Η μεγάλη παρεξήγηση

Η μεγάλη παρεξήγηση Σεσίλια Βικούνια, "Καρλ Μαρξ", 1972, λάδι σε καμβά, Μουσείο Γκούγκενχαϊμ, Νέα Υόρκη.

 

 

Gareth Stedman Jones, Καρλ Μαρξ, Μεγαλείο και ψευδαισθήσεις, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 800

 

«Πριν εκατό χρόνια στη Ρωσία, οι καταδιωκόμενοι μαρξιστές μαζεύονταν σε μικρές παράνομες ομάδες για να μελετήσουν από κοινού το Μανιφέστο του Μαρξ. Απλούστευαν το περιεχόμενό του για να το διαδώσουν σε άλλες ομάδες, τα μέλη των οποίων το διέδιδαν παραπέρα, απλουστεύοντας με τη σειρά τους την απλούστευση, ώσπου ο μαρξισμός συρρικνώθηκε σε έξι-επτά σλόγκαν, τόσο πενιχρά συνδεόμενα που δύσκολα να περνιέται για ένα λογικό σύστημα ιδεών».
Μίλαν Κούντερα, Η αθανασία (1990)

 

Το κορυφαίο παράδοξο με τον Μαρξ είναι ότι όσα καθεστώτα οικοδομήθηκαν με βάση τις θεωρίες του κατέληξαν γραφειοκρατικές δεσποτείες, χωρίς πολύ μεγάλες διαφορές από την πρωσική ή την τσαρική μοναρχία, τις οποίες ο Μαρξ απεχθανόταν βαθύτατα.

Ίσως όλα να οφείλονται στη θρυλούμενη φιλοδοξία του να συγκροτήσει μια θεωρία περί κοινωνικής εξέλιξης ισότιμη προς την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Μολονότι ποτέ δεν διατύπωσε ρητά τέτοια φιλοδοξία, η αντίληψή του περί προόδου, με την «παρούσα κοινωνία [να] εγκυμονεί μια νέα, ανώτερη μορφή κοινωνίας» όπως έγραφε στον Ένγκελς, έδωσε την ευκαιρία στους πιο ασυγκράτητους οπαδούς του να ισχυρίζονται ότι επιταχύνουν τον τοκετό της επόμενης, «ανώτερης» κοινωνίας. Έστω και με τη βία της καισαρικής τομής. Αλλά οι συνθήκες των βιολογικών μεταλλάξεων υπολογίζονται με μιαν ακρίβεια που εκείνες των κοινωνικών αλλαγών δεν είναι σε θέση να διαθέτουν, ενώ η μετάβαση από ένα ζωικό είδος σε άλλο δεν προσφέρεται να αξιολογηθεί ως «πρόοδος». Όπως ο ίδιος ο Δαρβίνος σάρκαζε όσους χαρακτήριζαν «βελτίωση» κάθε νέα προσαρμογή οργανισμών στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον τους: «με κριτήρια μελισσών, είναι οι μέλισσες που αποτελούν βελτίωση του ανθρώπινου είδους».

Εκεί, ακριβώς, ανέκυψε «η μεγάλη παρεξήγηση». Πριν τον Δαρβίνο (από το 1844), ο Μαρξ είχε επισημάνει τη διάκριση ανάμεσα στο «φυσικό ον» και στο «ανθρώπινο φυσικό ον», όπου ο άνθρωπος, αντίθετα προς το αμιγώς «φυσικό ον», διαθέτει ιστορία. Άρα μπορεί, αποκτώντας συνείδηση της υπόστασής του, να δράσει διαφορετικά απ’ ό,τι στο παρελθόν και να μεταβάλει αυτοβούλως τον τρόπο ύπαρξής του. Χάρη στον Δαρβίνο καταδείχτηκε πώς, στην ιστορία της οργανικής φύσης, ένα νήμα οδηγεί από τους μονοκύτταρους οργανισμούς ως τα πρωτεύοντα και ως τον άνθρωπο. Χάρη στον Μαρξ, όπως τόνισε ο Ένγκελς εκφωνώντας τον επικήδειο του φίλου του, καταδείχτηκε το νήμα που οδηγεί από τη δουλοκτητική κοινωνία στον καπιταλισμό κι από εκεί στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αλλά ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι το επίτευγμα του Μαρξ στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν ανάλογο με το επίτευγμα του Δαρβίνου στις επιστήμες της φύσης, το «νήμα» μιας βιολογικής ή εκείνο μιας ιστορικής εξέλιξης δεν συνιστούν το «νόημά» της. Ό,τι συντελείται στο παρόν δεν προδιαγράφει, πουθενά, κάποια συγκεκριμένη διαφοροποίηση στο μέλλον.

Αλλιώς, η δαρβινική θεωρία συμπίπτει με τη θέση του «ευφυούς σχεδιασμού» των χριστιανών βιολόγων, όπου όλη η εξέλιξη των ειδών προοριζόταν να καταλήξει στο κορυφαίο έργο του Υψίστου –τον άνθρωπο– και, κατά την ίδια συλλογιστική, όλη η «πανουργία της Ιστορίας» (σύμφωνα με τον όρο του Χέγκελ) προετοίμαζε τη διαδρομή από την πρωτόγονη κοινότητα στην κομμουνιστική. Με μιαν απροσδόκητη ομοιότητα, μάλιστα, ανάμεσα στις δύο κοινότητες, εάν όχι με μιαν επιδείνωση. Όπως βεβαίωνε ο Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ, «στην κομμουνιστική κοινωνία ο άνθρωπος περνά, επιτέλους, από τις αμιγώς ζωικές συνθήκες στις πραγματικά ανθρώπινες». Θα πρόκειται, δηλαδή, για μια κοινωνία στην οποία ιδεώδης βελτίωση του ανθρώπου θα είναι οι μέλισσες (!), με την αρμονική παραγωγικότητα των κυψελών τους.

Διακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του, οι ιδέες του Μαρξ συνέχισαν να εξάπτουν το ενδιαφέρον και να θεωρούνται από πολλούς εξαιρετικά επίκαιρες. Ιδίως για  άτομα της γενιάς μου, που μεγαλώσαμε σε συνθήκες «Ψυχρού Πολέμου» και, ειδικά στην Ελλάδα, διανύσαμε τη φοιτητική μας ζωή σε καθεστώς στρατιωτικής χούντας, ερωτήματα όπως το ποιοι οι δεσμοί παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, πόσο επιστημονικός είναι ο ιστορικός υλισμός ή πόσο καθοριστική η οικονομική βάση για το πολιτιστικό εποικοδόμημα, τι σημαίνει ενσωματωμένη στο προϊόν υπεραξία, ως πού εκτείνονται τα όρια του προλεταριάτου και ποια χρειάζεται να είναι η διάρκεια της δικτατορίας του κατά τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε κομμουνιστική, ήταν ζωτικά αναγκαίο να απαντηθούν. Σχεδόν το ίδιο ζωτικά αναγκαίο με το να βρούμε δουλειά ή να αποκτήσουμε ερωτική σχέση. (Μ’ αυτό το τελευταίο να μην είναι, ίσως, τόσο ανεξάρτητο από τις απαντήσεις των ως άνω ερωτημάτων.)

Στη δεκαετία του ’70, με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του Βιετνάμ να μαίνεται, από τη μια, και τα Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν (μετά και την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας») να καταρρακώνουν, από την άλλη, κάθε σαγήνη με την οποία η νίκη επί του ναζισμού περιέβαλλε την ΕΣΣΔ στα μάτια ευαίσθητων νέων, η επάνοδος στον Μαρξ γινόταν απολύτως επιβεβλημένη. Πότε άρχισε να λοξοδρομεί η ιστορία; Με το 20ό συνέδριο και τον Χρουστσόφ; Με τη βαρβαρότητα του Στάλιν; Με τη βιασύνη του Λένιν; Ήταν η ωρίμανση της κεφαλαιοκρατίας ανυπέρθετη προϋπόθεση για να αποκτηθεί προλεταριακή συνείδηση, όπως διέβλεπε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844 και στο Μανιφέστο του 1848, ή όλα όσα διερευνούσε περί «ασιατικού τρόπου παραγωγής», στο τέλος της ζωής του, μπορούσαν να διευκολύνουν (τουτέστιν να επιταχύνουν) τη μετάβαση στα κολχόζ; Κι αν ο Λένιν δεν είχε βιαστεί, τότε πού χώλαινε το πράγμα; Μήπως οι θέσεις του παππού Κάρολου ίσχυαν για ό,τι συνέβαινε στα χρόνια του περισσότερο, παρά για όσα οι επινοήσεις της βιομηχανικής εξέλιξης έφεραν στο κοινωνικό προσκήνιο μετά τον θάνατό του, το 1883; Ή μήπως, τελικά, ο ίδιος ο Μαρξ είχε βιαστεί να προβλέψει τα απρόβλεπτα;

Μόνο ένας ιστορικός των ιδεών και άνθρωπος της γενιάς μου θα μπορούσε να παρακολουθήσει και να παρουσιάσει με τόση αρτιότητα την ανάπτυξη των ιδεών του Καρλ Μαρξ, συναρτώντας αυτές τις ιδέες και τη γένεση της κοινωνικοοικονομικής του θεωρίας με ό,τι συναφές συζητιόταν τον 19ο αιώνα. Κι ο Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς το κάνει έξοχα. Το βιβλίο του δείχνει πόσο η κατά τα άλλα οξυδερκέστατη θεωρία παρέμεινε δέσμια της πνευματικής ατμόσφαιρας της εποχής. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι πρόκειται για βιβλίο που άργησε να εμφανιστεί. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ίσως να διέσωζε αρκετούς από θολούς προβληματισμούς κι από ανόητες στρατεύσεις. Αλλά, όπως ο Μαρξ, έπρεπε και ο Στέντμαν Τζόουνς επίσης να βγει από τις δεσμεύσεις της πνευματικής ατμόσφαιρας των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα, για να αναπτύξει αυτή την άρτια προσέγγιση των μαρξιστικών ιδεών υπό την οπτική της περιόδου κατά την οποία αναδύονταν.

Το ίδιο, άλλωστε, έπρεπε να συμβεί και με τους αναγνώστες του Τζόουνς, ώστε να αποδεχτούν τέτοια προσέγγιση. Διότι το πόσο άτοπες (το λιγότερο) ήταν οι προβλέψεις του Μαρξ, για την ιστορικά αναπότρεπτη έλευση μιας πανανθρώπινης ευδαιμονίας στην κομμουνιστική κοινωνία, είχε καταστεί απολύτως φανερό  από το 1945 και την εξαιρετική μελέτη του Καρλ Πόππερ Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της[1] (The Open Society and Its Enemies), αν όχι από το 1936 και τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Αντρέ Ζιντ στο Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση[2] (Retour de l'U.R.S.S.) ή, ακόμη πιο πίσω, από τις διαπιστώσεις του Μπέρτραντ Ράσελ στο: The Practice and Theory of Bolshevism (Πρακτική και θεωρία του μπολσεβικισμού), το 1921 ήδη. (Για να μην πάμε στα λογοτεχνικά έργα του Άρθουρ Καίσλερ, του Τζωρτζ Όργουελ και άλλων ή σε δοκίμια ποιητών, όπως Η αιχμάλωτη σκέψη του Τσέσλαβ Μίλος, όλα μεταξύ 1940-1953.) Μα με εξαίρεση την Αγγλία, με εδραιωμένη παράδοση φιλελεύθερης δημοκρατίας, και τις ΗΠΑ, τόσο μακριά από τις κοινωνικές εξεγέρσεις της Ευρώπης ώστε να γελοιοποιηθεί σύντομα ο αντικομμουνισμός του Μακάρθυ, ελάχιστοι απ’ όσους είχαν ασπαστεί τον μαρξισμό, στον υπόλοιπο κόσμο, δέχονταν να ακούσουν σοβαρές αμφισβητήσεις του.

Η Γαλλία και η Ιταλία είχαν να αντισταθμίσουν τους συμβιβασμούς τους με τον φασισμό κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ιβηρική εξακολουθούσαν να ευδοκιμούν προπολεμικές δικτατορίες, η Κίνα δόξαζε τον Μαρξ μέσω Μάο, η Κούβα μέσω Φιντέλ, σε πολλές χώρες της Ασίας ή της Αφρικής τα κομμουνιστικά ιδεώδη εμπλέκονταν με εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, ενώ στην Ελλάδα, όπως διαπιστώσαμε το 2015, ο εμφύλιος ποτέ δεν είχε λήξει οριστικά. (Με το ΚΚΕ να περιμένει πάντα την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού, ώστε να επέμβει και να αναλάβει το έργο της κοινωνικής ανοικοδόμησης.) Συνεπώς, σε όλο αυτό το ταραγμένο ανά την οικουμένη διάστημα, κάθε νηφάλια ανάλυση των ατοπημάτων του μαρξισμού ήταν καταδικασμένη να απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων[3].

Ο Στέντμαν Τζόουνς συνδυάζει την αναλυτική πραότητα με θαυμαστή ευρυμάθεια και ο υπότιτλος του βιβλίου –«Μεγαλείο και Ψευδαισθήσεις»– συνοψίζει εύστοχα την κεντρική γραμμή του: σεβασμός προς τον οξυδερκή ερευνητή, που με εντιμότητα επιχείρησε μια μεγαλειώδη, συνολική σύλληψη της εξέλιξης των κοινωνιών, αλλά και αντικειμενική στάθμιση των ανακολουθιών στις οποίες παρασύρθηκε, υπό την πίεση των καιρών και τις προσδοκίες των οπαδών ή τον οπτιμισμό του Ένγκελς. Αφού, όπως φαίνεται, πρώτα όρισε έναν στόχο στην ιστορική εξέλιξη κι έπειτα βάλθηκε να αναζητεί τα τεκμήρια που πιστοποιούν την πορεία προς αυτόν.

Διότι περί αυτού πρόκειται, ουσιαστικά. Στα μέσα του 19ου αιώνα, το τιμόνι της ιστορίας έστριβε ολοφάνερα. Πρακτικές αιώνων μεταβάλλονταν ανεπιστρεπτί. Οι σχέσεις των ανθρώπων με τα αντικείμενα άλλαζαν· το ίδιο άρχιζε να γίνεται και με τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η Συμβατική Εθνοσυνέλευση του 1792, στο Παρίσι, είχε δείξει ότι ο θάνατος ενός βασιλιά δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται με ευχές μακροημέρευσης για τον διάδοχό του και κατά εκατομμύρια, στη συνέχεια, οι χειρώνακτες αντικαθίσταντο από μηχανές. Υπήκοοι μοναρχών ήγειραν πλέον αιτήματα συμμετοχής στη διακυβέρνηση του κράτους, ενώ φιλόσοφοι και πολιτικοί, ή αρκετοί που συνδύαζαν τις δυο ιδιότητες, πρότειναν ποικίλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Και οι σχετικές ιδέες ξεσπούσαν κατά κύματα.

Ο Σαρλ Φουριέ είχε προτείνει τις ουτοπικές κοινότητες των «Φαλανστηρίων»· ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ αχρήστευε ριζικά τον χριστιανισμό, ως συνεκτικό ιστό μιας κοινωνίας ανισοτήτων· ο Ετιέν Καμπέ, αντίθετα, εισηγούνταν τον όρο κομμουνισμός εμπνεόμενος από την ισότητα των χριστιανικών κοινοτήτων· ο Φερντινάντ Λασσάλ προωθούσε τον διεθνή σοσιαλισμό· το ίδιο και ο Ευγένιος Ντύρινγκ, μα με ισχυρές δόσεις πατριωτισμού∙ ο Μιχαήλ Μπακούνιν κι ο Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν κινούνταν μεταξύ αναρχίας και φεντεραλισμού· ενώ ο μέγας Χέγκελ, βλέποντας τις συνεχείς επιτυχίες της επιστήμης και των τεχνικών εφαρμογών, είχε εξαγγείλει μια πορεία που θα οδηγούσε στην υπέρβαση της διάκρισης κράτους και κοινωνίας των ιδιωτών ή στην ταύτιση συνείδησης και Παγκόσμιου Πνεύματος. Δικό του, με άλλα λόγια, ήταν το τέχνασμα πρώτα να εξαγγέλλεται η κατάληξη μιας πορείας και έπειτα να τεκμηριώνεται η προς αυτήν όδευση. Κατεξοχήν εργαλείο του πρωθύστερου έγινε η περίφημη διαλεκτική και η υπέρβαση της «αντίφασης» χάρη στη «σύνθεση». Εργαλείο βολικό για ονειροπολήσεις, αφού, ενώ στην επιστήμη η αντίφαση σημαίνει σφάλμα κι επιβάλλει στη θεωρία να ακυρωθεί και ν’ αναζητηθεί νέα θεωρία, χωρίς αντιφάσεις, στη διαλεκτική του «επιστημονικού [sic] σοσιαλισμού» η κορύφωση μιας αντίφασης μετράει ως αγγελτήριο της υπέρβασής της. Όσο λ.χ. αυξάνεται η μιζέρια στη ζωή των προλεταρίων, τόσο πιο κοντά έρχεται η ανατροπή της[4]!

Μέσα σε όλον αυτόν τον χαμό της εποχής του, ο Μαρξ επιδίωξε, τρόπον τινά, να «βγάλει το κεφάλι από το νερό» και να διακρίνει πού κατευθύνονται αυτά τα κύματα. Κάτι που, μοιραία, σήμαινε ανταγωνισμούς και συγκρούσεις με άλλους, οι οποίοι επίσης πρέσβευαν ότι ορθοτομούν τα επερχόμενα. Με τη βεβαιότητα ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει τη διαλεκτική σωστά, με «τα πόδια κάτω» –την ανάπτυξη των υλικών δυνάμεων παραγωγής– και όχι με «το κεφάλι κάτω» –την πνευματική ανάπτυξη– όπως είχε κάνει ο Χέγκελ, αντιμετώπιζε υπεροπτικά όσους πρότειναν άλλα θεωρητικά συστήματα και λιγότερο ριζοσπαστικούς στόχους. Από τη σχεδόν ρατσιστική αντιμετώπιση του Λασσάλ, παρά τα δανεικά που του ζητούσε κατά καιρούς, μέχρι το βιβλίο του Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, όπου κάγχαζε ανελέητα τον Προυντόν, ή το «άδειασμα» του Ντύρινγκ (που το ανέλαβε ο Ένγκελς, καθώς ο ίδιος αγωνιζόταν να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο), οι αντιπαραθέσεις ήταν διαρκείς[5].

Ασφαλώς δεν έλειπαν ένθερμοι νεαροί οπαδοί σαν τον Άουγκουστ Μπέμπελ, που περίμεναν εναγωνίως τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου, για να ολοκληρωθούν τα «ατράνταχτα θεμέλια» στα οποία θα στηρίζεται η ακριβής ημερομηνία κατάρρευσης της κεφαλαιοκρατίας[6]. Υπήρχαν όμως κι αρκετοί νεοχεγκελιανοί, συναγωνιστές του Μαρξ στις κοινωνικές εξεγέρσεις του 1848, οι οποίοι εξέφραζαν επιφυλάξεις για το τι θα συνεπαγόταν η κατάργηση της ιδιοκτησίας. Ο Άρνολντ Ρούγκε συγκεκριμένα, δεκαπέντε χρόνια πρεσβύτερος του Μαρξ και πολιτικός στοχαστής που επίσης βρήκε καταφύγιο στο Λονδίνο, με συγκλονιστικά προφητική διαύγεια έγραφε[7] ότι «τα όσα εισηγούνται οι κομμουνιστές καταλήγουν σε αστυνομικό κράτος και δουλεία. Ονειρεύονται να απελευθερώσουν το προλεταριάτο από το βάρος της σωματικής και διανοητικής εξαθλίωσης, με μια οργάνωση που θα γενικεύσει αυτήν ακριβώς την εξαθλίωση»!

Ως ιστορικός των ιδεών, ο Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς διερευνά και εκθέτει με έξοχη σαφήνεια, όπως ήδη τόνισα, τα πνευματικά ερεθίσματα του Μαρξ, πολύ εκτενέστερα απ’ ό,τι τα επεισόδια της ζωής του. Μνημονεύει, ασφαλώς, την έφεση του νεαρού Καρλ να γίνει ποιητής, τη σχέση με τον δικηγόρο πατέρα του, τις σπουδές και τον έρωτα με την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του αριστοκράτισσα Γέννυ φον Βεστφάλεν, τις φιλίες και τις εχθρότητές του, τις διακυμάνσεις στη ζήτηση της αρθρογραφίας του, τα μόνιμα οικονομικά του προβλήματα που έλυναν οι ενισχύσεις του εργοστασιάρχη Φρίντριχ Ένγκελς, τον νόθο γιο που απέκτησε με την υπηρέτρια της οικογένειας Χελένε Ντέμουτ (βάζοντας τον έτσι κι αλλιώς γυναικοκατακτητή Ένγκελς να τον παρουσιάζει σαν δικό του γιο), καθώς και άλλα, λίγο ή πολύ γνωστά από παλιότερες βιογραφίες.

Η έμφαση του Τζόουνς, όμως, είναι στο τι κείμενα μελετά ο Μαρξ, όταν στα εικοσιένα του υποβάλλει το διδακτορικό του για τη Διαφορά της φιλοσοφίας της φύσης στον Δημόκριτο και τον Επίκουρο· σε ποιες αντιπαραθέσεις ρίχνεται ενόσω δημοσιογραφεί με άρθρα ή μπροσούρες· πού βασίζει τις θέσεις του ή πώς τις προσαρμόζει, ανάλογα με σημαντικά γεγονότα· ως ποιον βαθμό οικειοποιείται τις θεωρίες του βρετανού οικονομολόγου Ντέιβιντ Ρικάρντο, για την «αξία» του κάθε προϊόντος σε σύνδεση με την απαραίτητη για την παραγωγή του εργασία· και, κυρίως, πόσο έντιμα παλεύει να τεκμηριώσει την επικείμενη κατάρρευση του καπιταλισμού εξαιτίας των αντιφάσεών του. Γι’ αυτό, άλλωστε, αναγκάζεται να αφήσει ανολοκλήρωτο το μείζον έργο του – Το Κεφάλαιο. Αρνούμενος να συγκλίνει προς τους «συμβιβασμούς» της σοσιαλδημοκρατίας, επιμένει να αναζητεί, σε κάποια μάλλον ασαφή δείγματα κατάλυσης της «κεφαλαιοκρατικής γαιοπροσόδου», τα προανακρούσματα επιστροφής σε ιδεώδεις Εδέμ αρχέγονων αγροτικών κοινοτήτων.

Έτσι, όμως, η διερεύνηση των μηχανισμών λειτουργίας του καπιταλισμού στράφηκε σε απεγνωσμένες δοκησισοφίες και δεδομένα που πολύ απείχαν από το να επιβεβαιώνουν προβλέψεις. Ιδίως στα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, μεταξύ Κομμούνας του Παρισιού το 1871 και θανάτου του το 1883, η διαλεκτική καλούνταν να λύσει ανυπέρβατες «αντιφάσεις». Η «σύνθεση» δεν προέκυπτε και οι συνδρομές διαφόρων άμεσων ή μακρινών επιγόνων δεν βοήθησαν ιδιαίτερα. Από τον Ένγκελς και τη βιαστική «ολοκλήρωση» του Κεφαλαίου, τον Πωλ Λαφάργκ και το δικαίωμα των προλεταρίων να τεμπελιάζουν όπως οι αστοί, τον Νικολάι Τσερνισέφσκι και τη δυνατότητα της Ρωσίας για άμεση μεταπήδηση από την αρχέγονη κοινότητα στον σοσιαλισμό (θέση που με παρότρυνση του Ένγκελς υιοθέτησε και ο Μαρξ, στον πρόλογο της ρωσικής μετάφρασης του Μανιφέστου[8]), ή τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ και τη σύνδεση του «ιστορικού υλισμού» με τη ρομαντική πίστη του «ναροντνικισμού» στη ρωσική αγροτική κοινότητα, μέχρι τον Λένιν και τη δική του ανάγνωση του μαρξισμού (όταν εντόπιζε τον περιβόητο «αδύναμο κρίκο»), δικαιώνεται απολύτως η επισήμανση του Μίλαν Κούντερα στην προμετωπίδα. Παρά την ιδιοφυΐα και την εντιμότητά του, ο Μαρξ έδωσε σε πολλούς την ευκαιρία να αναγάγουν «έξι-επτά σλόγκαν» σε επιστήμη της Ιστορίας.

Το βιβλίο του Γκάρεθ Στέντμαν Τζόουνς περιλαμβάνει μια εκτενέστατη παράθεση πηγών (σ. 753-770), για όποιον ενδιαφέρεται να διασταυρώσει εκτιμήσεις ή να μάθει περισσότερα. Εντάσσει όμως στις «Δευτερεύουσες πηγές», χωρίς άλλες αναφορές, και το βιβλίο του αμερικανού καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Μισούρι Jonathan Sperber, Karl Marx: A Nineteenth-Century Life (Liveright Publishing Corporation, 2014). Πρόκειται για βιβλίο καθηγητή σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, όχι καθηγητή «ιστορίας των ιδεών». Παραπέμπει κι αυτό, ωστόσο, στις ίδιες με τον Τζόουνς πηγές και, μολονότι περισσότερο εστιασμένο στην ιστόρηση της προσωπικής ζωής του Μαρξ[9], διόλου δεν παραλείπει την ανάλυση των ιδεών του εν σχέσει με τις ιδέες της εποχής του. Εξάλλου ο τίτλος –A Nineteenth-Century Life– είναι ενδεικτικός. Τρία χρόνια πρωιμότερο κι εξίσου καλογραμμένο, μάλλον αδικείται εντασσόμενο στις «Δευτερεύουσες πηγές» ενός βιβλίου με τίτλο: Καρλ Μαρξ, Μεγαλείο και Ψευδαισθήσεις.

Αλλά ακόμη και κάποιος που τόσο δεξιοτεχνικά εξετάζει μεγαλεία μπορεί, κάπου κάπου, να υποπίπτει σε μικρότητες. Ούτε από τη ζωή του Μαρξ, άλλωστε, έλειψαν παρόμοια, ελαφρά στίγματα.


 

 

[1] Καρλ Πόππερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, μτφρ. Ειρήνη Παπαδάκη, Παπαζήση, Αθήνα 2003.

[2] Αντρέ Ζιντ, Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Ολκός, Αθήνα 2011.

[3] Το σχεδόν αστείο είναι ότι, έτσι κι αλλιώς, τέτοιες αναλύσεις ήταν απαγορευμένες για τα αυτιά πολιτών του Ανατολικού Μπλοκ, ενώ στη νεολαία της Δύσης τα αυτιά ήταν στραμμένα μόνο σε όσα επιτρέπονταν ή επιβάλλονταν να ακούγονται εκεί όπου, δια ροπάλου, απαγορευόταν τα άλλα.

[4] Ή όπως θα ισχυριστεί αργότερα ο Στάλιν, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες εκτελούνταν ή εξορίζονταν στα Γκουλάγκ την περίοδο 1937-1939, όσο περισσότερο ισχυροποιείται το προλεταριακό κράτος τόσο πιο αποφασιστικά τείνει στον «μαρασμό»! (Με την επιλογή των κυβερνώντων να μη διαφέρει, πλέον, από «την επιλογή τεχνιτών για την κατασκευή ενός ζευγαριού παπουτσιών», σύμφωνα με το Αντι-Ντύρινγκ.)

[5] Και δεν έληξαν ποτέ, θα τολμούσα να πω, δεδομένου ότι αν η αναδιαμόρφωση ενός κόσμου που ήδη υφίσταται επιτρέπει ποικίλες προτάσεις και αντιπαραθέσεις, η διαμόρφωση ενός ανύπαρκτου επιτρέπει απείρως περισσότερες. Εξ ου και οι «διασπάσεις» στην Αριστερά, σε όλη την ιστορία της, υπερτερούν εκείνων κάθε άλλου πολιτικού χώρου. Βλ. π.χ. Jacques Juillard, Οι Αριστερές της Γαλλίας, μτφρ. Χριστιάννα Σαμαρά, Πόλις, Αθήνα 2015.

[6] Καθώς ο πρώτος τόμος, ολοκληρωμένος το 1867, άφηνε το ζήτημα ανοιχτό, σε μια ασαφή προσδοκία «απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών».

[7] Βλ. σ. 186 του βιβλίου.

[8] Βλ. σ. 638 του βιβλίου.

[9] Με τα κεφάλαιά του να έχουν τίτλους όπως: «Ο γιος», «Ο φοιτητής», «Ο εκδότης», «Ο πρόσφυγας» κ.λπ. μέχρι «Ο βετεράνος» και «Το είδωλο».

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK