίκκαλα, 17.12.1942. Κάτω, το “σαλόνι” της επιστολής (σελίδες 2 και 3), όπου ο λογοκριτής αγανακτισμένος σημειώνει: «άλη φορά να πήτε αυτοί που σας γράφουν να γράφουν καθαρώτερα. Λογοκρισία». Ο Ναπολέων γράφει: «Μύρια φιλιά αγαπούλα, από τον καινούργιο τόπο της εξορίας μου». «Στείλε μου τη Νέα Εστία για τον Παπαδιαμάντη και άλλα τεύχη». «Υ.Γ. Τρόφιμα μη μου στέλνεις. Λίγα λεφτά μονάχα μου χρειάζονται για γραμματόσημα και κανένα φρούτο. Και βιβλία όσα μπορείς, ό,τι μπορείς, όσο μπορείς.», «Εδώ αντάμωσα και πέντε χωριανούς μας, πέντε τραγωδίες, πέντε δόξες.»
Η μεν Δεξιά και τα λοιπά μη αριστερά κόμματα δεν ήθελαν να γνωρίζουν, ενώ για την Αριστερά ο Ναπολέων υπήρξε αποκλειστικά δικό της σύμβολο. Όμως ο Ναπολέων ανήκε στο κόμμα της ανθρωπιάς και της ανθρωπότητας. Αλλά ποιος ήταν ο Ναπολέων Σουκατζίδης; Ήταν ένας βαθιά μορφωμένος άνθρωπος, με σπάνια ψυχική ευγένεια, με διαρκές ενδιαφέρον για τους άλλους, όντως πολύγλωσσος, πολυτάλαντος και, αν έπρεπε να τον περιγράψουμε με μια λέξη, θα λέγαμε: Ανθρωπιστής. Η αλληλογραφία του Σουκατζίδη σε διάφορες γλώσσες, με ανθρώπους σε διάφορες χώρες, αποδεικνύει την εντυπωσιακή γλωσσομάθειά του (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και τουρκικά). Ιδιαίτερα η αλληλογραφία του με τη Μαρία Λιουδάκη δείχνει τις φιλολογικές ευαισθησίες του, τις κριτικές ικανότητές του, τις λαογραφικές επιδόσεις του. Όλα όσα συνέβησαν στη σύντομη ζωή του, που σφραγίστηκε από το τραγικό τέλος του, συνέβησαν γιατί ανήκε στην ελίτ των μορφωμένων, γιατί ήταν ουμανιστής της πράξης. Μορφωμένος με την έννοια που έδινε η Μαρία Λιουδάκη στη λέξη: «Μορφωμένος είναι αυτός που βλέπει γύρω του συνανθρώπους του, που πονεί για τη λύπη τους και χαίρει για τη χαρά τους. Μορφωμένος είναι κάτι το θεϊκό. Είναι ο Θεός που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο»[1].
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1909 στα Μουδανιά, από γονείς δασκάλους, τον Φώτιο και τη Μαρία. Η οικογένειά του βρέθηκε από την Προύσα στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης το 1922. Φοίτησε στην Εμπορική Σχολή του Ηρακλείου και εργάστηκε ως λογιστής και αλληλογράφος στο εργοστάσιο της εταιρείας «Μίνως» στην Ιεράπετρα. Εκεί γνωρίστηκε με τη μεγάλη λαογράφο και παιδαγωγό Μαρία Λιουδάκη (1894-1947), την οποία θεωρούσε «πνευματική μητέρα» του. Δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε για τον Σουκατζίδη χωρίς να μιλήσουμε και για εκείνην. Η Μαρία Λιουδάκη είχε αναλάβει την ανατροφή τής κατά 22 χρόνια μικρότερης αδελφής της Χαράς (1916-2001), την οποία δικαιολογημένα αποκαλούσε «κορούλα μου». Ο Ναπολέων ερωτεύθηκε την 16χρονη Χαρά και αργότερα με τις ευλογίες της Μαρίας αρραβωνιάστηκαν. Ο Ναπολέων αποκαλούσε τη Μαρία «αδελφούλα» και «μανίτσα» του. Την βοήθησε πολύπλευρα στο έργο της, συλλέγοντας με τις οδηγίες της λαογραφικό υλικό: ερασιτέχνης λαογράφος και πραγματικός δημοτικιστής, ίσως πιο τολμηρός από τη Μαρία. Η Μαρία Λιουδάκη, στον πρόλογο της έκδοσης του βιβλίου της Κρητικές Μαντινάδες (1933), γράφει: «Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ. Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες, που βρήκε εκείνος». Αλλά δεν περιορίστηκε στη συλλογή υλικού. Τα σχόλιά του ήταν καίρια και πολύτιμα. Στην αλληλογραφία τους, στις εκατοντάδες επιστολές που αντάλλαξαν, ενώ εκείνος βρισκόταν στις φυλακές και τα στρατόπεδα, ο διάλογός τους για το έργο της ήταν διαρκής. (Παραθέτω στις επόμενες σελίδες μερικές εκτενείς επιστολές του προς τη Μαρία σχετικά με τα έργα της). Από τις διορθώσεις στα χειρόγραφά της προκύπτει ότι ελάμβανε υπόψη τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του «παιδιού» που ήταν πια ένας ώριμος κριτικός, ο καλύτερος ίσως κριτικός του έργου που εκείνη ξεκίνησε με τις οδηγίες του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Λόγου χάρη, της γράφει στις 25.5.1939:
Τι όμορφες που είναι πολλές μαντινάδες, ιδιαίτερα κείνες για τα παιδιά. Μερικές τους θυμίζουν παλαμική δημιουργία. Σαν να τις είχε υπόψη του ο μεγάλος μας ποιητής γράφοντας τον “Τάφο” του:
«Μα πές μου το, παιδάκι μου, πότε να σ’ ανιμένω» κλπ.
Και πιο πολύ εκείνο το:
«Να μάθεις τα περάσματα, οπίσω να γυρίσεις»
Ο Παλαμάς:
και «βάλε τα σημάδια σου το δρόμο να μη χάσεις».
Το πρόσεξες αυτό;
Ελάμβανε επίσης σοβαρά υπόψη ακόμη και τις υποδείξεις για τον χειρισμό των υποθέσεών της, πώς λ.χ. θα πετύχαινε την απόσπασή της στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών ώστε να απασχοληθεί ολόψυχα με το έργο της: «(…) Να πας να τα πεις η ίδια στον Πρεβελάκη, στον Μπαστιά, στον Σπέντζα[2]. Πήρες υπόψη σου κείνο που σου ’γραψα για τον Καζαντζάκη; Πες του πως άνθρωποι τα βάλανε με το “μεγάλο θεό της Κρήτης” και πάνε να αποκόψουν το έργο σου. Στο ξαναλέω πως είναι μεγάλη η επιροή του στους αρμόδιους για τα ζητήματα αυτά (…)» (3.6.1940).
Το έργο της, πλην του δημοσιευμένου και εκείνου που είχε κατατεθεί στην Ακαδημία Αθηνών, εθεωρείτο ότι είχε χαθεί. Ωστόσο, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την στυγερή δολοφονία της στο Ηράκλειο από τους Μπαντουβάδες το 1947, ανακαλύψαμε μαζί με την ανιψιά της (που φέρει το όνομά της) και γυναίκα μου, Μαρία, τα χαμένα χειρόγραφα όταν κατέρρευσε το εγκαταλελειμμένο πατρικό σπίτι στη Λατσίδα Μεραμπέλλου το 1995. Καθώς είχε σοβαρούς λόγους να φοβάται για τη ζωή της τα είχε τοποθετήσει σε ένα μπαούλο που το είχε κτίσει σε έναν τοίχο. Αυτή η ανακάλυψη ήταν μια από τις πολύ μεγάλες χαρές της Χαράς Λιουδάκη.[3]
Θα επανέλθουμε σε άλλο τεύχος με αναλυτικό χρονολόγιο της ζωής και της δράσης του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και ελπίζουμε σύντομα να προχωρήσουμε σταδιακά στη δημοσίευση μέρους του τεράστιου όγκου της αλληλογραφίας του με τη Χαρά, τη Μαρία και τον πατέρα του. Σ’ αυτό το τεύχος παρουσιάζουμε ντοκουμέντα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Ανήκαν όλα στη Χαρά Λιουδάκη-Σουκατζίδη, μητέρα της Μαρίας Βασιλάκη και πεθερά μου.
Επισημαίνω ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε ότι όλη αυτή η αλληλογραφία περνούσε από λογοκρισία. Στους φακέλους υπήρχε η σφραγίδα «ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ». Συνεπώς είτε είναι λογοκριμένη είτε οπωσδήποτε αυτολογοκριμένη, δηλαδή γραμμένη συνθηματικά και πάντα με κατάλληλο τρόπο ώστε να περάσει από τη λογοκρισία. Επίσης, πολλά γράμματα δεν παραδίδονταν ή παραδίδονταν με μεγάλη καθυστέρηση.
Στο παρόν τεύχος δίνουμε στη δημοσιότητα ορισμένα ντοκουμέντα, με ελάχιστο ή καθόλου σχολιασμό. Σκοπός μας είναι πρωτίστως να προκαλέσουμε την προσοχή των ιστορικών. Για να γραφτούν οι σελίδες που δεν έχουν γραφτεί. Έχουν περάσει 77 χρόνια από το έγκλημα του 1940 της μεταξικής δικτατορίας που κατέληξε στη μαζική εκτέλεση του 1944.
Ο ανήσυχος Ναπολέων δεν έμενε αδιάφορος στους δημοκρατικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής του. Η συνδικαλιστική του δράση είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψή του τον Ιούνιο του 1936 και στη συνέχεια, σε ηλικία 27 ετών, τη φυλάκιση σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως από την δικτατορία Μεταξά, χωρίς ποτέ να παραπεμφθεί σε δίκη. Μάταιες απέβησαν όλες οι προσπάθειες των δικών του και οι δικές του διαμαρτυρίες. Η Μαρία Λιουδάκη έγραφε στον πατέρα του μετά την επιστροφή της από το Ρέθυμνο όπου είχαν πάει με τη Χαρά να τον δουν στο τμήμα μεταγωγών:
Ηράκλειο 17-6-1936
Αγαπητέ κ. Φώτιε
Χθες σας έστειλα με το βοηθό του αυτοκινήτου ένα γράμμα. Σας έγραφα πως πήγαμε στο Ρέθυμνο. Είδαμε το Ναπολέοντα, του πήγαμε τα ρούχα. Σήμερο φεύγω για το χωριό. Πρέπει να κατεβήτε να πάτε στο Νομάρχη, να πάτε στον εισαγγελέα και να διαμαρτυρηθήτε πως σας πήρανε το μόνο σας στήριγμα, το παιδί σας.
Αν μπορήτε να βρήτε και μερικούς φίλους σας να πάτε μαζί. Να πάτε και στους βουλευτές. Να τους τονίσετε πως ο Ναπολέων δεν είναι κομμουνιστής παρά ανθρωπιστής, σοσιαλιστής. Πρέπει να γίνει κίνηση, ίσως ολιγοστέψη η ποινή του να ’ρθή πιο γρήγορα.
Μ’ αγάπη
Μαρία
Εδώ επιγραμματικά σημειώνουμε τους σταθμούς της περιπέτειάς του. Από το τμήμα μεταγωγών του Ρεθύμνου βρέθηκε στον Άη Στράτη, στο «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών» (Σ.Σ.Κ.) Ακροναυπλίας, στο «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Αιχμαλώτων» Τρικάλων τον Φεβρουάριο του 1943, στην Λάρισα τον Ιούνιο του 1943 και στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου από τον Σεπτέμβριο του 1943. Εκεί χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας καθώς εγνώριζε απταίστως γερμανικά, όπως και ο πατέρας του. Ενώ ήταν ολοφάνερη πια η ήττα του ναζισμού, μια ανώφελη επίθεση ανταρτών, με συνέπεια τον θάνατο του στρατηγού Κρεχ στους Μολάους, προκάλεσε τα αντίποινα των Γερμανών με την εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή την πρωτομαγιά του 1944. Όταν η ανάγνωση του καταλόγου των μελλοθανάτων έφτασε στο όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης, ακολούθησε ο διάλογος που αναφέραμε με τον Φίσερ και η άρνηση του Ναπολέοντα να εξαιρεθεί από την εκτέλεση.[4] Την επόμενη μέρα τον εκτέλεσαν μαζί με τους άλλους συγκρατούμενούς του. Έγραψε τρία σημειώματα: προς τον πατέρα του, τη «γυναικούλα» του Χαρά και την «αδελφούλα» του Μαρία Λιουδάκη, τα οποία παραθέτουμε φωτογραφικά. Ένα από αυτά παρουσιάζεται στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη, εξ ου και ο τίτλος της.

«Φώτιον Σουκατζίδην
Αρκαλοχώρι
Ηρακλείου Κρήτης
Πατερούλη,
Πάω για εχτέλεση. Να ’σαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου.
Ν’ αγαπάς, να λατρεύεις την κορούλα σου [Χαρά] και την αδελφούλα μου [Μαρία]. Κι οι δυο μεγάλοι άνθρωποι.
Γεια, Γεια, πατερούλη,
Ναπολέων
1.5.1944»
***

«Δ/ίδα Χαρά Λιουδάκι
Καθηγήτριαν
Αναμορφ. Σχολ. Θηλ.
Δρομοκαΐτειο
Αθήνα
Η τελευταία μου σκέψη μαζί σου.
Θα ’θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Ν’ αγαπάς πολύ το μπαμπά και την αδελφούλα μας [Μαρία]. Να βρεις σύντροφο της ζωής σου άξιό μου και άξιό σου.
Γεια, χαρά
Ναπολέων Σουκατζίδης
1/5/44
Κάτι ενθύμια θα σου δώσει ο Ζήσης»
***

«Δ/ίδα Μαρίαν Λιουδάκι
Ιεράπετραν Κρήτης
Αδελφούλα,
Πάω για εχτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όπως λάτρευα και το γυναικούλι μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στο μπαμπά όσο ζει.
Γεια σου, Γεια σου, λατρευτή μου αδελφούλα.
1.5.44
Ναπολέων».
Πρόκειται για ένα από τα πιο μαζικά εγκλήματα στην Ελλάδα της Κατοχής, με μια διαφορά από τα άλλα: η παράδοση των θυμάτων είχε γίνει από ελληνική κυβέρνηση! Η ελληνική κυβέρνηση διέπραξε το φρικτό έγκλημα να παραδώσει τους πολιτικούς κρατούμενους, κομμουνιστές στην πλειονότητά τους, στους κατακτητές.
Όπως οι ναζί είχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, έτσι κι η μεταξική δικτατορία είχε επισήμως «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών» (Σ.Σ.Κ.). Ο βαθμός του εγκλήματος της δικτατορίας Μεταξά και του διαβόητου Μανιαδάκη φαίνεται από τις επιστολές που δημοσιεύουμε, όπου ο Ναπολέων Σουκατζίδης εκφράζει ‒και με τι τρόπο!‒ τη λαχτάρα να πολεμήσει, όπως και οι άλλοι συγκρατούμενοί του, κομμουνιστές (και Εβραίοι ‒ ανάμεσα στους «200» ήταν και τρεις Εβραίοι), τους κατακτητές.
Στις 29 Οκτωβρίου 1940 γράφει στη Χαρά:
«(…) Με αίτησή μας που την υπογράψανε δύο εκπρόσωποί μας, ζητήσαμε σήμερα από το Μεταξά να πάρουμε τη θέση μας κάτω από τις διαταγές του στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της γλυκιάς πατρίδας, στην περίπτωση βέβαια που η κυβέρνησή του θα κάνει ό,τι επιβάλει το υπέρτατο συμφέρον της πατρίδας μας. (…)»
Δεν περίμενε βέβαια το «γράμμα του Ζαχαριάδη» της «31 του Οκτώβρη» για να πάρει γραμμή. Η λαχτάρα κι η αγωνία του να λάβει μέρος στον πόλεμο εκφράζεται καθημερινά. Η δικτατορία όμως επιμένει να τον κρατά φυλακισμένο μαζί με τους άλλους στο «Σ.Σ.Κ. Ακροναυπλίας».
Στις 6.3.1941 γράφει στη Χαρά:
Αγαπούλα,
Ζήτω ο στρατός μας! Ζήτω ο λαός μας! Ζήτω η Ελλάδα μας! Κάτι μάθαμε, αγαπούλα, για τον καινούργιο εχτρό που απειλεί την πατρίδα μας, την ελευθερία μας. Πιστεύουμε απόλυτα στη νίκη μας, γιατί ο αγώνας μας είναι ιερός, γιατί ο στρατός μας, γιατί ο λαός μας θα πολεμήσει μ’ όλη του την ψυχή, μ’ όλη του την ορμή. Ζητήσαμε αμέσως να ’ρθούμε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση [: Κορυζή], αυτό όμως δεν έγινε δεχτό. Ωστόσο όμως εμείς μέσω του Διοικητού του Στρατοπέδου μηνύσαμε και πάλι στους κυβερνώντες πως είμαστε έτοιμοι να τραβήξουμε για την πρώτη γραμμή της φωτιάς για να προτάξουμε κι εμείς τα στήθια μας στους εχτρούς της πατρίδας. (…)
Οι ελπίδες ότι θα τους στείλουν στο μέτωπο να πολεμήσουν, όσο περνούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες εξανεμίζονται. Κάποτε εκφράζει την απελπισία του. Όταν όμως μετά την αυτοκτονία του Κορυζή αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Εμμανουήλ Τσουδερός στις 21 Απριλίου 1941 αναπτερώνονται οι ελπίδες του. Την ίδια μέρα γράφει στη Χαρά:
«ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ’ΡΘΕΙΣ
ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ ΤΩΡΑ!
Και σήμερα αγαπούλα μου δεν είχα καμιάν είδησή σου. Φαντάσου πόση θα ’τανε η αγωνία μου αν και χτες και σήμερα δεν μάθαινα μέσω του Γιατρού από την τόσο καλή σου φίλη πως είσαι καλά. Να την ευχαριστήσεις κι εσύ με τον πιο θερμό τρόπο από μέρος μου για το καλό αυτό που μου ’κανε. Είδες πόσο αγαπά κείνη τους δικούς της; Μ’ αγαπάς και συ τόσο πολύ; Για πες μου, ψυχούλα. Ιδιαίτερη ανακούφιση μου ’δωσε η πληροφορία πως το γεγονός του ηρωικού σκοτωμού του αδελφούλη μας [: Γιάννη Λιουδάκη, αδελφού της Χαράς], του παλικαριού μας, το αντιμετώπισες ψύχραιμα και αποφασιστικά με τη συναίσθηση πως η θυσία του αυτή για το μεγάλο ιδανικό του σημερινού ιερού πολέμου της πατρίδας μας τιμά το σπιτικό μας. Χίλιες φορές προτιμότερο να πεθαίνει κανείς όρθιος παρά να ζει γονατιστός. Τα λόγια αυτά δεν είναι δικά μου. Τα ’πε μια γυναίκα, μια γυναίκα υπερήφανη και ηρωικιά όταν κι η δική της η πατρίδα διάτρεξε τον κίνδυνο που διατρέχει σήμερα κι η δική μας. Μα θα νικήσουμε, μωρό μου, θα νικήσουμε γιατί η Ελλάδα μας έχει ακόμα πολλά παλικάρια σαν το δικό μας το αδελφάκι. Παρακολουθείς τα ηρωικά τους κατορθώματα; Κρίμας, χίλιες φορές κρίμας που δε μας άφησαν ακόμα και εμάς να προτάξουμε και μεις τα στήθια μας στους βδελυρούς επιδρομείς που επιβουλεύτηκαν την τιμή μας. Κρίμας, κρίμας!
Φιλιά
Ναπολέων»
Τα κεφαλαία και το «εξάπαντος τώρα!» είναι κάτι ασυνήθιστο στις επιστολές του. Είχε πολύ σοβαρούς λόγους να θεωρεί σημαντική την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Τσουδερό. Την επομένη (22.4.1941) της γράφει συνθηματικά για τον «χωριανό». Εννοεί τον Τσουδερό. Είχε δικαιολογημένα την ελπίδα, καθώς ο Τσουδερός όχι μόνο εκτιμούσε πολύ την Μαρία Λιουδάκη, αγαπούσε τη Χαρά και οπωσδήποτε γνώριζε την συγγένεια και την αγάπη και των δύο για τον Ναπολέοντα. Η Μαρία Λιουδάκη γράφει στη Χαρά στις 3 Απριλίου 1941: «Κορούλα μου γλυκειά, (…) Να κάνης τη δουλειά σου, να κοιτάζης τη μελέτη σου και μόνο τις Κυριακές να πηγαίνης στην κ. Θ[ε]ιακάκη και στου κ. Τσουδερού …», δηλαδή μόνο στο σπίτι του Τσουδερού. Ο Τσουδερός θαύμαζε από παλιά το έργο της Μαρίας και την εστήριξε, γι’ αυτό στη συμπληρωμένη έκδοση των Μαντινάδων γράφει ότι οι κόποι «θα επήγαιναν χαμένοι χωρίς την προθυμότατη ηθική και υλική αρωγή του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Μανόλη Τσουδερού». Ο Ναπολέων θεωρούσε πως «εκείνος θα σκεφτεί πιο σωστά» και επιτέλους ότι ήταν δυνατόν να τους απελευθερώσουν, να τους επιτρέψουν να πολεμήσουν. Έτσι λοιπόν όχι μόνο θα έγραφαν στον νέο πρωθυπουργό, αλλά η Χαρά είχε όλο το θάρρος να απευθυνθεί σ’ εκείνον και γι’ αυτό την παροτρύνει:
«(…) Την Κυριακή θα σε περιμένω το δίχως άλλο. Παρακάλεσε την κ. Αλεξάντρα να φροντίσει για την άδεια. Να της πεις και τα συγχαρητήριά μου. Αύριο θα τηλ/σουμε και στο χωριανό. Λέγω δα πως εκείνος θα σκεφτεί πιο σωστά. Το πιστεύω και το περιμένω. Λαχταράμε πότε να μας αφήσουν για να πάμε να πολεμήσουμε και μεις για την πατρίδα. Θα παλαίψουμε μ’ όλη μας την ψυχή, ενωμένοι σφιχτά μ’ όσους είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για την ελευθερία και για την τιμή της Ελλάδας μας. Δεν πας να του τα πεις κι η ίδια; ΓΡΑΦΕ ΜΟΥ! ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ! ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!
Φιλιά πολλά! Ναπολέων»
Όμως ο βασιλιάς και η κυβέρνηση Τσουδερού μετά από δυο μέρες θα έφευγαν άρον άρον για την Κρήτη και στη συνέχεια για το Κάιρο.
Ένοχο για αυτό το φρικτό έγκλημα της παράδοσης στους κατακτητές είναι το δικτατορικό καθεστώς. Η φωνή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη θα ακούγεται και τους αιώνες που έρχονται. Στο δελτάριο της 14ης Ιουνίου 1941 γράφει στη Χαρά:
«Και σήμερα, αγαπούλα, η πρώτη μέρα του έχτου χρόνου από τότε που νύχτα, μεσάνυχτα μ’ αρπάξανε από το σπίτι μου και ακατηγόρητο και αναπολόγητο και αδίκαστο και ακαταδίκαστο με ρίξανε σ’ ένα ξερόνησο, για να με φέρουνε έπειτα και να με κλείσουνε σ’ αυτό το απαίσιο και φρικτό μεσαιωνικό φρούριο που λέγεται Ακροναυπλία. Η πρώτη μέρα του έχτου χρόνου! (…)»
Με δυο λόγια, με σημερινούς όρους, σε ένα Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν θα παραπέμπονταν μόνο οι ναζί αλλά και οι έλληνες αυτουργοί του μαζικού εγκλήματος. Ένας βασικός λόγος της αποσιώπησής του από την επίσημη ιστορία είναι κι αυτός: αν μιλήσουμε γι’ αυτό το μαζικό έγκλημα θα πρέπει να μιλήσουμε και για το πώς βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι αιχμάλωτοι των Γερμανών. Θα τεθεί αυτομάτως το αμείλικτο ερώτημα, γιατί δεν τους έστειλε η δικτατορία Μεταξά στο μέτωπο να πολεμήσουν· κι όταν ηττηθήκαμε, γιατί δεν τους απελευθέρωσαν αλλά τους παρέδωσαν στους κατακτητές. Ο απλούστερος λοιπόν και τελικά ευκολότερος τρόπος ήταν η αποσιώπηση του εγκλήματος από την «εθνική» ιστοριογραφία. Αλλά υψώνεται ένα τεράστιο, ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο Ναπολέων Σουκατζίδης. Που δεν έγινε «εθνικός ήρωας»! Κι είχε τη συνήθεια να γράφει πολύ. Τόσο που αγανακτούσαν οι λογοκριτές και σημείωναν, λ.χ.: «συστήσατε να σας γράφει ολιγότερα ‒ η λογοκρισία». O Ναπολέων Σουκατζίδης είναι λοιπόν παρών! Και ανήκει στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Κι αν η ιστορία του έθνους είναι τόσο μεγάλη που μπορεί να τον αγνοεί ως ενοχλητική λεπτομέρεια, ο Ναπολέων Σουκατζίδης ανήκει στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η βάρβαρη λογοκρισία διέγραψε κάποια λόγια στο παρακάτω γράμμα του Ναπολέοντα προς τη Χαρά στις 16.3.1942:
«“Χρυσό μου αγόρι, μακριά στα ξένα,
Τάχα θα ’ρθείς;
Αν ό,τι πήγες να φέρεις, βάρος
πολύ σου πέφτει, μη χάνεις θάρρος,
λάβε καιρό.
Σου ’δωσα λόγο
στερνό μου λόγο
το δίχως άλλο θα καρτερώ…”
Κι εσύ αγαπούλα μου, κι εσύ γλυκιά μου, μονάχα, [η λογοκρισία διαγράφει τέσσερις ολόκληρες γραμμές].
Από κει και πέρα θα ’λαζαν τα λόγια, θα ’λαζε ο σκοπός του τραγουδιού, μα όχι και το περιεχόμενό του, όχι κι η ψυχή του. Ίσα-ίσα που αυτή η ψυχή του τραγουδιού μας, του τραγουδιού που θα τραγουδούσαμε πια συνταιριασμένοι κι οι δυο μαζί, θα δυνάμωνε και θα τράνευε ακόμα πιο πολύ, και το τραγούδι τέτιο θα βαστούσε σ’ όλη μας τη ζωή κι όλη μας η ζωή θα ’τανε μια ουράνια μελωδία. Και στο μεταξύ, οι σημερινές σκληρές, βαριές μέρες της φυλακής, της στέρησης, της μαύρης πείνας θα περνούσαν πιο ανάλαφρα, πολύ πιο ανάλαφρα, δίχως βαριά τα σημάδια στο σώμα και την ψυχή. (…)».
2.
Μαρία Λιουδάκη
Η Μαρία Λιουδάκη μετά την εκτέλεση του Ναπολέοντα είχε να σηκώσει στους ώμους της ένα τεράστιο βάρος, μαζί με όλες τις άλλες συμφορές που είχαν βρει την οικογένειά της: να τους στηρίξει όλους. Και πρώτον απ’ όλους να στηρίξει τον πατέρα τού Ναπολέοντα, Φώτιο, και βέβαια τη Χαρά[5]. Όμως αυτή τη φορά η νέα τραγωδία θα είχε πρωταγωνίστρια την ίδια. Θα πλήρωνε την αγάπη της για τον Ναπολέοντα. Καταγγελίες με ποταπά κίνητρα, ιδιοτέλεια και φθόνος, υπηρεσιακές διώξεις, δημιούργησαν το κατάλληλο κλίμα. Παρακρατικοί φονιάδες, όργανα του Μπαντουβά διέπραξαν το 1947 ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα, με θύματα την Μαρία Λιουδάκη και την Μαρία Δρανδάκη, τις οποίες συνέλαβαν σε μια επιδρομή τους στην Ιεράπετρα στις 26 Νοεμβρίου 1947, σύμφωνα με το τελευταίο σημείωμα που άφησε η Μαρία εκείνη τη μέρα. Οι δολοφονίες διαπράχθηκαν στις 4 Δεκεμβρίου, αλλά επισήμως ήσαν αγνοούμενες και πέρασαν 6 μήνες για να ανακαλυφθούν οι σοροί και να γίνουν γνωστές ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του φρικτού εγκλήματος.
Παραθέτουμε ένα δημοσίευμα του Βήματος της 13 Ιανουαρίου 1948 το οποίο προκάλεσε μια απάντηση του Εμμανουήλ Μπαντουβά. Η επιστολή του, για την οποία θα αποφύγουμε τα σχόλια, δημοσιεύθηκε στο Βήμα της 20 Ιανουαρίου 1948. Σημειώνουμε μόνο ότι η Μαρία μαζί με την φίλη της Δρανδάκη ήταν τότε είκοσι πέντε μέρες αγνοούμενες. Η λανθάνουσα γλώσσα του Μπαντουβά όμως έφερε στην πένα του ότι «υπήρξε» η Λιουδάκη! Όλα τα ψεύδη περί ενός εκ των πλέον ενεργών στοιχείων του ΚΚΕ (!), περί προπαγάνδας της Λιουδάκη κ.λπ. συνιστούσαν μια απολογία, ενώ ακόμη δεν ήταν γνωστό το ιδιαζόντως ειδεχθές έγκλημα με θύματα τις δυο γυναίκες που συνελήφθησαν κατ’ εντολήν του.
ΤΟ «ΒΗΜΑ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΛΙΟΥΔΑΚΗ
«Η διδασκάλισσα Μαρία Λιουδάκη από την Ιεράπετραν της Κρήτης, είνε μία από τας γνωστοτέρας λαογράφους της Κρήτης. Ημπορεί να ειπή κανείς ότι είνε η πρώτη. Οι «Μαντινάδες», ο «Κρητικός Γάμος», το «Παιδί» και άλλα βιβλία της γεμάτα λαογραφικόν Κρητικόν υλικόν, θ’ αφήσουν εποχήν, και θα διαιωνίσουν την φήμη της υπέροχης αυτής Κρητικιάς, γνωστής και εις την Ακαδημίαν Αθηνών, εις το Λαογραφικόν Τμήμα της οποίας ήτο πολλά χρόνια συνεργάτις. Θύμα και αυτή των ραδιουργιών της εποχής, συνελήφθη προ ενός μηνός ως Κομμουνίστρια από την Οργάνωσιν της Εθνικής Αντιστάσεως Κρήτης. Η Εθνική Αντίστασις την παρέπεμψε μαζί με μίαν άλλην διδασκάλισσαν Δρανδάκη[6] εις την Ειδικήν Ασφάλειαν Ηρακλείου. Εκείθεν, επανεφέρθη εις τους «σταύλους» της Οργανώσεως, και απ’ εκεί εδηλώθη υπό των αρχηγών της Εθνικής Αντιστάσεως, ότι η Μαρία Λιουδάκη ΑΦΕΘΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑ. Έκτοτε ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ καθώς και της Δρανδάκη, και με αγωνίαν όλοι που ενδιαφέρονται δια την Λαογραφίαν διερωτώνται τι να συνέβη; Είνε καθήκον των Αρχών και ιδιαίτερα του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως να διατάξη ανάκρισιν ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΣ των δύο αυτών γυναικών, διότι ολόκληρη η ευθύνη είτε ούτως είτε άλλως πίπτει εις την Δημοσίαν Ασφάλειαν. Και περιμένομεν να ακούσωμεν ποίαι εντολαί εδόθησαν σχετικώς.»
«Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΛΙΟΥΔΑΚΗ
Κύριε Διευθυντά,
Εις το «Βήμα» της 13ης Ιανουαρίου εδημοσιεύθη πληροφορία σχετική με την διδασκάλισσαν και Λαογράφον Μαρίαν Λιουδάκη, της οποίας η υπόθεσις έδωσε ως φαίνεται αφορμήν είς τινας δι’ εκμετάλλευσιν.
Προς αποκατάστασιν των γεγονότων γνωστοποιώ ότι η Μαρία Λιουδάκη υπήρξε ένα εκ των πλέον ενεργών στοιχείων του Κ.Κ. εις την ιδιαιτέραν μας Πατρίδα. Τόσον κατά το διάστημα της Κατοχής, όσον και μετά την απελευθέρωσιν, δεν ηρκέσθη να πιστεύη εις ό,τι επίστευε τόσον διά τον εαυτόν της, όσον και διά το κόμμα εις το οποίον ανήκει, καταστάσεις τας οποίας η Εθνική Οργάνωσις Κρήτης σέβεται, εφόσον βέβαια δεν εξέρχονται των ορίων της Νομιμότητος και του Εθνικού συμφέροντος.

Η Μαρία Λιουδάκη
Αλλά οχυρωμένη όπισθεν της Εθνικής και ηθικοπλαστικής αποστολής, εις την οποίαν είχε ταχθή ως εκ του επαγγέλματός της, προσηλύτιζε με κάθε τρόπο και επροπαγάνδιζε τας αντεθνικάς ιδέας του Κόμματός της εις την μέλλουσαν Γενεάν του Νησιού του θάρρους και της Δημοκρατικής ελευθερίας. Δεν παραλείπω να γνωρίσω ότι είχε αναμιχθή ενεργώς εις τα θλιβερά γεγονότα της Ιεραπέτρας. Προ μιάς τοιαύτης λυπηράς καταστάσεως η Κρητική Εθνική Αντίστασις είχε υποχρέωσιν να επέμβη. Πράγματι συνελήφθησαν υπό των ανδρών της Εθνικής Αντιστάσεως, τόσον αυτή, όσον και η άμεσος συνεργάτις Δρανδάκη. Μετεφέρθησαν εις Ηράκλειον και παρεδόθησαν εις την Ασφάλειαν δια τα περαιτέρω. Η ως άνω υπηρεσία επανεπέστρεψεν αυτάς με τας δεούσας ανακρίσεις εις ημάς, ημείς δε εφιλοξενήσαμεν αυτάς καθ’ ο μέτρον μάς ήτο δυνατόν και επιτρεπτόν, και όχι βέβαια εις ό μέρος ανέγραψεν ο συντάκτης του δημοσιεύματος. Μετά τας απαραιτήτους πατριωτικάς νουθεσίας και συστάσεις, αλλά και μετά τας διαβεβαιώσεις των, αι οποίαι συνίσταντο τόσον ότι εις το μέλλον θα έπαυον τον προσηλυτισμόν, όσον επίσης ότι δεν θα επανήρχοντο εις Ιεράπετραν, περιφέρειαν και μέρος εις το οποίον έδρασαν, μέχρι της λήξεως της Εθνικής Περιπετείας μας, η Εθνική Αντίστασις αφήκεν αυτάς ελευθέρας. Ούτω έχουν τα πράγματα και τα γεγονότα, τα οποία ένιοι εθεώρησαν ότι παρέχουν έδαφος δια την δημιουργίαν αναλόγου συγχύσεως και εκμεταλλεύσεως. Επιθυμώ επιπροσθέτως να γνωρίσουν οι περί τα τοιαύτα ασχολούμενοι ότι η Κρητική Εθνική Αντίστασις, μακράν κάθε συμφεροντολογικού υπολογισμού και μικροπολιτικού κομματικού συμφέροντος ανήκε, ανήκει και θα ανήκει εις το Έθνος και μόνον εις το Έθνος. Μόνοι και πρώτοι άνευ της παραμικροτέρας υλικής και ηθικής ενισχύσεως παρ’ οιουδήποτε, τόσον κατά τα έτη της Εθνικής Συμφοράς, όσον και μετέπειτα. Με προστάτην και οδηγόν τας Δημοκρατικάς μάζας του Κρητικού λαού, εις την υπηρεσίαν του οποίου έχομεν ταχθή και τον οποίον έχομεν συμπαραστάτην, θα εξακολουθώμεν να προασπίζωμεν τα Εθνικά του συμφέροντα, έχοντες ούτω ήρεμον την συνείδησιν ότι και ημείς με την σειράν μας εξετελέσαμεν και εκτελούμεν το καθήκον μας ενώπιον της Ιστορίας.
Μετά τιμής
Δια την Εθνικήν Αντίστασιν Κρήτης
ΕΜΜ. Γ. ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ»
Στις 2.11.1947 ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης γράφει στην Μαρία Λιουδάκη για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες, διατυπώνοντας την αμφιβολία του αν της είχε στείλει το προηγούμενο γράμμα που της είχε γράψει, καθώς δεν είχε πάρει απάντηση. Εκείνες τις ημέρες του τρόμου η Μαρία ίσως να μη διάβασε ποτέ το γράμμα του Τριανταφυλλίδη. Στο δεύτερο γράμμα του ο Τριανταφυλλίδης δεν θα μπορούσε να λάβει απάντηση. Η Μαρία είχε συλληφθεί από τις ορδές του Μπαντουβά.
Δυο από τις τελευταίες επιστολές προς τη Μαρία είναι της Λιλής Αλιβιζάτου (20 Οκτωβρίου και 29.11.1947). Στις 29 Νοεμβρίου η Μαρία ήδη βρισκόταν στα χέρια των δολοφόνων.
3.
Χαρά Λιουδάκη-Σουκατζίδη
Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη τελειώνει με την εκτέλεση των «200», με τον Ναπολέοντα, τη Χαρά, το «τελευταίο σημείωμα». Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι είναι η τελευταία του ταινία. Κι όμως, ένα άλλο μεγάλο έργο θα μπορούσε να άρχιζε από εκεί που σταμάτησε η «τελευταία ταινία». Όσες φορές κι αν άκουσα τη Χαρά να ξαναζεί τον εφιάλτη, είτε της εκτέλεσης του Ναπολέοντα είτε της δολοφονίας της Μαρίας, τόσο πιο σπουδαίος μού φαινόταν ο στίχος του Μαβίλη: τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν: / θέλουν ‒ μα δε βολεί να λησμονήσουν. Μια «ατομική» βόμβα ισοπέδωσε τον κόσμο της την πρωτομαγιά του 1944 και στην έρημο που άφησε έμενε μόνη ζωντανή ελπίδα η «μανούλα» της. Για σχεδόν ένα χρόνο δεν μιλούσε και δεν επικοινωνούσε με κανένα, ούτε μ’ εκείνην. Δυστυχώς, με διαφορά λιγότερο από 2,5 χρόνια την χτύπησε και δεύτερη «ατομική» βόμβα, το 1947.

Δεν τους ξεπέρασε ποτέ, ουσιαστικά δεν συνήλθε ποτέ. Ένιωθε πως υπήρχε για να κρατά ζωντανή τη μνήμη τους. Το 1944 και το 1947 στοίχειωσαν κυριολεκτικά την ζωή της. Είχε όμως τεράστια αποθέματα καλοσύνης και ανθρωπιάς. Μεγάλος άνθρωπος πραγματικά. Έζησε το υπόλοιπο της ζωής της με προστάτες αγγέλους τον Ναπολέοντα και τη Μαρία. Διότι ναι μεν απολύθηκε με το Θ΄ Ψήφισμα το 1946 αλλά θα υφίστατο διωγμούς. Γλίτωσε τα χειρότερα, γιατί, μετά από εκείνους, ήταν αδύνατο ακόμη και για την μισαλλόδοξη μετεμφυλιακή δεξιά και τη χούντα να την φυλακίσει ή να την εξορίσει.
Η Χαρά, μετά την αποφοίτησή της από το Διδασκαλείο Ηρακλείου, είχε σπουδάσει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κοντά στη Μαρία μυήθηκε στη λαογραφία, και με την καθοδήγηση και προτροπή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη ασχολήθηκε κι εκείνη με τη λαογραφία του Πόντου και της Μικρασίας. Θα ζούσε έτσι και στα μέρη που γεννήθηκε ο Ναπολέων. Οι φίλοι της Μαρίας Οκτάβιος και Μέλπω Μερλιέ της έδωσαν ανεπίσημα δουλειά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και επίσημα στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, όπου άφησε χιλιάδες σελίδες λαογραφικού υλικού που συνέλεξε και κατέγραψε, και πλήθος εργασιών, καθώς και το βραβευμένο βιβλίο της από την Ακαδημία Αθηνών Τα μεταλλεία της Μικρασίας και του Πόντου.
Στην Κρήτη δεν ξαναπάτησε το πόδι της. Δυο φορές ταξίδεψε και επέστρεψε αυθημερόν, όταν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, την πρώτη φορά όταν έπρεπε να πάει στην κηδεία της αδελφής της Δόξας το 1986 και τη δεύτερη στην τελετή αποκάλυψης του ανδριάντα του Ναπολέοντα στο Αρκαλοχώρι, στα τέλη του 2000, λίγους μήνες πριν πεθάνει. Κάποτε της ζήτησαν πιεστικά ένα κείμενο από τον Ριζοσπάστη, πριν την πρωτομαγιά του 1988. Τρομερά αναστατωμένη ζήτησε τη βοήθειά μου, να γράψω ένα κείμενο…
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν έγραψε το βιβλίο που της υπέδειξε στις 15 Απριλίου 1945 η Μαρία και το ήθελε προφανώς τόσο πολύ κι η ίδια:
Ιεράπετρα 15-4-45
Άστρο μου φωτεινό, Ήλιε μου λαμπρέ, γλυκειά μου Χαρά,
Τι ήτονε αυτό! Ύστερα από ένα χρόνο να μου γράψης; Μεγάλος ο πόνος σου άγγελέ μου, μα δεν είναι μικρότερος και ο δικός μου. Ο χαμός του μεγάλου μας ήρωα, ο χαμός του λατρευτού μας άγγελου βούτηξε και την ψυχή μου στο πένθος και την απελπισία. Μα δε με τρυπά λιγώτερο και ο πόνος ο δικός σου. Τώρα, χαρά μου, τώρα, άγγελέ μου, ό,τι κι αν κάμωμε δεν καταφέρνομε τίποτα. Η παρηγοριά μας μονάχα θα είναι που ο άγγελός μας τίμησε τον τόπο του κι εμάς που είμαστε δικοί του άνθρωποι. Τώρα να προσέξης να μην ξεχάσης τίποτε από τα λόγια του, να μη χάσης κανένα από τα γράμματα. Άμα σμίξωμε θ’ ασχοληθούμε για τη ζωή του και τη δράση του. Θα σε βοηθήσω να κάμης ένα βιβλίο «Ο μάρτυράς μου». Εκεί θα τον παρουσιάζης σαν παιδί, σαν έφηβο, σαν άνδρα. Θα περιγράψης όλη του τη φωτεινή δράση. Μην ξεχάσης κανένα από τα λόγια του. Πότε τον είδες για τελευταία φορά; Ποια ήσανε τα υστερνά του λόγια; Το ήξερες πως θα τον εχτελούσανε;
Ο πατέρας του ο κακομοίρης λαχταρά πότε να σε συναντήση! «Η κόρη μου και η κόρη μου» μου γράφει. «Πότε θα τη δω να της δώσω ακόμη μερικά πράματα, που είναι οικογενειακά μας κειμήλια»! Γράψε του, κερά μου, γράψε του να τον παρηγοράς γιατί είναι απαρηγόρητος.
Αχ! Να μπορούσες να κατεβής, παιδί μου! Μπορείς; Πόση χαρά θα μας έδινες ολωνών.
Σε φιλώ γλυκά, αχόρταγα
Μαρία
Τρεις μήνες αργότερα θα γράψει στον Γιώργο Λιοντάκη στον Νέο Κόσμο, ο οποίος την πληροφόρησε πως η Χαρά «είναι καλά»:
Λατσίδα 7-7-44
Αγαπητέ μου
Παρηγοριά δε θα ιδώ, αν δε μου γράψη η κορούλα μου με τα ίδια της τα χέρια, να ιδώ τα γράμματά της. Να μου πη πώς εχάθηκεν το παιδί μου. Όσο κι αν είναι στενοχωρημένη να παρηγορηθή και να μου γράψη δυο λόγια. Η γλυκειά μου η κορούλα είναι τώρα η μόνη μου παρηγοριά, να μου γράψη λοιπόν.
Μ’ αγάπη
Μ. Λιουδάκη
Λατσίδα
Το βιβλίο δεν το έγραψε γιατί δεν μπορούσε. Γιατί μετά και τη δολοφονία της Μαρίας δεν συνήλθε ποτέ. Αδυνατούσε. Το βάρος ήταν τεράστιο. Της ήταν αδύνατο να μιλήσει. Της ήταν αδύνατο να το διαχειριστεί. Γιατί μόλις άγγιζε τα χαρτιά τους ξυπνούσε ο τρόμος, το Σκοπευτήριο Καισαριανής κι οι Στάβλοι του Μπαντουβά. Το μόνο που μπορούσε ν’ αγγίξει, όπως χαϊδεύεις ένα μωρό, ήταν τα τρία τελευταία σημειώματα του Ναπολέοντα, που φωτογραφικά αντίγραφά τους είχε πάντα στην τσάντα της.
ΜΑΡΙΑ ΠΡΟΣ ΧΑΡΑ:
Ιεράπετρα 4-6-1945
Κορούλα μου, άγγελέ μου,
Γράφε μου συχνά, και πρόσεχε, ψυχούλα μου, τον κάθε κίνδυνο. Να σμίξουμε, φως μου, να μου κουβεδιάζης [= κουβεντιάζεις] για το παιδί μας, για τον άγγελό μας, για τον εθνομάρτυρά μας, για τον ήρωά μας. Μας ήρθε κι άλλη καταστροφή. Σκότωσε τ’ αυτοκίνητο την Ανδρονίκη κι ήφηκεν ορφανά τα δυο παιδιά της. Το μυαλό πάει να μου φύγη. Τι θα γενούνε τώρα αυτά τα δύο παιδιά; Ο αχαΐρευτος κοντό [= άραγε] ο αδερφός σου θα τα προστατέψη; Ε το τέρας! Πότε να σμίξουμε να σου πω τα βάσανά μου να παρηγορηθώ λίγο.
Στον πεθερό σου, κυρά μου, γράφε να τον παρηγορής, γιατί μου γράφει πως λαχταρά να δη την κόρη του. Νομίζει ο κακομοίρης πως εσύ είσαι τώρα κι ο γιος του κι η κόρη του.
Τα γράμματα του παιδιού μας, κορούλα μου, να μη χαθούνε. Εκεί θα στηριχθής και θα κάμης ένα ωραίο βιβλίο για τη ζωή του.
Αυτό θα το κάμης εσύ, εσύ κορούλα μου. Φύλαγε μονάχα τα γράμματά του μη χαθούνε. Γράφε μου, μη μ’ αφήνης.
Θα ’ρχόμασταν το καλοκαίρι μαζί με τον πεθερό σου, μα εγώ δεν μπορώ να φύγω, γιατί με ’χουν καταγγείλει οι αντιδραστικοί και δε μου δίδουνε άδεια να ταξιδέψω.
Κορούλα μου, πρόσεχε, πρόσεχε από κάθε κίνδυνο. Διάβασα τα ωραία που γράφουνε στην Επιθεώρηση για το παιδί μας και για σένα. Είδες τι ωραία είναι να ’ναι κανείς σεμνός; Πόσο χάρηκα όταν το διάβασα! Είναι σεμνή η κορούλα μου, είναι φρόνιμη, είναι μεγάλος άνθρωπος όπως το είπε το παιδί μας, όταν πήγαινε για εχτέλεση.
Σε φιλώ γλυκά γλυκά
Η μανούλα σου
[1] Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης, Μαρία Λιουδάκι, Η ιέρεια της Παιδείας, έκδοση Μορφωτικής Στέγης Ιεράπετρας, 1992, σ. 27. Από άρθρο της Μ.Λ. στην εφημ. Νέος Αγών της Ιεράπετρας, 3.6.1934.
[2] Νικόλαος Σπέντζας, Υφυπουργός Παιδείας.
[3] Η συντήρηση και η όσο ήταν εφικτή αποκατάσταση του αρχείου και μια πρώτη ταξινόμησή του έγινε από τον υπογράφοντα, με οδηγίες από τον αείμνηστο καθηγητή Δημήτρη Λουκάτο, που υπήρξε φίλος και της Μαρίας και της Χαράς.
[4] Η πεθερά μου Χαρά Λιουδάκη-Σουκατζίδη θεωρούσε πιο έγκυρη την αξιολόγηση των σχετικών μαρτυριών από τον γιατρό του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Αντώνη Φλούντζη και όσα της είπε επανειλημμένως αναλυτικά ο ίδιος, από άλλες αναφορές όπως λ.χ. τις λογοτεχνικές του Θέμου Κορνάρου.
[5] Μια καλή περιγραφή της περιπέτειάς της μετά την εκτέλεση του Σουκατζίδη και με όσα στοιχεία ήταν διαθέσιμα εκείνη την εποχή, δίνει ο Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης στο βιβλίο του Μαρία Λιουδάκι, Η ιέρεια της Παιδείας. Επισημαίνω εδώ δυο μόνο πραγματολογικά λάθη. Στη σ. 14 όπου γράφει για δυο αδελφούς της Μαρίας Λιουδάκη που σκοτώθηκαν στον πόλεμο, ενώ σκοτώθηκε μόνο ο Γιάννης Λιουδάκης. Το σοβαρότερο όμως βρίσκεται στη σ. 135 όπου δημοσιεύει, από κάποια φωτοτυπία που του είχα δώσει, την επιστολή του Μπαντουβά της 20.1.1948 στο Βήμα, που αναφέρεται στο δημοσίευμα της εν λόγω εφημερίδας «της 15ης Ιανουαρίου 1966». Πρόκειται για το δημοσίευμα της 13ης Ιανουαρίου 1948, όταν ακόμη κανείς δεν εγνώριζε για την τύχη της Λιουδάκη. Τοποθετούμενο στο 1966 αξιολογείται διαφορετικά.
[6] Το επάγγελμά της ήταν μοδίστρα.

