σύνδεση

Η οθωμανική αυτοκρατορία στα ελληνικά

Η οθωμανική αυτοκρατορία στα ελληνικά Πορτραίτο του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861), έργο του Κόνσταντιν Γιόχαν Φραντς Κρέτσιους, περ. 1846, ιδιωτική συλλογή. Ο σουλτάνος το 1839 εξέδωσε το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ, εγκαινιάζοντας την εποχή Τανζιμάτ, των μεταρρυθμίσεων στην αυτοκρατορία.

 

 

 

Marina Sakali (Lady Marks), The Uses of Oppression: The Ottoman Empire through Its Greek Newspapers, 1830–1862 [Οι χρήσεις της καταπίεσης: Η οθωμανική αυτοκρατορία μέσα από τις ελληνικές εφημερίδες, 1830-1862], Ilex Foundation & Harvard University Press, 2024, σελ. 276

 

 

Ο «μεγάλος ασθενής της Ευρώπης» αρνήθηκε να πεθάνει εντός χρονοδιαγράμματος. Γαντζώθηκε περισσότερο στην στενογραφική ιστορική μνήμη παρά στα παλάτια της Κωνσταντινούπολης. Και παρά τη συστηματική επιστημονική έρευνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα εξακολουθεί να θεωρείται από το ευρύ κοινό ως η ιστορία μίας μακράς και αναπόφευκτης παρακμής. Γίνεται ένα αφήγημα τελικής παρακμής που διακόπτεται από τις απελπισμένες και τελικά αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις της εποχής Τανζιμάτ. Πολύ συχνά, οι φωνές των υπηκόων της αυτοκρατορίας, κυρίως των μη μουσουλμάνων, υποβιβάζονται σε διακοσμητικά στοιχεία: είτε ως ανήσυχοι εθνικιστές που προσδοκούν ή επιταχύνουν την κατάρρευση της αυτοκρατορίας, είτε ως αδρανείς κοινότητες που αναμένουν τη σωτηρία από τη Δύση. Το διεισδυτικό και γενναιόδωρο νέο βιβλίο της Μαρίνας Σακαλή, Οι χρήσεις της καταπίεσης, ανατρέπει αυτό το σενάριο. Μελετώντας τις στήλες, τις αγγελίες και τις διαμάχες του ελληνόφωνου οθωμανικού Τύπου μεταξύ 1830 και 1862 αποκαλύπτει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όχι τελική παρακμή. Κίνηση: ενεργητική, καινοτόμο και συχνά εκπληκτική.

Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της Σακαλή βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι ο ελληνόφωνος Τύπος αποτελεί ένα συνεκτικό και αναλύσιμο σύνολο πηγών, ένα πραγματικό corpus. Πρόκειται για ένα τεράστιο αρχείο της αστικής ζωής που παραβλέφθηκε παρά την ορατότητά του – για δεκαετίες το επισκέπτονταν μόνο ποντίκια. Η συγγραφέας αποδεικνύει ότι η ίδια η κλίμακα αυτού του Τύπου, ειδικά στις μεγάλες πόλεις-λιμάνια, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, αποτελεί από μόνη της ένα επιχείρημα. Αντικατοπτρίζει την κοινωνικοοικονομική και πολιτική ενεργητικότητα του περιβάλλοντος των Ρωμιών, μιας κοινότητας που επιδεικνύει τη δύναμή της μέσω του Τύπου. Αλλά αυτή η αποκατάσταση δεν αποτελεί ένα απλό «νοικοκύρεμα» της βιβλιογραφίας. Μας καλεί να φανταστούμε εκ νέου την ίδια την αυτοκρατορία, στρέφοντας την προσοχή μας από την τυποποιημένη γλώσσα της αυτοκρατορικής γραφειοκρατίας στις ζωντανές στήλες του ελληνικού Τύπου.

Ωστόσο, δεν επρόκειτο για ένα απλοϊκό «χαμπερμασιανό παραμύθι» για μια δημόσια σφαίρα που αναδύθηκε ανεμπόδιστα. Η κομβική μέθοδος της Σακαλή είναι η χρονική περιοδολόγηση της αυτοκρατορικής λογοκρισίας, αποκαλύπτοντας μια σαφώς οθωμανική ιστορία αλληλεπικαλυπτόμενων κυριαρχιών. Πριν από το 1845, ένα διπλό και συχνά αυθαίρετο καθεστώς ελέγχου ασκούνταν από το Οθωμανικό κράτος και το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια δεκαετία σχετικής ελευθερίας (1845-1856), κατά την οποία μια πιο αποκεντρωμένη αυτοκρατορία επέτρεψε την άνθηση ενός γνήσιου δημόσιου διαλόγου. Οι εφημερίδες εκμεταλλεύτηκαν αυτό το πλαίσιο για να εξαπολύσουν σφοδρές επιθέσεις εναντίον πατριαρχών και επιφανών προκρίτων. Μετά το 1856, ύστερα από τον Κριμαϊκό Πόλεμο και το Φιρμάνι Ισλαχάτ, η εκ νέου συγκέντρωση της εξουσίας και οι νόμοι περί Τύπου περιόρισαν τον εκδοτικό χώρο για την πολιτική, γι’ αυτό και η Σακαλή ορίζει το 1862 ως το καταληκτικό σημείο της μελέτης της. Στη συνέχεια, αναδύεται μια ιστορία ελιγμών: οι εκδότες έμαθαν να εργάζονται εντός και μεταξύ των διαφορετικών δικαιοδοσιών. Άλλοτε δρομολογούσαν τις εφημερίδες μέσω της Τεργέστης για να αποφύγουν την πατριαρχική λογοκρισία, και άλλοτε δανείζονταν τη μεταρρυθμιστική γλώσσα του ίδιου του κράτους για να επεκτείνουν την επιρροή τους.

Το βιβλίο ξεχωρίζει όταν εμβαθύνει στο αρχειακό υλικό. Οι εφημερίδες τεκμηριώνουν μια κοινωνία σε μεταβολή. Και μόνον οι αγγελίες καταγράφουν δραματικές αλλαγές στα κοινωνικά ήθη και την υλική ζωή: ξενοδοχεία σε λουτροπόλεις, η νέα «κοινωνική ευπρέπεια» των μικτών θαλάσσιων λουτρών και η άφιξη των ατμόπλοιων, των σιδηροδρόμων και του χρηματιστηρίου. Οι ναυτιλιακές ανακοινώσεις για χιλιάδες πλοία που διέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη δείχνουν πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η αυτοκρατορία με το παγκόσμιο εμπόριο. Βλέπουμε νέες ελληνο-οθωμανικές συνεργασίες, όπως το ατμόπλοιο Peyk-i Şevket να προσφέρει χαμηλότερες τιμές από την Lloyd’s για να προσελκύσει επιβάτες. Η εκπαίδευση είναι ένα διαρκές θέμα. Είναι παντού. Τα σχολεία θηλέων, οι γεωργικές σχολές και οι τελετές των δημόσιων εξετάσεων ανακοινώνονταν ως σταθερά χαρακτηριστικά της αναδυόμενης αστικής μεσαίας τάξης. Αυτή δεν είναι σκηνή από νεκροκρέβατο! Αντιθέτως, μπορούμε να την ονομάσουμε εργαστήριο: θορυβώδες, πολυγλωσσικό και ακατάπαυστα εφευρετικό, όπου οι Οθωμανοί Έλληνες σφυρηλατούσαν τη νεωτερικότητά τους.

Η διαισθητική αντίληψη της Σακαλή για την οθωμανική ιστορία γίνεται περισσότερο εμφανής σε δύο τομείς. Πρώτον, η προσοχή που δίνει στη γλώσσα της ταυτότητας. Προειδοποιεί ενάντια στην προβολή των εθνικών κατηγοριών του εικοστού αιώνα σε αυτόν τον ρευστό κόσμο των μέσων του 19ου αιώνα. Σε αυτές τις εφημερίδες και έγγραφα, ο όρος «Τούρκος» μπορεί να σημαίνει μουσουλμάνος ή συγκεκριμένα αγράμματος μουσουλμάνος χωρικός. Ο «Οθωμανός» μπορεί να υποδηλώνει έναν μουσουλμάνο αξιωματούχο της ανώτερης τάξης ή, μετά το 1856, οποιονδήποτε υπήκοο του Σουλτάνου. Ο Τύπος διέκρινε μεταξύ αραβικής, κουρδικής και αλβανικής εθνικότητας, αλλά ένα «τουρκικό» έθνος ξεχωριστό από το Ισλάμ παρέμενε σε μεγάλο βαθμό αδιανόητο. Οι όροι «Έλληνας», «Ρωμιός», «έθνος» και «γένος» εναλλάσσονταν μεταξύ θρησκευτικών και κοσμικών εννοιών, συχνά στην ίδια στήλη. Οι επίμονες εκκλήσεις για τον εκ νέου «εξελληνισμό» της γλώσσας στα σχολεία ήταν μέρος ενός πολιτιστικού εγχειρήματος. Ωστόσο, οι οθωμανικές πολιτικές πραγματικότητες διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε στην πράξη αυτό το εγχείρημα. Οι συγγραφείς και οι εκδότες δεν θεωρούσαν την ελληνική εθνική και την οθωμανική αυτοκρατορική ταυτότητα ως αντιφατικές. Δημιούργησαν έναν χώρο όπου μπορούσαν να συνυπάρχουν και οι δύο.

Δεύτερον, το βιβλίο ανταποκρίνεται στην υπόσχεση του τίτλου του. Οι «χρήσεις της καταπίεσης» δεν αποτελεί απολογία υπέρ των μιλέτ της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, η Σακαλή δείχνει πώς οι Οθωμανοί Έλληνες μετέτρεψαν τους περιορισμούς σε ευκαιρίες. Τα μεταρρυθμιστικά διατάγματα του 1839 και του 1856, που ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ως νεκρά γράμματα ενός ανειλικρινούς κράτους, έδωσαν στον ελληνικό Τύπο τη δυνατότητα να διεκδικήσει περισσότερο χώρο στη δημόσια ζωή. Ο Τύπος έγινε ένα εργαλείο για την καλλιέργεια ενός σύγχρονου ορθόδοξου κοινού. Προώθησε τη φιλανθρωπία, πίεσε για την ίδρυση εργαστηρίων θετικών επιστημών στα σχολεία και υπερασπίστηκε νέες μορφές αστικής κοινωνικότητας. Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να ξεχάσουμε την ιδέα των παθητικών υποκειμένων που περιμένουν την αυτοκρατορική ευσπλαχνία. Οι Οθωμανοί Έλληνες ήταν απασχολημένοι με την κατασκευή σχολείων, νοσοκομείων και συλλόγων, δημιουργώντας πραγματικές πολιτικές υποδομές. Έκαναν τις πιέσεις της αυτοκρατορίας να λειτουργούν υπέρ τους όπου μπορούσαν. Αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό και σίγουρα δεν συνιστούσε ένα προσχέδιο χειραφέτησης. Αποκαλύπτει όμως κάτι που οι ιστορικοί συχνά παραβλέπουν: ότι οι υποτελείς ομάδες δεν αντιστέκονται απλώς ούτε υποτάσσονται, αλλά ελίσσονται και προσαρμόζονται. Χρησιμοποιούν ό,τι είναι διαθέσιμο.

Η Σακαλή εντάσσει επίσης αυτή την ιστορία σε παλαιότερα δίκτυα μεταξύ αυτοκρατοριών, ανιχνεύοντας τις ρίζες του οθωμανικού ελληνικού Τύπου στη Βιέννη και στα εδάφη των Αψβούργων. Πρόκειται για ένα δίκτυο πληροφοριών όπου οι Οθωμανοί Έλληνες παρήγαγαν και διένεμαν ειδήσεις και ιδέες, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις χρησίμευαν ως βολικές πλατφόρμες και όχι ως αποικιακοί «διαφωτιστές».

Διευρύνοντας το αρχείο των οθωμανικών Τανζιμάτ, το Οι χρήσεις της καταπίεσης κάνει κάτι παραπάνω από το να προσθέτει ένα «εθνοτικό παράρτημα» στην οθωμανική ιστορία. Βοηθά στην επανένωση της οθωμανικής και της ελληνικής ιστορίας, που αργότερα διαχωρίστηκαν από τα εθνικιστικά αφηγήματα. Το βιβλίο μάς προσκαλεί να διαβάσουμε την εποχή των Μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) όχι μόνο μέσα από την υψηλή πολιτική των αυτοκρατορικών διαταγμάτων, αλλά ως μια βιωμένη διαδικασία, όπως ακούγεται στις θεατρικές ανακοινώσεις και τις ναυτιλιακές στήλες. Επιμένει ότι οι σελίδες κουτσομπολιού έχουν την ίδια σημασία με τα διατάγματα, ίσως και μεγαλύτερη. Ο Οθωμανικός 19ος αιώνας κρύβει ακόμη εκπλήξεις, αν είμαστε διατεθειμένοι να κοιτάξουμε πέρα από τα συνηθισμένα αρχεία.

 

Μετάφραση: Μιμή Βασιλάκη

banner 970x250 b