Η μεγαλύτερη κληρονομιά της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνζμπεργκ

Η μεγαλύτερη κληρονομιά της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνζμπεργκ H δικαστής Ρουθ Μπέιντερ Γκίνζμπεργκ το 2001. © Getty Images/ Ideal Image

 

 

Η εκλιπούσα στις 18 Σεπτεμβρίου 2020 δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Ruth Bader Ginsburg (γνωστή και ως RBG) δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική νομικός, αλλά και μια πραγματική σταρ του δημόσιου βίου, με διεθνή φήμη. Το Χόλιγουντ της αφιέρωσε μια κινηματογραφική ταινία, αναμνηστικά με τη μορφή της κυκλοφορούσαν στο εμπόριο, ενώ συντέθηκε ακόμα και όπερα για τη φιλία της με τον (επίσης εκλιπόντα) συνάδελφό της Άντονιν Σκαλία. Ποια άλλη χώρα από τις ΗΠΑ, με την εξέχουσα θέση που κατέχει στην αμερικανική κουλτούρα το δίκαιο, θα μπορούσε να εκθέσει τη σορό μιας δικαστού για τρεις μέρες σε λαϊκό προσκύνημα στην πρωτεύουσα της χώρας;

Πολλά και συγκινητικά υπήρξαν τα αφιερώματα στο λαϊκό φαινόμενο της «θρυλικής RBG» (“Notorious RBG”). Σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα, θα ήθελα να φωτίσω μιαν άλλη πτυχή της μεγάλης αυτής προσωπικότητας: αυτήν της πολύ σημαντικής συνεισφοράς της στην αρχή της ισότητας, πυλώνα του Κράτους Δικαίου, με τη βοήθεια της υιοθέτησης της οπτικής των ανδρών ως εργαλείου για την κατάκτηση ίσων δικαιωμάτων από τις γυναίκες.

Είναι πλέον πασίγνωστο ότι οι γυναίκες και οι μειονότητες στην Αμερική οφείλουν πάρα πολλά στην ενεργητικότητα, το πείσμα και το ταλέντο αυτής της καταπληκτικής νομικού, η οποία ουδέποτε έπαψε να παλεύει για την πραγματική ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων, ακόμα και στη δύσκολη πρόσφατη εποχή, όπου μια συντηρητική πλειοψηφία επικράτησε τόσο στους εκλεγμένους ομοσπονδιακούς θεσμούς όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που ίσως δεν είναι αρκετά γνωστό στο ευρύ κοινό είναι η στρατηγικά ευφυής και τακτικά αφοπλιστική μέθοδός της για την διασφάλιση του Κράτους Δικαίου από παγιωμένες προκαταλήψεις. Η Γκίνζμπεργκ κατάλαβε από πολύ νωρίς στις σπουδές της ότι όταν οι δημοκρατίες δεν παίρνουν στα σοβαρά την οικουμενική αξίωση του δικαίου αυτοϋπονομεύονται και χάνουν την ψυχή τους. Θλιβερό παράδειγμα ο σημερινός Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος ναι μεν απέσυρε τη χώρα του το 2017 από τη διεθνή συμφωνία για τον έλεγχο της πυρηνικής ενέργειας του Ιράν, όμως αφού διαπίστωσε δύο χρόνια αργότερα ότι τα υπόλοιπα μέρη της συμφωνίας επέμεναν στην τήρησή της, αποφάσισε να εξαπολύσει κυρώσεις κατά του Ιράν που προέβλεπε η ίδια η συμφωνία! Αυτή η α λα καρτ και καθαρά εργαλειακή αντιμετώπιση του δικαίου ως ενός μέσου κυνικά και κατά το δοκούν χειραγωγήσιμου από τους ισχυρούς ανάλογα με το ποιο θεωρείται ότι είναι το συμφέρον αυτών που το επικαλούνται, αντιπροσωπεύει ακριβώς τη νοοτροπία που η Γκίνζμπεργκ αντιπάλεψε σε όλη τη ζωή και την καριέρα της.

Η Δέκατη Τέταρτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία υιοθετήθηκε το 1868, μετά το τέλος του αιματηρού Εμφυλίου Πολέμου, διατυπώνει ξεκάθαρα την αρχή της ισότητας («Καμία πολιτεία δεν θα απαρνηθεί σε κάποιο πρόσωπο στη δικαιοδοσία της την ίση προστασία των νόμων – «nor deny to any person within its jurisdiction the Equal Protection of the Laws»). Αυτό όμως δεν εμπόδισε το Ανώτατο Δικαστήριο, μόλις πέντε χρόνια αργότερα, να αποφανθεί ότι μια πολιτειακή νομοθεσία που αποκλείει τις γυναίκες από την άσκηση της δικηγορίας δεν είναι αντισυνταγματική, καθώς ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία περιορίζεται στο να είναι «αποκλειστικά καλή σύζυγος και καλή μητέρα» (απόφαση Bradwell v. Illinois, 1873). Αυτή η πανηγυρική διακήρυξη μιας αφηρημένης ισότητας δικαιωμάτων καταρχήν σε όλες τις κατηγορίες προσώπων, με την παράλληλη αναγνώριση των «φυσικών» διαφορών μεταξύ τους ως δικαιολογίας για μια άνιση στην πραγματικότητα μεταχείριση, υπήρξε το σήμα κατατεθέν τόσο στις σχέσεις μεταξύ των φυλών στον Νότο της Αμερικής όσο και στις σχέσεις μεταξύ των φύλων στο σύνολο της επικράτειας. Η κάλυψη αυτού του χάσματος μεταξύ της δικαιικής οραματικής υπόσχεσης και της ωμής κοινωνικής πραγματικότητας υπήρξε ο στόχος της Γκίνζμπεργκ από τότε που ανέλαβε αφιλοκερδώς υπηρεσίες νομικής συμβούλου στην ACLU (American Civil Liberties Union) το 1963, συνιδρύοντας λίγο αργότερα το περίφημο Women’s Rights Project.

Θεωρώ ότι η ιδιοφυΐα της Γκίνζμπεργκ έγκειται στη μέθοδο που επέλεξε για να ικανοποιήσει το παλαιό αίτημα των φεμινιστριών για απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθησυχάζοντας ταυτόχρονα τους άνδρες που κατείχαν –και σε πολύ μεγάλο βαθμό συνεχίζουν να κατέχουν– τα ηνία της πραγματικής κοινωνικής εξουσίας στα διάφορα πεδία της κοινωνικής ζωής. Η ριζοσπαστικότητα και ο ανυποχώρητος χαρακτήρας της στόχευσης, σε συνδυασμό με την αριστοτελική φρόνηση στην επιλογή των μέσων και την μετριοπάθεια στην τακτική, είναι το μίγμα που εξασφάλισε την επιτυχία στην αξιακή ατζέντα της Γκίνζμπεργκ και την υστεροφημία της ως μιας από τις μεγαλύτερες νομικούς του 20ού και του 21ου αιώνα. Η κληρονομιά που μας άφησε κινείται γύρω από τον άξονα ενός φεμινισμού γερά θεμελιωμένου στην οικουμενική παράδοση του Διαφωτισμού, κατά τον οποίον η κάλυψη του χάσματος μεταξύ της νομικής ρητορείας της ισότητας και της κοινωνικής πραγματικότητας των άτυπων και συχνά άρρητων διακρίσεων δεν είναι προς το κατηγοριακό συμφέρον των γυναικών (ή των μειονοτήτων ευρύτερα), αλλά προς το συμφέρον όλης της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ανδρών (και των δεσποζουσών κοινωνικών ομάδων ευρύτερα). Η Γκίνζμπεργκ δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει γιατί θα πρέπει να δέχεται συγχαρητήρια για τη δράση της αποκλειστικά από γυναίκες και όχι και από άνδρες, καθώς ήταν βαθιά μέσα της η πεποίθηση ότι κανένα από τα δύο φύλα δεν μπορεί για «φυσικούς» λόγους να θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από το άλλο φύλο. Το ίδιο ίσχυε και για τις φυλές, τις εθνότητες, τις θρησκείες και τους γενετήσιους προσανατολισμούς.

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς την τακτική και τη μέθοδο με τις οποίες η Γκίνζμπεργκ προώθησε την αξία της γνήσιας ισότητας ευκαιριών και δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, διαρρηγνύοντας τις επί αιώνες παγιωμένες προκαταλήψεις και τα στερεότυπα σχετικά με τις «φυσικές» ικανότητες και τις «φυσιολογικές» κοινωνικές λειτουργίες του κάθε φύλου. Υπερβαίνοντας τα στενά νομικά τείχη και κατανοώντας με οξυδέρκεια και φρόνηση τα ευαίσθητα σημεία των κυρίαρχων ανδρών δικαστών, στους οποίους απευθυνόταν είτε ως δικηγόρος της ACLU είτε, αργότερα, ως γυναίκα συνάδελφος, η Γκίνζμπεργκ υιοθέτησε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια «φυλετικά έκκεντρη οπτική». Απορρίπτοντας την ιδεολογικά αγνή και μαχητική, αλλά πολιτικά και δικανικά ελάχιστα αποτελεσματική, τακτική των πιο ριζοσπαστριών φεμινιστριών, η μικρή το δέμας πλην λεοντόκαρδη και σοφή νομικός κάλεσε τους δικαστές να κατανοήσουν τις διάχυτες καταστάσεις διακρίσεων στην κοινωνία από την οπτική γωνία αδικημένων ανδρών. Πραγματοποιώντας μια αντιμετάθεση της ματιάς της κυρίαρχης φυλετικής και κοινωνικής τάξης μέσω της αποκάλυψης ότι οι κανόνες διάκρισης που γίνονται κοινωνικά και δικαστικά ανεκτοί ενίοτε καταπιέζουν και τους ίδιους τους γενικά κυρίαρχους άνδρες όταν αυτοί βρίσκονται, από ένα παιχνίδι της τύχης, στη θέση των υποτιμημένων και παραγκωνισμένων γυναικών, η Γκίνζμπεργκ κατάφερε να απενεργοποιήσει σταδιακά τον σιδηρού νόμο της στερεοτυπικής κοινωνικής κατανομής των φυλετικών ρόλων και να προωθήσει έτσι τη γνήσια ισότητα των ανθρώπινων όντων. Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα της μεθόδου της.

Είναι αξιοσημείωτο ότι επί προεδρίας Ερλ Γουόρεν (1953-1969), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εξέδωσε ιστορικές προοδευτικές αποφάσεις, οι οποίες αποτέλεσαν συχνά την αιχμή του δόρατος του κινήματος των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του 1960. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γουόρεν ήταν συντηρητικός στα ήθη και το τόσο ενεργό Δικαστήριο στην κατοχύρωση της ισότητας των φυλών δεν εξέδωσε ούτε μία απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η ισότητα των φύλων εμπεριέχεται και αυτή στη Δέκατη Τέταρτη Τροπολογία. Σ’ αυτό το περίκλειστο για τις γυναίκες νομικό σύμπαν άρχισε να δραστηριοποιείται η Γκίνζμπεργκ. Η οξύνοιά της την έκανε να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο τόσο για πατροπαράδοτη εχθρότητα από πλευράς των ανδρών δικαστών όσο για έλλειψη ενσυναίσθησης και κατανόησης εκ μέρους τους των νομικών μηχανισμών «προστασίας των ευάλωτων γυναικών», μέσω των οποίων αναπαράγονται άκριτα οι έμφυλες διακρίσεις.

Η πρώτη σημαδιακή της νίκη ως δικηγόρου της ACLU καταγράφηκε στην υπόθεση Reed v. Reed (1971). Εκεί έπεισε το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την συντηρητική προεδρία του Γουόρεν Μπέργκερ, να παραμερίσει ως αντισυνταγματικό ένα νόμο της πολιτείας του Αϊντάχο που επέτρεπε μόνο σε άνδρες να διαχειρίζονται περιουσίες, καθώς υποτίθεται ότι οι άνδρες είχαν πολύ μεγαλύτερη εξοικείωση με τον κόσμο των επιχειρήσεων από ό,τι οι γυναίκες. Αυτή η ευθεία παραβίαση της Δέκατης Τέταρτης Τροπολογίας έδωσε το έναυσμα για μια ιστορική απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά η ισότητα των φύλων ως μια πτυχή της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Όμως η μεγάλη ανατροπή ήρθε δύο χρόνια αργότερα με την υπόθεση Frontiero v. Richardson (1973), καθώς εκεί έλαμψε για πρώτη φορά η «μέθοδος Γκίνζμπεργκ». Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε αντισυνταγματικός ένας κανονισμός των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ βάσει του οποίου οι άρρενες σύζυγοι στρατιωτικών δεν είχαν δικαίωμα στις ίδιες παροχές με αυτές των θηλέων συζύγων, με τη δικαιολογία ότι ένας άνδρας δεν είχε παρά ελάχιστες πιθανότητες να είναι το εξαρτημένο οικονομικά μέλος ενός νοικοκυριού. Ενώ οι άνδρες στρατιωτικοί μπορούσαν να κατοχυρώσουν το καθεστώς της συζύγου τους ως εξαρτημένου μέλους αυτόματα με μια απλή υπεύθυνη δήλωση, οι γυναίκες στρατιωτικοί έπρεπε να αποδείξουν ότι ο σύζυγός τους εξαρτάται από τα εισοδήματα της συζύγου του για πάνω από το 50% των μηνιαίων δαπανών του. Η ιδέα ενός άνδρα, για τα ίσα δικαιώματα του οποίου η στρατιωτικός σύζυγός του προσφεύγει στο δικαστήριο, έκανε μεγάλη εντύπωση στους άνδρες δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να βγει η απόφαση με μόνο μία μειοψηφούσα γνώμη.

Μια ακόμα νίκη της «μεθόδου Γκίνζμπεργκ» με την υιοθέτηση της «φυλετικά έκκεντρης οπτικής» σημειώθηκε στην υπόθεση Weinberger v. Wiesenfeld (1975). Εκεί κρίθηκε ομόφωνα αντισυνταγματική μια διάταξη της ομοσπονδιακής νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλισης (Social Security Act), σύμφωνα με την οποία μόνο οι χήρες και όχι οι χήροι είχαν δικαίωμα σε φοροαπαλλαγή λόγω επιμέλειας και φροντίδας των ανήλικων παιδιών τους. Το κοινωνικό στερεότυπο, το οποίο είχε παγιωθεί και νομοθετικά, ήταν ότι οι άνδρες κερδίζουν τα προς το ζην για την οικογένειά τους, οπότε αν μείνουν χήροι θα έχουν αρκετά από τη δουλειά τους για να αναθρέψουν τα παιδιά τους, σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι οποίες όταν είναι χήρες είναι «αναξιοπαθούσες» και εξ ορισμού ευάλωτες. Γι’ ακόμα μια φορά, πελάτης της Γκίνζμπεργκ δεν ήταν γυναίκα αλλά άνδρας, ο οποίος αποδείχθηκε εξίσου ευάλωτος, καθώς αναγκάστηκε να περικόψει τις ώρες εργασίας και τον μισθό του προκειμένου να φροντίσει το νεογέννητο παιδί του μετά τον θάνατο της συζύγου του κατά τη γέννα. Προκαλώντας συμπάθεια για τον αγωνιστή χήρο, ο οποίος πάλευε να τα καταφέρει τόσο στις επαγγελματικές όσο και στις οικογενειακές του υποχρεώσεις, η Γκίνζμπεργκ κατάφερε να βάλει τους δικαστές στη θέση να καταλάβουν την φυλετική προκατάληψη στη βάση της νομοθεσίας, αποσπώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ομόθυμη καταδίκη της. Η προσεκτική επιλογή της υπόθεσης από την Γκίνζμπεργκ υπήρξε και εδώ καθοριστική.

Μάλιστα η επιτυχία της σφραγίστηκε, την επόμενη χρονιά, με την πανηγυρική αναγνώριση από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η κατηγορία «διαφορετική μεταχείριση των φύλων» χρειάζεται «επαυξημένο έλεγχο» (“heightened scrutiny”) από τα δικαστήρια, καθώς είναι ύποπτη για πατερναλισμό και έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, ακόμα και αν η νομοθεσία παρουσιάζεται ως καλοπροαίρετη προσπάθεια προστασίας των γυναικών από τις αντιξοότητες της ζωής ή τις αυξημένες απαιτήσεις του κοινωνικού στίβου. Έτσι, στην υπόθεση Craig v. Boren (1976), την οποία επεξεργάστηκε αλλά δεν υποστήριξε στο ακροατήριο η Γκίνζμπεργκ, ένας νόμος της πολιτείας της Οκλαχόμα που επέτρεπε σε κορίτσια να αγοράζουν μπύρα από την ηλικία των 18 ενώ στα αγόρια από την ηλικία των 21 ετών –υποτίθεται για την προστασία της υγείας των αγοριών, που τείνουν να πίνουν περισσότερο από τα κορίτσια– θεωρήθηκε αντισυνταγματικός επειδή δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί επαρκώς η διάκριση στην αντιμετώπιση των δύο φύλων. Γι’ ακόμα μια φορά, η «φυσική» –ή και κοινωνικά κατασκευασμένη αλλά «ουσιώδης»– διαφορά μεταξύ των δύο φύλων ως δικαιολογητική αιτία για νομοθετική διάκριση θεωρήθηκε στερεοτυπική και περιφρονητική προς τη γνήσια ισότητα, ενώ το νομικό όχημα που χρησιμοποιήθηκε για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα ήταν η εκ πρώτης όψεως δυσμενέστερη προς τους άνδρες αντιμετώπιση εκ μέρους του νομοθέτη.

Η Γκίνζμπεργκ κέρδισε τις μεγάλες της μάχες ως δικηγόρος και κατόπιν ως δικαστής μέσω της παροιμιώδους παρρησίας της στο ακροατήριο. Η παρρησία της ήταν η απόδειξη του θάρρους και της ανυποχώρητης μαχητικότητάς της, αλλά ταυτόχρονα και της βαθιάς της πίστης στις θεσμικές οδούς για τη μετάβαση σε μια δικαιότερη κοινωνία για όλους, με αποκλειστικά μη βίαια και ανεκτικά μέσα. Συνήθιζε να λέει ότι «η οργή είναι χάσιμο χρόνου» και ότι αυτή και ο φθόνος δεν πρέπει να μας τυφλώνουν όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη κρίση για έναν άνθρωπο ή μια κοινωνική πρακτική. Από αυτήν την άποψη, οι πολλές μειοψηφούσες απόψεις της κατά τα τελευταία της χρόνια στην έδρα, με τη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία να διαβρώνει σιγά-σιγά τις προοδευτικότερες κοινωνικές και οικονομικές κατακτήσεις των προηγούμενων δεκαετιών, υπήρξαν υποδειγματικές: αιχμηρές σαν διαμάντια και ασυμβίβαστες επί της αρχής, με πίστη όμως στη δύναμη των επιχειρημάτων και της πειθούς ως υποθήκη για το μέλλον, όταν η πολιτική συγκυρία γίνει πιο δεκτική.

Για την Γκίνζμπεργκ, το συνταγματικό Κράτος Δικαίου δεν έχει νόημα παρά μόνο ως έκφραση οικουμενικότητας του δικαίου. Και αυτή, με τη σειρά της, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί παρά μόνο με τη σθεναρή υπεράσπιση της αρχής της ισότητας σε όλες της τις εκφάνσεις. Η παρακαταθήκη που άφησε στις μελλοντικές γενιές και σε όσους μάχονται για το δίκαιο είναι πως η ισότητα δεν είναι μια αφηρημένη γενική αρχή, αλλά η ενσυνείδητη και ενσαρκωμένη κατανόηση των αδικιών στην πραγματική κοινωνική ζωή και η συστηματική θεσμική ανατροπή τους, όποιος και αν φαίνεται ότι είναι ο βραχυπρόθεσμα ευνοημένος από αυτήν την ανατροπή σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.