1.
25.5.39
Αδελφούλα μου χρυσή,
Δεν κράτησες βέβαια το λόγο σου με κείνο το «αύριο». (Και περίεργο που ξαναδίνεις τώρα παρόμοια υπόσχεση: «Αύριο μεθαύριο» λες). Περάσανε τέσσερις μέρες να μου γράψεις και συ κι η κοπελιά μου. Στενοχωρέθηκα όχι λίγο. Μα γεγονός πως, καθώς και η ίδια λες, αποζημιώθηκα και με το παραπάνω με το σημερινό συστημένο, τέσσερις μεγάλες σελίδες γραμμένες με το χέρι σου. Πού να τις χορτάσω;
Είτανε λέω και οι τέσσερις… αράδες της… μυρισάς μου. Θα ’χω αύριο γράμμα της;
Αυτή τη φορά μας έφαγε ο Δίωνας. Δεν κατόρθωσα να μάθω ποιο είναι το «ωραίο» που λέει, μα εμένα δε μ’ αρέσει καθόλου αυτός ο… κύριος. Αυτή δεν είναι αιτία για τις τέσσερις αράδες; Θαρρώ πως η κοπελιά μου θα γίνει αιτία να αρχίσω πια να τα βάζω και με τους αποθαμένους και με τους… αρχαίους. Και είναι επικίνδυνοι εχθροί οι ποθαμένοι. Κακαθρωπίζουνε καμιά φορά και μπορεί κανείς να… γραντίσει.
Και τώρα το «ανάτυπον» (!) για την «Τελευτή». Πήγε ρουφηχτό. Θυμήθηκα τη χαρά που ’κανα σαν είμουνα φανταράκος και μου ’στειλες το παιδικό σου «Στης γιαγιάς τα γόνατα». Τότες είμουνα παιδάκι αλήθεια και δεν είχα ακόμα… γεράσει, καθώς διαπίστωσες προχθές. Μα την ίδια χαρά έκανα και τώρα. Άλλο βέβαια είτανε σαν πήρα στο νησί τις «Μαντινάδες» σου. Αυτό είτανε άλλο πράμα, ε; Μνημειώδικο έργο, μνημειώδικα αισθήματα χαράς και περηφάνιας. Θυμάσαι και την τρυφερή αφιέρωση;
Μα και η «Τελευτή» δεν είναι για μένα μικρό πράμα. Δικό σου δεν είναι; Πόσοι ζητάνε να το διαβάσουνε! Μα πού να το πάρουν ακόμα. Να μια ματιά μόνο ρίχνουνε για τώρα. Το διάβασα βέβαια εγώ την ίδια ώρα που το πήρα, μα άσε να το χαρώ κι απόψε, να το χορτάσω, να το βάλω τη νύχτα κάτω από το προσκέφαλό μου κι αύριο με το καλό θωρούμε και κάνουμε. Πάντως η σειρά καθορίστηκε. Πρώτα τα κρητικόπουλα, έπειτα τα δασκαλάκια και έπεται συνέχεια με τους άλλους διανοούμενους και… μη.
Μπορεί όμως να μη σου κάνω πάλι το μικρό μου παράπονο; Παραπονιάρης άνθρωπος, ε; Έτσι θα λες και συ και πιο πολύ ασφαλώς η γυναικούλα μου. Μα πάλι να βγάζεις και «ανάτυπο» της μονογραφίας σου και να μην κάνεις κουβέντα στο αδελφάκι σου, πες μου, στο θεό σου, επιτρέπονται αυτά τα πράματα;
Γιατί όμως «Τελευτή»; Είναι ορολογία του Πολίτη; Και κείνο το «ανάτυπον» μου έκατσε στο στομάχι. Την πρωτοβουλία για το εξώφυλλο την είχε η «επιμέλεια» της Επετηρίδας; Είναι η ίδια η περυσινή; Γιατί όμως να μη βάλουνε άλλη αρίθμηση στις σελίδες; Μπορούσε να γίνει αυτό.
Τι την ήθελες εκείνη τη λαϊκή έκφραση με τις πίσες κλπ. εκεί προς το τέλος του έργου; Δε θα χάσει δα και πολλά η λαογραφική επιστήμη αν λείψουνε και τίποτα τέτοια από τη συλλογή. Είναι άσκημα πράματα. Δε χρειάζεται τόση επιστημονική… ακαμψία.
Δίδεις το μέσα του λαού για το θάνατο, για το χάρο; Είδες την αγάπη που δείχνει για τη ζωή όσο κι αν είναι δύσκολη και δυστυχισμένη για κείνον; Αισιοδοξία για τη ζωή. Όχι κλαούρα και φυγή σαν κάτι αρρωστιάρικους νεαρούς ποιητές μας.
Ξέρεις πότε μόνο αψηφά το θάνατο ο λαός μας. Σαν κινδυνεύει η τιμή του και η ελευθερία του.
Δεν έβαλες τραγούδια που το δείχνουν αυτό κι άλλα που μιλάνε για το θάνατο χωρίς να ’χουνε σχέση με τα σχετικά έθιμα. Θα ’χεις ασφαλώς, ε; Ιδιαίτερα από τα χανιώτικα. Θα τα βάλεις στη συλλογή των τραγουδιών;
Τι όμορφες που είναι πολλές μαντινάδες, ιδιαίτερα κείνες για τα παιδιά. Μερικές τους θυμίζουν παλαμική δημιουργία. Σαν να τις είχε υπόψη του ο μεγάλος μας ποιητής γράφοντας τον “Τάφο” του:
«Μα πες μου το, παιδάκι μου, πότε να σ’ ανιμένω» κλπ.
Και πιο πολύ εκείνο το:
«Να μάθεις τα περάσματα, οπίσω να γυρίσεις»
Ο Παλαμάς:
και «βάλε τα σημάδια σου το δρόμο να μη χάσεις».
Το πρόσεξες αυτό;
Πόση ψυχή και πόση τρυφερότητα έχει κι εκείνο το σφακιανό: «μηλιά μου, κοπελιά μου, καλή μου, φρόνιμή μου, γλυκιά μου, μυρισά μου!»· περίφημο.
Μα δε βρήκες κι άλλα τέτοια μοιρολόγια προς τα Χανιά; Ασφαλώς θα υπάρχουνε.
Για τον πρόλογό σου στο «Παιδί»1. Τον διάβασα πολλές φορές και θα τον ξαναδιαβάσω. Κάθε διάβασμά του είναι για μένα κι ένα ψυχικό λουτρό. Ό,τι γράφεις είναι τόσο όμορφο, τόσο εμπνευσμένο. Σε κάθε φράση σου βλέπω ν’ ανοίγει μπροστά μου η μεγάλη σου καρδιά, η τρυφερή ψυχή σου.
Ό,τι όμως γράφεις είναι μονάχα ένα μέρος και το λιγότερο από ό,τι πρέπει να γραφεί. Πώς δεν το πρόσεξες αυτό; Υπέροχος ο ύμνος στην αγρότισα μάνα, για τον ηρωισμό της και το μόχθο της, για τη στοργή που δείχνει στο μικρό της. Μπριλάντια τα λαϊκά δημιουργήματα που διάλεξες να βάλεις εκεί. Πού είναι όμως το δράμα του αγροτόπαιδου; Δεν είναι καθόλου αρκετές οι γενικότητες που λες. Σαν να ’χεις κηρύξει σε άγνοια το παιδάκι, το θέμα του έργου σου και του προλόγου σου φυσικά. Γι’ αυτό όμως θα περιμένεις άλλο γράμμα μου γιατί δε μας παίρνει ο χώρος. Μπορείς όμως να διαβάσεις και κάποιο παλιό γράμμα μου που σου έγραφα σχετικά. Το έχεις;
Πες της κοπελιάς μου να παραιτήσει λιγάκι τους Δίωνες και τους Μύσωνες και να με θυμάται και μένα πότε-πότε, γιατί καμιάν ώρα θα τους στείλω όλους στο διάολο. Γρικά, πες της; Να μου τη φιλήσεις μόνο αν μου ’γραψε στο μεταξύ δυο μεγάλα μεγάλα γράμματα. Ακούς;
Γλυκά φιλιά
Ναπολέων
1 Σ.τ.Ε.: Εννοεί το έργο της Το παιδί μου και τ’ αρνί μου, του οποίου δακτυλογραφημένο αντίγραφο κατέθεσε την Ακαδημία Αθηνών τον Μάρτιο του 1939. Η Μαρία Λιουδάκη συνέχισε την επεξεργασία του και τα επόμενα χρόνια. Τα χειρόγραφά της τα ανακαλύψαμε το 1995.
2.
26.5.39
Αδελφούλα,
Συνεχίζω για τον πρόλογό σου στο «Παιδί». Αυτά όλα που γράφεις θα μπούνε μια φορά [= οπωσδήποτε]. Ορισμένες μόνο φράσεις θέλουνε λίγο σάξιμο και θα τις προσέξεις και μόνη σου. Ξέρω πως τελικά, σαν πρόκειται να τυπώσεις τίποτα, λίγα πράματα σου ξεφεύγουνε.
Τι θα πει όμως «κουρέλια της ξεσκισμένης ατομικότητας»; Καλά· φαίνεται τι θες να πεις, μα είναι λιγάκι τραβηγμένο. Καλύτερα να λείπει η φράση και ν’ αναλυθεί στην έννοιά της. Όπως είναι μυρίζει λίγο …σουρεαλισμό: «έντονη προσπάθεια εσωτερικής εκδήλωσης!» – Ο ιδρώτας από τους κροτάφους και τη… μύτη. Οι κρόταφοι καθαρευουσιάνικο, η μύτη μπορεί βέβαια να ’ναι και… όμορφη, εδώ όμως όχι. Ας αντικατασταθεί με το πρόσωπο είτε καλύτερα με το μέτωπο. Δεν είναι ανάγκη να ’ναι κανείς πάντα τόσο ρεαλιστής. – Οι βρισιές (όχι ύβρεις) και οι κατάρες της μάνας να δικαιολογηθούνε περισσότερο με την κούραση και τις σκοτούρες της, με την έλλειψη μόρφωσής της, ακόμα και με την κάποια τραχύτητα της ζωής του χωριού. Δεν μπορεί η καημένη να αποφύγει τον εκνευρισμό της κλπ., και οι βαριές της αυτές κουβέντες λέγονται με στοργή, μα δε νομίζω πως πρέπει να μας γεννήσουνε και το θαυμασμό! Δε νομίζεις;
«Να διοχετέψουνε τις ικανότητές (τους) καλύτερα». Στριμωγμένο και σκοτεινό. Το βασικό χάρισμα του ύφους είναι η σαφήνεια. Άφησε τη φράση και ανάπτυξε την έννοιά της. Θέλεις να πεις για τις ικανότητες που χάνονται· για το πώς δε δίνεται η ευχέρεια σε ορισμένα φτωχά αγροτόπαιδα να αναπτύξουν πλούσιες και φανερές ικανότητες που διαθέτουν και να βγουν απ’ αυτά οι επιστήμονες, οι δικαστές και οι καλλιτέχνες που θα τιμήσουν την πατρίδα και θα εξυπηρετήσουν την ανθρωπότητα. Εσύ σαν δασκάλα τόσα και τόσα ταλέντα αντίκρισες και τόσες φορές ράγισε η καρδιά σου γιατί ήξερες πως τα φτωχόπουλα κείνα είτανε ζήτημα αν και το δημοτικό σκολειό ακόμα θα μπορούσαν να τελειώσουν παρά τους νόμους για την υποχρεωτική φοίτηση κλπ. Να τα πεις αυτά.
Στον πρόλογο νομίζω πως δε χρειάζεται να πεις πως το έργο αναφέρει και τη φροντίδα που παίρνει η παντρεμένη για να μη μείνει… στέρφα. Οι αναγνώστες με το δίκιο τους θα ζητήσουνε να ιδούν αν γράφεις και λαϊκά μέσα για την αποφυγή της… εγκυμοσύνης. Φτάνει να μιλήσεις για τις «πρώτες φροντίδες της παντρεμένης γυναίκας». ‒ Αναφέρεις αυτά από το περιεχόμενο και κουβέντα για τα παιδικά τραγούδια (όχι μόνο εκείνα που δημιουργούν τα παιδιά) και τα παιδικά παραμύθια. Δεν έχεις τέτοια πράματα στο έργο σου;
Δε μ’ αρέσει η διατύπωση: «η έρευνά μου άρχισε αμέσως κλπ.» Μήπως μ’ αυτή την αυστηρή σειρά έκανες τη συλλογή; Καλύτερα έτσι: «Στην έρευνά μου ασχολήθηκα» κλπ. ή: ερεύνησα κλπ. χωρίς το «αμέσως».
Μιλώντας για τον κ. Τριανταφυλλίδη δεν είναι ανάγκη να αναφέρεις για μετεκπαίδευση κλπ. Καλύτερα έτσι: «Στον καλό μου καθηγητή γλωσσολόγο κλπ.» Δε μ’ αρέσει κι ολόκληρη εκείνη η φράση «Με τέτιες παρατηρήσεις (;) κλπ. που το χρωστώ κλπ.» Πες τα διαφορετικά.
«Τις αρρώστιες (του ‒ του παιδιού) και τις θεραπείες τους»…. τις εμπειρικές που μπορεί καμιά φορά να οδηγούνε την επιστήμη, μα που το περισσότερο η αποτελεσματικότητά τους είναι πολύ αμφίβολη και που εξακολουθούν να τις εφαρμόζουν στα χωριά από έλλειψη μόρφωσης, από την έλλειψη γιατρού ή την αδυναμία χρησιμοποίησής του. (Βλαβερό πράμα το στρίψιμο του αφαλού, το πάτημα των αμυγδαλών από μέσα με στάχτη και με δάχτυλο βρώμικο και σαλιωμένο, το δόσιμο στο παιδί όπιου (!) με μέλι για να μην κλαίει και για να κοιμάται). Έτσι καθώς τα λες, τουλάχιστο στον πρόλογο, σαν να ’ναι όλα καλά και άγια.
Και τώρα πιο πολύ στην ουσία. «Έζησα το δράμα που ζει το αγροτόπαιδο.» Ποιο είναι αυτό το δράμα; Κουβέντα στον πρόλογο. «Για να ζήσουν μια ζωή πιο ανθρωπινή» το αγροτόπαιδο και η μάνα του. Δεν είναι ανθρωπινή η σημερινή τους ζωή. Γιατί όμως; Τι τους λείπει; Μιλάς για τη μάνα· μα για το παιδί; Να που πρέπει να επεχτείνεις τον πρόλογό σου. Να βάλεις το ζήτημα του παιδιού του χωριού. Τι του δίνει ο τόσο προηγμένος σήμερα τεχνικός πολιτισμός της ανθρωπότητας; Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η τροφή του, το ντύσιμό του, η στέγη, η μόρφωση, η υγιεινή του περίθαλψη; Ποιες είναι οι ανέσεις του και οι χαρές του; Μπορεί όλες αυτές τις ελλείψεις να τις αντικαταστήσει η στοργή της μανούλας του όσο τρυφερή, όσο μεγάλη κι αν είναι;
Μα μήπως και η μάνα ξέρει να δώσει στο παιδί ό,τι χρειάζεται κι αν ξέρει μπορεί; Ποια είναι η γενική και ειδική μόρφωσή της; Ποια είναι τα μέσα που διαθέτει, βασικά τα οικονομικά;
Και η «θεία» φύση; Κι αν της λείπουνε ακόμα τα έλη με τα μυριάδες κουνούπια, τι να σου κάνει και κείνη όταν δεν υπάρχει και αρκετή και κατάλληλη τροφή, όταν λείπουνε τα ρούχα, τα παπούτσια, η υγιεινή κατοικία, τα παιχνίδια; Ξέχασα τη φούσκα του χοίρου. Θυμάσαι το διήγημά σου; Γιατί να μην την αναφέρεις;
Είδες πόσο χλωμά και αρρωστιάρικα είναι τα πιο πολλά από τα χωριατόπουλα; Παραμύθια τα ροδοκόκκινα μάγουλα και τα σφριγηλά σώματα. Άρρωστη ωραιοποίηση της ζωής του χωριού. Τα δέρνει τα καημένα η ατροφία, η έλλειψη καθαριότητας, η ελονοσία, τα μαραζώνει η έλλειψη της ξεγνιασιάς, της χαράς, της απόλαυσης.
Και η δουλιά του παιδιού στα χωράφια, η βαριά πολλές φορές δουλιά από την τόσο μικρή του ηλικία; Κουβέντα γι’ αυτό στον πρόλογο. Είναι τα καημένα οι σκλάβοι των σκλάβων, οι απόκληροι των απόκληρων.
Δεν τέλειωσα. Να περιμένεις κι άλλο γράμμα μου. ‒ Αυτή τη στιγμή παίρνω δικό σας. Αυτό που άρχισε να γράφεται στις 21 του μήνα, τέλειωσε στις 23 και ταχυδρομήθηκε στις 24! Να μου γράφετε συγκεκριμένα ποια γράμματά μου παίρνετε κάθε φορά, αδιάφορο αν είναι συστημένα. Προσέχετε κάτι τέτια ψευτοπράματα. ‒ Υπέροχο το ανέκδοτο της κ. Λέκα. Η… κορούλα της τι έγινε; Είναι και κείνη δημοτικίστρια; Μα τι είναι αυτά που γράφεις για ταπείνωση και γελοιοποίηση κλπ.; Εννοείς την γελοιοποίηση αυτήν με τα γο… και με τα γι…, έ;
Φιλιά γλυκά
Ναπολέων
3.
27.5.39
Αδελφοπούλα,
Τρίτο, ε…; τελευταίο γράμμα για τον πρόλογο το «Παιδιού». Γιατί δε μιλάς καθόλου για τη διαφορά στα αγαθά του πολιτισμού ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό; Ο πολιτισμός περνά απ’ έξω και στα περισσότερα μέρη πολύ μακριά από το χωριό, πάνω στις σιδηροδρομικές ράγες ή τους τροχούς του αυτοκινήτου. Και καμιά φορά τα αγροτόπαιδα πετροβολάνε. Γιατί;
Μην τα βρίσει, μην τα κακολογήσει κανένας «πρωτευουσιάνος» γιατί θα τα αδικήσει. Είναι η έλλειψη της σχετικής αγωγής, που γι’ αυτό δε φταίει το παιδάκι καθόλου, μα ούτε και οι γονείς του φταίνε. Είναι όμως ακόμα και η εκδίκηση του παιδιού που διαισθάνεται πως κάτι υπάρχει στον παραπέρα κόσμο, κάτι καλό, κάτι όμορφο, που δε φτάνει ίσαμε αυτό, που δε φτάνει στο χωριό του.
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση της θέσης του αγροτόπαιδου και της μάνας του είναι η εξύψωση του οικονομικού και εκπολιτιστικού επίπεδου του χωριού. Να το τονίσεις αυτό.
Πρέπει να οργανωθεί η προστασία και το ενδιαφέρον για το παιδί γενικά και για το αγροτόπαιδο ιδιαίτερα. Δε φτάνουνε οι ατομικές πρωτοβουλίες και φροντίδες. Τι να σου κάνει η «βδομάδα του παιδιού» που οργανώνεται μια φορά το χρόνο; Μήπως άκουσαν ποτέ στο χωριό πως υπάρχει και βδομάδα που τηνε λένε, «του παιδιού»; Πρέπει να οργανώσουμε και να γιορτάσουμε το έτος, τη δεκαετηρίδα, χρόνο, το δεκάχρονο, τον αιώνα του παιδιού.
Χρειάζεται το συνεχές ενδιαφέρον της κοινωνίας, του κράτους. Σε άλλα μέρη έχουν γίνει τόσα και τόσα. Τι έχει γίνει στην χώρα μας; Ποια είναι η νεοελληνική πραγματικότητα για το παιδί;
Ας αγαπήσουμε το παιδί, αυτό το τρυφερό και πολύτιμο λουλούδι, τον αυριανό εαυτό μας, την αυριανή πατρίδα μας, την αυριανή ανθρωπότητα. Ας του δώσουμε όλα τα μέσα που μπορεί να του δώσει ο τόσο προηγμένος σήμερα τεχνικός πολιτισμός μας για την περίθαλψη και περιποίησή του, για την μόρφωση και αγωγή του, για την ανακούφιση και τη χαρά του, για την ξεγνιασιά του, το γέλιο του, την ευτυχία του.
Το ασφαλέστερο κριτήριο για τον πολιτισμό μιας χώρας είναι το ενδιαφέρον και η φροντίδα που δείχνει για το παιδί, για τα παιδιά της.
Να σου πω κι άλλα; Η τραγωδία της αγρότισσας μάνας που γεννά στο χωράφι. Η μειονεχτική θέση του παιδιού-κοριτσιού απέναντι στο παιδί-αγόρι, σε σημείο που να θεωρείται δυστυχία για το σπίτι η γέννηση κοριτσιού. Δεν υπάρχουνε «μνημεία λόγου» που να το δείχνουνε αυτό το πράμα; Από πού ξεκινά; Από τη μειονεχτική θέση που η κοινωνία δίνει στην γυναίκα, ε;
Ακόμα και από τις ψυχολογικές και παιδαγωγικές λαϊκές αρχές θα έπρεπε να τονίσεις στον πρόλογο ορισμένα γνωμικά κλπ. αναφέροντάς τα.
Ίσως οι «ειδικοί» και οι «φίλοι» σου που θα σε «κρίνουνε» πάλι μεθαύριο να ’χουνε και από τώρα τη γνώμη πως στη λαογραφική συλλογή δε χρειάζονται τέτιοι πρόλογοι, πως η λαογραφία, όπως αυτοί τη νιώθουν έχει άλλους σκοπούς και δεν έχει ανάγκη η σχετική σου δουλιά από τέτοια δικαίωση. Ίσως θα σου πει πάλι ο «φίλος» σου ο Μανούσακας πως αυτά τα πράματα είναι ανώτερα από τις δυνάμεις σου, γιατί δεν έχεις… δίπλωμα! Αυτό δεν εννοούν όταν μιλάνε για τις δυνάμεις σου και τις δυνατότητές σου;
Δεν ξέρω αν θέλεις να τους δίνεις δίκιο· δεν το αποκλείω ξέρεις, γιατί η ταπεινοφροσύνη σου φτάνει καμιά φορά σε παράλογα, σε αρρωστιάρικα όρια.
Μα εγώ δε σε θέλω μόνο απλά συλλέχτρια. Δε νομίζω πως σου είναι αρκετός ο τίτλος της «ταξινόμου» που σου ’δωσε ο περυσινός επιμελητής της επετηρίδας1. Δε μπορούσε να σε πει καν «υπάλληλος του λαογραφικού αρχείου»;
Εγώ πιστεύω απόλυτα πως έχεις όλες τις δυνατότητες εάν ασχοληθείς όσο χρειάζεται και όπως χρειάζεται με την κρητική λαογραφία, να δώσεις το δεύτερο λαογραφικό έργο στην Ελλάδα ύστερα από το έργο του Πολίτη. Γιατί όχι;
Γιατί ακόμα ορισμένα πράματα να μην τα δεις διαφορετικά από κείνον, μ’ ένα φακό πιο σύγχρονο και πιο σωστό;
Γι’ αυτά όλα όμως πρέπει να αλλάξεις λιγάκι …νοοτροπία και να μ’ ακούς καμιά φορά.
Ακόμα για τον πρόλογο: Δεν αναφέρεις πουθενά τη λέξη Κρήτη, δεν αναφέρεις τη λέξη κρητικόπουλο. Δεν φαίνεται η θέση που δίνεται στο Β΄ τόμο της συλλογής σου μέσα στο όλο έργο σου. Δεν τον συνδέεις καθόλου με τον Α΄ τόμο και ούτε αναφέρεις τίποτα για κείνον. Δε μιλάς για τη βράβευση του τόμου αυτού από την Ακαδημία Αθηνών. Αυτό πάντως πρέπει να μπει και στο εξώφυλλο, έ; (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών).
Για την προκήρυξη που λες για συνδρομητές μπορείς να την κάνεις με βάση την παλιά για τον πρώτο τόμο και με βάση τον ολοκληρωμένο πρόλογο που θα γράψεις για το «Παιδί». Δεν είναι δύσκολο πράμα. Αν θέλεις μου στέλνεις το σχέδιο για να σου πω πάλι τη γνώμη μου. Τώρα μάλιστα θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα πιο όμορφο πράμα έτσι με ένα διπλωμένο ανοιχτόχρωμο χαρτόνι που στην πρώτη σελίδα του εξώφυλλου θα μεταφέραμε το εξώφυλλο του τόμου όπως θα φιλοτεχνηθεί στην έκδοση. Στην τελευταία σελίδα θα βάζαμε αποσπάσματα από τις κριτικές που έγιναν για τον Α΄ τόμο (Μελάς, Φτέρης, Κυριακίδης, Κρητική Επετηρίδα, Εκπαιδ. Συμβούλιο, Ν. Εστία κλπ.) και στις μέσα δυο σελίδες θα γράφαμε την προκήρυξη. Για την εγγραφή θα ’χαμε μέσα ένα ιδιαίτερο χαρτί.
Ξέρεις τι όμορφα θα ’τανε έτσι; Πάντως όπως και να ’ναι μου φαίνεται εξαιρετικά εύκολο πράμα να μπορέσεις να γράψεις συνδρομητές για 500 τουλάχιστο αντίτυπα. Σου φαίνεται δύσκολο αυτό; Αν ναι, υποτιμάς τη σημασία και την αξία του έργου σου. Έπρεπε να ’μαι έξω, μα…
Φιλιά
Ναπολέων
[Προσθήκη] 28.5.1939. Φιλιά στην κοπελιά μου. Μα γιατί δεν της είπες για τα εργόχειρα; Στο τηλ/μα απάντησα αμέσως χθες. Είμαι πολύ καλά. Θα ’χω αύριο γράμμα;
1 Σ.τ.Ε.: Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών.
4.
1.6.1939
Αδελφούλα,
Λες να της κακοφάνηκε της αγαπούλας μου το πως δυο γράμματά μου τα αφιέρωσα αποκλειστικά σε σένα και στο έργο σου; Δεν το φαντάζομαι καθόλου. Σαν το δικό μου το «κακό» που ’λεγα προχθές έτσι αστεία θα ’γραψε κι εκείνη τις δυο κουβέντες στο χθεσινό γράμμα.
Πες μου αλήθεια· δε νιώθεις να ’ναι απέραντη η αγάπη που σου ’χει; Δε νιώθεις να σε λατρεύει; Και δε θέλει το ίδιο να κάνω και γω; Πες μου συ και να μου πει και κείνη σχετικά.
Και η μεγαλύτερη αγάπη και η πιο απέραντη λατρεία των δυο μας για σένα είναι το λιγότερο που μπορούμε να σου κάνουμε, είναι η μικρότερη χαρά που μπορούμε να σου δώσουμε.
Δε συμφωνεί μήπως η παιδούλα μου πως μεθαύριο θα ’σαι η εφέστια θεά μας; Και μια και λείπω τώρα εγώ δεν πρέπει εκείνη, αντικαθιστώντας και μένα, να σου δείχνει όλη την αγάπη που θα σου δείχνουμε αύριο κι οι δυο μας μαζί;
Τι θα ’ταν εκείνη για μένα και γώ για κείνη αν έλειπες εσύ; Θα ’χαμε γνωριστεί καθόλου; Δεν αρνούμαι πως αυτό ίσως να σήμαινε τη δική της ευτυχία. Μα και γενικά τι θα ’τανε, πού θα βρισκότανε;
Δε σε αναγνωρίζει για τη μανίτσα της, για την καλύτερη μανίτσα του κόσμου; Σε στενοχωρά καμιά φορά; Της ξεφεύγει καμιά φορά καμιά βαριά κουβέντα; Να μου γράφετε κι οι δυο σας να ξέρω.

Η Μαρία Λιουδάκη.
Αυτά τα λέω επηρεασμένος όχι τόσο από τις δυο κουβέντες της μυρισάς μου στο τελευταίο σου γράμμα, όσο από κείνα που μου γράφεις εσύ για τους συναδέλφους σου του γραφείου. Συνηθισμένα πράματα για σήμερα, μα ξέρω πως σε πειράζουνε όπως πειράζουνε και μένα.
Από ό,τι μου ’χατε πει προηγούμενα κι οι δυο σας ‒ χαιρετισμούς τους σε μένα, τραπέζια κι αυτοκίνητα μαζί, «καλό παιδί κ.λπ», ακόμα και με το προχθεσινό του συναδέλφου για την Τελευτή «σου» και το Γάμο «σου» έτσι στον ενικό που ανάμεσα σε συναδέλφους και φίλους πάντα κλείνει μια τρυφερότητα, είχα σχηματίσει μια διαφορετική αντίληψη για το ανθρώπινο περιβάλλον σου. Νόμιζα πως σ’ αγαπούσαν πολύ, πως τους αγαπούσες και σύ.
Ακόμα και με τη στάση που κράτησες απέναντί μου έναν ολόκληρο χρόνο σαν ήλθες πάνω, πήγαινα να πιστέψω πως βρήκες αυτού ανθρώπους καλούς και ανώτερους, που σ’ ένιωθαν και που τους ένιωθες, που δείχνανε κάποια αγάπη και κάποια τρυφερότητα για σένα, που σου απαλύνανε και σου γλυκαίνανε τη ζωή με μια αγάπη αγνή, με ένα ενδιαφέρον αγνό. Κι αυτό δεν το ’βλεπα με λίγη χαρά. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να δώσω σε άνθρωπο που αγαπώ την κατάρα που με βαραίνει μένα. Εγώ τους ανθρώπους μου τους θέλω τιμημένους και δοξασμένους, τους θέλω να πετυχαίνουνε στο έργο τους και στη ζωή τους. Αν δυστυχήσουνε πάλι θα ’μαι κοντά τους· μα είναι αναγκαία η δυστυχία τους για να τους δείξω τη μεγαλύτερή μου αγάπη;
Τιμημένη και δοξασμένη όμως είσαι συ αδελφούλα μου. Μην κοιτάζεις τους δυο-τρεις στενόκαρδους ανθρώπους που τύχανε γύρω σου. Λαογράφοι, σου λέει! Σου ’πα ποια ανωτερότητα πρέπει να διακρίνει τον άνθρωπο που αφιερώνεται σε μια τέτια αποστολή. Αυτοί φαίνεται πως δεν κάνανε παρά για στενογράφοι και… δαχτυλογράφοι, που λες! Λαογράφοι!
Εσύ να κοιτάζεις τον αντίχτυπο που έχει ευρύτερα το έργο σου, και να μη στενοχωριέσαι καθόλου με τους μικρούς ανθρώπους. Να σου φτάνει σήμερα η λατρεία που σου δείχνουμε η γυναικούλα μου από κοντά και γω από μακριά. Και να παρακαλείς μόνο να βγω καμιά φορά από τη φυλακή μου και καλά όμως στην υγεία μου. Πόσο ευτυχισμένη φαντάζομαι την οικογένειά μας.
Και να κάνεις και υπομονή. Θα σε γνωρίσω μεθαύριο με ανθρώπους που και σένα θα αγαπήσουνε και το έργο σου θα εχτιμήσουνε όσο χρειάζεται. Θα τιμηθείς κάποτε από τον κόσμο που στην ανάδειξη της αξίας του αφιέρωσες τη ζωή σου. Ξέρει και θα μάθει ακόμα περισσότερο ο κόσμος εκείνος να τιμά και να αγαπά τους μεγάλους του φίλους. Έτσι, σαν ένα μεγάλο φίλο σε βλέπω γω και πολλοί άλλοι, πολλοί και διαλεχτοί.
Για το «Γάμο στην Κρήτη»: Παραιτήθηκες από τη σκέψη για μια λογοτεχνικότερη απόδοση του εθίμου; Κάτι γίνεται από την πλευρά αυτή και στην «Τελευτή».1 Φεύγεις λιγάκι από την ξερή περιγραφή. Αυτό όμως στο «Γάμο» μπορεί και πρέπει να γίνει σε μεγαλύτερο βαθμό.
Το έργο σου δεν πρέπει να απευθύνεται μόνο στους ειδικούς για τα συμπεράσματά τους. Και αυτό βέβαια πρέπει να γίνεται και γίνεται. Μα πρέπει να μπορεί να διαβαστεί και ευρύτερα και πάρα πέρα και από πολύν κόσμο και από τους ίδιους ακόμα τους δημιουργούς του για μια αυτοεχτίμησή τους. Δε νομίζεις πως είναι σωστή η σκέψη μου; Δε νομίζεις ακόμα πως οι ρωμιοί λαογράφοι στο έργο που παρουσιάσανε ως τα σήμερα δεν είχανε υπόψη τους και μια τέτοια βάση;
Κάποια λογοτεχνική λοιπόν απόδοση του έργου – εθίμου με σχετικές παρατηρήσεις για την πιο ευχάριστη ανάγνωσή του και την καλύτερη κατανόησή του και από τους μη «μεμυημένους». Αναλυτικοί λοιπόν πρόλογοι και δεν πειράζει πως θα ’ναι και λίγο μακροί στα μνημεία λόγου, μα ακόμα και στα έθιμα.
Είπαμε· δε σε θέλω μόνο δασκαλίτσα συλλέχτρια υλικού και «ταξινόμο». Έχεις όλες τις δυνατότητες να ξεπεράσεις για πολύ αυτές τις βαθμίδες.
Οι παιδικές παρωδίες που μου αναφέρεις δε μου φαίνονται ούτε σιχαμερές ούτε αισχρές καθώς τις χαραχτηρίζεις. Αυτά και τα τέτια να μη βγούνε. Μα μιλάς και για άλλα χειρότερα. Σου ’γραψα γι’ αυτά τη γνώμη μου. Χωρίζοντας μήπως τα σόκιν από το κάθε λαογραφικό είδος δεν παραβαίνεις τις αυστηρές επιστημονικές αρχές που πρέπει να διέπουνε αυτές τις συλλογές; Τα σόκιν …σοκάρουνε θα πεις. Μα και τα παρόμοια με το: «πες δε με μέλει –Να φας σ…. με το μέλι» μήπως δε σοκάρουνε; Μήπως θα πεις την ίδια λέξη που αναφέρει και ο Ουγκώ; Καλά. Μα εκεί πρόκειται για μια μεγάλη και εξαιρετική ιστορική στιγμή και σε τέτοιες στιγμές μπορούν να λέγονται και τέτοιες κουβέντες.
Τη γυναικούλα μου να μου τη φιλήσεις όχι λίγο όπως μου ’γραψε κείνη μα πολύ, πάρα πολύ και να ξέρει πως πάντα είμαι κουζουλαμένος μαζί της. (…)
Φιλιά πολλά
Ναπολέων
1 Σ.τ.Ε.: Αναφέρεται στα έργα της Η τελευτή στην Κρήτη και Ο γάμος στην Κρήτη τώρα και παλιά. Σ’ αυτά θα αναφερθούμε σε αφιέρωμα στη Μαρία Λιουδάκη.
5.
17/12/1939
Αδερφούλα μου,
Αέρα μυρωμένο από το αγαπημένο μας νησί, πνοή γλυκιά από τη λατρευτή μου ψυχούλα σου, να τι μου ’φερε ο πρόλογός σου στο έθιμο του γάμου. Μόνο τη χαρά μου, μόνο τον ενθουσιασμό και την αγαλίασή μου έχω να σου εκφράσω κάθε που διαβάζω κάτι δικό σου, κάτι από το έργο σου, το μεγάλο σου έργο. Σου εκδηλώνει την ίδια χαρά και η γυναικούλα μου; Διαβάζει τα έργα σου; Και διαβάζοντάς τα φιλά θερμά και από δικού της και από μέρους μου τα δυο σου γλυκά μάτια;
Και τώρα για τον πρόλογο: Πολύ όμορφος. Δεν μπορούσε να ’ναι ούτε διαφορετικός ούτε και πιο αναλυτικός, μια και η μελέτη σου για το γάμο θα μπει στην Επετηρίδα Κρητικών Σπουδών και δε θα βγει σαν αυτοτελές έργο. Μα να μερικές παρατηρήσεις μου που αν νομίζεις πως έχουν κάποια βάση τις παίρνεις υπόψη σου:
Ο γάμος ούτε σήμερα (δε μ’ αρέσει κείνο το «σήμερο») είναι ούτε και αργότερα θα γίνει «ένα απλό περιστατικό στη ζωή». (Προκειμένου για το γάμο καλύτερα να χρησιμοποιείς τη λέξη «γεγονός» αντί «περιστατικό»). Η απόφαση δυο ανθρώπων να ενώσουν τη ζωή τους, να γίνουν «οι δύο εις σάρκα μίαν» και η διαδικασία ‒ η τελετή, που κάθε φορά θα χρειάζεται για την πραγματοποίηση αυτής της απόφασης, θα αποτελεί πάντα ένα μεγάλο και εξαιρετικό γεγονός για τους ανθρώπους αυτούς, μα και για όσους θα τους αγαπούν. Δε θα ’ναι ποτέ χωρίς ιδιαίτερη σημασία ο σταθμός ‒ η στιγμή, που από κει και πέρα η ευτυχία και η δυστυχία ενός ανθρώπου θα εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από το συνάνθρωπο που διάλεξε για σύντροφο της ζωής του.
Με το πέρασμα των αιώνων και την πρόοδο του πολιτισμού έχασε βέβαια ο γάμος και θα χάνει όσο πάει και περισσότερο το μυστηριακό του χαραχτήρα (προλήψεις, δεισιδαιμονίες κλπ.). Έχασε και θα χάσει ακόμα και από τον ειδυλιακό και διακοσμητικό του χαραχτήρα. Γιατί όμως τώρα να χάσει και το χαραχτήρα του εξαιρετικού γλεντιού και της μεγάλης χαράς που είχε παλιά; Δε νομίζεις πως γι’ αυτό φταίνε μονάχα οι σημερινές δύσκολες συνθήκες της ζωής, «οι δίσεχτοι χρόνοι» που ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου; [: υπογράμμιση της φράσης από τον λογοκριτή] Εάν καμιά φορά γίνει η ζωή πιο ξένιαστη και πιο χαρούμενη γιατί να μην αρχίσει πάλι ο γάμος να δίνει αφορμή σε χαρές και σε ξεφάντωσες;
Άλλο: Τι ρόλο έπαιζε ο γάμος στην εποχή που βρισκόμασταν κάτω από τον ξένο ζυγό σαν ευκαιρία για την εκδήλωση του εθνικού μας πολιτισμού (λαϊκά ήθη και έθιμα, μνημεία λόγου κλπ. ‒ λαχτάρα για τη λευτεριά), μια και το γεγονός αυτό στα μαύρα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς επέτρεπε τη συγκέντρωση πολλών χριστιανών σ’ ένα μέρος; Κάτι δεν μπορούσε να ειπωθεί και γι’ αυτό στον πρόλογο; Έτσι δυο κουβέντες μοναχά.
Εκεί που μιλάς για τους μεσόκοπους με τον «μπιριντζίδικο» χορό τους και για τις συγκαιρίτισές τους που σαν πέρδικες χαμοπετούσανε (περίφημο αυτό! πόσο μ’ άρεσε!), γιατί δε λες πράμα και για το λυράρη που την ίδια στιγμή, σκύβοντας βαθιά, πάνω από το γλυκό του όργανο σαν για ν’ ακούσει τα μυστικά του, παίζει τις περίφημες «όρτσες» του; Κουβέντα για την απαραίτητη λύρα! Μα μπορείς να φανταστείς κρητικό γάμο δίχως λύρα;
Και κει που λες πως ο χορευτής κι η χορεύτρια μαζί είσανε ένα καμάρι κλπ. γιατί δε βάζεις τη μαντινάδα: Κι από τη μπρος μερά κρατά τση Χιος το κυπαρίσι ‒ και γέρνει κλπ.»; Λείπει ολότελα και η λέξη «μαντινάδα». Και ο πρόλογός σου δημιουργεί την ίδια εντύπωση με τον πίνακα περιεχομένων. Σα να μην έχεις καθόλου στην περιγραφή του εθίμου και τα σχετικά μνημεία λόγου. Σε ρώτησα και δε μου απάντησες: Έχεις στη συλλογή σου από τα περίφημα εκείνα τραγούδια της «στράτας» και την «τάβλας» που τραγουδούν στη Δυτική Κρήτη και που να ’ναι ανέκδοτα κι όλας; Μιλάς για το μακρόσυρτο σκοπό των τραγουδιών «της στράτας»;
Τη μαντινάδα σου για την αμπελοκουρμούλα, φίλος μου απ’ τα Χανιά την ξέρει έτσι: Χίλια καληνωρίσματα στην αμπελοκουρμούλα, / απού τσι κάνει τσι φτωχούς να τα ξεχνούνε ούλα.
Άλλος από το Ηράκλειο λέει το δεύτερο δικό σου στίχο μα τον πρώτο τον ξέρει έτσι: Χίλια καλιονωρίσματα.
Δε νομίζεις πως είναι τα πολλά ονόματα [….]
Σημ. Μ.Β.: Αντικείμενο ξεχωριστού άρθρου θα αποτελέσει ο πρόλογος που γράφει η Μαρία Λιουδάκη στο Ο Γάμος στην Κρήτη τώρα και παλιά, Αθήνα 1940, με ημερομηνία 30 Δεκέμβρη 1939.

Η πρώτη και η τρίτη σελίδα της επιστολής του Ναπολέοντα προς τη Μαρία, της 25.5.1939, στην οποία σχολιάζει το ανάτυπο της λαογραφικής μελέτης της «Η τελευτή στην Κρήτη».

Η πρώτη και η τρίτη σελίδα της επιστολής του Ναπολέοντα προς τη Μαρία, της 17.12.1939, σχετικά με το ανάτυπο του έργου της «Ο γάμος στην Κρήτη τώρα και παλιά». Στον πρόλογό της, που θα γράψει στις 30.12.1939 θα λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις του. Δεξιά: οι υπογραμμίσεις του λογοκριτή, στη φράση: «…γι’ αυτό φταίνε μονάχα οι σημερινές δύσκολες συνθήκες της ζωής, «οι δίσεχτοι χρόνοι» που ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου;».

