σύνδεση

Καρλ Φίσερ: Το πρόσωπο του δολοφόνου

Καρλ Φίσερ: Το πρόσωπο του δολοφόνου Το πρόσωπο του δολοφόνου: Ο υπολοχαγός των SS και διοικητής του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου Καρλ Φίσερ. (Τα έγγραφα και οι φωτογραφίες προέρχονται από το Bundesarchiv Berlin).

 

 

Με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Το Τελευταίο Σημείωμα, η οποία πραγματεύεται την εκτέλεση 200 κρατουμένων –στην πλειονότητά τους ακροναυπλιώτες κομμουνιστές– από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, σκιαγραφήθηκαν σε εκτενές αφιέρωμα της Athens Review of Books (τεύχος 90, Δεκέμβριος 2017) η προσωπικότητα και το έργο του γερμανομαθούς διερμηνέα Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Ο Σουκατζίδης, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, ήταν επίσης κρατούμενος και είχε αρνηθεί να εξαιρεθεί από την εκτέλεση, όπως του είχε προτείνει ο Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ. Προτίμησε, έτσι, να ακολουθήσει την τραγική μοίρα των μελλοθάνατων συγκρατουμένων του και να αντικρίσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Όπως έγραψε ο Νάσος Βαγενάς: «Ο Σουκατζίδης είναι μια ιδιάζουσα μορφή τραγικού ήρωα. Δεν υπήρξε άθυρμα ανώτερων δυνάμεων, όπως οι τυπικοί τραγικοί ήρωες, γιατί, διαφορετικά από τους άλλους 199, μπορούσε να σώσει τη ζωή του. Με την απόφασή του να τη θυσιάσει στον βωμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποδείχτηκε νικητής στον αγώνα του με τη μοίρα. Με τον θάνατό του οδήγησε την έννοια του σιλερικού ύψους (του μεγαλόπνοου αισθήματος που γεννά η νίκη του ηθικού νόμου επί του φυσικού) στην υψηλότερη μορφή του»[1].

Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία που παραθέτει στο εν λόγω αφιέρωμα ο διευθυντής της ARB, ο Σουκατζίδης γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1909 στα Μουδανιά. Οι γονείς του, Φώτιος και Μαρία, ήταν δάσκαλοι στο επάγγελμα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Ο ίδιος φοίτησε στην Εμπορική Σχολή του Ηρακλείου και στη συνέχεια εργάστηκε ως λογιστής και αλληλογράφος στο εργοστάσιο της εταιρείας «Μίνως» στην Ιεράπετρα. Εκεί γνωρίστηκε με τη λαογράφο και παιδαγωγό Μαρία Λιουδάκη, η οποία σίγουρα επηρέασε τους λογοτεχνικούς του ορίζοντες. Μάλιστα, η σύντροφος της ζωής τού Ναπολέοντα Σουκατζίδη ήταν η μικρότερη αδελφή της, Χαρά.

Όπως μας πληροφορεί ο Μανώλης Βασιλάκης που επιμελήθηκε το αφιέρωμα –στην κατοχή της εκδότριας της ARB βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του Σουκατζίδη, μεταξύ άλλων εκατοντάδες χειρόγραφες επιστολές του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης– επρόκειτο για έναν άνθρωπο του πνεύματος, που διέθετε ευγένεια και ήθος, βαθιά μόρφωση, αγάπη για τα γράμματα και τις τέχνες, πολύπλευρα ενδιαφέροντα και διακρινόταν για τον ανθρωπισμό και την έμπρακτη αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπό του. Είναι απαράδεκτη η αγνόηση από την επίσημη πολιτεία της μνήμης και της θυσίας ενός ανθρώπου προικισμένου με αυτές τις αρετές και άδικη η περιχαράκωσή της από το κομμουνιστικό κόμμα, αφού τα έργα και οι λόγοι του ξεπερνούσαν τις διαχωριστικές γραμμές της εποχής του και αποτελούσαν ασφαλές αντίδοτο κατά του φανατισμού, ο οποίος είχε θολώσει το νου και είχε κυριέψει τις καρδιές πολλών Ελλήνων.

Στο Μεσοπόλεμο, ο Σουκατζίδης ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, φυλακίστηκε από το μεταξικό καθεστώς και παρέμεινε φυλακισμένος μετά την έναρξη της γερμανικής Κατοχής τον Απρίλιο του 1941. Τον Φεβρουάριο του 1943 μεταφέρθηκε στο «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Αιχμαλώτων» Τρικάλων, τον Ιούνιο του ίδιου έτους στη Λάρισα και τον Σεπτέμβριο στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας, αφού μιλούσε γερμανικά. Εκεί, λίγους μήνες αργότερα, απέρριψε την πρόταση του Φίσερ να εξαιρεθεί από την εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Η περίπτωση του Σουκατζίδη έγινε γνωστή στο πανελλήνιο με τη βοήθεια της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη. Ποιος, όμως, ήταν ο Γερμανός αξιωματικός, ο οποίος στα τέλη Φεβρουαρίου του 1944 διαδέχτηκε τον Πάουλ Ραντόμσκι (Paul Radomski), παλιό μέλος των Ες Ες, μέθυσο και γνωστό για τη βάναυση συμπεριφορά του έναντι των κρατουμένων, στη θέση του διοικητή του στρατοπέδου και προθυμοποιήθηκε να σώσει τον Σουκατζίδη από το εκτελεστικό απόσπασμα; Επρόκειτο, άραγε, για έναν «ανθρωπιστή», ενδεχομένως με αντιστασιακή συνείδηση, ο οποίος είχε βρεθεί «τυχαία» στη λάθος θέση; Μήπως είχαν αναπτυχθεί ξεχωριστοί φιλικοί δεσμοί ανάμεσα στον επίσημο εκπρόσωπο της εθνικοσοσιαλιστικής βαρβαρότητας και στον σθεναρό προασπιστή των ανθρωπιστικών ιδεωδών; Ή απλώς ήθελε να σώσει τη ζωή του διερμηνέα του, τον οποίο θεωρούσε για πρακτικούς λόγους πολύτιμο συνεργάτη; Ποια ήταν η συμπεριφορά του Φίσερ σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου; Και τι απέγινε μετά το πέρας της κατοχικής περιόδου;

Η ανεύρεση σίγουρων απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ιδιαίτερα προβληματίζει τον ιστορικό η εξακρίβωση των πραγματικών κινήτρων του Φίσερ αναφορικά με την προσπάθειά του να γλιτώσει τον Σουκατζίδη από το εκτελεστικό απόσπασμα. Βασική προϋπόθεση για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων συνιστά η μελέτη του βιογραφικού του. Ο προσωπικός φάκελος του Φίσερ (R 9361-III/44326), ο οποίος φυλάσσεται στο Ομοσπονδιακό Αρχείο (Bundesarchiv) του Βερολίνου, μας πληροφορεί τόσο για την οικογενειακή του κατάσταση, όσο και για την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Σύμφωνα με την αίτηση γάμου του, την 1η Νοεμβρίου 1938, προς την «Κεντρική Υπηρεσία Φυλετικών Υποθέσεων και Εποικισμού» των Ες Ες, ο Καρλ Φριτς Χάινριχ Φίσερ (Karl Fritz Heinrich Fischer), όπως ήταν ολόκληρο το όνομά του, γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1908 στο Εκουόρντ (Equord) της περιφέρειας Πάινε (Peine) στην Κάτω Σαξονία (Niedersachsen). Καταγόταν από μάλλον φτωχή οικογένεια. Ο εβδομηνταεννιάχρονος τότε πατέρας του Βίλχελμ (Wilhelm) ήταν μικροκαλλιεργητής, ενώ η εβδομηντάχρονη μητέρα του Αλβίνε (Alwine), το γένος Βόλτερς (Wolters), δεν ασκούσε κάποιο επάγγελμα. Ο γάμος του με την Σαρλότε Πέτζολντ (Charlotte Petzold), γεννημένη στις 22 Απριλίου 1915, πραγματοποιήθηκε με τις «ευλογίες» της υπηρεσίας των Ες Ες, η οποία τον Νοέμβριο του 1938 έδωσε και την προβλεπόμενη συγκατάθεση. Η Πέτζολντ πληρούσε τα απαραίτητα φυλετικά κριτήρια ώστε να νυμφευθεί ένα μέλος της εθνικοσοσιαλιστικής ελίτ του Γ΄ Ράιχ, όπως ήταν τα Ες Ες.

sel43

Δεξιά, ο Καρλ Φίσερ και αριστερά με την φυλετικώς καθαρή σύζυγό του Σαρλότε Πέτζολντ, με την οποία παντρεύτηκαν το 1938.

 

Στα Ες Ες ο Φίσερ εντάχθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1931. Η ταυτότητα μέλους του έφερε τον αριθμό 42.987. Στις 30 Νοεμβρίου 1937 πήρε προαγωγή και έλαβε τον βαθμό του Hauptscharführer (Επιλοχία Α). Την 1η Ιανουαρίου 1932 έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος με τον αριθμό 1.285.006. Και στις δύο περιπτώσεις είχε προσχωρήσει στο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Βεβαίως, δεν επρόκειτο για έναν Altkämpfer, δηλαδή για έναν παλιό αγωνιστή, ωστόσο δεν ανήκε στην ατελείωτη φάλαγγα των «αγωνιστών», οι οποίοι έσπευσαν να εγγραφούν ως μέλη του NSDAP μετά τον Ιανουάριο του 1933. Λογικά, θα είχε εκδηλώσει νωρίτερα τη συμπάθειά του για τον εθνικοσοσιαλισμό ή, τουλάχιστον, για επιμέρους στοιχεία της ιδεολογίας του.

Ένα από τα επόμενα βήματα της πλήρους ένταξής του στο ναζιστικό κίνημα ήταν η διάρρηξη των σχέσεών του με την εκκλησία στην οποία ανήκε. Έτσι, σε σχετικό έγγραφο της υπηρεσίας του δήλωσε «πιστός στον Θεό» («Gottgläubig»), και όχι καθολικός ή προτεστάντης. Επρόκειτο για έναν φαινομενικά «ουδέτερο» χαρακτηρισμό, ο οποίος στην πραγματικότητα φανέρωνε τους πεισμένους ναζί και τους αποστασιοποιούσε από τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό. Επίσης η σύζυγός του είχε δηλώσει το ίδιο «δόγμα». Και οι δύο είχαν αποχωρήσει από την ευαγγελική εκκλησία, ο μεν Φίσερ στις 2 Μαρτίου 1936, η δε Πέτζολντ στις 20 Οκτωβρίου 1938.

Σχετικά με το επάγγελμά του, ο Φίσερ είχε εκπαιδευτεί για δύο χρόνια ως ηλεκτροτεχνίτης (είχε φτάσει μέχρι την πρώτη τάξη του λαϊκού σχολείου), ωστόσο τοποθετήθηκε υπάλληλος –ως μη κύρια απασχόληση– της Υπηρεσίας Δίωξης Εγκλήματος. Ο εργοδότης του ήταν η «Αστυνομία Ασφάλειας» («Sicherheitspolizei») της περιοχής Σαρλότενμπουργκ του Βερολίνου, όπου ο ίδιος ζούσε. Δυστυχώς, τα στοιχεία που παρατίθενται δεν μας διαφωτίζουν σχετικά με το πώς απασχολήθηκε στην Υπηρεσία Δίωξης Εγκλήματος. Πάντως, από τον Ιούλιο του 1933 έως τον Νοέμβριο του 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Στις 20 Απριλίου 1940 προήχθη στον βαθμό του Untersturmführer (Ανθυπολοχαγού) των Ες Ες.

Σύμφωνα με την υπηρεσιακή του έκθεση των Ες Ες, η «συνολική φυλετική εικόνα» του ήταν «πολύ καλή», η προσωπική του συμπεριφορά «άψογη», οι οικονομικές και οικογενειακές του συνθήκες «τακτοποιημένες». Ο ίδιος χαρακτηριζόταν «αξιόπιστος, τίμιος και επιμελής, σταθερός χαρακτήρας», με «επαρκή μόρφωση και γνώσεις», που διέθετε «ισχυρή θέληση» και «προσωπική σκληρότητα». Επίσης είχε «σοβαρές αντιλήψεις» για τη ζωή και «καλή κρίση». Δεν έλειπαν και τα κατάλληλα σωματικά προσόντα: Είχε «αθλητικό παρουσιαστικό», ισχυρό μυϊκό σύστημα, σφιχτό βάδισμα και ύψος 1,85, χρώμα ματιών μπλε και σκουρόξανθα μαλλιά, λείο δέρμα και «κανονικό κρανίο και πρόσωπο». Έτσι, τουλάχιστον, βεβαίωνε το ιατρικό του ιστορικό, που είχε συνταχθεί φυσικά με βάση τη ρατσιστική νομοθεσία του Γ΄ Ράιχ . Ως εκ τούτου, δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις σχετικά με τον γάμο του, ο οποίος έλαβε χώρα στις 14 Ιουνίου 1939. Ας σημειωθεί ότι η σύζυγός του δεν ήταν μέχρι τότε μέλος του ναζιστικού κόμματος ή θυγατρικών του οργανώσεων.

Τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία μάς διαφωτίζουν κάπως –στο βαθμό του εφικτού– για τα κίνητρα και τις επιλογές του Φίσερ. Η συμμετοχή του στα Ες Ες μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν ακραιφνής εθνικοσοσιαλιστής. Με βάση αυτή την υπόθεση δεν ήταν σοσιαλιστής, ή έστω ουμανιστής με την ευρύτερη έννοια, πόσο μάλλον αντιστασιακός. Την υπηρεσία του στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου την εκλάμβανε μάλλον ως καθήκον απέναντι στην (εθνικοσοσιαλιστική) πατρίδα του. Τα εγκλήματα που διαπράττονταν από το μισαλλόδοξο καθεστώς που υπηρετούσε, δεν πρέπει να επιβάρυναν τη συνείδησή του. Άλλωστε, δεν επήλθαν καίριες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του στρατοπέδου μετά την τοποθέτησή του στο πόστο του διοικητή. Οι εκτελέσεις κρατουμένων συνεχίστηκαν, όπως και οι απεχθείς ανακρίσεις και τα βασανιστήρια.

Μεταπολεμικά χάθηκαν τα ίχνη του Φίσερ. Το Βασιλικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα επιχείρησε να αναζητήσει τα ίχνη του, όπως και άλλων στελεχών της γερμανικής κατοχικής διοίκησης. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1952, και σύμφωνα με τον νόμο 2058/1952, έθεσε προς τις γερμανικές εισαγγελικές αρχές της Βόννης και, γενικά, της Δυτικής Γερμανίας το αίτημα για την ποινική δίωξη όχι μόνο του Φίσερ, αλλά και του προκατόχου του Ραντόμσκι, όπως και άλλων τεσσάρων συνεργατών τους στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.[2] Σύμφωνα με το ελληνικό κατηγορητήριο, ο Φίσερ είχε διατηρήσει το σύστημα τρομοκρατίας του προκατόχου του και πίεζε τους φυλακισμένους να ασκούν βαριές και ταπεινωτικές εργασίες. Τα βασανιστήρια δεν έλαβαν τέλος, και η υγειονομική περίθαλψη των κρατουμένων ήταν σε άθλιο επίπεδο. Επί των ημερών του, το στρατόπεδο συνέχισε να λειτουργεί ως «δεξαμενή ομήρων» οι οποίοι προορίζονταν για εκτελέσεις. Συγκεκριμένα:

Ο Γερμανός υπολοχαγός ΚΑΡΛ ΦΙΣΕΡ, διαδεχθείς τον ΡΑΝΤΟΜΣΚΥ ως διοικητής του Χαϊδαρίου, υπηρέτησε απ’ του Απριλίου 1944 μέχρι του Σεπτεμβρίου 1944 και είναι υπεύθυνος δια τα κάτωθι εγκλήματα: Εσυνέχισε το σύστημα του προκατόχου του, υποβάλλων τους κρατουμένους εις διαρκή τρομοκρατίαν, βασανισμούς και κοπιώδεις και εξευτελιστικάς εργασίας. Και επί της διοικήσεώς του η τροφή των κρατουμένων ήτο ελεεινή και ολίγη. Άνευ της παραμικράς αιτίας υπεβάλοντο εις μαστιγώσεις και άλλους βασανισμούς, απεμονούντο δε εις μικρότατα κελία, απαγορευμένου αυτοίς του να κάθωνται καθ’ όλην την ημέραν ή του να στηρίζονται εις τους τοίχους. Η παράβασις ετιμωρείτο δι’ ανηλεούς μαστιγώσεως. Καθ’ ην εποχήν ούτος ήτο διοικητής του Χαϊδαρίου, ελήφθησαν από εκεί και εξετελέσθησαν τη ανοχή του αν όχι τη υποδείξει του, εκατοντάδες ομήρων κρατουμένων.

Οι ελληνικές κατηγορίες είχαν στοιχειοθετηθεί με βάση ένορκες μαρτυρίες πρώην κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τα παραθέματα που ακολουθούν, προέρχονται από τον δικαστικό φάκελο του Φίσερ.[3] Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Αθανάσιου Μερεμέτη, στις 10 Οκτωβρίου 1945:

Συνελήφθην υπό των S.S. τη 14 Φεβρουαρίου 1944 με τον καθηγητήν Κασιμάτην, Κ. Στασινόπουλον δικηγόρον, Αλ. Βλαχόπουλον νυν Νομάρχην, και Νικ. Μπρούμην. Επί κεφαλής της ομάδος ήτις μας συνέλαβε ήτο ο Γερμανός αξιωματικός ΚΟΜΠΑΧ. Η κατηγορία της συλλήψεώς μας ήτο ότι είμεθα πνευματικοί οδηγοί του Κινήματος αντιστάσεως. Ωδηγήθημεν κατ’ ευθείαν εις το Χαϊδάρι αφού προηγουμένως επί μίαν ημέραν εκακοποιήθημεν εις την οδόν Μέρλιν. Την ανάκρισιν την έκαμε ο ΚΟΜΠΑΧ. Εμείναμε εις το κτίριον του Χαϊδαρίου και τα υπόγεια. Από της επομένης μας επετράπη να κυκλοφορούμε. Τον Μάιον μετά την εκτέλεσιν του Ναπολέοντος Σουκατζίδη μοι ανετέθησαν τα καθήκοντα διερμηνέως συνεπαγόμενα εις το να μεταδίδω εις τους κρατουμένους τας διαταγάς των Γερμανών όσον αφορά την εργασίαν κ.λπ. Μέχρι της αποφυλακίσεώς μας γενομένην την 7 Σεπτεμβρίου εξετέλουν τα καθήκοντα αυτά. Κατά τον πρώτον μήνα της κρατήσεώς μας διοικητής του Χαϊδαρίου ήτο ο ΡΑΝΤΟΜΣΚΥ ο οποίος θα πρέπη να χαρακτηρισθή ως παράφρων εγκληματίας. Υπέβαλε το στρατόπεδον εις διαρκή κίνησιν, εξετέλεσε ιδιοχείρως τον Λευή, συνοδευόμενος από τεράστια λυκόσκυλα και με βοηθούς του τον Κόβατς και άλλους υπέβαλεν καθημερινώς εις τα τρομερά των βασανιστηρίων τους υπό καταναγκαστικά έργα εργαζομένους καταδίκους.

Η εσωτερική υπηρεσία του Χαϊδαρίου απετελείτο από τον Διοικητήν, ως τοιούτος δε μέχρι των αρχών Μαρτίου ήτο ο ΡΑΝΤΟΜΣΚΥ είτε δε ο KARL FISCHER εκ Βερολίνου, (…)

Σχετικά με τη συμπεριφορά του Φίσερ, ο Χαρίλαος Ηλ. Χατζησαράντης, επιμελητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατέθεσε στις 30 Οκτωβρίου 1945 τα εξής:

Συγκεκριμένως κατηγορώ τον διοικητήν του στρατοπέδου Χαϊδαρίου ΚΑΡΟΛΟΝ FISCHER ότι εχρησιμοποίει κατά των καταδίκων βούρδουλαν κτυπών αυτούς διά τούτου. Επέτρεπε εις τους υφισταμένους του να μεταχειρίζονται κατά τον βαναυσότερον τρόπον τους καταδίκους. Παρεδέχετο τας αυστηράς απομονώσεις και στερήσεις συγκαταδίκων μου, υπό τους πλέον ανθυγιεινούς και φρικτούς όρους. Επίσης καθ’ όν χρόνον ήτο διοικητής ελήφθησαν και εξετελέσθησαν εκ του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, οι περισσότεροι εκ των εκτελεσθέντων εν τη περιοχή της Αττικής, χωρίς ούτος ν’ απομακρυνθή εκ της διοικήσεως και επομένως φαίνεται αν όχι ότι συνετέλεσε εις την εκτέλεσιν, τουλάχιστον εις την παραδοχήν και υπόδειξιν τούτων.

Στην ένορκή του εξέταση, στις 6 Φεβρουαρίου 1946, ο πρώην κρατούμενος Άλκης Δελμούζης, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, συμπλήρωσε από την πλευρά του ότι «όπως μας εξήγησαν οι φρουροί, το Χαϊδάρι επροορίζετο για τους κομμουνιστάς, ανάλογος δε ήτο και η μεταχείρισις των κομμουνιστών εν Γερμανία. Εις την απομόνωσιν απηγορεύετο η ιατρική περίθαλψις». Ο ίδιος είχε φυλακιστεί από 25 Ιουνίου μέχρι τις 17 Ιουλίου 1944 στις φυλακές Αβέρωφ και από τις 17 Ιουλίου έως τις 17 Αυγούστου του ίδιου έτους είχε εγκλειστεί «εις την αυστηράν απομόνωσιν του Χαϊδαρίου». Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα «υπόγεια της οδού Μέρλιν», από όπου και απολύθηκε λίγο πριν από την απελευθέρωση. Σχετικά με το καθεστώς απομόνωσης στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου διευκρίνισε ότι

εις την απομόνωσιν του Χαϊδαρίου έμεινα εις το κελί 2, ύψος 1,30 μόνος απολύτως χωρίς κουβέρτες και κρεββάτι. Μετά 5-6 μέρες μοι έδωσαν κουβέρτες. Εις την απομόνωσιν η μερίς του άρτου ήτο περίπου 30 δράμια ημερησίως και ολίγον συσίτιον, κυρίως μπιζέλια. Το πρωί μόλις εχάραζε οδηγούμεθα εις τα αποχωρητήρια. Εκεί υπήρχεν βυτίον με νερό από το οποίον δυνάμεθα να λάβουμε εν κύπελλον εκτός εάν παρέβλεπεν ο σκοπός και κατορθώναμεν να πίνωμεν περισσότερον. Εγώ βραδύτερον κατόρθωσα να προμηθεφθώ ένα μεγαλύτερον δοχείον. Υποχρεούμεθα από την ανατολήν του ηλίου μέχρι της 12 μεσημβρινής και από τας 2 έως τας 5 να ευρισκόμεθα εν συνεχή κινήσει όρθιοι εντός του κελίου. Εάν ο κρατούμενος εκάθητο τότε τον έβαζαν εις την αυλήν εις ένα κύκλον υποχρεούμενος να τρέχη επί 2-3 ώρες αναλόγως της ποινής. Εάν ηλάττωνε την ταχύτητα τότε εμαστιγώνετο.

Πράγματι, οι εισαγγελικές αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας άρχισαν τις έρευνες για τον εντοπισμό του «υπολοχαγού, διοικητού του Χαϊδαρίου, ουγγρικής καταγωγής, υψηλού, αλλήθωρου, με μεγάλα άκρα, δικηγόρου εκ Βερολίνου», όπως και άλλων συνεργατών του. Γι’ αυτό τον σκοπό απευθύνθηκαν σε διάφορες υπηρεσίες, αρχεία και συλλόγους. Σχετικό ερώτημα προς τον δικηγορικό σύλλογο του (Δυτικού) Βερολίνου απαντήθηκε αρνητικά. Μόνο η δημοτική υπηρεσία καταχώρισης κατοίκων κατέγραψε 200, περίπου, άτομα με το όνομα Καρλ Φίσερ, όπως ενημέρωσε η αστυνομική διεύθυνση του (Δυτικού) Βερολίνου τον γενικό εισαγγελέα του πρωτοδικείου στο (επίσης Δυτικό) Βερολίνο. Ο μοναδικός νομικός από αυτούς είχε γεννηθεί στις 24 Απριλίου 1911 και δεν είχε δηλωθεί εκ νέου μετά τον πόλεμο. Αν επρόκειτο για το πρόσωπο που καταζητούσαν οι ελληνικές αρχές, αυτό δεν μπορούσε να απαντηθεί με βεβαιότητα, αφού από τις ερωτήσεις που έγιναν στους γείτονές του, στην κατοικία του στο Κουρφούρστερνταμ (Kurfürstendamm), δεν προέκυψε κάτι διαφωτιστικό. Ακόμη και η έρευνα στο αρχείο της Διεθνούς Υπηρεσίας Αναζήτησης (Internationaler Suchdienst) στο Μπαντ Άρολσεν (Bad Arolsen) δεν απέδωσε καρπούς. Στο συγκεκριμένο αρχείο είχαν καταχωρηθεί στοιχεία μόνο για τους κρατούμενους του στρατοπέδου Χαϊδαρίου. Το ίδιο άκαρπη αποδείχτηκε και η έρευνα στο Ομοσπονδιακό Αρχείο, όπως και στο έγκριτο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Μονάχου. Δεν αποκλείεται η ένδειξη «ουγγρικής καταγωγής» να εμπόδισε τον εντοπισμό του Φίσερ, αφού οι παραπάνω υπηρεσίες κινήθηκαν ίσως σε λαθεμένη κατεύθυνση. Πάντως, αν η έρευνα που διεξήγαγαν ήταν άκρως εξονυχιστική, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. (Όλα τα σχετικά έγγραφα περιέχονται στο δικαστικό φάκελο του Φίσερ)[4]. Εντέλει, στις 29 Μαΐου 1959 η γερμανική δικαιοσύνη ανέστειλε τη δίωξη.

Όποιοι και να ήταν οι βαθύτεροι λόγοι για τους οποίους ο Φίσερ θέλησε να ματαιώσει την εκτέλεση του Σουκατζίδη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αποτελούσε θεσμικό εργαλείο της εθνικοσοσιαλιστικής τρομοκρατίας στην κατεχόμενη Αθήνα.  

44 800

Αριστερά: Αίτηση αρραβώνα και γάμου προς την υπηρεσία των SS, στις 24. 11.1938. Ο αιτών Καρλ Φίσερ και η νύφη Σαρλότε Πέτζολντ. Στην αίτηση συμπληρώνει ορισμένα στοιχεία, όπως λ.χ. ότι είναι «κληρονομικά υγιής». Δεξιά: Ερωτηματολόγιο συμπληρωμένο προς την υπηρεσία των SS. Ο Φίσερ αναφέρει ότι γεννήθηκε στις 22.9.1908, ότι είναι μέλος των SS από 1.1.1932. Όταν το υπέβαλε είχε βαθμό SS-Hauptscharführer, αριθμό μέλους του NASDP 1.285.006 και των SS 42.987. Ανάμεσα σε άλλα δήλωσε θρήσκευμα: «πιστεύει στο Θεό» (δηλαδή δεν δηλώνει καθολικός ή προτεστάντης), ότι υπηρέτησε στη Νέα Βέρμαχτ (L.SS.A.H. = Leibstandarte SS Adolf Hitler) από 8.7.1933 έως 30.11.193 και ο τελευταίος βαθμός του (τότε) ήταν SS-Oberscharführer.


 

 

[1] Νάσος Βαγενάς, «Ρέκβιεμ για έναν ήρωα», Το Βήμα, 15.4.2018, https://tinyurl.com/pn9mp62e

[2] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ακανθώδες ζήτημα της δίωξης των Γερμανών εγκληματιών πολέμου, βλ. Katerina Kralova, Στη σκιά της Κατοχής. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις την περίοδο 1940-2010, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013.

[3] Βλ. Landesarchiv Berlin, B Rep. 058, Nr. 5442. Staatsanwaltschaft bei dem Landgericht Bericht, Ermittlungssache gegen Fischer, Karl.

[4] Ό.π.

banner 970x250 b