Η νομολογία του ΕΔΔΑ υπό την οπτική του Αρείου Πάγου

Η νομολογία του ΕΔΔΑ υπό την οπτική του Αρείου Πάγου Βίλεμ ντε Κούνινγκ, "'Ατιτλο", 1966 κάρβουνο σε χαρτί, ΜοΜΑ.

 

 

Εκδήλωση με θέμα «Η εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως θεμελιώδης προϋπόθεση σεβασμού της ΕΣΔΑ» διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση, με συντονιστή τον Ευάγγελο Βενιζέλο, στην Αθήνα την Παρασκευή 17.1.2020. Η εκδήλωση τελούσε υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματέως του Συμβουλίου της Ευρώπης, Marija Pejčinović - Burić. Ομιλητές ήσαν ο Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιάνος, Πρόεδρος του ΕΔΔΑ ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Η οπτική του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Το θέμα «Η οπτική των Ελληνικών Ανωτάτων Δικαστηρίων» ανέπτυξαν οι πρόεδροι: Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ε.τ. (στη θέση της νεοεκλεγείσας Προέδρου της Δημοκρατίας Αικ. Σακελλαροπούλου). Παρεμβάσεις έκαναν οι Ιωάννης - Κωνσταντίνος Χαλκιάς, Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Fredrik Sundberg, Προϊστάμενος της Διεύθυνση Εκτέλεσης των Αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Γενική εισαγωγή: Jean-Luc Sauron, Σύμβουλος Επικρατείας, Εντεταλμένος για θέματα Ευρωπαϊκού Δικαίου, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Dauphine. Συντονισμός: Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, πρώην εισηγητής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.

Τα πλήρη κείμενα των ομιλιών, όπως πληροφορηθήκαμε, θα δημοσιευθούν στο περιοδικό Το Σύνταγμα με την αντίστοιχη επιστημονική επιμέλεια. Εδώ δημοσιεύουμε εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά από τόσο επίσημα ελληνικά χείλη γίνεται αναφορά στις εικοσαετούς διάρκειας δικαστικές περιπέτειες του διευθυντή της Athens Review of Books, με το όνομα του οποίου αναφέρεται η ομάδα καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ (Group Vasilakis) που έχουν σχέση με την ελευθερία του λόγου και του Τύπου. Αλλά, κυρίως, γιατί θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, και εντοπίζει και κατονομάζει τις σημαντικότερες μόνιμες ανοικτές πληγές στην απονομή δικαιοσύνης σε πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες, και κηρύσσει την ανάγκη ειλικρινούς συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εφεξής ΕΔΔΑ, έχει επηρεάσει αναμφισβήτητα με τις αποφάσεις του και την νομολογία του Αρείου Πάγου, σε μια σειρά θεμάτων που απασχόλησαν και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να απασχολούν το ημέτερο Ακυρωτικό, τόσο στις πολιτικές, όσο και στις ποινικές αποφάσεις του. […] Ενόψει του αντικειμένου των υποθέσεων που ερευνά ο Άρειος Πάγος και για λόγους συστημικούς θα προσπαθήσω να αποτυπώσω σε αδρές γραμμές τα ζητήματα που απασχόλησαν το ΕΔΔΑ αρχικά σε επίπεδο πολιτικών και στη συνέχεια ποινικών υποθέσεων.

Ι.

Πολιτικές υποθέσεις

1. Ένα ζήτημα που ταλάνισε επί σειρά ετών τον Άρειο Πάγο ήταν το θέμα του ορισμένου των λόγων αναιρέσεως. Ειδικότερα με δώδεκα αποφάσεις του το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα στην καταβολή αποζημιώσεων στους προσφεύγοντες, λόγω του ότι ο Άρειος Πάγος, με την ακολουθούμενη πρακτική του να απορρίπτει ως απαράδεκτους λόγους αναιρέσεως, επειδή οι προσφεύγοντες δεν διελάμβαναν στα αναιρετήρια τις παραδοχές των προσβαλλομένων αποφάσεων, προσέβαλε το δικαίωμά τους να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ δέχεται με τις εν λόγω αποφάσεις του σχεδόν πανομοιότυπα τα ακόλουθα: α) […] ε) κατόπιν τούτων, διαπίστωνε το ΕΔΔΑ, ότι προσεβλήθη το δικαίωμά τους να προσφεύγουν σε δικαστήριο ως περιορισθέν ανεπιτρέπτως.

Η σειρά αυτή των καταδικών του Ελληνικού Δημοσίου οδήγησε στη σύγκληση Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία με εισήγηση του τότε Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, που έγινε ομοφώνως δεκτή, συμμορφούμενη εμμέσως στις άνω υποδείξεις του ΕΔΔΑ, αποφάνθηκε: […]

Μετά την έκδοση αυτής της αποφάσεως, ήταν η 14/2010 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας, ο Άρειος Πάγος, σταθερά πλέον, δεν απαιτεί την παράθεση στο αναιρετήριο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει του ότι η τελευταία αποτελεί στοιχείο του φακέλου. Απαιτεί ωστόσο την παράθεση στο οικείο δικόγραφο, είτε εκείνων των αιτιολογιών που κατά τον αναιρεσείοντα ήταν αναγκαίες για την επάρκεια του αιτιολογικού της αποφάσεως, είτε των αντιφατικών αιτιολογιών με την επισήμανση ποια ήταν η αντίφαση. Με αυτή την έννοια νομίζω ότι πλέον ο Άρειος Πάγος έχει συμμορφωθεί σ’ αυτές τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ και έκτοτε δεν έχει παρατηρηθεί απόρριψη λόγων αναιρέσεως για τυπικούς λόγους ούτε ανάλογη προσφυγή στο ΕΔΔΑ με καταδίκη της Ελλάδος. Απ’ αυτή την άποψη δηλαδή η ίδια η νομολογία έδειξε να συμμορφώνεται ‒ με την σταθερή της πια πορεία στη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ.

2. Ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει το ΕΔΔΑ αφορά το απαράγραπτο ουσιαστικά της κυριότητος του Δημοσίου, των Δήμων, των Ιερών Μονών, σε ακίνητα που κατέχονται από ιδιώτες επί σειρά ετών, υπό μορφή καταπατήσεως δηλαδή. Έτσι, σε υπόθεση διεκδικητικής αγωγής με βάση την χρησικτησία Ιεράς Μονής κατά ιδιώτη καταπατητή, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (αυτό που προστατεύει την περιουσία δηλαδή), με το σκεπτικό ότι ο προσφεύγων επί σειρά ετών ασκούσε στο επίδικο ακίνητο επιχείρηση, για την οποία του είχε χορηγηθεί αρμοδίως άδεια λειτουργίας και την οποία απώλεσε, την επιχείρηση δηλαδή, με την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου που διέτασσε την αποβολή του χωρίς να λάβει την οποιαδήποτε αποζημίωση, γεγονός που θεώρησε το ΕΔΔΑ ότι συνιστούσε ειδικό και υπέρμετρο βάρος γι’ αυτόν. […] Το αίτημα της χώρας μας να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο υπό την ευρεία του σύνθεση δεν έγινε δεκτό και η χώρα μας συμμορφούμενη προς την απόφαση του κατέβαλε πρόσφατα την αποζημίωση που είχε επιδικάσει το ΕΔΔΑ.

3. Να έρθω σε ένα άλλο θέμα που έχει μία ευρύτερη σημασία. Μία από τις υποθέσεις που έχουν μεγάλη σημασία για τον μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας μας, είναι αυτή της Μόλα Σάλι (Molla Sali) κατά Ελλάδος. Η υπόθεση αφορά το δικαίωμα της προσφεύγουσας να κληρονομήσει με βάση διαθήκη που συνέταξε έλληνας διαθέτης μουσουλμανικού θρησκεύματος σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Ειδικότερα, ενώ ο σύζυγός της είχε αποφασίσει με δημόσια διαθήκη που συνέταξε ενώπιον συμβολαιογράφου και σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα να της διαθέσει ολόκληρη την περιουσία του, κατ’ αντίθεση προς τα δικαστήρια της ουσίας που είχαν κρίνει ότι η διάταξη της διαθήκης και η σύνταξή της ήταν νομότυπη, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι έπρεπε στην περίπτωσή της να εφαρμοσθεί το ισλαμικό κληρονομικό δίκαιο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί αυτή τα δικαιώματά της που απέρρεαν από τη διαθήκη του συζύγου της, η οποία κατέστη έτσι, η διαθήκη δηλαδή, άνευ εννόμων αποτελεσμάτων.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η υπόθεση θα έπρεπε να εξετασθεί με βάση το άρθρο 14 της Σύμβασης (που έχει έναν επικουρικό χαρακτήρα) και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Κατ’ εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση που υπέστη η προσφεύγουσα, ως τετιμημένη διαθήκης που είχε συνταχθεί από διαθέτη μουσουλμανικού θρησκεύματος σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, σε σύγκριση με τετιμημένη διαθήκης που συντάσσεται σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα από μη μουσουλμάνο διαθέτη, στερείται αντικειμενικής και εύλογης αιτιολόγησης και κατόπιν αυτού καταδίκασε τη χώρα μας για παράβαση των ως άνω άρθρων.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε πάντως με ικανοποίηση στην απόφαση ότι η χώρα μας έθεσε στις 15.1.2018 σε ισχύ νόμο με τον οποίον καταργούνται οι ειδικοί νόμοι που επιβάλλουν προσφυγή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο για την επίλυση υποθέσεων οικογενειακού δικαίου μελών της μουσουλμανικής μειονότητας. Σ’ αυτήν πάντως καταδίκασε την Ελλάδα να καταβάλει την αποζημίωση την οποία στερήθηκε εξαιτίας αυτής της αποφάσεως του Αρείου Πάγου.

4. Ένα συναφές πρόβλημα, από την άποψη ότι αφορά τον μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας μας, αλλά διαφορετικό από άποψη αντικειμένου είναι το ζήτημα που έχει ανακύψει με υπό σύσταση σωματεία στις περιοχές Ξάνθης και Ροδόπης από μουσουλμάνους έλληνες που περιλαμβάνουν ως επιθετικό προσδιορισμό στην επωνυμία τους τον όρο «τουρκικός/τουρκική».

Τα δικαστήρια της ουσίας και ο Άρειος Πάγος έχουν απορρίψει τις αιτήσεις αυτές με το αιτιολογικό ότι υποθάλπουν εθνικές διεκδικήσεις ξένου κράτους, πλην όμως το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Και η χώρα μας, υποχρεούμενη σε συμμόρφωση μετά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως, έχει προχωρήσει ήδη σε τροποποίηση του άρθρου 758 ΚΠολΔ. Είναι μία διάταξη η οποία είναι ανάλογη με αυτήν που δίδει το δικαίωμα στις ποινικές υποθέσεις να γίνεται επανασυζήτηση της υποθέσεως όπως με το 525, επανάληψη της διαδικασίας δηλαδή, με το 525 του ΚΠοινΔ. Κάτι ανάλογο έχει γίνει με το άρθρο 758 και παρέχει στους άνω πολίτες τη δυνατότητα να επανέλθουν υπό μορφή επανεξετάσεως των αιτήσεών τους, και ήδη, από τις τρεις αυτές υποθέσεις ‒είναι χαρακτηριστικό άλλωστε αυτό‒ η υπόθεση του υπό σύσταση σωματείου με την επωνυμία «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» πρόκειται να συζητηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 20 Μαρτίου 2020. Είναι ένα θέμα που πρόκειται να μας απασχολήσει και, όπως καταλαβαίνετε, τα αγκάθια δεν είναι λίγα.

5. Να προχωρήσω σε ένα άλλο θέμα που επίσης έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι η παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ που αφορά την ελευθερία της έκφρασης, αποτελεί από μόνη της έναν ολόκληρο κύκλο υποθέσεων, έχει δε καταστεί αφορμή να καταδικασθεί η χώρα μας σε αξιόλογα πρόστιμα. Παρατρέχοντας τα κριτήρια που έχει θέσει γενικά το ΕΔΔΑ με σειρά αποφάσεών του (όπως το ύφος της εξυβρίσεως, της δυσφημίσεως κ.λπ., τον τρόπο παρουσίασης, το περιεχόμενο, την κύρωση, την ποινή), ιδίως δηλαδή ως προς την ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης δημοσίου συμφέροντος και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, θα ήθελα να επικεντρωθούμε στον αριθμό των υποθέσεων που έχουν απασχολήσει το ΕΔΔΑ και αφορούν τη χώρα μας.

Η αλήθεια είναι ότι εάν ανατρέξουμε στα στατιστικά στοιχεία του ΕΔΔΑ, θα διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα έχει από το 1959 έως το 2018 μόλις 15 καταδικαστικές αποφάσεις για το άρθρο 10 σε σύνολο 777 καταδικαστικών αποφάσεων όλων των κρατών-μελών της ΕΣΔΑ, για το ίδιο άρθρο και σε σύνολο 894 καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της Ελλάδας για οποιοδήποτε άρθρο.

Ωστόσο, σε μια δεύτερη, προσεκτική ανάγνωση, ο αριθμός αυτός (ο οποίος υπερδιπλασιάζεται, εάν προστεθούν οι προσφυγές που δεν κατέληξαν για άλλους λόγους σε καταδίκη ή ήδη εκκρεμούν, και πρέπει να εκτιμηθεί και σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας) δεν είναι αμελητέος. Σε κάθε περίπτωση, οπωσδήποτε η Ελλάδα επιβαρύνεται οικονομικά με κάθε διαπίστωση παραβίασης, διότι υποχρεώνεται να καταβάλει χιλιάδες ευρώ ως ηθική βλάβη του προσφεύγοντος, ενώ μπορεί να υποχρεωθεί ακόμη και στην καταβολή της υλικής ζημίας του (δηλαδή του ποσού που επιδικάσθηκε σε βάρος αυτού και υπέρ του αντιδίκου του από τα πολιτικά δικαστήρια).

Παρά τους απόλυτους αριθμούς θεωρείται ότι στην Ελλάδα υπάρχει ζήτημα πλημμελούς προστασίας της ελευθερίας έκφρασης στον δημόσιο βίο, διότι, στην πλειοψηφία τους, οι καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, καθώς και οι εκκρεμείς προσφυγές, αφορούν αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν, κατόπιν αγωγών, και/ή σε, έστω πολύ μικρές, ποινές που επιβλήθηκαν, κατόπιν ποινικών διώξεων, σε βάρος δημοσιογράφων, μέσων μαζικής επικοινωνίας, πολιτικών ή ιδιωτών που άσκησαν κριτική σε δημόσια πρόσωπα. Σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων κατά της Ελλάδας ως προς το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, εάν ανατρέξουμε στη σελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα βρούμε ότι έχουν κατηγοριοποιηθεί και εκκρεμούν από το 2008 δύο groups υποθέσεων. Το ένα (Group Vasilakis) αφορά σε αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν από πολιτικά δικαστήρια για δυσφήμιση ή εξύβριση κυρίως μέσω του Τύπου. Το δεύτερο, Group Katrami όπως έχει ονομαστεί, αφορά σε ποινικές καταδίκες που επιβλήθηκαν για δυσφήμιση, συκοφαντική δυσφήμιση ή εξύβριση. Στην Ελλάδα, η διατύπωση απόψεων μπορεί να κριθεί από τα ποινικά δικαστήρια, εφόσον πληρούνται οι υποστάσεις των οικείων αδικημάτων, ότι στοιχειοθετούνται αυτά της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ), της δυσφήμισης (362 ΠΚ) και της συκοφαντικής δυσφήμισης (363 ΠΚ) και να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος με ποινή φυλάκισης (με διαβαθμίσεις) ή χρηματική ποινή.

Με τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019) προβλέφθηκε, ως επιβαρυντική μάλιστα περίπτωση που επισείει βαρύτερη ποινή φυλάκισης, η τέλεση των παραπάνω αδικημάτων δημοσία ή μέσω διαδικτύου. Παράλληλα ο θιγόμενος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση με αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 914 σε συνδυασμό με τα άρθρα 57 έως 59 του Αστικού Κώδικα.

Τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, καθώς και ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας μετ’ αναίρεση, εφαρμόζουν τις παραπάνω διατάξεις, χωρίς συνήθως στην αιτιολογία τους να προβαίνουν σε στάθμιση για την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας και σε έλεγχο τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ.

Φαίνεται να αρκεί για τα εθνικά δικαστήρια ‒και αυτό είναι κάτι που το ψέγει το ΕΔΔΑ στις αποφάσεις του‒ ότι η επίδικη διατύπωση ήταν ικανή να προσβάλει την φήμη του θιγομένου και ότι ο δράστης το γνώριζε.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα δεν θεωρείται από το Συμβούλιο της Ευρώπης ότι έχει ακόμα συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, που το ακούσατε έτσι κατ’ επανάληψη, ως όργανο που επιβλέπει την εκτέλεση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση διεθνώς της Ελλάδας σε καταλόγους κρατών με προβλήματα στην ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης. Η μεταστροφή της νομολογίας του Αρείου Πάγου θα οδηγούσε στη λήξη της επιτήρησης της Ελλάδας για το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και ενδεχομένως, σταδιακά, στη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας στην κοινωνία σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης.

Η μεταστροφή αυτή σίγουρα δεν μπορεί να γίνει αυτομάτως, εκτός εάν υπάρξουν ριζικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να θεσπίζουν τα κριτήρια του ΕΔΔΑ, τα οποία πρέπει οπωσδήποτε να σταθμίζονται, ώστε η επιδίκαση αποζημίωσης ή η επιβολή ποινής να αποτελεί την εξαίρεση. Τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι αυτονόητο ότι μπορούν να θεσπισθούν ή ότι θα είναι αποτελεσματικές. Επίσης, δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα οδηγούσαν σε άλλου είδους αιτιάσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, αρνησιδικία, και 8 της ΕΣΔΑ, και προστασία της φήμης κ.λπ.). Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι ρυθμίσεις απαιτούν δημόσιο διάλογο, ίσως και ευρύτερη αποδοχή, προκειμένου να μη βρεθούν σε αντίθεση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ωστόσο, για τους ίδιους λόγους, φαίνεται μέχρι στιγμής να καθυστερεί η ουσιαστική αφομοίωση από τα εθνικά δικαστήρια της νομολογίας του ΕΔΔΑ ως προς το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ είναι ένα διεθνές δικαστήριο που λειτουργεί σε παράλληλη/διεθνή έννομη τάξη, διαπιστώνει λάθη των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία εν συνεχεία η Επιτροπή Υπουργών ‒ένα πολιτικό όργανο διεθνούς οργανισμού‒ αναμένει να διορθωθούν σε εθνικό επίπεδο. Επομένως, εφόσον ο εθνικός δικαστής έχει τον τελευταίο λόγο, θα ήταν επωφελής ένας «διάλογος» μεταξύ ΕΔΔΑ και δικαστηρίων, έστω μέσω της νομολογίας τους. Οπωσδήποτε χρειάζεται, επίσης, γόνιμος διάλογος μεταξύ της Πολιτείας και της κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένων ενώσεων δημοσιογράφων, δικηγορικών συλλόγων κ.λπ.). Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η εικόνα της Ελλάδας σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης –τόσο ουσιαστικά, όσο και σε επίπεδο εντυπώσεων‒ χρειάζεται να αναστραφεί και να ενισχυθεί το διεθνές κύρος της στον τομέα αυτό. Πάντως η Ελλάδα, όπως και τα άλλα κράτη, οπωσδήποτε καλείται να επιτύχει δύσκολες ισορροπίες, διότι βρισκόμαστε μπροστά σε σύγχρονες σοβαρές προκλήσεις, όπως ο εξτρεμισμός, η ρητορική μίσους και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτά σε αδρές γραμμές για τις πολιτικές υποθέσεις

ΙΙ.

Ποινικές υποθέσεις

1. Ανάλογο ζήτημα με εκείνο των αόριστων νομικών λόγων που ανέφερα στις πολιτικές αποφάσεις αντιμετώπισε το ΕΔΔΑ και με μια σειρά αποφάσεών του με τις οποίες έκρινε αντιστοίχως ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή ο Άρειος Πάγος είχε απορρίψει ένδικα μέσα κατά ποινικών αποφάσεων ως απαράδεκτα, για καθαρά τυπικούς λόγους. Θα σας πω τέσσερις-πέντε περιπτώσεις για να δείτε πως ήταν όντως τυπολατρικές και τελικά έχει υπάρξει μεταστροφή της νομολογίας. […] Μία άλλη περίπτωση. Ο Άρειος Πάγος είχε απορρίψει αίτηση αναιρέσεως για τον λόγο ότι δεν είχε επισυναφθεί σε αυτήν το πληρεξούσιο έγγραφο του δικηγόρου, ή δεν αναφερόταν σε αυτήν ότι είχε παραστεί αυτός ως συνήγορός του στο Εφετείο. Και το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απαίτηση αυτή συνιστά μια υπερβολική τυπολατρία που θίγει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. […]

Όλες αυτές οι φορμαλιστικές κυρώσεις έχουν εγκαταλειφθεί ουσιαστικά από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου.

2. Να έρθουμε σε ένα άλλο θέμα που έχει συνταράξει το ελληνικό κράτος. Μία υπόθεση που ενεργοποίησε τον νομικό κόσμο της χώρας και δημιούργησε αίσθηση στο πανελλήνιο, ήταν η υπόθεση που έμεινε γνωστή ως η δίκη της Μανωλάδας. Με σχετική απόφασή του το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ουσιαστικά αθώωσε σχεδόν όλους τους κατηγορούμενους από το μεγαλύτερο μέρος των κατηγοριών και κυρίως από εκείνες που αφορούσαν το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων. Η υπόθεση έφθασε στο ΕΔΔΑ που δέχθηκε με απόφασή του ότι η χώρα μας, παρά το ότι υπήρχε το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, δηλαδή το άρθρο 323 και το 323Α του Ποινικού Κώδικα, ωστόσο παραβίασε το άρθρο 4 παρ. 2 της ΕΣΔΑ περί αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, αφού παρέλειψε να εκπληρώσει τις θετικές της υποχρεώσεις με το να μην λάβει τα αναγκαία μέτρα για την δικαστική διαδικασία αναφορικά με το ζήτημα της εμπορίας ανθρώπων.

Ως συνέπεια των παραλείψεων αυτών της Ελλάδος δηλαδή, δεν παρασχέθηκε επαρκής προστασία στα θύματα που ήταν όλοι τους αλλοδαποί εργάτες απασχολούμενοι στη συλλογή της φράουλας και ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες σε πρόχειρους καταυλισμούς πλησίον των αγρών, παρέχοντας ουσιαστικά σχεδόν αναγκαστικά τις υπηρεσίες τους.

Η υπόθεση επανήλθε στην Ολομέλεια του ΑΠ μετά την έκδοση της καταδικαστικής σε βάρος της Ελλάδος αποφάσεως η οποία επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στον καθένα, επανήλθε λοιπόν στην Ολομέλεια του ΑΠ κατόπιν αιτήσεως της τότε Εισαγγελέως του ΑΠ ως αναίρεση υπέρ του νόμου και έγινε δεκτή, με την έννοια ότι προσδιορίστηκαν πλέον εναργέστερα τα στοιχεία του νόμου αναφορικά με το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων.