Η Μαρία Λιουδάκη κατά τις επισκέψεις της στον πατέρα του Ναπολέοντα, στο Αρκαλοχώρι, κρατούσε σημειώσεις από τις αφηγήσεις του. Από ένα τετράδιο, αχρονολόγητο, το πιθανότερο του 1945 ή 46, μεταφέρουμε αποσπάσματα από την αφήγηση του τραγικού πατέρα. Τα χειρόγραφα είναι βιαστικά γραμμένα και δεν τα είχε επεξεργαστεί καθόλου. Μετά τη δολοφονία της Μαρίας το 1947 η Χαρά θα τον έφερνε στο σπίτι της στην Αθήνα για να τον έχει κοντά της, όπου και πέθανε στις 7 Αυγούστου 1951.
Το τάσι του Ναπολέοντα
Μπαμπά μου, δε μπορώ να πίνω από το ίδιο τάσι που πίνουν τ’ άλλα παιδιά, με είπε μια μέρα το παιδί μου γυρίζοντας από το σχολειό. Εγώ του πήρα από την Προύσα ένα ασημένιο τάσι. Του το πήρα την αρχιχρονιά. Τι χαρά που έκαμε το παιδί μου. Δεν τ’ αποχωρίστηκε ποτέ ως την ημέρα που τον πήραν φυλακή. Τώρα το έχω και περιμένω τη νύφη μου να της το δώσω. Είναι οικογενειακό κειμήλιο. Και ’γώ σαν πήγαινα στα χωριά μού λέγει: «Μπαμπά, μην πίνεις νερό από ξένο ποτήρι. Να το δικό μου να πίνεις». Και το ’παιρνα, κι έπινα νερό και πάλι το γύριζα.
Κάποτε στρατεύθηκα. Πήγα και ζήτησα από το δεσπότη πιστοποιητικό ότι ήμουν ψάλτης για να μην πάω στον Τούρκικο στρατό. Ο επίτροπος και ο δεσπότης δεν με ’δίναν το πιστοποιητικό, γιατί ήθελαν να τους πληρώσω. Ενώ έδιναν πιστοποιητικά σ’ άλλους που δεν ήσαν ψαλτάδες, όμως γιατί τους πλήρωσαν. Όταν έφευγα έκλαιγε η γυναίκα μου και το παιδί την παρακαλούσε: «Σώπα, μαμά, ο μπαμπάς θα πάει και θα γυρίσει, μ’ αυτοί άμα θα πάνε δε θα γυρίσουν». Έτσι κι έγινε.
Στην Κωνσταντινούπολη εξέδιδα ένα περιοδικό: Απ’ όλα. Ήταν το καλύτερο περιοδικό. Είχε μέσα πολλές εικόνες. Ο Ναπολέων πριν να μάθει γράμματα τεσσάρω ή πέντε χρονών ήξερε όλες τις εικόνες απόξω.
Ο λόγος ανοίγει το λόγο. Όταν πήγαινα στρατιώτης πρώτη φορά δεν είχαμε [παρά] μόνο 20 λίρες. Το μπεντέλι[1] ήθελε σαράντα λίρες· πώς να τα πληρώσωμε, ν’ αφήσω και στο σπίτι μου; Θα πάω στο στρατό. Μοίρασα τις είκοσι λίρες σε τρία κομμάτια κι έδωσα τις έξε λίρες στη γυναίκα μου, τις έξε στο παιδί μου και τις έξε στη γυναίκα. Τους είχα ψωνίσει και μερικά πράγματα: αλεύρι, ρύζι κ.τ.λ.
Μια στιγμή λέει το παιδί μου. «Μπαμπά, εσύ πας σε ξένο τόπο. Θα πάρεις και τα λεφτά του κουμπαρά μου. Όσα μας αφήσεις εσύ εμείς θα κερδίσουμε. Θα κάμωμε με τη μαμά εμπόριο».
Όταν ήμουν στο στρατό και το παιδί μου ήταν πέντε χρονώ, γράφω μια μέρα της μητέρας του. Μα ακόμη δεν έμαθε το παιδί γράμματα; ‒ Ξέρω μπαμπά μου, μα ντρέπομαι να σε γράφω, γιατί κάνω ανορθογραφίες.
Όταν ήταν οκτώ χρονώ μας λέγει μια μέρα. «Μα να μην έρθουν πια αυτοί οι Άγγλοι να σιάσουν την ορθογραφία».
Ήταν οκτώ χρονώ το παιδί μου όταν μας έφεραν πετρέλαιο ύστερα από τον αποκλεισμό. Ανάψαμε λάμπα κι έπειτα του φωνάξαμε. Έκαμε τόση χαρά που σαν τρελλό πήρε τη λάμπα στο χέρι, έτρεξε στο δρόμο κι εφώναζε στα παιδιά: «Δεύτε λάβετε φως!».
Γιατί καταδιώχτηκα κι εγώ
Όταν πιάσανε τον υιόν μου ποτέ δεν περιμέναμε πως θα τον κρατούσαν πάνω από 5-6 μήνες, το πολύ ένα χρόνο. Και κάναμεν υπομονή και λέγαμε πως κι αυτό θα περάσει. Ποτέ δεν περιμέναμε ότι θα τον κρατούσαν οχτώ χρόνια φυλακή και στο τέλος θα τον σκοτώσουν. Είχαμε πάθει τόσες καταστροφές. Μας ξερρίζωσαν από τα σπίτια μας, χάσαμε τα πάντα, μα είχαμε το παιδί μας, και είμασταν ευτυχείς. Ήρθε ο θάνατος της Μαρίας. Δε με κόστισε τόσο. Είπα: Έζησε πενήντα πέντε χρόνια. Πέρασε καλά. Ας ζούσε και το παιδί μου έστω πενήντα χρόνια. Ας ερχότανε να τον δω, να τον φιλήσω. Με τον στέρησαν οχτώ χρόνια. Δεν το χάρηκα το παιδί μου. Με καλούσε τα οχτώ χρόνια της φυλακής του να πάω να τον δω. Δεν τ’ αξιώθηκα. Εγώ πάντα φρόντιζα να τον παρηγορώ. Μια μέρα διάβασα κάπου, δε θυμάμαι πού, τη δίκη του Σωκράτη. Για να παρηγορήσω το παιδί μου που βρισκόταν στη φυλακή του έγραψα:
«Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, ως ότου θα υπάρχουν στην κοινωνία άνθρωποι, όπως αυτοί ο Μέλητος, ο Άνυτος και ο Λύκων, θα βρίσκονται στη φυλακή οι τίμιοι άνθρωποι. Μα θάρθη καιρός που εσείς θα βγείτε απ’ αυτού μέσα, θα δοξαστήτε κι αυτοί θα ντρέπονται να σας βλέπουν.»
Δεν το δώκανε στο παιδί μου το γράμμα αυτό, παρά το γυρίσανε πίσω εδώ στην Ασφάλεια, και μια μέρα τσουπ! Να τονε κι έρχεται ο Καναβάκης, Σκαναβάκης, δεν ξέρω πώς τον ελέγανε, από το σταθμό του Καστελλιού και με κάνανε έρευνα. Βρίσκουνε γράμματα του παιδιού μου, τα διαβάζουνε. Διαβάζουνε κι όσα άλλα είχε μέσα στα γράμματα του παιδιού μου, βρήκανε μια λέξη «αμητός». Με ρωτούσε για τα σχολικά αποτελέσματα κι εκεί κάπου, δεν θυμούμαι πού, έγραφε τη λέξη αυτή.
‒ Μπρε, τι θα πη «αμητός»;
‒ Να πά’ να βρης το λεξικό να διαβάσης. Εγώ θα σε μάθω γράμματα;
‒ Ξέρεις εσύ;
‒ Ξέρω αλλά δε σε λέω.
‒ Και πού τα ’μαθες, μπρε, εσύ τα γράμματα;
‒ Τι σε μέλλει εσένα πού τα ’μαθα. Εγώ ξέρω απέξω το λεξικό του Βυζαντίου Σκαρλάτου.
(«Δεν τον είπα τον κερατά», λέει σε μένα ο σεβάσμιος γέρων.) Σαν τέλειωσαν την έρευνα βγάζει ένα πάκο τηλεγραφήματα και με τα δείχνει.
«Δε με λες», μου είπεν, «αυτά τα τηλεγραφήματα τα ’χεις κάνει εσύ;»
‒ Ναι, εγώ! Είμαι γέρος, δε βλέπω, βαρύνομαι να γράφω και στέλνω κάθε Κυριακή ένα για το παιδί μου.
‒ Πού τα βρίσκεις τα λεφτά;
‒ Ε! δεν είμαι τόσο της ανάγκης, λέγω, έχω λεφτά να στείλω ένα τηλεγράφημα για τον υιό μου.
‒ Πρέπει να τον αποκληρώσης, όχι να του κάνης τηλεγραφήματα.
‒ Εγώ έχω ένα παιδί. Είναι μορφωμένος, δεν έχει ανάγκη των συμβουλών μου. Νάχης εσύ ένα παιδί σαν τον υιόν μου να δω, θα το αποκληρώσης;
‒ Τούτο το τηλεγράφημα τι σημαίνει; Και μου δείχνει ένα τηλεγράφημα: «Σηροτροφία έληξε αισίως. Αβδελαράς καλλιεργείται εντατικότατα». Αυτά όλα είναι ύποπτα, είναι αλληγορικά.
‒ Καθόλου δεν είναι συνθηματικά, σηροτροφία έληξεν αισίως, δηλ. τα κουκούλια τελειώσανε. Εγώ πιάνω σκουλήκια κάθε χρόνο, είμαι σηροτρόφος.
‒ Και τι θα πει «Αβδελαράς καλλιεργείται εντατικότατα»; Μήπως θα πει ότι ο κομμουνισμός προοδεύει;
‒ Τι μου λες μωρέ! Ο Αβδελαράς είναι το περιβόλι μου. Επειδή το αγαπούσε πολύ ο υιός μου τον τηλεγράφησα πως καλλιεργείται πολύ για να χαρή.
‒ Αυτά γενήκανε αφορμή κοτζάμ αξιωματικός να ξεκινήση από το Καστέλλι να ρθή! Δε βαρυέστε, δε ντρέπεστε;
‒ Μη μιλείς έτσι ελεύθερα γιατί θα σε στείλω στην Ανάφη.
‒ Δεν με λες, η Ανάφη δεν είναι ελληνικό νησί;
‒ Ναι!
‒ Ε! θα βρω κι εκεί εκκλησά να ψάλλω και παπαδοκαλόγερους να κάνω παρέα.
Κάποτε ένας φίλος του υιού μου του είχε γράψει. Λοιπόν τον πιάσανε αμέσως να το εξορίσουνε. Με κάλεσαν μάρτυρα.
‒ Πού τον γνωρίζεις; Πώς τον γνωρίζεις; κτλ.
Τον είπα: Αφήστε, καλέ, το παιδί ήσυχο. Εγώ τον είπα να γράψη τον υιό μου. Θα το ξορίσετε άδικα, είπα στον εισαγγελέα.
Πάνω από την έδρα του εισαγγελέα ήταν η εικόνα του Εσταυρωμένου. Απαντώ λοιπόν κι εγώ στον εισαγγελέα.
‒ Μήπως δίκαια δε σταυρώσανε κι οι Εβραίοι το Χριστό; Κι έδειξα τον Εσταυρωμένο που κρεμόταν.
‒ Ου να μου χαθής! Φύγε από δω!
‒ Φεύγω! Με κάλεσες, ήρθα! Με διώχνεις, φεύγω!
Πρώτα γράμματα. Το Αλφαβητάρι
Πρώτος δάσκαλός μου, Χάρης Αναστασιάδης.
Το αλφάβητο το μαθαίναμε και αντιστρόφως … Μετά διαβάζαμε το οχτωήχι, το ψαλτήρι και ύστερα Βυζαντινή μουσική. Εγώ διάβασα και γέρο Στάθη. Μετά Χρυσόστομο (λόγους περί Ευτροπίου, περί προσευχής, για τον Αρκάδιο). Μετά Χρηστομάθεια. (Εκεί ήσαν αποσπάσματα από τον Πλούταρχο, από τον Λουκιανό, από τον Ξενοφώντα) κλπ (Περικλής Μακρής). Εγώ έκανα και ιδιαίτερα μαθήματα Αριθμητική έξω με τον Ιωάννη Πούλια. Ήταν ελληνιστής και μαθηματικός άριστος. Εγώ διάβασα και μόνος μου πολλά. Ο Ιωάννης Πούλιας συμβούλεψε τον μπαμπά μου και μ’ έστειλε στην Αθήνα κι έμαθα από τον Παναγιώτη Γεννάδιο, το γιο του Γεωργίου Γενναδίου. Αυτός με έμαθε τη χρήση του μικροσκοπίου και τις αρρώστιες των ψυχών.[2]
Πώς έγινα δάσκαλος
Ήμουν στην Προύσα και πήγα ένα μεσημέρι στο λουτρό. Κείνη την ώρα δεν ήσαν Τούρκοι εκεί, γιατί αυτοί πήγαιναν λίγο πρωτύτερα, έκαναν το μπάνιο τους και φεύγαν για να πάνε στο τζαμί. Στο λουτρό βρήκα ακόμη έναν. Μου φάνηκε Τούρκος. Πιάσαμε κουβέντα. Τον ρώτησα κι έμαθα πως ήταν χριστιανός. Με ρώτησε κι αυτός αν είμαι χριστιανός. Ναι! Του είπα.
‒ Δε σε πιστεύω.
‒ Γιατί;
‒ Η προφορά σου είναι τούρκικη.
‒ Δε με λες, εσύ το Πάτερ ημών… και το Πιστεύω;
Του το είπα εγώ καλύτερα. Του έψαλλα και το Άξιον εστί.
Το ψαλτικό μου τον άρεσε και μου λέει «Δεν έρχεσαι στο χωριό μου να γίνης δάσκαλος;»
Εγώ είμαι επίτροπος του χωριού. Είναι κι άλλος επίτροπος εδώ. Τον βρήκαμε κι αυτόν. Συμφωνήσαμε και πάω στο χωριό τους να ψάλλω και να κάνω το δάσκαλο. Έτσι έγινα για πρώτη φορά δάσκαλος στο Ταλταλί. Είχα και τα χαρτιά των φόρων … τους φόρους τότε τους μάζευε ο δήμαρχος. Χωρίς το μισθό μου μ’ έτρεφαν και με περιποιούνταν. Φυσικά δεν μπορούσα να γυρίσω στο χωριό μου γιατί ήταν αποκλεισμένο επειδή είχε χολέρα.
Μετά υπηρέτησα και σε άλλα χωριά, Τεπετζίκι, Ντιρέκιοϊ, Παλαδάρι κτλ. Στο Τεπετζίκι υπηρετούσε κι η γυναίκα μου. Αγαπηθήκαμε και παντρευτήκαμε.
Σε πολλά χωριά που υπηρετούσα έκανα και σκουλήκια. Ζούσαμε ωραία. Ο Ναπολέων γεννήθηκε στα Μουδανιά δέκα χρόνια ύστερα από το γάμο μας. Τότε ήμουν εισπράχτορας. Μα όταν γεννήθηκε ήμουν απένταρος.
***
Ναπολέοντα Σουκατζίδη
Σ. Σ. Τρικκάλων
Εις Τρίκκαλα Θεσσαλίας [έχει ήδη μεταφερθεί στη Λάρισα]
Ιερ. 18 Μαΐου 1943
Παιδί μου αγαπημένο
Πραγματική αγαλλίαση και ανάσταση της ψυχής μου μού χάρισε το πασχαλινό σου γράμμα. Ήρθε σε ώρα που ήμουνε πάλι άνω κάτω από έλλειψη ειδήσεών σας. Εγώ το Πάσχα το πέρασα όλο ασχολίες. Με διώρισαν στην επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και μοιράζαμε σιτάρι όλες αυτές τις ημέρες. Πρώτη φορά που ανακατεύτηκα σε τέτοιες δουλειές, μα αηδίασα με την απληστία του κόσμου. Άραξαν να φάνε κι άνθρωποι πολυχορτασμένοι. Ας είναι όμως ευλογημένος ο Ερυθρός Σταυρός, γλίτωσε ανθρώπους πολλούς από την πείνα.
Σε φιλώ
Μ. Λιουδάκη
Ιεράπετρα
ΦΩΤΙΟΣ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ
ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΗΡΟΤΡΟΦΟΣ
ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ
Εν Αρκαλοχωρίω τη 22/6/1937
Ναπολέων
5ης και 17ης/6/1937 έλαβον αμφοτέρας [τας επιστολάς] μέσω θείας και Δαφνούλας· καλά που πήρες το τηλεγράφημά μου αν και ήτο και εκείνο αρκετά συντετμημένο (περιτετμημένο)· τι να κάμωμεν, υπομονήν Ιώβειον. Άραγε αυτό που εκράτησαν και δεν σου το δίδουν είναι το τελευταίον το οποίον έγραφεν από μέσα «Άγιον Ευστράτιον» ή το προτελευταίον που μέσα και έξω έγραφεν «Α. Ευστράτιον». Στο προτελευταίον έγραφον προς σένα μεν αλλά κυρίως ήτον μία λευκή διαμαρτύρησις προς την Σ. Κυβέρνησιν, ωμίλουν όπως ωμιλούσαν ο Σωκράτης προς τους Ηλιαστάς, ο Ιησούς Χριστός προς τους Φαρισαίους και ο Απόστολος Παύλος προς τους Αρειοπαγίτας. Ενθουσιωδέστατα όπως ο Μ. Βασίλειος προς τον Μόδιστον, πυρ και μάχαιρα δεν με φοβίζουν κ.τ.λ. Εκείνη η επιστολή μου ήτον ότι ήτον ενθουσιωδεστάτη, παρηγορικοτάτη και ιστορικωτάτη, ήμην εις πολύ κέφι όταν την έγραφον, θα εθεώρουν τιμήν μου μεγάλην εάν έστελναν και εμένα πλησίον σου, θα ενόμιζον ότι εξηγόρασα ολόκληρον τον Παράδεισον από τον Ποντίφηκα με όλας τας κλείδας και τα ενοικιαστήριά του. (Θερμοπαρακαλώ τον κ. Διευθυντήν των φυλακών ταύτην μου να ευδοκήσει και να σε την δώση αυτούσιον· εάν έχη και εκείνος παιδιά θα ηξεύρει τι θα πη πατήρ και τι θα πη παιδί). Αυτά που σου γράφω ανωτέρω δεν είναι κενά λόγια, μόνον τα γράφω να παρηγορηθώ και εγώ, να παρηγορήσω και εσένα που ευρίσκεσαι εις τόπον λεγόμενον κρανίου τόπον, εβραϊστί Γολγοθά. Τι να κάμωμεν, εν τη υπομονή υμών κτήσασθε την βασιλείαν των ουρανών λέγει και το Ι. Ευαγγέλιον. Θα ίδωμεν και ημείς καλάς ημέρας. Βεβαιότατα.
Σου έστειλα 38 κομμάτια διάφορες Ηρακλειώτικες εφημερίδες, τις πήρες όλες; Σου στέλνω αύριον και άλλα δια να διασκεδάσης την ανίαν σου.
Αύριον θα γράψω και εις την Μαρίαν, θα της εσωκλείσω και τας επιστολάς σου. Εχθές μου έστειλε 500 Δρ. ταχυδρομικώς.
Θα ηξεύρης εδιορίσθη εις το Λαογραφικόν Κέντρον [της Ακαδημίας]· φεύγουσα δι’ Αθήνας θα περάση και απ’ εδώ, ίσως ερχόμεθα και μαζί αν και δεν έχω ούτε χρήματα ούτε ρούχα, εφθάρησαν όλα.
Αν προκάμης γράψε με πότε να έλθω και τι πράγματα να σε φέρω. Και ποία μέρα να έλθω. Πιστεύω να περάσουν ακόμη 10-12 ημέρες δια να έλθωμεν αν και σκάσανε [;] οι πεταλούδες μου. Να τακτοποιήσω και το σπίτι και τον κήπον, ίσως ερχόμεθα απ’ εκεί και οι δυο μαζί, δηλ. από το Ναύπλιον. Δεν έχω άλλο τίποτε να σε γράψω αφού θα έλθω εγώ εκεί. Μήπως χρειάζεται από εδώ ειδική άδεια; Επήρα δύο δελτάρια της εκθέσεως εις την μισήν αξίαν.
Χαιρετίσματα εις όλους τους φίλους μας
Σε φιλώ
Φώτιος
Υ.Γ. Εχθές ήλθε ο Παναγιώτης Τζακμακόπουλος (του τενεκετζή υιός) από την Αθήνα και εκαθίσαμε αρκετήν ώραν. Και τον κήπον θα τον αφήσω εις αυτόν. Αύριον σου στέλνω αρκετές εφημερίδες να διαβάσης εκεί Κατάλογον μακροσκελέστατον των αλλαξοπίστων (μπουρμάδων) συντρόφων. Επίσης και την δήλωσιν του Τραμπακοπούλου,· τι μα κάμη ο καϋμένος, έχει και δίκαιο, δεν είνε αξιοκατάκριτος κιόλας.
[1] Το ποσόν της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας που κατέβαλαν οι Έλληνες στην οθωμανική διοίκηση.
[2] Ως σηροτρόφος, εννοεί τις πεταλούδες.

