“The Waste Land”: Ο Σεφέρης και το τέλος της μετάφρασης

“The Waste Land”: Ο Σεφέρης και το τέλος της μετάφρασης Έντουαρντ Χόπερ, «Νυχτερινά παράθυρα», 1928. Μια μελέτη αστικής απομόνωσης. Στην «άγονη γη» οι άνθρωποι βιώνουν την αποξένωση.

 

 

Στο τεύχος του περασμένου μήνα (Σεπτ. 2020, αριθ. 120) διάβασα το άρθρο του Νάσου Βαγενά με τίτλο «Έρημη Χώρα ή Άγονη Γη;» που περιλάβανε μια σφοδρή αρνητική κριτική της μετάφρασης του ποιήματος του Έλιοτ The Waste Land από τον Χάρη Βλαβιανό, σε σύγκριση με την μετάφραση του Σεφέρη. Δεν έχω συμμετάσχει ποτέ σε δημόσιο debate για την αξιολόγηση μεταφράσεων και ούτε προτίθεμαι να το πράξω τώρα. Απλά, η σφοδρότητα της κριτικής και η ακλόνητη πεποίθηση του συντάκτη του άρθρου (και σημαντικότατου φιλολόγου) για τον ορθόν της άποψής του, με ώθησαν να διατυπώσω τις παρακάτω σκέψεις:

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες για την απόδοση στα ελληνικά του τίτλου ενός ποιήματος όπως το The Waste Land: Η έρημη χώρα (ή και η έρημος χώρα), η έρημη γη, η άγονη γη, η στέρφα γη, η ρημαγμένη γη, η χέρσα γη, η ερημιά, η ερημία, και πάει λέγοντας.

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες ετυμολογικά (διατρέχοντας όμως τον κίνδυνο να φανούμε σχολαστικοί) για την προέλευση των λέξεων waste και land. Συνδέεται άραγε το waste με το μεσαιωνικό γαλλικό gaste [gâteé = χαλασμένη], ή με το λατινικό vastus [κενός, εγκαταλειμμένος, αφανισμένος] και από εκεί νοηματικά με το bare (γυμνός, απογυμνωμένος) και το barren (στείρος);

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες για την κατεύθυνση της ερμηνείας της λέξης. Είναι η ξερή μη καλλιεργήσιμη περιοχή, δηλαδή «άγονη»; Ή ήταν κάποτε γόνιμη και καταστράφηκε, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να καλλιεργηθεί και πάλι, δηλαδή «ερημωμένη»; Βέβαια η λέξη άγονη δεν αποκλείει διά παντός τη δυνατότητα καλλιέργειας, ενώ και η λέξη έρημος δηλώνει το απόλυτα άγονο έδαφος. Οπότε πάμε πάλι λέγοντας.

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες και για το αν αποτελεί ή δεν αποτελεί σονέτο εκείνο το χωρίο των ομοιοκατάληκτων στίχων στο τρίτο μέρος του ποιήματος, που άλλοτε χάνεται και άλλοτε αναφαίνεται στις μεταφράσεις.

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες για το τι οφείλει να κάνει ένας μεταφραστής στα ελληνικά με τις λατινικές λέξεις που βρίσκονται στο πρωτότυπο κείμενο.

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες ακόμα και για το αν μια τυπογραφική αβλεψία έχει και αυτή το υπόρρητο νόημά της – σαν φροϋδικό lapsus ας πούμε.

Θα μπορούσαμε να συζητάμε μέρες ολόκληρες κατά πόσον οι μετοχές, μέσω της πελώριας επίδρασης του Σεφέρη, από την πολλή χρήση δείχνουν σημάδια κόπωσης κι έχουν χάσει την εκφραστική δύναμη που είχαν σε μία άλλη εποχή.

Και σε συνάφεια μ’ αυτό θα μπορούσαμε να συζητάμε και κατά πόσον η χρήση τύπων που ήταν παλιότερα «αισθητοί ως λιγότερο παλαιοδημοτικοί από ό,τι σήμερα», δηλαδή που αναγνωρίζονται ως ελαφρώς ξεπερασμένοι, επιτρέπει την αναζήτηση άλλων τύπων πιο σύγχρονων.

Αλλά όλα αυτά δεν έχουν και τόση σημασία, συζήτηση κάνουμε. Ο κάθε μεταφραστής προτείνει τη δική του ανάγνωση. Ο κριτικός γνωμοδοτεί, και το κοινό, αυτό που είναι σε κάθε δεδομένη στιγμή, αποφαίνεται. Και ο κάθε αναγνώστης δεν έχει μία και μοναδική θέση πρόσληψης. Αλλιώς διάβασα το ποίημα στα δεκαεφτά μου, αλλιώς το διαβάζω τώρα. Και πάμε παρακάτω.

Αυτό που έχει σημασία, ενδεχομένως, είναι το ερώτημα που προκύπτει μετά την ανάγνωση του άρθρου του Νάσου Βαγενά: Υπάρχει λογοτεχνική μετάφραση στα ελληνικά μετά τον Σεφέρη; Ή το έργο του νομπελίστα μας στον χώρο αυτό είναι κάτι σαν τη μετάφραση των εβδομήκοντα;