Ναπολέων προς Χαρά
29 Οκτωβρίου 1940
29/10/1940 (11)
Ζεις, ψυχούλα μου; Ζεις γυναικούλα μου; Είναι αφάνταστη, είναι τραγική η σημερινή μου αγωνία. Τα μαύρα πουλιά του αιμοσταγούς εχθρού της γλυκιάς πατρίδας πετάξανε, λέει, πάνω από την Αθήνα μας, πάνω από την πόλη που φιλοξενεί και σένα. Δεν ξέρω όμως τίποτε, μα τίποτε παραπάνω. Κι είμαι να σκάσω. Ζεις, παιδί μου; Και πού να βρίσκεσαι; Και τι να κάνεις; Πώς πέρασες τη χτεσινή μέρα; την ψεσινή νύχτα; Και σήμερα; Βρίσκεσαι μαζί με την ξαδερφούλα μας; Σήμερα θα τηλ/φούσα σε κείνη, μα δε γίνονται δεκτά τηλ/τα, γιατί, λέει, δε διαβιβάζονται. Θα γράψω σήμερα ένα σύντομο γράμμα και στη διεύθυνση της ξαδερφούλας. Όποιο κι αν πάρεις από τα δύο, κοίταξε να μου απαντήσεις αμέσως. Κοίταξε, αν μπορείς, να μου γράφεις κάθε μέρα.
Σου γράφω, δίχως βέβαια να ξέρω, αν το γράμμα μου θα φτάσει στα χέρια σου. Να μάθαινα μονάχα, ψυχούλα, πως είσαι καλά και δεν ήθελα τίποτα, μα τίποτα άλλο. Λες να φανεί αύριο κανένα γραμματούλι σου; Θα νιώσω τη μεγαλύτερη χαρά του κόσμου, τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Να μάθω, ψυχούλα, πως ζεις, να μάθω πως είσαι καλά. Να πρόλαβες να ’φυγες για την Κρήτη! Το καλύτερο που ’χες να κάνεις. Λιγότερο ανησυχώ για την αδερφούλα και για το μπαμπά. Εκείνοι είναι πιο ασφαλισμένοι εκεί κάτω. Φαντάζομαι όμως την αγωνία τους για μας. Αν μπορείς εσύ, γράψε αμέσως και στους δυο και πες τους πως είμαστε καλά. Σ’ αγαπώ πολύ, πολύ, πάρα πολύ! Αν υποχρεωθείτε να φύγετε απ’ αυτού και αν μπορείτε να πάτε και κάπου, έρχεστε εδώ με την ξαδερφούλα; Νομίζω πως είναι καλύτερα εδώ.
Με αίτησή μας που την υπογράψανε δύο εκπρόσωποί μας, ζητήσαμε σήμερα από το Μεταξά να πάρουμε τη θέση μας κάτω από τις διαταγές του στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της γλυκιάς πατρίδας, στην περίπτωση βέβαια που η κυβέρνησή του θα κάνει ό,τι επιβάλει το υπέρτατο συμφέρον της πατρίδας μας. Το βασικό· να ζητήσει την ενίσχυση και την προστασία της μόνης δυνατής χώρας, που μπορεί σήμερα να μας δώσει. Γιατί όσο ηρωική κι αν είναι η αντίστασή μας, δεν θα μπορέσουμε μόνοι ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά έναν εχθρό τόσο πιο ισχυρό από μας. Όλοι, μα όλοι μας, ψυχούλα, είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για την τιμή και για την ελευθερία της γλυκιάς πατρίδας! Θα ’ρθεις, αγαπούλα, και συ μαζί μου; Θα παλέψεις και συ για τα ιδανικά εκείνα που χωρίζουν τον άνθρωπο από το κτήνος; Τι θα μπορέσεις να προσφέρεις και συ στον υπέρ όλων αγώνα;
Κοίταξε, ψυχούλα, να ’χω το γρηγορότερο μιαν είδησή σου, την είδηση ότι ζεις. Εγώ θα σου γράφω κάθε μέρα ένα σύντομο γράμμα. Το ίδιο να κάνεις και συ. Και να προσέχεις όσο μπορείς. Πότε πια θα σμίξουμε, ψυχούλα! Πότε πια θα χαιρόμαστε μαζί τις χαρές της ζωής και θα ζούμε μαζί την κάθε λύπη και την κάθε αγωνία! Πόσο διαφορετική θα ’τανε η ζωή μας, ε;
Τα φιλιά μου στην ξαδερφούλα.
Σε φιλώ γλυκά, γλυκά
Ναπολέων
***
9/12/1940 πρωί. (4)
Χαρμόσυνα, ψυχούλα, χτυπούσαν ψες αργά οι καμπάνες τ’ Αναπλιού. Δε μάθαμε ακόμα τίποτε, πιστεύουμε όμως να ’πεσε το Αργυρόκαστρο ‒ ένα ακόμα κάστρο του φασισμού. Γιορτάζουμε μ’ όλη μας την ψυχή τις νίκες του στρατού μας και λυπούμαστε μ’ όλη μας την καρδιά που δε βρισκόμαστε και μεις εκεί ψηλά με το τουφέκι στο χέρι μαζί με τ’ άλλα παλικάρια μας. Και τώρα στα δικά μας (…)
Φιλιά
Ναπολέων
***
Μια από τρεις μοναδικές χειροποίητες κάρτες, ζωγραφισμένες από συγκρατούμενο φίλο του, τις οποίες έστειλε ο Ναπολέων στη Μαρία και τη Χαρά. Στη Μαρία έστειλε δύο με διαφορετικά σχέδια στις 3 Φεβρουαρίου 1941 όπου έγραφε, στην πρώτη: «“Τι τιμή, τι δόξα, τι ευτυχία για τα τιμημένα μας παλικάρια που τους δόθηκε ο κλήρος να κουρελιάσουν και να γκρεμίσουν το φασισμό.” (Από το υπέροχο γράμμα σου, αδελφούλα, της 1.1.41), Ναπολέων
Έμπνευση και εκτέλεση ενός φίλου μου εδώ.
Ακροναυπλία, 3/2/41»
16/1/1941 (12)
(…)
Εσώκλειστα σου στέλνω κι ένα ζωγραφικό έργο, που μου ’φτιαξε δω ένας φίλος μου τραπεζιτικός. Πιστεύω ν’ αρέσει και στον ξάδελφό μας και στους άλλους ηρωικούς μας τραυματίες, που θέλω να πηγαίνεις να τους βλέπεις συχνά, να τους κάνεις συντροφιά, να τους εξυπηρετείς όσο μπορείς και να τους χαιρετάς πάντα θερμά από μέρος μου. Και γω, πες τους, κι οι φίλοι μου όλοι λυπούμαστε κατάκαρδα που δε μας άφησαν να βρεθούμε και μεις πλάι τους με το τουφέκι στο χέρι, που δε μας άφησαν και μας να πάρουμε μέρος στον ιερό αυτό πόλεμο, τον πόλεμο που διεξάγει ο λαός μας για την ελευθερία του, για την τιμή του.
Ανάμεσα στα χτεσινά ονόματα των δοξασμένων μας τραυματιών είναι κι ένα που μοιάζει με τ’ όνομα του Βαγγέλη, του ξαδέλφου του Πετρομιχελάκη. Μήπως είναι κείνος; Για κοίταξε να δεις.
Προσπάθησε λοιπόν να ’ρθεις, κι ώσπου να ’ρθεις, γράφε μου, γράφε μου κάθε μέρα,… (…)
Σε φιλώ γλυκά-γλυκά
Ναπολέων
***

Στη δεύτερη έγραφε:
«Πιστεύω πως δε θ’ αργήσουμε να της βγάλουμε άχρηστο και ανίκανο και τον καινούργιο και τελευταίο καβαλιέρο της. Ε, αδελφούλα;
Ναπολέων
Έμπνευση και εκτέλεση ενός φίλου μου εδώ.
Ακροναυπλία, 3/2/41»
Ναπολέων προς Ελένη Λιουδάκη
[Λατσίδα Μεραμπέλου, αδελφή της Χαράς]
4-3-41
[…] Λοιπόν χτες αντάμωσα πάλι με την κοπελιά μου. Ανέβηκε πάλι τ’ ατέλειωτα σκαλιά του Γολγοθά μου κι ήρθε να με δει. Και γώ την αγκάλιασα και τη φίλησα πιο γλυκά και πιο θερμά από κάθε άλλη φορά. Ο κάθε ερχομός της είναι για μένα γιορτή, πανηγύρι, σωστή λαμπρή, δεν ξέρω όμως γιατί αυτή τη φορά η αγαλλίασή μου είτανε τόσο πιο μεγάλη, τόσο πιο εξαιρετική.
[…]
Προχτές έγραψα και στο Γιαννιό μας στο μέτωπο και του ’πα πόσο λυπάμαι, όπως δα και όλοι οι φίλοι μου εδώ, που δε βρίσκομαι και γώ κοντά του για ν’ αντιμετωπίσω και γώ με το τουφέκι στο χέρι το βρωμερό εχτρό της πατρίδας μας. Ζητήσαμε ξανά και ξανά από την Κυβέρνηση να μας στείλει στην πρώτη γραμμή της φωτιάς κατ’ ευθείαν από δώ, μ’ επικεφαλής αξιωματικούς της δικής της εμπιστοσύνης, μα δυστυχώς δεν έγινε ακόμα τίποτα. Γιά να δούμε τώρα που καινούργιοι κίνδυνοι παρουσιάζονται για την ελευθερία μας και την εθνική μας ανεξαρτησία, κίνδυνοι που πρέπει να βρουν ενωμένους όλους τους Έλληνες, με παραμέριση και της παραμικρότερης διαφοράς που υπήρχε ανάμεσά τους. Τίποτα, μ’ απολύτως τίποτα δεν πρέπει και δε μπορεί να χωρίζει σήμερα τους Έλληνες μεταξύ τους. Μα δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι που λέγονται Έλληνες και που αντιδρούν σ’ αυτή την ενότητα.
Στο Γιαννιό μας έστειλα κι ένα δέμα με μια αλλαγή μου μάλλινα εσώρουχα, εκείνος θα τα χρειάζεται τώρα πιο πολύ από μένα, με χαρτοφάκελα, μ’ ένα μολύβι, μ’ ένα ζ. μάλλινες κάλτσες, που μου ’χε πλέξει η καλή μου και μ’ ένα ξύλινο κομπολόι, που μου το ’φτιαξε ένας φίλος μου, για να παίζει με δαύτο κάθε που δε θα γαζώνει με τη μηχανή του τους φασίστες. Λυπήθηκα που δε μου επιτρέψανε να του στείλω και κάτι τσιγάρα που του ’χα αγοράσει. Έτσι και γώ τα τράταρα στους φίλους μου που τα κάπνισαν στην υγειά του Γιαννιού μας.
[…]
Σε φιλώ γλυκά
Ναπολέων
[ΥΓ.] Τι προσφέρεις εσύ, αδελφούλα, για την πατρίδα μας; Τι κάνεις αυτού; Πλέκετε; Γράφετε στα παλικάρια που πολεμάνε; Είδα και τον ήρωα τον Καμαράτο που τίμησε τη Νεάπολη. Σκοτώθηκαν κι άλλα λεβεντόπαιδα; Να μου πεις. Ακούς; Δόξα και τιμή στα σπιτικά τους και στους δικούς τους!
***

Ναπολέων προς Χαρά: «Λαχταράμε πότε να μας αφήσουν για να πάμε να πολεμήσουμε και μεις για την πατρίδα. Θα παλαίψουμε μ’ όλη μας την ψυχή, ενωμένοι σφιχτά μ’ όσους είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν για την ελευθερία και για την τιμή της Ελλάδας μας. Δεν πας να του τα πεις [: του Εμμ. Τσουδερού] κι η ίδια; ΓΡΑΦΕ ΜΟΥ! ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ! ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!» (22.4.1941).
Την προηγουμένη της έγραφε: «ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ’ΡΘΕΙΣ / ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ ΤΩΡΑ! (…) Μα θα νικήσουμε, μωρό μου, θα νικήσουμε γιατί η Ελλάδα μας έχει ακόμα πολλά παλικάρια σαν το δικό μας το αδελφάκι. Παρακολουθείς τα ηρωικά τους κατορθώματα; Κρίμας, χίλιες φορές κρίμας που δε μας άφησαν ακόμα και εμάς να προτάξουμε και μεις τα στήθια μας στους βδελυρούς επιδρομείς που επιβουλεύτηκαν την τιμή μας. Κρίμας, κρίμας!» (21.4.1941).
Ναπολέων προς Χαρά
20/3/1941 (19)
Μονάχα σήμερα, καλή μου, παίρνω την 8η κάρτα σου της 12ης του μηνός. Έτσι αύριο πιστεύω να πάρω και την 9η που καθυστερεί, μαζί της όμως πρέπει να ’χω και καμιά καινούργια, ε; Αν είναι αλήθεια, αγαπούλα, αυτό που λες στη σημερινή σου καρτούλα, πως τάχα καταλαβαίνεις πολύ τον πόνο μου και την αγωνία μου, κοίταξε να μην περνά δεύτερη μέρα δίχως να μου στέλνεις μια “γραφή”. (…)
Σε φιλώ γλυκά
Ναπολέων
***
Ναπολέων προς τον πατέρα του
25/3/1941
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά…»
Μαζί με τους πανέλληνες, πατερούλη, γιορτάζουμε κι εμείς τη μεγάλη σημερινή μέρα με την ακλόνητη πίστη στην καρδιά πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Μόνο που θα θέλαμε κι εμείς, όλοι εμείς που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, να βρισκόμασταν μαζί με τα ηρωικά μας εκείνα παλικάρια που με το ντουφέκι στο χέρι γράφουν με το αίμα τους την καινούργια ένδοξη εποποιΐα του ελληνικού λαού. Και ζητήσαμε και ξαναζητήσαμε από τους αρμόδιους και τους υπεύθυνους να σταλούμε στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Αυτό έλεγα και σ’ εσένα να ζητήσεις για μένα με την κάρτα μου της 24/2. ‒ Λυπήθηκα πολύ-πολύ με το θάνατο του Λάμπη. Πέθανε γρήγορα, πέθανε νέος. Πέθανε όμως λευκός, αγνός, τίμιος στρατιώτης ενός τίμιου αγώνα. Σ’ όλους τους δικούς του που θα δεις και να πεις στ’ αδέλφια του σαν κατεβείς στο Ηράκλειο, να πεις και τα δικά μου και όλων των φίλων μου που γνώριζαν κι εχτιμούσαν πολύ το Λάμπη, τα θερμά συλλυπητήρια. Σαν κατεβούμε καμιά φορά κάτω με το καλό, ένα από τα πρώτα μας καθήκοντα θα ’ναι να τιμήσουμε τη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας. ‒ Η κορούλα σου είναι καλά, αγαπιόμαστε πάντα πολύ-πολύ κι αλληλογραφούμε συχνά. Δε θέλει και πολύ να κατέβει κάτω, μόνο και μόνο για να μη μας χωρίζει τόσο μεγάλη απόσταση. Θέλω να την αγαπάς, θέλω να τη λατρεύεις. Ο Σιγανός είναι καλά και σε χαιρετά. ‒ Τους χαιρετισμούς μου σ’ όλους. Το προηγούμενο γράμμα σου δεν ήρθε. Μόλις πάρεις λεφτά στείλε μου χίλιες δραχμές.
Φιλιά
Ναπολέων
Μη χάνεις ποτέ, πατερούλη, την αισιοδοξία σου. Γρήγορα θα σμίξουμε. Πίστεψέ με. Ναπ.
***
Ναπολέων προς Χαρά
25/3/41 (23)
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή»
Γιορτάζουμε, αγαπούλα, κι εμείς σήμερα εδώ τη μεγάλη μέρα με την πίστη πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Κι εσύ, αγαπούλα, δεν πιστεύεις απόλυτα σ’ αυτό το πράμα; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως δεν μπορούνε να πάνε στα χαμένα τόσοι και τόσοι αγώνες του ελληνικού λαού, τόσες και τόσες θυσίες του, μαζί κι οι εκατόμβες που προσφέρει σήμερα στο βωμό της ελευθερίας; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως πάντα περήφανοι για το πως είμαστε Έλληνες, θα βρεθούμε σύντομα κι εμείς λεύτεροι κι ευτυχισμένοι στο ειρηνικό και τίμιο σπιτικό μας μαζί-μαζί με τους αγαπημένους δικούς μας; Μόνο που τώρα, αγαπούλα, δεν ήθελα, δεν έπρεπε να ’μαι δω. Ήθελα κι έπρεπε να ’μαι κι εγώ μαζί με το Γιαννιό μας, μαζί μ’ όλα τα ηρωικά μας παλικαρόπουλα που με το αίμα τους βάφουν τις χιονισμένες βουνοκορφές της Αλβανίας, γράφοντας έτσι τόσο λαμπρά, τόσο ένδοξα την καινούργια εποποιία του Ελληνικού λαού. Κι αυτό το ζητήσαμε και το ζητάμε όλα, μά όλα τα παιδιά που βρισκόμαστε δω, το ζητήσαμε και τα ξαναζητήσαμε και το ξαναζητάμε. Κι αν, αγαπούλα, μας αφήσουν μια στιγμή για να τραβήξουμε και μεις κει ψηλά, θα ’ρθεις κι εσύ μαζί μου; Για πες μου, αγαπούλα. Μπορείς όμως να σηκώσεις το τουφέκι; Για δοκίμασε να μου πεις. Εγώ θα σου μάθω πώς να σημαδεύεις και πώς να σκοτώνεις τους εχτρούς της πατρίδας. Σ’ αγαπώ τόσο, μα τόσο πολύ, αγαπούλα, και φιλιά γλυκά-γλυκά.
Ναπολέων
***
6/4/41 (4) Συστημένο!
[Η επιστολή φέρει εκ παραδρομής ημερομηνία 6/3]
Αγαπούλα,
Ζήτω ο στρατός μας! Ζήτω ο λαός μας! Ζήτω η Ελλάδα μας! Κάτι μάθαμε, αγαπούλα, για τον καινούργιο εχτρό που απειλεί την πατρίδα μας, την ελευθερία μας. Πιστεύουμε απόλυτα στη νίκη μας, γιατί ο αγώνας μας είναι ιερός, γιατί ο στρατός μας, γιατί ο λαός μας θα πολεμήσει μ’ όλη του την ψυχή, μ’ όλη του την ορμή. Ζητήσαμε αμέσως να ’ρθούμε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση [: Κορυζή], αυτό όμως δεν έγινε δεχτό. Ωστόσο όμως εμείς μέσω του Διοικητού του Στρατοπέδου μηνύσαμε και πάλι στους κυβερνώντες πως είμαστε έτοιμοι να τραβήξουμε για την πρώτη γραμμή της φωτιάς για να προτάξουμε κι εμείς τα στήθια μας στους εχτρούς της πατρίδας. Α, να ιδούμε.
Εσύ, αγαπούλα, κοίταξε να κάνεις ό,τι μπορείς για την πατρίδα, για την Ελλάδα μας. Είναι τόσο λίγο το ό,τι έχεις κάνει ως τα σήμερα. Μα είναι, θα πεις, κι οι ανάγκες της ζωής, η δουλιά για το ψωμί, οι τόσες υποχρεώσεις. Μα όλα αυτά έρχονται τώρα σε δεύτερη γραμμή. Τώρα πρέπει να δώσεις όλες σου τις δυνάμεις στη μεγάλη την υπόθεση, στο μεγάλο τον αγώνα.
Καταλαβαίνω το παράπονό σου για το πώς ο καλός σου, ο αγαπημένος σου, κρατείται ακόμα στο στρατόπεδο, στη φυλακή με τη μόνη «κατηγορία» πως στάθηκε ένας από τους πρόδρομους αγωνιστές ενάντια στους σημερινούς εχτρούς της πατρίδας, τους εχτρούς που απειλούν την εθνική μας ανεξαρτησία, την ελευθερία μας. Καταλαβαίνω το παράπονό σου, το βρίσκω απόλυτα δικαιολογημένο. Μα και ποιος δε θα το ’βρισκε, μα και ποιος δε θα το βρει δικαιολογημένο; Και να γιατί έπρεπε και πρέπει να υποβάλεις τα παράπονά σου όπου χρειάζεται, όπου πρέπει.
Στενοχωρέθηκα πολύ που και σήμερα όχι μόνο δεν πήρα γράμμα σου, μα ούτε και υπόγραψα το ειδοποιητήριο του συστημένου που περίμενα. Γιατί, ψυχούλα μου, να μη μου γράψεις από τις 29/3 που ταχυδρόμησες κείνη την καρτούλα σου, την πρώτη που ’γραψες με την καινούργια σου πένα; (Με γεια, αλήθεια).
Γιατί, μωρό μου, να με στενοχωρείς; Γιατί θες να μου κάνεις αυτό το κακό, γιατί να με στερείς τόσες μέρες από ειδήσεις σου; Και σου ’χα έντονα παραγγείλει με το πρώτο συστημένο να μου στείλεις και συ συστημένο!
Δείχνεις, μωρό, πως δε μπόρεσες ακόμα να καταλάβεις ως πού φτάνει η αγάπη και η λατρεία που νιώθω για σένα. Σαν ανταμώσαμε προχτές σου μίλησα για το δράμα μου, για την τραγωδία μου, μα… μα… μα δεν καταλαβαίνεις, μωρό, γλυκό μου μωρό.
Κι είμαι, λέω, κι έξω φρενών μαζί σου σήμερα μ’ αυτή σου τη χιλιόδραχμη επ/γή. Μα κουζουλάθηκες; Μα δε σου ’πα και δε σου ξανάπα πως τώρα δεν έπρεπε να μου στείλεις τίποτα; Έτσι μου κάνεις τα χατίρια μου; Έτσι γίνονται όλα όπως ακριβώς εγώ θέλω; Δε μου το υποσχέθηκες την άλλη φορά; Και δε σου ’χα πει πως τώρα θα μου ’στελνε ο μπαμπάς λεφτά; Να, σήμερα είχα κι από κείνον τηλ/κή επ/γή 500 δρ. δοσμένη την 1/4.
Το μόνο καλό είναι που με την επ/γή σου έμαθα πως και την 3η του μηνός είσουνα καλά και μ’ αγαπούσες και με θυμόσουνα. Κι αυτό για μένα, μωρουδέλι μου, αξίζει όχι χιλιάρικο και χιλιάρικο, μα εκατομμύρια ολόκληρα. Μα με καταλαβαίνεις, μωρό; Καταλαβαίνεις πόσο σ’ αγαπώ; Κι αύριο θα ’χω εξάπαντος ένα γραμματούλι σου γεμάτο αγάπη και θέρμη και τρυφερότητα. Ε, μωρό μου; Μα βλέπεις που εγώ δεν μπορώ να σου γράψω όσα θα ’θελα.
Θα προσπαθήσεις να ’ρθεις; Έλα, έλα, μωρό μου. Πόσο λαχτάρησα να σε δω: Είμαι τόσο αισιόδοξος και για τη νίκη της πατρίδας και για την αυριανή μας ευτυχία, μα λαχτάρησα πολύ να σε δω. Στην άδεια να ζητήσεις να γράψουν πως θα μπορέσεις να με δεις και 3 και 4 φορές, για τη μέρα που θα μείνεις εδώ.
Πάρε μαζί σου και μερικά ρουχαλάκια παραπάνω. Ίσως μπορέσεις να μείνεις και πιο πολλές μέρες εδώ. Μαζί και τα εγγλέζικα βιβλία, λεξικά κλπ που ’χεις πάρει για να σε οδηγήσω γω πώς πρέπει και τι πρέπει να διαβάζεις. Τα μαθήματα του «Ν. Κόσμου» τα παίρνεις; Λεφτά πιστεύω να ’χεις πάντα πάνω σου αρκετά. Πήρες και κείνα της Μαρίας από κει που τα ’χεις; Σου το ’χα γράψει, μα δε μ’ απάντησες και σ’ αυτό, όπως δε μου απαντάς και σε τόσα και τόσα που σου γράφω και που σε ρωτώ κάθε φορά.
Τι έμαθες από το Μαριό μας; Τα γράμματά σου που χάθηκαν είτανε δικά της; Κρίμας που δεν μου τα ’στειλες συστημένα. Φαντάζομαι την ανησυχία της για μας. Γράψε της πως την αγαπώ πολύ, πολύ! Και από το Γιαννιό μας τι έμαθες; Γράφε μου κάθε μέρα. Στα συστημένα μου ν’ απαντάς με συστημένα. Φιλιά πολλά-πολλά στην ξαδελφούλα μου και στην Καιτούλα και σε σένα.
ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ
Ναπολέων
[Στο μεταξύ έλαβε γράμμα της Χαράς και συμπληρώνει:]
Κι αν όμως, μωρό, μάθουμε τελικά πως είναι οριστικό γεγονός ο ηρωικός χαμός του Γιαννιού μας και πάλι θα στενοχωρεθούμε τρομερά και πάλι θα τον κλάψουμε θερμά, ας μην ξεχνούμε όμως, γυναικούλα, αυτό που σου ’γραφα και προχτές, ας μην ξεχνούμε για ποιον μεγάλο και ιερό σκοπό έδωσε θυσία τη ζωή του ο αγαπημένος μας Γιάννης, ας μην ξεχνούμε για ποια ιδανικά πολεμώντας ηρωικά σκοτώθηκε το παλικάρι μας, ας μην ξεχνούμε την τιμή και την περηφάνια που μπορεί και που πρέπει να νιώθει το σπιτικό μας γι’ αυτή του την προσφορά στον υπέρ όλων αγώνα που διεξάγει η λατρευτή μας πατρίδα. Κι η σκέψη αυτή ας καταπραΰνει κι ας γλυκαίνει το μεγάλο μας πόνο.
Εγώ ώσπου να ’χω καμιά οριστικότερη από μέρους σου πληροφορία θ’ αποφύγω να γράψω στο σπίτι. Γράφε μου κάθε μέρα, κάθε μέρα.
[…]
Θα ’ρθεις αυτή την Κυριακή είτε την Κυριακή του Πάσχα; Θα σε περιμένω μ’ όλη μου τη λαχτάρα, μ’ όλη μου την αγωνία. Στο μεταξύ τηλ/φησέ μου μόλις μάθεις τίποτα το οριστικότερο για το Γιαννιό μας. Εμείς είμαστε καταδικασμένοι από μακριά μονάχα να καμαρώνουμε τα καινούργια άφθαστα κατορθώματα του ηρωικού μας λαού. Ζητάμε και ξαναζητάμε να τρέξουμε να προσφέρουμε και μεις το αίμα μας για τη λευτεριά και για την τιμή της λατρευτής πατρίδας, δυστυχώς όμως ακόμα δε μας άφησαν. Κρίμας, κρίμας!
Φιλώ γλυκά-γλυκά τα ματάκια σου τα δυο!
Ναπολέων
ΥΓ. 1 Κανονίζεις έτσι που σαν έρθεις να μείνεις μερικές μέρες εδώ; Θέλω να σ’ έχω κοντά, πολύ κοντά μου, μωρό. Να γραφεί στην άδεια πως θα μπορείς να με βλέπεις στο διάστημα της εδώ παραμονής σου. Μπορεί να το πετύχει αυτό η κ. Δημητρακοπούλου. Θα προτιμούσα να πας στη Ραφίνα στης ξαδέλφης μου. Ν.
[: Γραμμένο στο περιθώριο της κόλλας, αλλά δεν χώρεσε προφανώς δεύτερο υστερόγραφο].

