σύνδεση

Ο φάρος της δημοκρατίας σβήνει

Ο φάρος της δημοκρατίας σβήνει Έγχρωμη λιθογραφία του Τζόζεφ Πένελ που απεικονίζει στο Άγαλμα της Ελευθερίας σε ερείπια και τον ορίζοντα της Νέας Υόρκης να φλέγεται, με το διαφημιστικό μήνυμα: «Η ελευθερία δεν θα χαθεί από τη γη – Αγοράστε ομόλογα ελευθερίας». Εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Ketterlinus στη Φιλαδέλφεια το 1918, στο πλαίσιο της εκστρατείας πώλησης κρατικών ομολόγων για την χρηματοδότηση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, Ουάσιγκτον.

 

 

Επί σχεδόν 250 χρόνια η Αμερική προωθούσε την ελευθερία και την ισότητα στο εξωτερικό, ακόμα και όταν η ίδια δεν κατάφερνε να ανταποκριθεί σε αυτά τα ιδανικά. Όχι πια.

 

«Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες αυταπόδεικτες, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί ίσοι». Λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευσή τους τον Ιούλιο του 1776, αυτά τα λόγια διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο. Τον Αύγουστο, μια εφημερίδα του Λονδίνου αναδημοσίευσε ολόκληρη την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Ακολούθησε το Εδιμβούργο. Λίγο μετά, κυκλοφόρησε στη Μαδρίτη, στο Λέιντεν, στη Βιέννη και στην Κοπεγχάγη.

Σύντομα, άλλοι αξιοποίησαν το κείμενο με πιο ουσιαστικούς τρόπους. Ο ίδιος ο Τόμας Τζέφερσον συνέβαλε στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, που εξήγγειλαν οι Γάλλοι επαναστάτες το 1789. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αϊτής, του 1804, βασίστηκε στα αμερικανικά και γαλλικά προηγούμενα και έκανε έκκληση για την οικοδόμηση μιας «αυτοκρατορίας της ελευθερίας στη χώρα που μας γέννησε». Τις επόμενες δεκαετίες, διακηρύξεις ανεξαρτησίας εξαγγέλθηκαν στην Ελλάδα, τη Λιβερία (ο συντάκτης είχε γεννηθεί στη Βιρτζίνια) και μια σειρά από νέες λατινοαμερικανικές χώρες. Το 1918, ο Τόμας Μασάρικ, ο πρώτος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, υπέγραψε μια Διακήρυξη Κοινών Στόχων των Ανεξάρτητων Κρατών της Κεντρικής Ευρώπης στο Κτίριο της Ανεξαρτησίας στη Φιλαδέλφεια, χρησιμοποιώντας το μελανοδοχείο των Ιδρυτών.

Με την ευκαιρία αυτή, χτύπησε ένα ομοίωμα της Καμπάνας της Ελευθερίας, όχι επειδή το είχε ζητήσει κάποιος Αμερικανός πρόεδρος ή αξιωματούχος, αλλά επειδή ο Μασάρικ είχε εμπνευστεί από την ιστορία της ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Επικαλέστηκε τη Διακήρυξη όχι λόγω πίεσης από την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά εξαιτίας των λέξεων του Τζέφερσον και του νοήματός τους. Από το 1776, οι Αμερικανοί προωθούν τη δημοκρατία απλώς επειδή υπάρχουν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου περιλαμβάνονται στα ιδρυτικά μας κείμενα. Το όνειρο της απεξάρτησης από μια αποικιακή αυτοκρατορία είναι επίσης ενσωματωμένο σε αυτά. Οι προσδοκίες μας πάντα ενέπνεαν τους άλλους, ακόμα και όταν εμείς οι ίδιοι δεν τις ικανοποιούσαμε.

Τον 20ό αιώνα, περάσαμε από την απλή δημιουργία των δημοκρατικών ιδανικών στην προώθηση και διάδοσή τους ως ζήτημα πολιτικής. Το κάναμε αυτό εν μέρει επειδή η γλώσσα της δημοκρατίας είναι στο DNA μας, και όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυταρχικούς ηγέτες και δυνάστες, την χρησιμοποιούμε. Ο Γούντροου Ουίλσον, όταν υποστήριξε την συμμετοχή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, είπε ότι η Αμερική πρέπει να υπερασπίζεται τις «αρχές της ειρήνης και της δικαιοσύνης» ενάντια στην «εγωιστική και αυταρχική εξουσία». Το 1940, ο Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ αναφερόταν στην Αμερική ως ένα «οπλοστάσιο της δημοκρατίας» αποφασισμένο να βοηθήσει τους Βρετανούς συμμάχους ενάντια στους Ναζί: «Κανένας δικτάτορας, κανένας συνδυασμός δικτατόρων, δεν θα αποδυναμώσει αυτή την αποφασιστικότητα».

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, συνδέσαμε λέξεις όπως ελευθερία και δικαιώματα όχι μόνο με την πολεμική μας στρατηγική, αλλά και με την εθνική μας ταυτότητα, με τον πολιτισμό μας. Ήμασταν υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς, του ελεύθερου Τύπου, του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και της τζαζ, και κάναμε εξαγωγή όλων αυτών των πραγμάτων. Πολλοί άνθρωποι τα επιθυμούσαν. Ο Γουίλις Κόνοβερ, παρουσιαστής της νυχτερινής εκπομπής της τζαζ του Voice of America στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, είχε ακροατήριο 30 εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη. Το Συνέδριο για την Πολιτιστική Ελευθερία, που ιδρύθηκε το 1950, συσπείρωσε αντικομμουνιστές διανοούμενους από όλη την Ευρώπη σε ένα ενιαίο κίνημα.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν την γλώσσα μας υποκριτική, και είχαν δίκιο: οι Αμερικανοί ήταν απολύτως ικανοί να υποστηρίζουν δικτατορίες ενώ μιλούσαν για δημοκρατία. Η αντίφαση ανάμεσα στα ιδανικά για τα οποία λέγαμε ότι αγωνιζόμασταν στο εξωτερικό και της ματαίωσής τους στο εσωτερικό ενοχλούσε τόσο τους ξένους όσο και τους Αμερικανούς. Το 1954, το Υπουργείο Δικαιοσύνης υπέβαλε ένα υπόμνημα amicus[1] στην υπόθεση Brown v. Board of Education του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο υποστήριζε την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, μεταξύ άλλων, επειδή οι ρατσιστικοί νόμοι δημιουργούσαν «αμφιβολίες ακόμη και σε φιλικές χώρες ως προς τον βαθμό της αφοσίωσής μας στη δημοκρατική πίστη».

Δημοκρατική πίστη. Επειδή βρισκόταν στο επίκεντρο της εξωτερικής μας πολιτικής, την επιδιώκαμε, ακόμα και αν δεν την εφαρμόζαμε. Το ίδιο έκαναν και άλλοι. Με την πάροδο του χρόνου, ο αριθμός αυτών των ανθρώπων με δημοκρατικές φιλοδοξίες αυξήθηκε. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το όνειρο της αμερικανικής ελευθερίας και ευημερίας ενίσχυσε τις αρχικά ασταθείς δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης και της Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατα ηττημένης Δυτικής Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Η πολιτική και οικονομική τους επιτυχία προσέλκυσε και άλλους. Η Ελλάδα και η Ισπανία προσχώρησαν στον κύκλο των δημοκρατιών τη δεκαετία του ’70, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν τη δεκαετία του ’80, η Κεντρική Ευρώπη τη δεκαετία του ’90. Ερωτηθέντες το 1989, τη χρονιά που καταψήφισαν τον κομμουνισμό, τι είδους χώρα ήθελαν να είναι, οι περισσότεροι Πολωνοί απαντούσαν: «Θέλουμε να είμαστε φυσιολογικοί». Και με το «φυσιολογικοί» εννοούσαν μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, ένα καπιταλιστικό κράτος με ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, έναν στενό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εμείς οι Αμερικανοί επίσης εμπνευστήκαμε από τη δική μας γλώσσα. Πάντα θεωρούμε τον μεταπολεμικό ρόλο της Αμερικής στην Ευρώπη ως μια πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας, την υπεράσπιση των συμμάχων από τη σοβιετική επιθετικότητα. Αλλά τοποθετώντας τη δημοκρατία στο επίκεντρο της διεθνούς και εθνικής μας ταυτότητας, συμβάλαμε επίσης στην ενίσχυση του δικού μας πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον όλοι οι Αμερικανοί, ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές των βαθύτερων πολιτισμικών μας διαιρέσεων, είχαν έναν κοινό σκοπό: δεξιοί ή αριστεροί, χριστιανοί ή άθεοι, όλοι μας μπορούσαμε να είμαστε υπέρ της ελευθερίας.

Αν λάβουμε υπόψη πόσο βαθιά διχασμένοι ήμασταν σε τόσα άλλα θέματα, είναι εκπληκτικό το πόσο διακομματική ήταν η εξωτερική μας πολιτική για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και πόσους δραστήριους διακομματικούς θεσμούς συγκροτήσαμε για να την προωθήσουμε. Το Radio Free Europe και το Voice of America –και αργότερα το Radio Free Asia και μια σειρά άλλων ξενόγλωσσων ραδιοφωνικών σταθμών– πάντα έχαιραν της υποστήριξης των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών, καθώς και όλων των προέδρων από τον Χάρι Τρούμαν και μετά. Από την ίδρυσή του το 1983, το ίδιο ίσχυε και για το Εθνικό Ίδρυμα για τη Δημοκρατία, το οποίο προέκυψε από την έκκληση του Ρόναλντ Ρήγκαν για νέους θεσμούς που θα «προήγαγαν την υποδομή της δημοκρατίας –το σύστημα του ελεύθερου Τύπου, των συνδικάτων, των πολιτικών κομμάτων, των πανεπιστημίων– που επιτρέπει σε έναν λαό να επιλέγει τον δικό του δρόμο, να αναπτύσσει τη δική του κουλτούρα, να συμφιλιώνει τις διαφορές του με ειρηνικά μέσα». Το Εθνικό Ίδρυμα, το οποίο διοικείται από ένα διακομματικό συμβούλιο, χορηγεί μικρές υποτροφίες σε ομάδες που εποπτεύουν τις εκλογές, προωθούν την ελευθερία του λόγου και καταπολεμούν την κλεπτοκρατία και την αυταρχική προπαγάνδα.

Η δραματική αλλαγή που έχει συντελεστεί σε λίγους μόνο μήνες –από μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στη δημοκρατική πίστη προς την προώθηση μιας πιο κυνικής, πιο αυταρχικής άποψης για τον κόσμο– έχει πλήξει πολύ σοβαρά αυτούς τους θεσμούς. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσπάθησε να κλείσει όλους τους αμερικανικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που εκπέμπουν στο εξωτερικό. Ο πρόεδρος διόρισε την Κάρι Λέικ, η οποία έχασε τις εκλογές τόσο για το Αμερικανικό Κογκρέσο όσο και για την θέση του κυβερνήτη της Αριζόνα, για να ξεκοιλιάσει το Voice of America, και εκείνη το έκανε με ενθουσιασμό, ακυρώνοντας επιδεικτικά ακόμη και τις βίζες των υπαλλήλων, των δημοσιογράφων και των μεταφραστών του VOA, σε ορισμένες περιπτώσεις δίνοντάς τους διορία 30 ημερών να εγκαταλείψουν τη χώρα μετά από πολλά χρόνια εργασίας για λογαριασμό των Αμερικανών. Αν και το Εθνικό Ίδρυμα για τη Δημοκρατία έχει συσπειρώσει τους πολλούς υποστηρικτές του στο Κογκρέσο, και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος, παραμένει στόχος μιας μικρής ομάδας συνωμοσιολόγων που έχουν επιρροή σε αυτή την κυβέρνηση επειδή έχουν μεγάλο αριθμό ακολούθων στο X ή έχουν εμφανιστεί στο podcast του Τζο Ρόγκαν. Είναι παράξενο να σκεφτόμαστε τον Ρήγκαν ως έναν αφελή ιδεαλιστή, αλλά έτσι φαίνεται τώρα, επειδή ίδρυσε έναν οργανισμό που προωθεί τις δίκαιες εκλογές και το κράτος δικαίου.

Η στροφή ενάντια σε αυτούς τους ιστορικά διακομματικούς θεσμούς, ενάντια στην πεποίθηση ότι οι Αμερικανοί πρέπει να υπερασπίζονται και να προωθούν τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο, και ενάντια στην ίδια τη δημοκρατική πίστη, είναι μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου. Έχουμε έναν πρόεδρο ο οποίος επιτίθεται τακτικά σε δικαστές και δημοσιογράφους, κάνει μπούλινγκ σε διευθύνοντες συμβούλους για να παραδώσουν μετοχές των εταιρειών τους και σε πρυτάνεις πανεπιστημίων για να πληρώσουν αδικαιολόγητα πρόστιμα, στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις σε αμερικανικές πόλεις, δημιουργεί μια νέα μορφή εσωτερικής αστυνομίας και με εκκωφαντικό τρόπο τροφοδοτεί τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην «κόκκινη» και την «μπλε» Αμερική. Στο εξωτερικό, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πολύ πιο άνετος με τους δικτάτορες παρά με τους δημοκρατικούς συμμάχους. Οι τυφλοί, τιμωρητικοί δασμοί του οδήγησαν το Λεσότο, μια μικρή αφρικανική χώρα, σε οικονομική παρακμή. Οι απαιτήσεις του να καταλάβει τη Γροιλανδία προκάλεσαν πολιτική κρίση στη Δανία, έναν μακροχρόνιο σύμμαχο των ΗΠΑ.

Στη μοναδική αξιοσημείωτη ομιλία του από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο αντιπρόεδρός του απευθυνόμενος σε μια αίθουσα γεμάτη ανθρώπους που περίμεναν μια σοβαρή συζήτηση για την ασφάλεια, επέπληξε τους Ευρωπαίους με μια σειρά από ανέντιμες ή υπερβολικές κατηγορίες εναντίον τους για δήθεν επιθέσεις στην ελευθερία του λόγου. Οι επιθέσεις του ίδιου του Τραμπ εναντίον «ριζοσπαστικών αριστερών δικαστών» και «μέσων ενημέρωσης που διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις» ταξιδεύουν τώρα σε όλο τον κόσμο πολύ πιο γρήγορα από όσο ταξίδεψε η φράση «Θεωρούμε αυτές τις αλήθειες αυταπόδεικτες, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί ίσοι». Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει απαγορεύσει τα μέσα ενημέρωσης που διαδίδουν «ψευδείς ειδήσεις» –δηλαδή, ακριβείς πληροφορίες– σχετικά με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ο αυταρχικός πρώην πρόεδρος των Φιλιππίνων, Ροντρίγκο Ντουτέρτε, χαρακτήρισε το Rappler, ένα διάσημο site ερευνητικής δημοσιογραφίας, «μέσο ψευδών ειδήσεων» για να δυσφημίσει το έργο του. Σε διαφορετικά μεταξύ τους μέρη από την Αίγυπτο έως την Μιανμάρ, η ψευδής κατηγορία των fake news έχει χρησιμοποιηθεί για να καταστρέψει αξιόπιστους δημοσιογράφους.

Όλες αυτές οι αλλαγές αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής, μιας επαναστατικής μεταμόρφωσης στον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί παρουσιάζονται στον κόσμο και, κατά συνέπεια, στον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτοί από τους άλλους. Η πιο διαδεδομένη μορφή αμερικανικής κουλτούρας σήμερα δεν είναι τα προγράμματα τζαζ που μεταδίδονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς βραχέων κυμάτων σε όλη την Ευρασία, αλλά οι πλατφόρμες κοινωνικών μέσων που διαδίδουν θεωρίες συνωμοσίας, εξτρεμισμό, διαφημίσεις, πορνογραφία και spam σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αφού ο αντικαθεστωτικός Αλεξάντρ Σολζενίτσιν εξορίστηκε από τη Σοβιετική Ένωση, η αμερικανική κυβέρνηση διευκόλυνε την άφιξή του στην Αμερική. Τώρα έχουμε διαφορετικούς ήρωες: η κυβέρνηση Τραμπ έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει και να υποδεχθεί τους αδελφούς Τέιτ, οι οποίοι είχαν συλληφθεί και κρατηθεί για σύντομο διάστημα στη Ρουμανία, κατηγορούμενοι για βιασμό στη Μεγάλη Βρετανία. (Οι Τέιτ αρνούνται τις κατηγορίες). Αντί για το Συνέδριο για την Πολιτιστική Ελευθερία, τώρα έχουμε το Συνέδριο Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC), ένα είδος κινητής εκδήλωσης και ενοικίασης τρολ. Εθνικιστές από οπουδήποτε –την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Βρετανία, το Μεξικό, την Βραζιλία– μπορούν να πληρώσουν την ομάδα του CPAC για να επισκεφθεί τη χώρα τους και να διοργανώσει μια εκδήλωση των MAGA. Ο Στιβ Μπάνον ή η Κρίστι Νόεμ θα εμφανιστούν, θα εκφωνήσουν μια ορμητική ομιλία μαζί με τα τοπικά ταλέντα και θα τους βοηθήσουν να γίνουν πρωτοσέλιδα. Ένα συνέδριο της CPAC που πραγματοποιήθηκε κοντά στο Ρζεσζόφ λίγες ημέρες πριν από τον δεύτερο γύρο των πολωνικών προεδρικών εκλογών είχε ως πρωταγωνίστρια την Νόεμ και χρηματοδοτήθηκε από μια πολωνική εταιρεία κρυπτονομισμάτων που επιθυμεί να αποκτήσει άδεια στις ΗΠΑ.

Η αμερικανική κουλτούρα δεν είναι πλέον συνώνυμη με την επιθυμία για ελευθερία, αλλά με τις συναλλακτικές σχέσεις και τη μυστικότητα: τους αλγόριθμους που καθορίζουν μυστηριωδώς τι βλέπει κανείς, τα χρήματα που συλλέγουν ανώνυμοι δισεκατομμυριούχοι, τις συμφωνίες που συνάπτει ο Αμερικανός πρόεδρος με ηγέτες από όλο τον κόσμο, οι οποίες ωφελούν τον ίδιο και ίσως άλλους των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζουμε. Η Αμερική πάντα συνδεόταν με τον καπιταλισμό, τις επιχειρήσεις και τις αγορές, αλλά σήμερα δεν υπάρχει καμία προσποίηση ότι κάποιος άλλος θα κληθεί να μοιραστεί τον πλούτο. Η USAID έχει εξαφανιστεί, η αμερικανική ανθρωπιστική βοήθεια έχει εξαντληθεί, η διεθνής ιατρική υποδομή της Αμερικής ξηλώθηκε τόσο γρήγορα που άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διαδικασία. Η εικόνα του άσχημου Αμερικανού πάντα ανταγωνιζόταν την εικόνα του γενναιόδωρου Αμερικανού. Τώρα που η τελευταία έχει εξαφανιστεί, οι μόνοι Αμερικανοί που μπορεί να δει κανείς είναι αυτοί που προσπαθούν να σε εξαπατήσουν.

Πιο απρόβλεπτη είναι η επίδραση της αλλαγής στους Αμερικανούς. Αν δεν είμαστε πλέον μια χώρα που έχει στόχο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, αλλά μάλλον μια χώρα της οποίας η εξωτερική πολιτική έχει σχεδιαστεί για να αυξήσει τον πλούτο του προέδρου ή να προωθήσει τους φίλους του κυβερνώντος κόμματος στο εξωτερικό, τότε έχουμε λιγότερους λόγους να συνεργαστούμε στο εσωτερικό. Αν προωθούμε τον κυνισμό στο εξωτερικό, θα γίνουμε πιο κυνικοί στο εσωτερικό. Ίσως ήταν πάντα παράλογο να περιμένουμε από τους Αμερικανούς να ανταποκριθούν στα εξαιρετικά ιδανικά που διακήρυξαν τον 18ο αιώνα, αλλά αυτή η γλώσσα διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμασταν τον εαυτό μας. Τώρα ζούμε σε έναν κόσμο όπου η Αμερική καθοδηγείται από ανθρώπους που έχουν εγκαταλείψει εντελώς αυτά τα ιδανικά. Αυτό θα μας αλλάξει όλους, με τρόπους που ίσως δεν μπορούμε ακόμα να δούμε.

 

© 2025 Anne Applebaum / The Atlantic

 

— Μετάφραση: Μιμή Βασιλάκη


 

 

[1] amicus curiae, θεσμός «φίλων του δικαστηρίου» στις χώρες του common law. Πρόκειται για εθελοντική υποστήριξη της δικαιοσύνης, από νομικά πρόσωπα, οργανισμούς, κράτη, ακόμη και ιδιώτες, που γνωρίζουν τα γεγονότα ή τα επιστημονικά ζητήματα, χωρίς οι ίδιοι να είναι διάδικοι ή παρεμβαίνοντες. (Σ.τ.Μ.)

banner 970x250 b