Φαλάτσι, Παζολίνι, οι scomodi

Φαλάτσι, Παζολίνι, οι scomodi

 

 

Οριάνα Φαλάτσι, Ο άβολος Παζολίνι, μετάφραση: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου, πρόλογος: Αλεσάντρο Καναβό, The Athens Review of Books, Αθήνα 2019, σελ. 136

 

 

Ο άβολος Παζολίνι (Pasolini, un uomo scomodo: ο τίτλος δεν μπορεί να μεταφραστεί ικανοποιητικά) είναι ένα σύντομο βιβλίο για ανθρώπους, ημέρες, λέξεις και εικόνες που δεν υπάρχουν πια: τα Μολυβένια Χρόνια, ο μυστικισμός της αριστερής τρομοκρατίας· το τέλος των πυγολαμπίδων όπως έγραφε ο Παζολίνι· και, μαζί μ’ αυτό, το τέλος των «παιδιών της ζωής», των Αθλίων στα λαϊκά προάστια της Ρώμης.

Από τον Νοέμβριο του 1975, όταν ο Παζολίνι βρέθηκε δολοφονημένος στην παραλία της Όστια έχουν περάσει σαράντα πέντε χρόνια που μοιάζουν με αιώνες· λες και μετά τον θάνατό του τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Η Οριάνα Φαλάτσι ξεκίνησε να λύσει το μυστήριο της δολοφονίας που παρέμεινε εν πολλοίς ανεξιχνίαστη ‒ δεν ήταν η μόνη· επί δεκαετίες οργίαζαν θεωρίες συνωμοσίας (σύμφωνα με το δόγμα της δεκαετίας του 1970 «όλα είναι πολιτική»)· ακολούθησαν συγκαλύψεις, κιτρινισμός, ο θόρυβος των tabloids· αλλόκοτες συγκρίσεις με τη δολοφονία του Λόρκα στη Γρανάδα. Η Φαλάτσι, με το συνηθισμένο της πάθος, κατέγραψε όσα στοιχεία μπόρεσε να συλλέξει και τα δημοσίευσε στο περιοδικό LEuropeo χωρίς ωστόσο να κατονομάσει τις πηγές της ‒ πράγμα που της στοίχισε καταδίκη τεσσάρων μηνών με αναστολή. Τι περίεργο: τότε είχε εξυψωθεί σε σύμβολο φεμινισμού και δημοσιογραφικής γενναιότητας· σήμερα, οι ορθώς σκεπτόμενοι τη θεωρούν «αντιδραστική» ‒ κυρίως επειδή ήταν από τις πρώτες φωνές εναντίον του ισλάμ· από εκείνες που πνίγηκαν στη συνέχεια  στον ορυμαγδό της ισλαμοαριστεροσύνης. Το 1966 συνάντησε τον Παζολίνι στη Νέα Υόρκη ‒ ο κομμουνιστής Παζολίνι έμοιαζε έκθαμβος από την πόλη, την οποία, αναπόφευκτα, έβλεπε σαν μαρξιστής· εστιάζοντας, όπως συνήθιζε, στην παρουσία του υποπρολεταριάτου για το οποίο ένιωθε την έλξη που ένιωθε. Προπάντων, τον ενθουσίαζε ο κίνδυνος που πλανιόταν στη Νέα Υόρκη· σαν να ήταν ένας τόπος όπου πήγαινες για να πεθάνεις. Η Φαλάτσι τού είχε ζητήσει να γράψει τον πρόλογο για την ιταλική έκδοση της ποιητικής συλλογής του Αλέκου Παναγούλη, που βρισκόταν στη φυλακή, στο Μπογιάτι: ο Παζολίνι μόλις που πρόλαβε να γράψει τον πρόλογο, ο Παναγούλης μόλις που πρόλαβε να δει την έκδοση των ποιημάτων του στα ιταλικά. (Σκοτώθηκε σε παράξενο τροχαίο λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Παζολίνι, χωρίς η ελληνική αριστερά να βγει στους δρόμους κραυγάζοντας «δολοφονία» όπως θα έκανε αν ο Παναγούλης ήταν αριστερός.)

Η Φαλάτσι και ο Παζολίνι διέφεραν πολύ, αλλά η συνάντησή τους, όπως  καταγράφεται στο Pasolini, un uomo scomodo (Ο άβολος Παζολίνι), αποκαλύπτει εκ των υστέρων τι τους ένωνε, εκτός από τη διανοητική εντιμότητα και την αναζήτηση της δικαιοσύνης: η καχυποψία της κοινής γνώμης της εποχής, ο φθόνος των Ιταλών μικροαστών για τη διεθνή τους λάμψη ‒ η Φαλάτσι ήταν διάσημη για τα ρεπορτάζ της από τις πολεμικές ζώνες κι από τις συνεντεύξεις της με τους ισχυρούς της γης· ο Παζολίνι για τις ταινίες του που δίχαζαν, σκανδάλιζαν και προκαλούσαν μπελάδες στους λογοκριτές (τα μυθιστορήματα και τα ποιήματά του θεωρούνταν λιγότερο σκανδαλώδη κι άλλωστε οι θεατές ήταν περισσότεροι από τους αναγνώστες). Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, αυτοί οι δύο πρωταγωνιστές της πνευματικής ιταλικής ζωής (τότε η Ιταλία είχε πνευματική ζωή) διασταυρώνονταν και συγκρούονταν: ο Παζολίνι ήταν μια σύνθεση αντιφάσεων· αγάπη και μίσος για τη θρησκεία (την εκκλησία, τις τελετουργίες), θαυμασμός και απώθηση για τις γυναίκες (με εκφρασμένο οιδιπόδειο σύμπλεγμα πρωτίστως στην κινηματογραφική διασκευή του Οιδίποδα)· μια ακατανίκητη τάση προς τη ρυπαρότητα, προς την ασχήμια που αναδημιουργούσε ως καλαισθησία· σπλαχνικός και ενοχικός· προκλητικός και σεμνός μαζί, επαρχιώτης από το Φριούλι χαμένος στη γειτονιά του Ακατόνε και της Μανταλένας. Αντιθέτως, η Φαλάτσι φαινόταν πάντοτε πιο απλή: ατρόμητη· take no prisoners.

Η ζωή και ο θάνατος του ποιητή, όπως και η έντονη παρουσία της Φαλάτσι σημαδεύουν λοιπόν το ιταλικό πολιτικό τοπίο, που φαίνεται σκεπασμένο με τις στάχτες του Γκράμσι. Κι ο θάνατος, το λιντσάρισμα, μια μορφή κανιβαλισμού σαν εκείνη στο Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, μοιάζει να φέρνει στην επιφάνεια τη σήψη· να διαψεύδει τις αυταπάτες για την κρυφή γοητεία του υποπρολεταριάτου.

O δικαστής Αλφρέντο Κάρλο Μόρο (αδελφός του Άλντο Μόρο που δολοφόνησαν δυο χρόνια αργότερα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες), καταδίκασε σε εννιάμισι χρόνια φυλακή τον 17χρονο Τζουζέπε Πελόζι, γνωστό ως «Πίνο ο βάτραχος» και η υπόθεση της δολοφονίας έκλεισε. Κι όμως υπήρχαν κι άλλα άτομα που είχαν συμμετάσχει στη δολοφονία· ο Πελόζι φαινόταν από την αρχή υπερβολικά πρόθυμος να ομολογήσει και οι διαδοχικές του καταθέσεις περιείχαν αντιφάσεις: το γενικό συμπέρασμα είναι ότι, ως ανήλικος, ανέλαβε την ευθύνη ενός, καταφανώς, ομαδικού εγκλήματος, διότι η ποινή θα ήταν πολύ ελαφρότερη. Η δολοφονία ήταν κι αυτή μέρος ενός κόσμου που σήμερα φαίνεται παράλογα αναχρονιστικός: νεοφασίστες, σικελική μαφία, ανήλικοι εκπορνευόμενοι ομοφυλόφιλοι, κλεμμένες μπομπίνες της ταινίας Σαλό, 120 μέρες στα Σόδομα και απαίτηση για λύτρα. Αλλά το πιθανότερο είναι, όπως συχνά, το απλούστερο: μια πραγματικά άγρια δολοφονία (η έκφραση έχει γίνει δημοσιογραφικό κλισέ χάνοντας το περιεχόμενό της) σε πλαίσιο υποκόσμου και παράνομης ομοφυλοφιλίας, με κίνητρα σαδισμού και ταξικού μίσους. Ο Παζολίνι έβαζε συχνά τον εαυτό του σε κίνδυνο· το τέλος του περιείχε το σπέρμα της αυτοκτονίας κι έμοιαζε με σκηνή από ταινία του πεταμένη στο πάτωμα της αίθουσας του μοντάζ.

Το 1993, ο Νάνι Μορέτι στο Αγαπημένο μου ημερολόγιο περιπλανιόταν στη Ρώμη του Παζολίνι: άχτιστα οικόπεδα, λαϊκές πολυκατοικίες και χωματόδρομοι· τα υπολείμματα μιας εποχής όπου το Τραστέβερε ήταν ακόμα μια φτωχογειτονιά στη λάθος όχθη του Τίβερη. Με τη βέσπα του κατέληγε στην παραλία της Όστια: ο θάνατος του Παζολίνι αναμοχλεύει ένα αίσθημα συλλογικής ενοχής· για τον κόσμο στον οποίο ζούσαμε και τον οποίον ανεχόμασταν μέσα σε μια τύρβη από ψευδαισθήσεις.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Athens Voice, αρ. φύλλου 732, 30.1.2020.

https://www.athensvoice.gr/culture/book/617303_falatsi-pazolini-oi-scomodi