σύνδεση

Πούτιν, ο αμετανόητος Τσεκιστής

Πούτιν, ο αμετανόητος Τσεκιστής Η ταυτότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν που είχε εκδοθεί από την ανατολικογερμανική Στάζι ενώ εργαζόταν ως πράκτορας της KGB στη Δρέσδη το 1985.

 

Για να καταλάβουμε πραγματικά τον Ρώσο ηγέτη πρέπει πρώτα να καταλάβουμε το φαινόμενο του Τσεκισμού.

 


Η αίθουσα όπου λαμβάνουν χώρα οι έκτακτες συσκέψεις του Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (COBRA) είναι από τα πιο νευραλγικά σημεία του κυβερνητικού κτιρίου, ένας χώρος όπου συναντώνται υπουργοί, κατάσκοποι και ανώτατοι αξιωματούχοι για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Τον Οκτώβριο του 2005 υποδέχθηκε ως επισκέπτη τον πρώτο ξένο ηγέτη. Τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Όσο κι αν σήμερα αυτό φαίνεται εξωφρενικό, την εποχή εκείνη η βρετανική κυβέρνηση φλέρταρε πολιτικά με τον Ρώσο ηγέτη θεωρώντας ότι πρόκειται για μια προσωπικότητα που μπορούσε να φέρει σταθερότητα στη Ρωσία και προβλεψιμότητα στις σχέσεις της με τη Δύση.

Ο Πούτιν ενημερώθηκε από ανώτερους αξιωματούχους της βρετανικής αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών για τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Ιουλίου που είχαν λάβει χώρα λίγους μήνες πριν. Συμμετείχε μάλιστα ενεργά σε όλες τις παρουσιάσεις, κρατώντας σημειώσεις και υποβάλλοντας ερωτήσεις, όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα πρακτικά της συνάντησης. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις απειλές οι υπηρεσίες ασφαλείας. Για να νικήσουν τους τρομοκράτες που είναι έτοιμοι να πεθάνουν υπηρετώντας τον σκοπό τους, τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας πρέπει να είναι επίσης έτοιμα να πεθάνουν, δήλωσε ο Πούτιν στους Βρετανούς οικοδεσπότες του. Στη συνέχεια, είχε μια έντονη συζήτηση με μια συνομιλήτριά του. Η Ελάιζα Μάνιγχαμ-Μπούλερ ήταν τότε επικεφαλής της MI5[1]. «Η στάση του απέναντί μου ήταν εμφανώς εχθρική», μου δήλωσε πρόσφατα. «Είπε κάτι σαν: “Είναι καθήκον των ανθρώπων σαν εσάς να στέκονται εμπόδιο ανάμεσα στους τρομοκράτες και τα θύματά τους. Και εσείς αποτύχατε”».

Πέρα από την περιγραφή της Μάνιγχαμ-Μπούλερ για την «αρκετά απειλητική ματιά του Ρώσου ηγέτη», αυτό που μας αποκαλύπτει η συνομιλία είναι μια σημαντική πτυχή του χαρακτήρα του Πούτιν. Ο Πούτιν απευθυνόταν σ’ αυτήν ως ένας πράκτορας των υπηρεσιών ασφαλείας προς έναν άλλον πράκτορα. Όμως το πώς αντιλαμβάνεται εκείνος τον ρόλο του πράκτορα διαφέρει από το πώς τον αντιλαμβάνεται ένας αξιωματούχος της MI5 ή του FBI. Ο Πούτιν ήταν και θα είναι πάντα κάτι διαφορετικό – ένας Τσεκιστής.

Μόνο όποιος καταλαβαίνει τι σημαίνει Τσεκιστής και Τσεκισμός μπορεί να καταλάβει πραγματικά τον Ρώσο ηγέτη. Όταν ο Πούτιν επισκέφθηκε τη Βρετανία το 2005, ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε τις έννοιες αυτές και μπορούσε να αντιληφθεί καθαρά ποιος είναι ο Ρώσος ηγέτης είχε μόλις πεθάνει χωρίς να εισακουστούν οι προειδοποιήσεις του.

Ο Βασίλι Μιτρόκιν[2] ήταν ο σημαντικότερος καταγραφέας της πορείας του Τσεκισμού στην εκατονταετή ιστορία του. Και αυτό διότι είχε υπάρξει Τσεκιστής, πράκτορας και αρχειοθέτης της KGB, πριν απογοητευτεί και διαφύγει στη Δύση με τη βοήθεια της MI6, παίρνοντας μαζί του λεπτομερείς καταγραφές από απόρρητες πληροφορίες.

Έξι εβδομάδες μετά την κατάκτηση της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, στις 20 Δεκεμβρίου 1917, ο Λένιν δημιούργησε την «Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπανάστασης και της Δολιοφθοράς», γνωστή με τα αρχικά της ως Τσεκά. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της οφειλόταν στην αντίληψη ότι για να αντιμετωπιστούν οι απειλές εναντίον της επανάστασης απαιτούνταν ένα όργανο που θα δρούσε, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, πέρα από τα όρια της παραδοσιακής ηθικής ή του νόμου. Η Τσεκά ήταν κάτι περισσότερο από μια μυστική αστυνομική δύναμη. Ήταν, σύμφωνα με τα λόγια των ιδρυτών της, μια επαναστατική τρομοκρατική οργάνωση. Ο Λένιν χρησιμοποιούσε ανοιχτά τη λέξη «τρόμος» όταν αναφερόταν σε αυτό που ήταν αναγκαίο να γίνει. Πώς μπορείς να κάνεις επανάσταση χωρίς εκτελεστικά αποσπάσματα, ρωτούσε. Η καταστολή και η βία ήταν απαραίτητες για να διατηρείται ζωντανή η επανάσταση. Η Τσεκά ήταν συγχρόνως ξίφος και ασπίδα. Ο ρόλος της δεν ήταν μόνο να συλλέγει μυστικές πληροφορίες, αλλά να εντοπίζει και να εξοντώνει τους εχθρούς. «Υποστηρίζουμε τον οργανωμένο τρόμο – αυτό πρέπει να ειπωθεί πολύ καθαρά». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Φέλιξ Ντζερζίνσκι, τον άνθρωπο στον οποίο ο Λένιν εμπιστεύθηκε την πρώτη ηγεσία της Τσεκά.

Ο Ντζερζίνσκι έστησε το νέο του αρχηγείο στο κέντρο της Μόσχας, στο κτίριο Λουμπιάνκα, όπου στεγάζονταν έως τότε τα γραφεία μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Γύρω από το πρόσωπο του Ντζερζίνσκι δημιουργήθηκε ένας μύθος. Έγινε γνωστός ως «Σιδερένιος Φέλιξ», ένας ιππότης της επανάστασης που κοιμόταν κάτω από το γραφείο του.

Από αυτό το μίγμα μύθου και πραγματικότητας, φόβου και βίας, θα αναδυόταν μια ισχυρή δύναμη που θα ξεπερνούσε σε διάρκεια όχι μόνο τον ίδιο τον Φέλιξ, αλλά και τη Σοβιετική Ένωση την οποία υπηρετούσε. Η δύναμη αυτή ήταν ο Τσεκισμός. Τι σήμαινε να είσαι Τσεκιστής; Σήμαινε να γνωρίζεις ότι είσαι η τελευταία γραμμή άμυνας και ότι έχεις το  ιδιαίτερο χρέος να προβείς σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να νικήσεις το πλήθος των εχθρών που συνωμοτούν για να καταστρέψουν το κόμμα ή την πατρίδα. Από τον τσαρισμό στον μπολσεβικισμό και ακόμα παραπέρα, η εν λόγω κοσμοθεωρία παρέμενε σταθερή.

Η πεποίθηση των Τσεκιστών ότι υπηρετούσαν έναν ανώτερο ιστορικό σκοπό σήμαινε ότι οι παραδοσιακές έννοιες της δικαιοσύνης μπορούσαν να αγνοηθούν. «Η Τσεκά πρέπει να υπερασπιστεί την Επανάσταση και να νικήσει τον εχθρό, ακόμη και αν κάποιες φορές το ξίφος της πέσει πάνω σε κεφάλια αθώων», έλεγε ο Ντζερζίνσκι.

Την χρονιά που γεννιόταν ο Βασίλι Μιτρόκιν, η Τσεκά πέθαινε. Τουλάχιστον επίσημα. Στις 6 Φεβρουαρίου 1922 μετονομάστηκε σε GPU (Κρατική Πολιτική Διοίκηση), ξεκινώντας έναν κύκλο μετασχηματισμών που την οδήγησε στην OGPU (Ενοποιημένη Κρατική Πολιτική Διοίκηση), την NKVD (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων), την MGB (Υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας) και, τέλος, την περιβόητη KGB (Επιτροπή Κρατικής Ασφαλείας). Οι αλλαγές ονόματος συχνά γίνονταν για να εξαλειφθεί το στίγμα του παρελθόντος. Η αλήθεια όμως που θα μάθαινε ο Μιτρόκιν ήταν ότι παρ’ όλο που θεωρητικά η Τσεκά ήταν ένας «έκτακτος» οργανισμός με μικρή διάρκεια ζωής και στόχο την σταθεροποίηση της επανάστασης, στην πραγματικότητα δεν πέθανε ποτέ. Είναι σαν να επισήμαινε, μέσα από τις αλλαγές ονόματος που συνέβησαν τον επόμενο αιώνα, ότι όσοι την υπηρετούν θα χαρακτηρίζονται πάντα με τον ίδιο όρο: Τσεκιστές.

Ο Μιτρόκιν θα γινόταν και ο ίδιος Τσεκιστής, καθώς εντάχθηκε στην ελίτ υπηρεσία κατασκόπων που δρούσαν εκτός χώρας στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Όμως μετά από μια σειρά αποτυχημένων αποστολών στο εξωτερικό κρίθηκε ακατάλληλος για επιχειρησιακή δράση και τον έστειλαν να εργαστεί ως αρχειοθέτης στα υπόγεια της Λουμπιάνκα. Αυτά που είδε εκεί έμελλε να τον αλλάξουν. Μελετώντας τα αρχεία άρχισε να βλέπει πώς η ρητορική του Τσεκισμού έκρυβε το γεγονός ότι ήταν μια δύναμη καταπίεσης, που κατανάλωνε πόρους για να κατασκοπεύει τον ίδιο της τον λαό και να καταδιώκει τους εχθρούς της στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Βλέποντας τα σοβιετικά άρματα μάχης και τον ίδιο του τον εργοδότη να συντρίβουν την Άνοιξη της Πράγας το 1968[3], έφτασε στα όριά του. Άρχισε να βλέπει τον εχθρό του ως θηρίο που έπρεπε να το πολεμήσει και διέκρινε μια ευκαιρία να το σκοτώσει. Η αλήθεια ήταν ένα όπλο που ο εχθρός φοβόταν, και ο ίδιος διέθετε μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στα μυστικά της KGB, ιδίως από τότε που ανέλαβε υπεύθυνος για τη μεταφορά των αρχείων σε νέα τοποθεσία έξω από το κέντρο της πόλης, τη δεκαετία του 1970. Έτσι άρχισε να καταγράφει λεπτομερώς τα πιο σκοτεινά μυστικά των Τσεκιστών. Επί δώδεκα χρόνια σημείωνε εμμονικά οτιδήποτε θεωρούσε πως μπορούσε να προκαλέσει ζημιά και άρχισε να συγκεντρώνει τόμους ολόκληρους στην ντάτσα του, φτιάχνοντας έτσι ένα δικό του παράλληλο αρχείο. Ονόμασε το αρχείο του «Στα χνάρια της βρωμιάς» – κάτι που αντανακλούσε την ένταση των συναισθημάτων του. Ο Μιτρόκιν μπορούσε να δει ότι κάτω από την πρόσοψη της Τσεκά, και τη ρητορική της υπεράσπισης της πατρίδας, κρυβόταν ένα σύστημα που ενθάρρυνε την απάτη, τη μικροπρεπή φιλοδοξία, την ανηθικότητα και την προδοσία. Ο δήθεν πατριωτισμός και η ιδεολογία ήταν προκάλυμμα για την εξουσία, τη φιλοδοξία και τη διαφθορά των αξιωματικών της KGB και των πρακτόρων τους. «Η Τσεκά άγγιζε τα πάντα, μεγάλα και μικρά», έλεγε.

Δεν έβλεπαν όμως όλοι τη σκοτεινή πλευρά που είχε ανακαλύψει ο Μιτρόκιν. Την ίδια χρονιά που τα άρματα μάχης κατέστρεφαν τις ελπίδες των μεταρρυθμιστών στην Πράγα, ένας δεκαεξάχρονος κατευθύνθηκε σε ένα μέρος γνωστό ως το Μεγάλο Σπίτι στο Λένινγκραντ, το επιβλητικό τοπικό αρχηγείο της KGB. «Θέλω να δουλέψω σε σας», είπε στον αξιωματούχο που βγήκε να του μιλήσει. Η φιλοδοξία αυτή είχε καλλιεργηθεί από όσα είχε δει στην τηλεόραση εκείνο το καλοκαίρι: μια σειρά τεσσάρων επεισοδίων, με τίτλο «Το ξίφος και η ασπίδα», που είχε πάρει το όνομά της από το έμβλημα της κρατικής υπηρεσίας ασφαλείας. Η μετάδοση αυτή ήταν μέρος της στρατηγικής της KGB για την ενίσχυση της εικόνας της. Γύρω από το πρόσωπο του Φέλιξ είχε δημιουργηθεί ένα είδος λατρείας, με στόχο να πείσει τον κόσμο ότι οι Τσεκιστές ήταν οι φύλακες του ρωσικού λαού. Εφημερίδες, περιοδικά, κινηματογραφικές οθόνες και τηλεόραση γέμιζαν όλο και περισσότερο με ηρωικές απεικονίσεις Τσεκιστών κατασκόπων, ιδίως από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη σειρά «Το ξίφος και η ασπίδα», ένας γενναίος Ρώσος κατάσκοπος διεισδύει με ψεύτικη ταυτότητα στους κόλπους των Ναζί. Περνούσε έτσι ένα ουσιαστικό μήνυμα ότι ο λαός οφείλει πολλά στους «στρατιώτες που πολεμούν στο αόρατο μέτωπο» και καταβάλλουν άοκνες προσπάθειες να διατηρήσουν την πατρίδα ασφαλή.

Η σειρά έκανε αίσθηση. Την παρακολουθούσαν όλοι και ανάμεσά τους το αγόρι. Σαράντα χρόνια μετά τραγουδούσε ακόμα σε γιορτές το μουσικό θέμα της σειράς, «Πού αρχίζει η πατρίδα;» – η απάντηση ήταν: «Στον όρκο που της δίνει η νεανική σου καρδιά». Ο έφηβος αρχικά ήθελε να γίνει πιλότος αεροπορικής εταιρείας, αλλά η σειρά τον βοήθησε να αλλάξει γνώμη. «Αποφάσισα να γίνω κατάσκοπος», έλεγε. «Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το πώς η προσπάθεια ενός ανθρώπου μπορεί να πετύχει όλα όσα δεν μπορούν ολόκληροι στρατοί. Ένας κατάσκοπος μπορεί να καθορίσει τη μοίρα χιλιάδων ανθρώπων». Άραγε γνώριζε για τι πράξεις ήταν ικανοί οι Τσεκιστές; «Η αντίληψή μου για την KGB προερχόταν από ρομαντικές ιστορίες κατασκοπείας. Ήμουν ένα καθαρό και απόλυτα επιτυχημένο προϊόν της πατριωτικής σοβιετικής εκπαίδευσης», έλεγε. Ο εργαζόμενος στην υποδοχή του εξήγησε με υπομονή ότι η KGB δεν δεχόταν εθελοντές. Ο νεαρός ήταν πολύ μικρός και έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει τη στρατιωτική θητεία ή κάποια ανώτερη εκπαίδευση. Έτσι, ο Βλαντίμιρ Πούτιν ξεκίνησε την πορεία του για να γίνει Τσεκιστής.

Η πρώτη αποστολή του Πούτιν στο Λένινγκραντ της δεκαετίας του 1970 ήταν να καταδιώκει αντιφρονούντες. Στη συνέχεια τον έστειλαν στο εξωτερικό, στην Ανατολική Γερμανία, ώσπου έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Επέστρεψε σε μια Σοβιετική Ένωση που κατέρρεε[4]. Η κατάργηση των συνοριακών ελέγχων επέτρεψε στον Μιτρόκιν να διαφύγει με το αρχείο του μέσω της Λιθουανίας, σε μια επιχείρηση διαφυγής που οργανώθηκε από την MI6. Η διαφυγή του έγινε με κάθε μυστικότητα και ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται στο αρχείο του έχοντας σκοπό να το δημοσιεύσει για να καταλάβει ο κόσμος τι σημαίνει Τσεκισμός.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1999, ενώ ο Μιτρόκιν ετοιμαζόταν να εκδώσει το βιβλίο του, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ρωσίας, Σεργκέι Στεπάσιν, επισκέφθηκε τον παλιό του χώρο εργασίας, τη Λουμπιάνκα. Ο Στεπάσιν, πρώην επικεφαλής της FSB (Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ρωσίας), είπε αστειευόμενος στους πρώην συναδέλφους του ότι ήταν πρώην Τσεκιστής. Ο τότε διευθυντής της FSB που τον συνόδευε στην επίσκεψη, του απάντησε φιλικά: «Δεν υπάρχει πρώην Τσεκιστής». Λίγες μέρες αργότερα, ο διευθυντής αυτός, ο Βλαντίμιρ Πούτιν, διορίστηκε πρωθυπουργός της Ρωσίας από τον πρόεδρο Γέλτσιν.

sel16

Δεξιά ο Φ. Ε. Ντζερζίνσκι με τον εκ των ιδρυτών τα Τσεκά Γ. Χ. Πέτερς στη Μόσχα το 1918 ή 1919. Ο τελευταίος εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου, τον Απρίλιο 1938.

Οι Τσεκιστές είχαν φανεί τόσο χρήσιμοι στον Γέλτσιν, που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτούς. Ποιος άλλος θα παρακολουθούσε τους αμέτρητους εχθρούς του; Όταν η υπηρεσία εσωτερικής ασφαλείας μετονομάστηκε σε FSB το 1995, το σύμβολό της συνδύαζε το ξίφος και την ασπίδα της σοβιετικής KGB με τον δικέφαλο αετό της τσαρικής εποχής. Εκείνη τη χρονιά ο Γέλτσιν καθιέρωσε την 20ή Δεκεμβρίου ως αργία, προς τιμήν των εργαζόμενων στις Υπηρεσίες Ασφαλείας, η οποία έγινε γνωστή ως Ημέρα των Τσεκιστών. Γραμματόσημα και μετάλλια έκαναν την επανεμφάνισή τους, μαζί με βραβεία για την καλύτερη απεικόνιση της FSB στη λογοτεχνία, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Το χάος της δεκαετίας του 1990 μεγάλωνε τη νοσταλγία για το παρελθόν. Και ο Πούτιν έμοιαζε να είναι εκείνος που θα έδινε τέλος στις σκοτεινές ημέρες της ντροπής και θα αποκαθιστούσε την τάξη. Ένας από τους λόγους για την άνοδό του στην εξουσία ήταν ότι έμοιαζε να είναι άγραφο χαρτί, και κάποιοι ισχυροί πίστευαν πως μπορούσαν να τον χειραγωγήσουν και ότι εκείνος θα προστάτευε τον πλούτο και την εξουσία τους. Είχε βέβαια εκμεταλλευτεί έξυπνα την εικόνα του ως Τσεκιστής. Ποιος θα μπορούσε να προστατεύσει καλύτερα την πατρίδα και να αποκαταστήσει την εξουσία του κράτους, από έναν ανιδιοτελή οπαδό του αγίου Φέλιξ;

Ο Πούτιν αυτοχαρακτηριζόταν Τσεκιστής και χρησιμοποιούσε τη μυθολογία του Τσεκισμού. Η τηλεοπτική σειρά «17 στιγμές της άνοιξης» ήταν μία από τις μεγαλύτερες προπαγανδιστικές επιτυχίες της KGB υπό την ηγεσία του Αντρόποφ. Η πρώτη προβολή της το 1973, με τις ιστορίες ενός μυστικού πράκτορα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφτασε τα 80 εκατομμύρια τηλεθεατές. Κάθε χρόνο προβαλλόταν σε επανάληψη και παρέμενε ζωντανή στη συνείδηση του κοινού. Ο Πούτιν φρόντιζε επιμελώς να ταυτίζει τον εαυτό του με τον ήρωα της σειράς, έναν κατάσκοπο ονόματι Στίρλιτς. Σε τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε το 1991 με θέμα το παρελθόν του, αναπαρέστησε μια σκηνή όπου ο Στίρλιτς οδηγεί το αυτοκίνητό του υπό τους ήχους του μουσικού θέματος της σειράς. Σε δημοσκόπηση στις αρχές του 1999, οι Ρώσοι ρωτήθηκαν ποιον θα ήθελαν περισσότερο ως ηγέτη τους. Ο φανταστικός Στίρλιτς ήρθε δεύτερος, μετά τον Στρατάρχη Ζούκοφ, τον πραγματικό στρατηγό του πολέμου. Η τελική άνοδός του ήρθε όταν μια σειρά τρομοκρατικών βομβιστικών επιθέσεων σε πολυκατοικίες το 1999 αποδόθηκε στους Τσετσένους. Ο Πούτιν πρόβαλε τον εαυτό του ως έναν πολιτικό που μπορούσε να αντιμετωπίσει την απειλή της τρομοκρατίας.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Πούτιν ως πρωθυπουργού ήταν η αποκατάσταση της αναμνηστικής πλάκας έξω από τη Λουμπιάνκα, προς τιμήν του Αντρόποφ, του μοναδικού πράκτορα της KGB που ηγήθηκε της χώρας. Λίγο αργότερα, ο Γέλτσιν όρισε τον Πούτιν ως διάδοχό του στην προεδρία. Το 2000, ο Πούτιν έγινε ο πρώτος πρόεδρος που παρευρέθηκε σε εορταστικές εκδηλώσεις για την Ημέρα των Τσεκιστών. Ο διάδοχός του στην ηγεσία της FSB, Νικολάι Πατρούσεφ, έδωσε συνέντευξη στο πλαίσιο των εορτασμών. Μίλησε για το πόσο περήφανος θα ήταν ο Φέλιξ για όσους εργάζονται σήμερα σκληρά στη Λουμπιάνκα. «Είναι άνθρωποι αφοσιωμένοι στην ιδέα της υπηρεσίας. Είναι, αν θέλετε, η “νέα αριστοκρατία” μας», είπε. Η περιγραφή ήταν αποκαλυπτική. Ο σύγχρονος Τσεκιστής ήταν μέρος μιας ελίτ, όπως οι μεσαιωνικοί ιππότες που υπηρετούσαν τον ηγεμόνα, αλλά συγχρόνως προστάτευαν τον λαό και διατηρούσαν την τάξη, δρώντας με ανιδιοτέλεια και αντανακλώντας τον μύθο που συνόδευε το όνομα του Φέλιξ.

Ένα θέμα που συζητούνταν ευρέως εκείνη την εποχή ήταν η λεγόμενη πνευματική ασφάλεια και η ανάγκη να προστατευθεί η ψυχή της Ρωσίας από τις σκοτεινές δυνάμεις. Η φιλοδοξία του Πούτιν ήταν να αποκαταστήσει τη δόξα της Ρωσίας και να σταματήσει την αποσύνθεσή της.

Οι Αμερικανοί πρόεδροι είχαν πει ότι κοίταξαν στα μάτια του και είδαν την ψυχή του. Οι Βρετανοί πρωθυπουργοί είχαν πει ότι ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορούσαν να συνεργαστούν. Όλοι έκαναν λάθος όπως αποδείχθηκε. Ελάχιστοι μπορούσαν να καταλάβουν τι σήμαινε πραγματικά η άνοδός του στην εξουσία.

Ο Μιτρόκιν, στην αυτοεξορία του, ήταν ένας από αυτούς. Γνώριζε καλά τις ρίζες της Τσεκά από τις οποίες προήλθε ο Πούτιν και αντιλαμβανόταν τι σήμαινε η άνοδός του. «Η Τσεκά κρατιέται ακόμα καλά», έλεγε ο Μιτρόκιν. Οι αξιωματικοί των νέων οργανισμών όπως η FSB και η SVR (Υπηρεσία Πληροφοριών Εξωτερικού), που προέκυψαν από την KGB, εξακολουθούσαν να αποκαλούν τους εαυτούς τους Τσεκιστές, σημείωνε, αν και είχαν πλέον γίνει η εμπροσθοφυλακή του εθνικισμού και όχι του κομμουνισμού. Τώρα υπηρετούσαν «τους νεόπλουτους, τους τραπεζίτες, τους καπιταλιστές και τους εκμεταλλευτές, προσφέροντας τις κάθε είδους υπηρεσίες τους στη μαφιόζικη φατρία των ολιγαρχών». Την εποχή εκείνη θεωρούσε ότι οι Τσεκιστές αποτελούσαν ουσιαστικά εργαλείο της νέας ελίτ. Αυτό που θα φαινόταν πιο καθαρά τα επόμενα χρόνια ήταν ότι, υπό την ηγεσία του Πούτιν, οι Τσεκιστές ήταν αποφασισμένοι να μην είναι υπηρέτες αλλά αφέντες τους. Θα ανάγκαζαν τους ολιγάρχες και τους επιχειρηματίες της νέας νομενκλατούρας να υποκλιθούν μπροστά τους, ώστε να μπορούν να κυβερνούν χωρίς περιορισμούς, με έναν τρόπο που δεν είχαν καταφέρει ποτέ στα χρόνια του κομμουνισμού.

Στις 23 Ιανουαρίου 2004, ο Βασίλι Μιτρόκιν απεβίωσε. Αυτό σημαίνει ότι δεν είδε ποτέ τον Πούτιν, τον Τσεκιστή, να έρχεται στο Λονδίνο για να συναντήσει τους Βρετανούς κατασκόπους. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα σκεφτόταν. Το τελευταίο βιβλίο του Μιτρόκιν εκδόθηκε μετά θάνατον, το 2008, χάρη στη βοήθεια του γιου του – ο τίτλος του ήταν Chekisms: Tales of the Cheka (Τσεκισμοί: Ιστορίες της Τσεκά). Το 1991 έξω από τη Λουμπιάνκα γκρέμισαν από το βάθρο του το άγαλμα του Ντζερζίνσκι. Το 2023 έξω από τη νέα έδρα της ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών, όπου είχε εργαστεί και ο Μιτρόκιν, ένα νέο άγαλμα του ιδρυτή του Τσεκισμού ανέβηκε στο βάθρο του και πάλι.

 

© 2025 Gordon Corera / Engelsberg Ideas

Μετάφραση: Νατάσα Μωράκη


Το άρθρο του Gordon Corera, “Putin, the once and future Chekist” δημοσιεύθηκε στο Engelsberg Ideas, 20 Αυγούστου 2025.

sel17 800

Ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι (κέντρο), μαζί με άλλα ηγετικά στελέχη της διαβόητης Τσεκά σε καρτ ποστάλ το 1919. Προεδρική Βιβλιοθήκη, Αγία Πετρούπολη.


 

 

[1] Helen Fry, “The rise of the female spymaster”, Engelsberg Ideas, 17 Ιουνίου 2025.

[2] Gill Bennett, “How Mitrokhin waged war from the archives”, Engelsberg Ideas, 16 Ιουνίου 2025.

[3] Anna Parker, “Czechoslovakia at the centre of history”, Engelsberg Ideas, 31 Μαρτίου 2023.

[4] Vladislav Zubok, “Russian history rhymes – from Soviet collapse to Putin’s folly”, Engelsberg Ideas, 11 Μαρτίου 2022.

 

banner 970x250 b