Είναι φασίστας ο Τραμπ; Το πρόβλημα με τις συγκρίσεις

Είναι φασίστας ο Τραμπ; Το πρόβλημα με τις συγκρίσεις Ο Ντόναλντ Τραμπ σε σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου.

 

 

ARB – THE NEW YORK REVIEW OF BOOKS

 


Την δεκαετία του ’80 η πνευματική ζωή στη Γερμανία αναταρασσόταν από την λεγόμενη «διαμάχη των ιστορικών» (Historikerstreit). Η διαμάχη ξεκίνησε όταν ο Ερνστ Νόλτε, καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου– ένας άγνωστος καθηγητής γυμνασίου πριν γράψει στην δεκαετία του 1960 μια λαμπρή συγκριτική μελέτη του φασισμού– προσέβαλε τον ιστορικό του Ολοκαυτώματος Σαούλ Φριντλέντερ σε ένα δείπνο.

Η διαμάχη αφορούσε τελικά πολλά πράγματα όπως εξελίχθηκε. Ξεκίνησε με τον κακεντρεχή ισχυρισμό του Νόλτε ότι ο Σιωνιστής ηγέτης Χαΐμ Βάιτσμαν κήρυξε τον πόλεμο το 1939 στην Γερμανία εξ ονόματος του Εβραϊκού λαού, σαν αυτό να νομιμοποιούσε όσα διέπραξε η Γερμανία κατόπιν. Η διαμάχη συνέχισε με τον Νόλτε να υποστηρίζει ότι ο Αδόλφος Χίτλερ είχε ενεργήσει αντιδρώντας στις προηγούμενες φρικαλεότητες του Ιωσήφ Στάλιν, σαν δύο κακά να μπορούσαν να κάνουν ένα καλό. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της διαμάχης κατέληξε στην δεοντολογία της σύγκρισης. Αφορούσε την εγκυρότητα του παραλληλισμού του Εθνικοσοσιαλισμού με άλλα προγενέστερα και μεταγενέστερα φαινόμενα.

Όταν η Μιτσκίκο Κακουτάνι έκανε τον περίφημο παραλληλισμό[1] μεταξύ των ημερών του Ιανουαρίου 1933 και αυτού που θα μπορούσε να διαδραματιστεί τον Ιανουάριο του 2017, και όταν άλλοι υποστήριζαν[2] ότι ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ του Τραμπ απείχε μόνο κάποιους μήνες, δεν έλαβε χώρα καμία διαμάχη ιστορικών. Δεν είναι αξιοπερίεργο: οι συντηρητικοί ιστορικοί της Γερμανίας είχαν επιδοθεί σε συγκρίσεις για να «κανονικοποιήσουν» την ιστορία της χώρας τους, όπως έλεγαν. Αντίθετα, η Αντίσταση της Αμερικής μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στράφηκε στην σύγκριση για να τον αποκανονικοποιήσει: η Αμερική βρισκόταν στα πρόθυρα του φασισμού και με έναν Χίτλερ στα σκαριά τώρα στο τιμόνι.

Το δίδαγμα τρία χρόνια μετά είναι ότι η σύγκριση απαιτεί μία προσεκτική ηθική, για λόγους κατανόησης αλλά και κινητοποίησης. Σίγουρα αποτελεί τροφή για κάποιον είρωνα του μέλλοντος το γεγονός ότι μετά την περίοδο φόβου για τις πράξεις του, ο Τραμπ κατά την τρέχουσα περίοδο της πανδημίας, φαίνεται ότι θα μείνει στην Ιστορία για την ακόμα χειρότερη αμαρτία της απραξίας. Παρ’ όλες τις καταχρήσεις εξουσίας που η προηγούμενη γενιά εκχώρησε στην προεδρία του, η αποτυχία του να τις αξιοποιήσει τώρα δείχνει ακόμα περισσότερο κατάφωρη. Αν και ασυγχώρητα, τα καμώματά του που περιφρονούν το κράτος δικαίου, καλώς ή κακώς, δεν παρέκαμψαν την συνέχεια της αμερικανικής διακυβέρνησης. (Οι Ρεπουμπλικάνοι διόρισαν τους συντηρητικούς δικαστές τους και πέτυχαν τις μειώσεις φόρων ακριβώς όπως και πριν.) Ο Γουίλιαμ Μπαρ είναι η μετενσάρκωση του Καρλ Σμιτ,[3] εκείνης της διαβολικής διάνοιας του Εθνικοσοσιαλισμού, έγραψε η Τάμσιν Σο σε αυτές τις σελίδες. Εντούτοις το χειρότερο που έχει κάνει ο Γενικός Εισαγγελέας είναι να επιδιώκει στόχους με βαθιές ρίζες στην Αμερικανική ιστορία και να επιτρέψει σε κάποιους αλήτες να τη γλιτώσουν. Δεν χρειάζεται καμία αναλογία με τον Χίτλερ ή τον φασισμό για να εξηγήσουμε αυτά τα αποτελέσματα.

Το 2016 η παρόρμηση να κάνουμε συγκρίσεις με κάποια από τα χειρότερα επεισόδια της Ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να ήταν κατανοητή έως χρήσιμη. Το μέλλον ήταν σκοτεινό και οι ελίτ είχαν σοκαριστεί από το εκλογικό αποτέλεσμα. Τέτοιες προειδοποιήσεις είχαν και στρατηγικές χρήσεις. Η επικείμενη φρίκη ήταν πιθανή, αν και κανείς δεν ήξερε την ακριβή μορφή της. Πολλές φορές ο ουρανός δεν πέφτει επάνω μας ακριβώς με τον τρόπο που φοβούνται οι κότες οι οποίες πολύ σωστά κακαρίζουν.

Ωστόσο οι άνθρωποι ξεχνούν ότι τον προηγούμενο αιώνα η σύγκριση είχε από κοινού κριθεί επιζήμια και μη αναγκαία. Το σύνδρομο της Βαϊμάρης είχε συχνά οδηγήσει σε άσχημα πράγματα και υπήρχε η κοινή αντίληψη ότι η σύγκριση με τον φασισμό είναι κατά κανόνα ύποπτη. Για παράδειγμα, ο Νόλτε είχε γίνει γνωστός με τα «Τρία Πρόσωπα του Φασισμού» (1963), μία πρόταση επιπόλαιης χρήσης της σύγκρισης και ακριβώς σε σχέση με τη νεφελώδη έννοια του «φασισμού». Ο Νόλτε επέμενε ότι δεν αφορά μόνο την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι, αλλά και τους Γάλλους αντιδραστικούς μοναρχικούς της Γαλλικής Δράσης (Action Française) στις αρχές του εικοστού αιώνα, καθώς και το μεταγενέστερο χιτλερικό κίνημα και καθεστώς.

Κατά την διάρκεια της Γερμανικής διαμάχης το 1986, αυτή η σύγκριση τον οδήγησε [τον Νόλτε] σε ανυπόφορες υπερβολές, σε διανοητικό και πολιτικό επίπεδο. Η σύγκριση δικαιολογούσε αντί να καταδικάζει. Ο Μάρτιν Μπρόζατ του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας στο Μόναχο, μια φαιά εξοχότητα ανάμεσα στους Γερμανούς ιστορικούς, επέμενε ότι είναι απαραίτητο να θεωρούμε τον Εθνικοσοσιαλισμό ως κάτι συγκρίσιμο με άλλα καθεστώτα. Αναρωτιόταν αν έχει έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουμε την Γερμανία του Χίτλερ ως ένα κράτος από πολλές απόψεις σαν τα άλλα, συγκρίνοντας τις προνοιακές της πολιτικές με αυτές που έπαιρναν μορφή πιο Δυτικά στα μέσα του εικοστού αιώνα. Μήπως δεν έμοιαζε το πρόγραμμα του Γερμανικού Εργατικού Μετώπου με ό,τι σχεδίαζε ο Γουίλιαμ Μπέβεριτζ για την Βρετανία: ένα μοντέρνο κράτος πρόνοιας;

Ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς κριτικούς τέτοιων απολογητικών συγκρίσεων της εποχής ήταν ο ιστορικός του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Τσαρλς Μάιερ. Οι συγκριτικές ασκήσεις είναι καθοριστικές, παρατήρησε ο Μάιερ, αλλά είναι επίσης δυνητικά παραπλανητικές – ειδικά όταν οι αναλογίες γίνονται χωρίς την ισορροπία που παρέχει η αντίθετη όψη της δυσαναλογίας. «Κάθε γνήσια συγκριτική άσκηση δίνει έμφαση τόσο στη μοναδικότητα όσο στην ομοιότητα· καθορίζει ό,τι είναι κοινό σε αντίθεση με ό,τι είναι ξεχωριστό», καταλήγει ο Μάιερ, ως αυθεντία ο ίδιος στην συγκριτική ανάλυση. «Η σύγκριση πρέπει να είναι δίκοπο μαχαίρι». Πράγματι, όπως ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ιστορικούς, ο Γάλλος Μαρκ Μπλοκ, υποστήριξε πριν πενήντα χρόνια, όλο το νόημα της σύγκρισης όταν αυτή είναι υπεύθυνη, είναι για να απομονώσει αυτό που είναι μοναδικό και ως εκ τούτου χρήζει εκ νέου προσοχής. Μία σύγκριση δεν μπορεί να αγνοεί διαχωρισμούς, αλλά πρέπει να τους απομονώνει, αλλιώς είναι πλημμελής ή αδιαφορεί για τις συνέπειες.

Το Ναζιστικό καθεστώς πράγματι παρουσιάζει ομοιότητες με άλλα καθεστώτα. Αλλά οι ομοιότητες που ανέφεραν οι συντηρητικοί Γερμανοί ήταν ασήμαντες. Στην Γερμανία μετά το 1933, οι μαέστροι «φον Κάραγιαν και Φουρτβένγκλερ παρήγαγαν μουσική· το ταχυδρομείο παρέδιδε επιστολές», παραδεχόταν ο Μάιερ. Και τι μ’ αυτό; Φυσικά η Ναζιστική Γερμανία ήταν παρόμοια από κάποιες απόψεις με άλλα παραδείγματα, αλλά αυτό ισχύει για τα πάντα στον κόσμο – είναι μία κοινότοπη διαπίστωση. Εξάλλου, όλα έχουν έναν αόριστο αριθμό κοινών χαρακτηριστικών με όλα τα άλλα, και όλα διαφέρουν εξίσου. Ποτέ δύο πράγματα που μπορεί κανείς να συνδέσει δεν είναι απολύτως ταυτόσημα, ούτε απολύτως διακριτά. Αυτό που έχει σημασία στην υπεύθυνη σύγκριση είναι οι λόγοι για τους οποίους κανείς θέλει να δώσει έμφαση στη μια ή στην άλλη ομοιότητα και εάν κάποιος παίρνει στα σοβαρά τις σημαντικές διαφορές. Χωρίς την αναγνώριση των διαφορών η σύγκριση είναι πολιτική τοποθέτηση και όχι πάντα για καλό σκοπό.

Για τον Μάιερ, οι συντηρητικοί Γερμανοί απέκρυπταν το γεγονός ότι οι πρόγονοί τους και κανείς άλλος δεν είχε χτίσει στρατόπεδα θανάτου. Αυτό έκανε το Ναζιστικό εγχείρημα ξεχωριστό. Λέγοντάς το αυτό δεν επικαλέστηκε κάποια μυστικιστική έννοια, ότι τα πράγματα γενικά στον κόσμο είναι «ασύγκριτα» χωρίς να έχουν τίποτα κοινό το ένα με το άλλο. Δεν ισχυριζόταν καθόλου ότι η σύγκριση από μόνη της δεν είναι ποτέ επιτρεπτή. Για την ακρίβεια κανείς δεν διαπραγματεύεται αυτή την έννοια. Δεν απαγορεύεται η αναλογία η οποία βρίσκεται στην καρδιά της ανθρώπινης σκέψης. Εάν όντως υπάρχει κάποιος κίνδυνος στη δημόσια συζήτηση, είναι ο αντίθετος από την πληθώρα συγκρίσεων, τόσο πυκνή που να μην περνάει μια μέρα στο Ίντερνετ χωρίς τις σκιές πολλαπλών παρελθόντων να στοιχειώνουν κάθε νέο γεγονός. Τουναντίον, η άποψη του Μάιερ ήταν ότι η αναλογία λειτουργεί υπεύθυνα μονάχα ταυτόχρονα με την δυσαναλογία, έννοιες αλληλεξαρτώμενες. Και πολύ από τη μία χωρίς αρκετά από την άλλη, επέμενε ο Μάιερ, είναι παραπλανητική και ιδεολογική.

Τώρα, σε κάποιο επίπεδο, οι αναλογίες μας από το 2016 είναι πολύ διαφορετικές από αυτές της διαμάχης των ιστορικών πριν από τριάντα χρόνια. Ο φόβος ότι επανήλθε στην εποχή μας ακριβώς αυτό το ξεχωριστό κακό του ναζιστικού καθεστώτος, ή το ξεχωριστό κακό της φασιστικής φρίκης γενικά, απέχει πολύ από τη σχετικοποίηση αυτού που καθιστά ειδική περίπτωση την Γερμανία του Χίτλερ συγκριτικά με άλλα κράτη. Έτσι κάποιος μπορεί να υποθέσει ότι η αποκανονικοποίηση του Τραμπ δεν βαρύνεται από τα ίδια διανοητικά σφάλματα που εμπεριέχει η κανονικοποίηση του Ναζισμού στην διαμάχη των ιστορικών. Δεν είναι έτσι. Αποδεικνύεται ότι η άκρως αρνητική αναλογία δίχως δυσαναλογία είναι σφάλμα για εκείνους που θέλουν να επιβάλουν τον στιγματισμό και όχι μόνο για εκείνους που επιδιώκουν να τον απαλείψουν.

sel33

Γκυστάβ Κουρμπέ, Μήλο, αχλάδι και πορτοκάλι, περ. 1871-1872.

Για όσους αμφιβάλλουν για την αναλογία του φασισμού με τον Τραμπισμό –και σε αυτούς συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου– το ζητούμενο είναι να εκτιμηθεί η συνέχεια και το καινοφανές καλύτερα απ’ ό,τι επιτρέπει η σύγκριση. Η αποκανονικοποίηση του Τραμπ αποκρύπτει το γεγονός ότι είναι στην πεμπτουσία του Αμερικανός, ότι είναι η έκφραση συνεχιζόμενων και ενδογενών συνδρόμων. Η απάντηση σε αυτό που αντιπροσωπεύει δεν χρειάζεται αποκατάσταση της «κανονικότητας» αλλά αμφισβήτηση του προ Τραμπ στάτους κβο που τον παρήγαγε. Οι συγκρίσεις με τον Ναζισμό και τον Φασισμό που απειλούν άμεσα να ανατρέψουν την δημοκρατία μας αποσπούν την προσοχή από το πώς φτιάξαμε τον Τραμπ επί σειρά δεκαετιών, και συνεπάγεται ότι η συνύπαρξη της δημοκρατίας μας με μακρές ιστορίες δολοφονιών, υποταγής και τρόμου –συμπεριλαμβανομένων των πιο πρόσφατων, αν και ωραιοποιημένων μορφών μαζικών φυλακίσεων και αύξουσας ανισότητας, και της ισχνής αυτοκρατορίας και τακτικής διεξαγωγής πολέμου στο εξωτερικό– αξίζει κάπως λιγότερο φόβο και στιγματισμό. Η επιλεκτική οργή μετά το 2016 λέει περισσότερα για τον εξοργισμένο παρά για τον εξοργιστικό.

Δεν είναι αντίφαση να προσθέσουμε σε αυτή την αντίρρηση ότι η σύγκριση της παρούσας κατάστασης στην Αμερική με τον φασισμό μάς απαλλάσσει από τον κόπο να αναλύσουμε τι είναι πραγματικά καινούργιο σε αυτήν. Παρ’ όλες τις άλλες αρετές της, γενικά η σύγκριση δεν τα πάει καλά με το καινοφανές που σίγουρα ο Τραμπ εκπροσωπεί, παρά τις προϋποθέσεις και τις πηγές του. Είναι αλήθεια πως απέναντι στο καινοφανές η αναλογία με πιθανά ιστορικά άβαταρ είναι απαραίτητη για το ξεκαθάρισμα της σύγχυσης και την εύρεση προσανατολισμού. Αλλά αναμφίβολα η αναλογία συχνά εντείνει την σύγχυση όταν τα φαντάσματα του παρελθόντος αφήνονται να ξαναπερπατήσουν σε ένα τοπίο που έχει αλλάξει ολοκληρωτικά. Η σύγκριση είναι πάντα ένα επικίνδυνο εργαλείο που μπορεί να οδηγεί στην τύφλωση και όχι μόνο στην επίγνωση.

Αλλά το να παραμένουμε ειλικρινείς δεν είναι ο μόνος λόγος που οι αντιθέσεις είναι απαραίτητες ανά πάσα στιγμή. Η πολιτική των συγκρίσεων είναι συστηματικά κακή. Η καλύτερη υπεράσπιση της αναλογίας είναι ότι μπορεί να μας βοηθήσει να βελτιώσουμε την κατάστασή μας, προσελκύοντας σημαντικούς συμμάχους, και σχεδιάζοντας τα επόμενα βήματα. Ασφαλώς η σύγκριση εξυπηρέτησε κάποιες από αυτές τις λειτουργίες στα πρώτα χρόνια του Τραμπ. Ομολογώ πως και τότε θεωρούσα ενοχλητική την εις Χίτλερ άτοπον απαγωγή (reductio ad Hitlerum), κυρίως επειδή ήδη την θεωρούσα ορισμό της ανευθυνότητας: αν πεις πως ήρθε το τέλος του κόσμου, ή θα επιβεβαιωθούν με σκληρό τρόπο οι προφητείες σου ή θα πεις ότι η προειδοποίησή σου ήταν σωτήρια. Κορώνα, κέρδισες· γράμματα, έχασα. Αλλά εάν εκείνες τις πρώτες μέρες ήταν λογικό να μην έχουμε την απαίτηση για μια ηθική της σύγκρισης, τρία χρόνια μετά η κατάστασή μας είναι ριζικά διαφορετική. Γιατί αυτό που μάθαμε είναι πως η πολιτική αυτή της σύγκρισής δεν λειτουργεί όπως ελπίζαμε.

Ένας άλλος ιστορικός του Χάρβαρντ και φίλος μου, ο Πήτερ Γκόρντον, πριν μερικούς μήνες υποστήριξε[4] ότι ο «σκεπτικισμός» για τις συνηθισμένες συγκρίσεις είναι αυτάρεσκος. Εγώ δεν είμαι σίγουρος. Το γεγονός ότι τα πράγματα μπορούν να χειροτερέψουν ακόμα περισσότερο απ’ όσο ήδη τα έκανε χειρότερα ο Τραμπ –όπως σωστά σημειώνει ο Γκόρντον ότι μπορούν– δεν σημαίνει καθόλου ότι η δημοφιλής αναλογία του φασισμού βοηθάει στο να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο για τα θύματα για τα οποία νοιαζόμαστε. Η επιμονή ότι βοηθάει εγείρει το πολιτικό ερώτημα ποια είναι η πιο παραγωγική αντίδραση έτσι ώστε να αποφευχθεί η διαρκής καταστροφή που, όπως πάντα, πλήττει πιο σοβαρά τους μη έχοντες. Το να βλέπουμε τον Τραμπ ως μετενσάρκωση του Χίτλερ, ή την Υπηρεσία Ελέγχου Μετανάστευσης (ICE) ως Γκεστάπο αποτρέπει το αποτέλεσμα; Όταν χαρακτηρίζουμε τους εχθρούς μας φασίστες υπονομεύουμε την πολιτική τους νομιμότητα; Μάλλον όχι και τόσο απ’ όσο βλέπω. Η σύγκριση δεν βοηθάει τα θύματα· και εάν σε κάθε υπεύθυνη σύγκριση η αντιδιαστολή είναι αναπόφευκτη, τότε είτε και τα δύο αποτελούν μέρος του ίδιου παιχνιδιού συναναστροφών των προνομιούχων είτε κανένα.

Ένας άλλος συνάδελφος και φίλος, ο Τζέισον Στάνλεϊ, υποστήριξε με έξυπνο τρόπο στο βιβλίο του How Fascism Works [Πώς λειτουργεί ο Φασισμός] (2018) την αναγνώριση του Τραμπ και πολλών χαρακτηριστικών της σύγχρονης πολιτικής ως φασιστικά. Ο Στάνλεϊ δεν βασίζεται σε συγκρίσεις· πουθενά η προσέγγισή του δεν ασχολείται με την ύπαρξη φασιστικών καθεστώτων στο παρελθόν. Και, φυσικά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο φασισμός εμπεριέχει ιδεολογικές τάσεις που είναι διαδεδομένες στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία, και οι οποίες είναι αρκετά άσχημες από μόνες τους στην παρούσα μορφή τους, ακόμα κι εάν ένα πραγματικά φασιστικό καθεστώς παραμένει μακρινό ενδεχόμενο. Και κανείς δεν θα πρέπει να έχει πρόβλημα να κριτικάρει όλα αυτά που ο Στάνλεϊ λέει πως ορίζουν τον φασισμό: επικλήσεις σε ένα μυθικό παρελθόν, επιθέσεις στην διανόηση και τους στοχαστές, φυλετικές ιεραρχίες και ιεραρχίες φύλου, εκκλήσεις για νόμο και τάξη, και ούτω καθεξής.

Η μοναδική πραγματική ερώτηση είναι εάν υπάρχει αναλυτικό κόστος, όταν οι αναζωπυρώσεις του φασισμού επαναπροσδιορίζονται ως το πράγμα αυτό καθεαυτό. Εάν έχει δίκιο ο Στάνλεϊ, το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας είναι φασιστικό, κρυφά ή ανοιχτά. Ίσως είναι. Αλλά ο Στάνλεϊ δεν αναγνωρίζει πως η καταγγελία περί φασισμού με την πολύ μεγαλύτερη αποδοχή –για παράδειγμα στο μπεστ σέλερ της Μάντλιν Ολμπράιτ Fascism: A Warning [Φασισμός: Μία προειδοποίηση] (2018)– έχει να κάνει ακριβώς με την καταστολή της αντίληψης όλων των δυνάμεων που ορθώς ανησυχούν τον Στάνλεϊ και οι οποίες δρουν έτσι ώστε να γίνει ο Τραμπ εξιλαστήριο θύμα, σαν να ήταν ένας εξωγήινος ανάμεσά μας. Αλλά ο Τραμπ δεν θα πεθάνει ποτέ για τις δικές μας αμαρτίες.

Το εγχείρημα του Στάνλεϊ, ακριβώς επειδή είναι τόσο ανοιχτό στις αχρειότητες της αμερικανικής ιστορίας, είναι επίσης ανοιχτό σε πολιτικές αμφισβητήσεις. Η επιλογή της λέξης «φασιστικός» για να τις περιγράψει εμπορεύεται τον απίστευτο τρόμο που νιώθουν οι άνθρωποι όταν διατυπώνεται ένας τέτοιος ισχυρισμός και ταυτόχρονα τον υπονομεύει, μετατρέποντας τον φασισμό σε κάτι τόσο καθημερινό και συνηθισμένο στις ανθρώπινες σχέσεις σε σημείο που να αποτελεί σχεδόν την υπόστασή τους. Κι ενώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αναγνώριση της καταπίεσης στην καρδιά των περισσότερων Αμερικανικών πολιτικών μέχρι σήμερα είναι πολύτιμη, δεν είναι ξεκάθαρο τι πρακτικά προσθέτει η ταμπέλα του φασισμού.

Μπορεί και να είναι άτοπο να ανησυχούμε ότι οι αναλογίες με την κατάρρευση της Βαϊμάρης ή τον ερχομό του φασισμού είναι πράγματι επιζήμιες. Είναι αλήθεια πως σε όλο τον κόσμο και συνεχώς στην αμερικανική ζωή από το 1940 οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τέτοιες συγκρίσεις για να δικαιολογήσουν τα χειρότερα προληπτικά μέτρα, από τις εφιαλτικές καταστολές τοπικών φοιτητικών αντιπολιτεύσεων μέχρι τις ακόμα πιο εφιαλτικές αντιδράσεις σε παγκόσμιες κομμουνιστικές απειλές. Οι ενέργειες όχι μόνο υπονόμευσης της δημοκρατίας, αλλά και εκείνες στο όνομα της διαφύλαξής της, υπήρξαν πολύ άσχημα ζητήματα.

Και δεν υπάρχει περιθώριο να ισχυριστούμε ότι, αυτή τη φορά, οι αμερικανικές αναλογίες με την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος είχαν οδυνηρές επιπτώσεις. Όχι μόνο βοήθησαν την επανένταξη μερικών από τους πιο υπεύθυνους για τον ίδιο τον Τραμπ –όπως οι νεοσυντηρητικοί που βρήκαν νέο κοινό ανάμεσα στους φιλελεύθερους αφότου έχασαν τον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος– αλλά και βοήθησαν επίσης να καθορίσουν την μοίρα του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο επέλεξε έναν υποψήφιο «Ποτέ Τραμπ» έναντι ενός ο οποίος θα το μετασχημάτιζε.

Αλλά η πιο ολέθρια αλήθεια είναι ότι οι λάθος αναλογίες είναι περισσότερο άχρηστες παρά επιζήμιες. Η απόκρυψη όσων οδήγησαν στην άνοδο του Τραμπ (που παρουσιάστηκε ως ένας υποψήφιος υπέρ των θυμάτων) και το «Τραμπικό ξέπλυμα» της αμερικανικής πολιτικής ελίτ πριν από αυτόν η οποία προκάλεσε πολλά δεινά είναι λιγότερο σοβαρό λάθος από την καθυστέρηση και την διαστρέβλωση μίας συλλογικής απόφασης για τα βήματα που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε για να βγούμε από το τέλμα στο οποίο τώρα βρισκόμαστε. Οι φασιστικές συγκρίσεις δεν επηρέασαν με κανένα τρόπο ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση. Τo να φωνάζουμε φασισμός δεν αλλάζει τίποτα από μόνο του. Μόνο η δημιουργία μίας εναλλακτικής [λύσης] μπορεί, η οποία όμως προϋποθέτει να την φανταστούμε πρώτα.

Εάν, όπως είναι πιθανό, ο Τζο Μπάιντεν κερδίσει την προεδρία, ο Τραμπ θα αντιμετωπιστεί σαν μία ανωμαλία της οποίας η άνοδος και η πτώση δεν σημαίνουν τίποτα για την Αμερική, την πατρίδα του αντιφασιστικού ηρωικού αγώνα, που νίκησε ακριβώς όπως νίκησε άλλοτε τα χειρότερα τέρατα στο εξωτερικό. Εκείνοι που προειδοποίησαν για την έλευση του φασισμού θα συγχαρούν τους εαυτούς τους που έσωσαν την χώρα της ελευθερίας και απελευθέρωσαν την πατρίδα των γενναίων, η οποία κατά κάποιο τρόπο ολίσθαινε προς το χείλος [του γκρεμού]. Θα περικλείσουν το ιντερλούδιο σαν να ήταν «ένα εργοστασιακό ατύχημα», όπως οι Γερμανοί μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περιέγραψαν το δωδεκαετές λάθος τους. Κάθε άλλο παρά από το να αναγνωρίσουν τον Τραμπ ως παράγωγο και ετυμηγορία επ’ αυτού που προηγήθηκε, θα ερμηνεύσουν το πέρασμά του ως ανάγκη να αποκατασταθεί η προηγούμενη κατάσταση. Λίγοι θα αναρωτηθούν τι έγινε η δημόσια συζήτηση περί φασισμού και λίγοι θα θυμούνται το τρομακτικό ενδεχόμενο ότι η σύγχρονη πολιτική κρύβει φασιστικές τάσεις παντού. Αλλά τα βιβλία τους θα σημειώνουν μικρότερο αριθμό πωλήσεων. Οι περισσότεροι θα θεωρήσουν ότι πέρασε ο κίνδυνος. Εδώ, εξάλλου, είναι Αμερική.

Η σύγκριση, ακόμα και όταν αντισταθμίζεται από το έρμα της αντίθεσης, είναι μια πολιτική πράξη που μπορεί να κριθεί επιτυχής ή μη. Όταν συγκρίνουμε πρέπει να διευκρινίζουμε ό,τι είναι κοινό αλλά και ό,τι είναι χαρακτηριστικό. Και όταν το κάνουμε αυτό, πρέπει όσο μπορούμε, να συμμετέχουμε στην οικοδόμηση ενός καλύτερου, όχι χειρότερου, μέλλοντος. Η αναλογία και η δυσαναλογία με το παρελθόν μπορούν να βοηθήσουν στην ανάλυση του παρόντος, αλλά όχι όταν μας επιτρέπουν να υποκύπτουμε σε μελοδραματικές ορθότητες και να εντρυφούμε στους φόβους μας, ενώ παράλληλα ετοιμάζουμε ένα τρομακτικά κανονικό μέλλον.


© NEW YORK REVIEW OF BOOKS 2020

Μετάφραση: Μιμή Βασιλάκη


 

 

[1] Aaron Blake, “This New York Times ‘Hitler’ book review sure reads like a thinly veiled Trump comparison”, Washington Post, 28 Σεπτεμβρίου 2016. Βλ. https://wapo.st/2ARlnzC  [Το άρθρο της Michiko Kakutani, “In ‘Hitler,’ an Ascent From ‘Dunderhead’ to Demagogue”, είχε δημοσιευθεί στους New York Times την προηγουμένη, 27 Σεπτεμβρίου 2016. Βλ. https://nyti.ms/3efFia2].

[2] Chauncey DeVega, “Historian Timothy Snyder: ‘It's pretty much inevitable’ that Trump will try to stage a coup and overthrow democracy”, Salon, 1 Μαΐου 2017. Βλ. https://bit.ly/2yxsvAw

[3] Tamsin Shaw, “William Barr: The Carl Schmitt of Our Time”, NYR Daily, 15 Ιανουαρίου 2020. Βλ. https://bit.ly/2WXHDQX

[4] Peter E. Gordon, “Why Historical Analogy Matters”, NYR Daily, 7 Ιανουαρίου 2020, https://bit.ly/2XnhxGg