Ήδη το 1967 η Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. αποφάσισε παμψηφεί να μετακαλέσει από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τον τακτικό καθηγητή Ν. Κονομή. Η τιμητική αυτή μετάκληση παρέμεινε υπνώττουσα για δυο περίπου έτη και ολοκληρώθηκε μόλις το φθινόπωρο του 1969. Οι φήμες που προηγήθηκαν της έλευσης του νέου καθηγητή ήταν ευοίωνες και για μας τους φοιτητές γιατί μας διαβεβαίωναν ότι ο μετακληθείς ήταν διακεκριμένος κλασικός φιλόλογος παλαιάς κοπής, που είχε εκδώσει μάλιστα τον ρήτορα Λυκούργο στη σειρά Teubner της Λειψίας, ότι είχε οργανώσει υποδειγματικά και εμπλουτίσει την Βιβλιοθήκη του Κλασικού Σπουδαστηρίου, ότι υπερασπιζόταν με σθένος την ακαδημαϊκή ευταξία έναντι των παρεμβάσεων του καθεστώτος, ότι δεν απαξίωνε ακόμη και τις μέτριες επιδόσεις και ότι ήταν μάλλον επιεικής στις κρίσιμες προφορικές εξετάσεις, όπου η αφωνία υπερίσχυε της στωμυλίας – ευπρόσδεκτος λοιπόν.
Το πρώτο μάθημα του Ν. Κονομή που παρακολούθησα ήταν φροντιστηριακού τύπου και αφορούσε την αρχαϊκή ελεγειακή και ιαμβική ποίηση. Ήδη από τις εισαγωγικές παραδόσεις αλλά και από τις προσπάθειές μας να επεξεργαστούμε και να παρουσιάσουμε ένα ποίημα συνειδητοποιήσαμε ότι (για να παραλλάξω τη ρήση του ποιητή) το μακρινό παρελθόν μας εξέπληττε με την επικαιρότητά του. Έτσι επί παραδείγματι δυο από τα στημονικά θέματα του αρχαϊκού λυρισμού ήταν η πολιτική και ο έρωτας. Όλοι σχεδόν οι ποιητές ήταν αντιφρονούντες και δυσέρωτες. Εγώ μάλιστα ταυτίστηκα πλήρως με τον ποιητή που είχα αναλάβει να σχολιάσω, τον βαρύγλωσσο Αρχίλοχο, που ήταν κι αυτός νησιώτης νοσταλγός, αντιηρωικός, άτυχος στον έρωτα και περιθωριακός. Στο πλαίσιο λοιπόν της ενθάρρυνσης εκ μέρους του διδάσκοντος για την ανάπτυξη ερμηνευτικών πρωτοβουλιών (συνθήκη σπάνια την εποχή εκείνη) απολαύσαμε την πολυτέλεια να διατυπώνουμε χωρίς ενδοιασμούς την προσωπική μας άποψη, κι ας μην ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη.
Ένα άλλο μάθημα που παρακολούθησα ήταν «Η ιστορία και η κριτική των κειμένων», η πεμπτουσία, ή μάλλον «τα άγια των αγίων» της κλασικής Φιλολογίας. Το μάθημα αυτό είναι δύσκολο γιατί προϋποθέτει και για τον σπουδαστή εξοικείωση με τα κείμενα, σχολαστικότητα και άτεγκτο ορθολογισμό. Οι νέοι όμως που κατά κανόνα είναι φιλογέλωτες, φιλοσκώμμονες και φιλοπαίγμονες, πλήττουν ή και δυσανασχετούν με την χαλεπότητα και την ξηρότητα αυτού του γνωστικού αντικειμένου. Έτσι και εμείς είτε ανυπόμονα φτωχά παιδιά από την επαρχία, όπως ήμασταν οι περισσότεροι, είτε και οι αριστείς αναζητούσαμε απεγνωσμένα τρόπους διαφυγής. Δυστυχώς παρά τις προσπάθειές μας δεν μπορούσε να εντοπίσουμε στον διδάσκοντα σημεία που να προσφέρονται σε διακωμώδηση, γιατί ακριβώς η αμφίεσή του ήταν η αρμόζουσα σε ανώτατο κρατικό λειτουργό εν ώρα υπηρεσίας και η ρητορική του υπόκριση (τόνος φωνής, κινήσεις των φρυδιών, βλέμμα, χειρονομίες) δεν υπερέβαιναν ποτέ τα όρια της ευπρέπειας και της μειλίχιας σοβαρότητας. Έτσι μέσα στην απελπισία μας στραφήκαμε απαξάπαντες σε μια πτυχή του μαθήματος, που αφορούσε την λατινική ορολογία και την μνημόνευση ρήσεων, αξιωμάτων, απειλών και νουθεσιών, που είχαν διατυπώσει λατινιστί συνήθως οι τιτάνες της κλασικής φιλολογίας κατά το παρελθόν, ευχόταν την ευχή του απραγματοποίητου ο Joseph Justus Scaliger «Utinam essem bonus grammaticus». Σχολίαζε ο άπελπις sophomore: «Μα αν ο πρίγκηψ της φιλολογίας δεν ήταν καλός γραμματικός γιατί να είμαι ο δύστυχος εγώ;». Άλλο: «locus desperatus», δηλαδή νοσούν χωρίον. Συμπλήρωνε η μαχητική συνδικαλίστρια με τα τρισβάρβαρα λατινικά της: «Non solum locus, sed etiam graecia tota desperata est». Αποφαινόταν ο μέγας Hugo Grotius «nescire quaedam magna pars sapientiae est». Διόρθωνε πάραυτα ο θρασύτερος το quaedam σε omnia. Πράγματι μια correctio palmaris.
Ανεπαισθήτως ωστόσο και μια άλλη πτυχή του μαθήματος μας καταγοήτευε. Συχνά ο διδάσκων ανέσυρε από τα κατάβαθα του κριτικού υπομνήματος ένα όνομα παντελώς άγνωστο σε μας και με την επισήμανση μιας βιογραφικής του λεπτομέρειας, μιας ιδιοτροπίας ή παραξενιάς ή αποτυχίας ή επιτυχίας, τον έστηνε μπροστά μας ολοζώντανο. Έτσι αγαπήσαμε ξαφνικά τον φιλοπάτριδα Αδαμάντιο Κοραή, τον άριστο χειριστή της Αττικής διαλέκτου Κόβητα, τον μελαγχολικό ποιητή και οργίλο διορθωτή Α. Ε. Housman (βίος και πολιτεία βέβαια), τον διδάσκαλο του διδασκάλου μας P. Page, sir Denys για να ακριβολογούμε, κ.ά. Η εντύπωση που σχημάτισα για την άκρως επιτυχημένη σταδιοδρομία του Ν. Κονομή ως πανεπιστημιακού διδασκάλου οφειλόταν εν πολλοίς στην νηφαλιότητά του, στην πατρική του στοργή και στο ότι απευθυνόταν πρωτίστως στη συναισθηματική μας νοημοσύνη, δηλαδή στην αφύπνιση του νεανικού μας ενθουσιασμού και πείσματος.

Οδυσσέας και Πηνελόπη. Λιθογραφία του Όσκαρ Κοκόσκα από εικονογραφημένη έκδοση της «Οδύσσειας» (1963).
Είχα υποβάλει τα δικαιολογητικά μου για διορισμό σε θέση βοηθού στο φιλολογικό τμήμα του Α.Π.Θ. το 1972, αλλά παρά τις άοκνες προσπάθειες και του Ν. Κονομή και άλλων καθηγητών της Σχολής η αίτησή μου παρέμενε εκκρεμής λόγω κοινωνικών φρονημάτων ώς την άνοιξη του 1975. Λίγο προτού διοριστώ ως βοηθός στην Α΄ έδρα της κλασικής φιλολογίας, δηλαδή στον Ν. Κονομή, φίλος έμπειρος στα συνδικαλιστικά με ρώτησε αν ήμουνα διατεθειμένος να ακολουθήσω το αγγλοσαξονικό ωράριο εργασίας το οποίον είχε υιοθετήσει για τον εαυτό του ο καθηγητής, τουτέστιν δωδεκάωρη παραμονή και απασχόληση εντός του πανεπιστημιακού χώρου. Σε αυτή την περίπτωση, μου τόνισε περίφροντις ο παλιός μου φίλος, θα όφειλα να θυσιάσω και τον μεσημεριανό αναζωογονητικό μου υπνάκο, την πατροπαράδοτη μεσογειακή σιέστα και το παρόν που έδινα καθημερινά γύρω στις 8 μ.μ. στο μπαρ «Santé» του Κικιρίμπα για ένα ποτό, συνήθως τζιν φις.
Πράγματι αυτά ήταν σοβαρά προβλήματα, αλλά τύχη αγαθή ο άμεσος προϊστάμενός μου δεν μου έθεσε ποτέ κανέναν περιορισμό ούτε μου επέβαλε κανένα ωράριο. Το μόνο που μου ζήτησε πέραν της εκπλήρωσης των εκ του Νόμου καθηκόντων μου ήταν να βοηθήσω λίγο στις παραγγελίες βιβλίων για το Σπουδαστήριο. Ανάμεσα στα πέντε πρώτα βιβλία που σκόπευα να παραγγείλω ήταν μια μετάφραση της Οδύσσειας στα γερμανικά, την οποία είχε εικονογραφήσει ο αγαπημένος μου εξπρεσιονιστής ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα. Αυτό ωστόσο που είχε διαλάθει της προσοχής μου ήταν η εξωφρενική τιμή που αναγραφόταν στον κατάλογο και που ισοδυναμούσε με το σύνολο του εγκεκριμένου ποσού. Ο καθηγητής, που πανθομολογουμένως ήταν ο Κέρβερος της διαχειριστικής αυστηρότητας, μου επισήμανε με ένα ελαφρώς ειρωνικό σχόλιο («Άσ’ το για αργότερα, του χρόνου ίσως») την επιπολαιότητά μου, μια ιδιότητα που διατηρώ ακόμη και σήμερα στα οικονομικά θέματα.
Το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, εκδόθηκε το 1980, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και το 1986 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζαν-Ζακ Ανώ με πρωταγωνιστή τον Σον Κόννερυ. Στην πρεμιέρα όμως του έργου έλαμψε διά της απουσίας του ο συγγραφέας του μυθιστορήματος, ο οποίος μάλιστα ήταν τότε καθηγητής της Σημειολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Οι φήμες οργίαζαν, αλλά ο σημειολόγος δήλωσε ευθαρσώς ότι ναι μεν ήταν απολύτως ικανοποιημένος με την κινηματογραφική μεταφορά, αλλά δεν μπορούσε να παρευρεθεί, διότι τη βραδιά εκείνη έπρεπε να ταξιδέψει σε μια μικρή πόλη της Γερμανίας, όπου στο τοπικό Πανεπιστήμιο θα λάβαινε χώρα μια σεμνή τελετή προς τιμήν γηραιού καθηγητή, που είχε προσφέρει πολλά στην επιστήμη της Σημειολογίας. Κανείς εχέφρων σχολιαστής δεν αμφισβήτησε την ειλικρίνεια των δηλώσεων του Έκο, γιατί όλοι τους κατανοούσαν ότι η ευλαβική προσήλωση στην Ακαδημαϊκή παράδοση υπερτερεί κατά πολύ από την λάμψη μιας κινηματογραφικής πρεμιέρας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους στους χώρους του Πανεπιστημίου πραγματοποιούνται εκδηλώσεις και τελετές εθνικού, κοινωνικού, καλλιτεχνικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα, οι οποίες οργανώνονται είτε από τις πανεπιστημιακές σχολές είτε από άλλους φορείς (λ.χ. συλλόγους επιστημόνων) και απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Άλλες ωστόσο εκδηλώσεις, όπως τα συνέδρια και οι αναγορεύσεις απευθύνονται κυρίως στο ερευνητικό προσωπικό, στους φοιτητές, στους διανοούμενους και στα μέλη επιστημονικών συλλόγων. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για εστιάσεις λόγων όπως θα έλεγε ο Πλάτων, που εντάσσονται στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής παράδοσης.
Ψυχή και κινητήριος νους αυτού του περιστασιακού, χαμηλών τόνων, αλλά τόσο σημαντικού εκπαιδευτικού προγράμματος για πολλά χρόνια στάθηκε ο Ν. Κονομής ως ειδήμων της τελετουργικής, ως δαψιλής πάροχος πρακτικών οδηγιών, ως οτρηρός θεράπων της ουσιώδους εθιμοτυπίας. Πώς συντάσσεται λοιπόν ένα ψήφισμα; Πώς διευθύνεται μια επιστημονική συζήτηση; Πώς αγλαΐζεται ο έπαινος (Laudatio) που απευθύνεται σε μια τιμώμενη προσωπικότητα; Και επιπλέον (το σημαντικότερο!), πώς εποπτεύεις μια διατριβή; Για όλα αυτά, που οι απαίδευτοι εκφαυλίζουν ως γραφειοκρατικές κομψοέπειες ή ως διδασκαλικές εμμονές, εγώ πρώτος αλλά και άλλοι συνηλικιώτες συνάδελφοι καταφεύγαμε στα φώτα του Ν. Κονομή. Ιδού λοιπόν για ποιους λόγους και με ποιον τρόπο ο καθηγητής κατανάλωνε αφειδώς εντός του πανεπιστημιακού χώρου το επαυξημένο αγγλοσαξωνικό του ωράριο – απλούστατα δίδασκε και καθοδηγούσε τους νεότερους που ήταν άπειροι και αγχωμένοι.
Ο Ν. Κονομής είναι περιζήτητος raconteur και ο στενός του κύκλος ήταν εξαιρετικά πιεστικός για αφηγήσεις αναφερόμενες ιδίως στις εκκεντρικότητες της πανεπιστημιακής ζωής στην Αγγλία της δεκαετίας του 1950. Οι αφηγήσεις αυτές διανθίζονται από το πηγαίο του χιούμορ, που οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας θα χαρακτήριζαν ξηρό, γιατί είναι λακωνικό, ευθύβολο και αναστοχαστικό (: πλείον του λεγομένου το αναθεωρούμενον). Ένα παράδειγμα· ας μου επιτραπεί να ανασυνθέσω από τα σπαράγματα της μνήμης μου, να συνοψίσω και να πλαγιάσω τον λόγο μου. Έλεγε λοιπόν ότι ένα βροχερό πρωινό στην Οξφόρδη μια συντροφιά από μεταπτυχιακούς φοιτητές, άλλοι αμέριμνοι άλλοι σκουτουργιασμένοι παρατηρούσαν κεχηνότες από τον προφυλαγμένο με διπλή τζαμαρία εξώστη του κτιρίου, όπου στεγαζόταν το τμήμα της κλασικής Φιλολογίας δυο fellows πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, ο ένας Έλλην, ο άλλος Βρετανός να ασκούνται μέσα στον προαύλιο χώρο ντυμένοι με τις αθλητικές τους φόρμες και καλικωμένοι με ελαφρά υποδήματα του τένις στο συντονισμένο εκείνο τροχάδην, που αποκαλείται διεθνώς jogging. Κάποιος από την συντροφιά (πιθανότατα ο ίδιος ο αφηγητής) δεν άντεξε στην ατοπία και σχολίασε το θλιβερό θέαμα της απέλπιδος προσπάθειας με μια λέξη σε ονομαστική πτώση και σε δυϊκό αριθμό: Τω αθλητά. Η λέξη αυτή και τότε και αργότερα στρογγυλοκαθισμένη επί πτερύγων ανέμων προκαλούσε όπου έφτανε είτε το πνιχτό γέλιο είτε το επιδοκιμαστικό χαμόγελο, γιατί βεβαίως όλοι λάβαιναν υπόψη τους και το περιβάλλον με την ιστορία του, και τον αλλόκοτο αρχαϊσμό του δυϊκού αριθμού και προπάντων το θέαμα «των αθλητών», οι οποίοι προγάστορες ήδη και αναφαλαντίες δεν θύμιζαν σε τίποτε το σφρίγος και το κάλλος του σταδιέως Ασώπιχου από τον Ορχομενό ή του δολιχοδρόμου Εργοτέλη του Ιμεραίου (Κρης στην καταγωγή, αλλά είχε κάνει το φονικό και φυγαδεύτηκε στην μακρινή Ιμέρα της Σικελίας) τους οποίους επαξίως είχε υμνήσει ο Πίνδαρος στους Ολυμπιόνικους!
Πόσα θα είχαν να καταλεπτολογήσουν και να ξομπλιάσουν για το γελοίο περιστατικό της αθλοπαιδιάς άλλοι ακόμη πιο αλλεργικοί στην φρενίτιδα του αργυρώνητου πρωταθλητισμού και στην σαχλότητα του ερασιτεχνικού και καταφανώς αρμοδιότεροι από μένα όπως ο Τζορτζ Όργουελ (The Sporting Spirit), ο ορθολογιστής οικονομολόγος Philippe Simonnot (Homo sportivus), η θαρραλέα αρθρογράφος Linda Flanagan που κατήγγειλε τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό των Ολυμπιακών Αγώνων.[1]
Το πάθος της διδασκαλίας διακατέχει ακόμη και σήμερα τον θαλερό γέροντα των 102 ετών. Στις φιλικές συζητήσεις τα λεγόμενά του είτε για νουθεσίες πρόκειται είτε για προτροπές είτε για πληροφορίες σχετιζόμενες με ερευνητικά προβλήματα είναι επιγεννήματα μακράς πείρας και κατασταλαγμένης σοφίας. Η μόνη ανταμοιβή του για όλα αυτά τα χρόνια της αφειδώλευτης και ανιδιοτελούς προσφοράς του ήταν η αναγνώριση της επιστημοσύνης του και η βαθιά ευγνωμοσύνη των μαθητών του, εκπεφρασμένη ή και εισέτι ανεκλάλητη.
Πιστεύω εν τούτοις ότι η διδασκαλία ήταν και μια παρήγορη απόσπαση από τις μέριμνες του καθημερινού βίου και προπάντων μια προσωρινή έστω διαφυγή από τον αθεράπευτο καημό που του προκαλούσε η τύχη της προσφιλέστατης ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μόρφου Κηρυνείας. Πολύχρονος λοιπόν και όσο το επιτρέπουν τα ανθρώπινα ευδαίμων.
[1] Βλ. “Why in the Wold Are We Sending 11 Year Old to the Olympics?”, New York Times, 26 Ιουλίου 2024.

