Ο γάντζος

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Έντουιν Χόουλαντ Μπάσφιλντ, Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος αποχωρεί από την αρένα επικεφαλής των μονομάχων, 1878, λάδι σε καμβά, 123,2 x 231,1 cm, Συλλογή Σλόαν, Ερμιτάζ Μουσείο και Κήποι, Νόρφολκ, Βιρτζίνια.

Έντουιν Χόουλαντ Μπάσφιλντ, Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος αποχωρεί από την αρένα επικεφαλής των μονομάχων, 1878, λάδι σε καμβά, 123,2 x 231,1 cm, Συλλογή Σλόαν, Ερμιτάζ Μουσείο και Κήποι, Νόρφολκ, Βιρτζίνια.

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

«καὶ τῶν πονηρῶν ὅσοι τὴν παραυτίκα πληγὴν ἐκφυγεῖν
ἔδοξαν, οὐ μετὰ πλείονα χρόνον ἀλλ’ ἐν πλείονι χρόνῳ
τιμωρίαν μακροτέραν οὐ βραδυτέραν τίνουσιν».
Πλούταρχος, Ἠθικά, Περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ θείου βραδέως τιμωρουμένων

Αυτό που θα έκανε πάλι λαό έναν λαό, δηλαδή αυτό που θα του απέδιδε το χαμένο μεγαλείο του και την διάτρητη αξιοπρέπειά του, τις οποίες έχασε, μαζί με την όποια τιμή και αξιοπιστία του, εξαιτίας δικών του αστοχιών και λαθών, θα ήταν μία πράξη εκ μέρους του ανάλογη με εκείνη που αφηγείται ο Έντουαρντ Γκίμπον στην Ιστορία της Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την σχετική με το τέλος του αυτοκράτορα Κομμόδου.

Το πρωτεύον, κατά την γνώμη μου, ζήτημα/θέμα/πρόβλημα είναι ο λαός, συγκεκριμένα ο ελληνικός· όλα τα άλλα έπονται, διότι όλα τα άλλα απορρέουν από αυτήν την πρωταρχική πρώτη ύλη η οποία είναι η γενεσιουργός αιτία για όσα συμβαίνουν σε όλα τα επίπεδα της εθνικής ζωής. Αν δεν ακολουθήσουμε αυτήν την τοποθέτηση ως θεμελιώδη προϋπόθεση στοχασμού, πιστεύω ότι βάζουμε το κάρο πριν από τα άλογα, άρα δεν οδηγούμαστε πουθενά, παραμένουμε καθηλωμένοι σε μία νεκρική ακινησία ιστορικής τάξεως η οποία παρατείνεται εδώ και ακαταλόγιστες δεκαετίες. Η τοποθέτηση του λαού ως προεξάρχουσας καταγωγικής προέλευσης του συνόλου των κοινωνικών/πολιτικών/οικονομικών πεπραγμένων, θα μας βοηθήσει πιστεύω να διαλευκάνουμε ένα χρόνια συσκοτισμένο ζητούμενο, το εξής: ποια είναι η πραγματική αιτία των δεινών –αλλά και των επιτευγμάτων– στην Ελλάδα.

Δεν ανέφερα στα πεπραγμένα την ψυχολογική παράμετρο, την οποία θα έπρεπε να προτάξω των άλλων τριών πεπραγμένων. Το κάνω τώρα: αυτό που θα αποκαλούσαμε «ψυχισμό του ελληνικού λαού», προπάντων σήμερα, με συσσωρευμένη μέσα του όλη την πολύπλοκη συγκομιδή των δύο τουλάχιστον προηγούμενων αιώνων μέχρι τώρα, είναι μία περιοχή που ο ίδιος ο λαός, παρότι, ή λόγω τού ότι, την φέρει μέσα του, τρομάζει όχι μόνο να την κοιτάξει, αλλά τρομάζει και να διανοηθεί ακόμη ότι είναι ο φορέας της· αυτό σημαίνει ότι ψυχανεμίζεται αυτήν την ψυχή, πράγμα που του αρκεί για να την αποκρούσει, να την αγνοήσει, να κάνει κυρίως το παν για να μην ασχοληθεί μαζί της, σχεδόν να θεωρήσει ότι δεν είναι δική του, ότι δεν την έχει καν, τόσο αποκρουστική γνωρίζει ότι είναι, με αποτέλεσμα να αποδίδει τα δεινά του στον «ψυχισμό άλλων» των οποίων παραμένει, όπως πιστεύει, αιώνιο θύμα αφού ο ίδιος δεν διαθέτει τον «ψυχισμό εκείνων», ποιος όμως είναι αυτός ο δικός του ψυχισμός;

Ο δικός του συνίσταται από μία συγκρουσιακή συνύπαρξη αντιμαχόμενων ακροτήτων, οι οποίες λειτουργούν πλέον μέσα του ανεξάρτητα από την σκέψη και την θέλησή του, είναι δέσμιός τους, σε σημείο τέτοιο ώστε να διακατέχεται από πάσης φύσεως φαντάσματα τα οποία δεν του επιτρέπουν, μέχρι στιγμής, να ωριμάσει, έστω να κινηθεί προς μία διαδικασία ωριμότητας της οποίας η πρώτη ένδειξη θα ήταν η αντιμετώπιση, η αποδοχή, η ανάληψη και η διαχείριση του ίδιου του ψυχισμού του από αυτόν τον ίδιο.

Ο ελληνικός λαός, ως αυτή η ζοφερή εσωτερική περιπλοκότητα, συνιστά μία εκτρωματική καταγωγή όλων εκείνων των πεπραγμένων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ό,τι προέρχεται από την καταγωγή που είναι αυτός ο λαός, είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι, εκτρωματικό. Σ’ αυτό το «ό,τι προέρχεται» συμπεριλαμβάνεται ασφαλώς και η πολιτική ηγεσία του. Πώς να μην είναι εκτρωματική αυτή η ηγεσία όταν γεννιέται από τα ίδια τα σπλάχνα του εκτρώματος, από αυτήν την τερατογόνο μήτρα – κι ας μην τρομάξουν ορισμένοι με την λέξη αυτή, δεν τερατολογώ, μιλώ για το τέρας, πράγμα εντελώς διαφορετικό.

Σε τι θα μπορούσε να διαφέρει λοιπόν αυτή η ηγεσία από τον γεννήτορά της; Εκείνο που προσθέτει στην ηγεσία του κάτι το οποίο στερείται ο ίδιος ο λαός είναι η κατοχή της εξουσίας και η άσκησή της, παρ’ όλες τις πομφόλυγες περί κυρίαρχου λαού. Η κατοχή και η άσκηση της εξουσίας μετατρέπουν την ελληνική πολιτική ηγεσία σε μία ολοκληρωτική μάστιγα, μία μάστιγα όμως η οποία, εκτός των περιπτώσεων βίαιων και παράνομων στρατιωτικών κινημάτων, είναι εκλεγμένη από τον λαό· αυτός την επιλέγει και την ανεβάζει στον κυβερνητικό θώκο, άρα αυτός είναι ο πρώτος και ο μόνος υπεύθυνος για την κατοχή και την άσκηση της εξουσίας από τα δημοκρατικώς εκλεγμένα εκτρωματικά πολιτικά σχήματα.

Αυτό ζούμε σήμερα. Το σήμερα είναι απότοκο δεκαετιών πολιτικής αχρειότητας, κυβερνητικών κρουσμάτων παράνοιας και ασυδοσίας, κρατικών μορφωμάτων αποκρουστικής εμβέλειας που έχουν μετατρέψει τον δημόσιο τομέα, με σκληροτράχηλο πείσμα και παράφρονα εμμονή, σε εγκληματικό μηχανισμό του οποίου τα θύματα, δηλαδή όλοι οι πολίτες, περιλαμβάνουν στις τάξεις τους και τους θύτες, δηλαδή τους διορισμένους με «μέσον» και όσους τους διόρισαν, τηρώντας έτσι και παρατείνοντας ‒αυτοί που ήρθαν πριν δύο χρόνια «στα πράγματα» για να μην κάνουν τίποτε από όσα έκαναν «οι άλλοι»‒ απαρέγκλιτα το άφθαρτο και πανίσχυρο, καθότι από όλους αποδεκτό, πελατειακό σύστημα. Πασίγνωστα και τετριμμένα όλα αυτά, αλλά παραδόξως και δικαίως συνιστούν την πιο ζωντανή, την πιο δημιουργική πλευρά αυτού του λαού, την πλευρά όπου ο ίδιος αναγνωρίζει αλάνθαστα το πρόσωπό του, την ταυτότητά του, την αλήθεια του. Και έτσι είναι: ο ελληνικός λαός δεν έχει άλλο πρόσωπο, άλλη ταυτότητα και άλλη αλήθεια από αυτό το δουλοπάροικο δούναι-λαβείν το οποίο και συνιστά τον πολιορκητικό κριό κάθε πολιτικού κόμματος προκειμένου να αλώσει, με παχύρευστες δόσεις λαϊκισμού, πρώτα τους ψηφοφόρους και μετά τον πύργο της εξουσίας. Με την συγκολλητική ουσία αυτής της νοσηρής αλληλεξάρτησης, οι δύο πλευρές, κυβερνήτες και κυβερνώμενοι, αλληλοσυμπληρώνονται με τρόπο πλέον αδιαχώριστο: αυτή η αλληλοτροφοδότηση, κάτι σαν αιμομικτική συνουσία με την οποία αναγεννάται το δημόσιο Τέρας, είναι ό,τι αποκαλείται ακόμη σήμερα «Ελλάδα».

Mία άλλη παράμετρος, την οποία τώρα αναφέρω, και δεν την ανέφερα προηγουμένως διότι χρειάζεται η μνεία της ιδιαίτερη επισήμανση, είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αν το σώμα κυβερνώντων και κυβερνωμένων πάσχει από πολυάριθμες εγγενείς και γηγενείς ασθένειες, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ο καρκίνος του. Πρόκειται για, εδώ και αιώνες, καρκίνο στο τελικό του στάδιο, που έχει κάνει μεταστάσεις σε όλη την επικράτεια αυτού του σώματος, και που θα είναι η σοβαρότερη αιτία του θανάτου του. Ο θάνατος αυτός, επειδή ο μηχανισμός του, όπως όλα στην Ελλάδα, είναι αργόστροφος, διαρκεί πολύ, σέρνεται, τρενάρει, υποτροπιάζει και υπεκφεύγει συνεχώς, δεν λέει να παραδώσει το «πνεύμα», παρατείνεται αχρηστεύοντας όλα τα όργανα που έχει πλήξει, κυρίως όμως την ενδοχώρα του κάθε Έλληνα. Όπως όλες οι προκαταλήψεις, έτσι και το εκκλησιαστικό δόγμα έχει τόσο βαθιά διαβρώσει, διαμελίσει, αποσυνθέσει τον ελληνικό ψυχισμό ώστε όλα δείχνουν ότι θα παραμείνει αξερίζωτος διότι έχει γίνει ένα με την βαθύτερη σύσταση του καθενός σε βαθμό εθνικού αυτοματισμού, ένα παραμορφωτικό τικ που εκλαμβάνει χυδαίες και γελοίες εκφάνσεις σε κάθε δημόσια και ιδιωτική εκδήλωσή του. Αυτό το θρησκευτικό δόγμα που εκπροσωπεί τον σκοτεινότερο ζόφο σε ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη φύση έχει την πλήρη έγκριση του ελληνικού λαού, ο οποίος, έπειτα από δυο χιλιετίες εσωτερικής χειραγώγησης, αποστρέφεται λυσσωδώς οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα εξωφρενικά διατεταγμένα μητροπολιτών και αρχιεπισκόπων, με τους οποίους η κάθε, ιδίως η σημερινή, πολιτική ηγεσία συναλλάσσεται με τον πιο δουλοπρεπή τρόπο, αφού πιστεύει, και ορθώς βέβαια, ότι αν εναντιωθεί, και στο παραμικρό με την αντίστοιχη της Εκκλησίας, άρα με τον ίδιο τον Ορθόδοξο κανόνα, θα στραφεί και εναντίον του λαού, παραγράφοντας, όπως λένε, παραδόσεις αιώνων και απειλώντας με αφελληνισμό έναν λαό που έχει τραφεί με την πεποίθηση ότι είναι γνήσιος απόγονος των Ελληνοχριστιανικών ναμάτων.

(Το κύρος της Εκκλησίας δεν το έχουν θίξει ούτε και άνθρωποι, που με τα σημαντικά γραπτά τους, δείχνουν ότι πάσχουν ή συμπάσχουν με την ελληνική κατάσταση των πραγμάτων. Φυσικά, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς να το κάνουν εφόσον και οι ίδιοι όχι μόνον είναι προσκολλημένοι απαρασάλευτα στην χριστιανική κλίμακα αξιών, αφού ακόμη και η όποια κριτική ασκούν γίνεται πάντα με όρους προσήλωσης και επιστροφής σε προ πολλού νεκρά σχήματα του παρελθόντος (κοινότητες, κτπ.) ή ιδεοληπτικής αγκύλωσης σε έναν ελληνοκεντρισμό προκατακλυσμιαίας υφής, αλλά και η κάποια, έστω ελαφρά, παρέκκλισή τους από αυτόν τον κανόνα θα έθετε υπό αίρεση το ίδιο τους το έργο, το οποίο υποστηρίζει αναφανδόν είτε τις πλατωνικές θεωρήσεις περί ιδεών και υπερουράνιου κόσμου είτε τις ορθόδοξες εξαγγελίες περί πίστεως σε μία άλλη ζωή και αναστάσεως των νεκρών είτε αμφότερες, θεωρήσεις και εξαγγελίες που, για έναν λαό όπως ο ελληνικός, είναι εκ του περισσού εφόσον το να τον διατηρούν ως, προνομιούχο μάλιστα, δέκτη των μετά θάνατον υποσχέσεων είναι σαν να επιβραβεύουν με τον κότινο της αθανασίας μία θανάσιμη νοοτροπία, καλλιεργημένη μόνο από ψεύδη και ψευδαισθήσεις, η οποία μόνο την ωμότερη καταδίκη αξίζει.

Έ.Χ.Μπάσφιλντ, Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος αποχωρεί από την αρένα επικεφαλής των μονομάχων (λεπτομέρεια)

Έ.Χ.Μπάσφιλντ, Ο αυτοκράτορας Κόμμοδος αποχωρεί από την αρένα επικεφαλής των μονομάχων (λεπτομέρεια)

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να γίνει μνεία και σε ό,τι δημοσίευμα υπό μορφήν σχολίου –δεν εννοώ τα δημοσιογραφικά– επιδιώκει να αντιμετωπίσει κριτικά, ακόμη και κατακριτικά, τα καθ’ ημέραν συμβάντα. Εκείνο που διακρίνει αυτά τα σχόλια, συνήθως πανεπιστημιακών, λογοτεχνών και γενικώς διανοουμένων, με τις εξαιρέσεις τους πάντα, είναι μία κραυγαλέα ελαφρότητα η οποία συστηματικά καταλήγει σε ανώδυνα, χλιαρά και εν πολλοίς ανούσια συμπεράσματα, φοβούμενοι ίσως οι συντάκτες τους συνέπειες οι οποίες ενέχονται στον τρόπο με τον οποίον εκφράζονται οι ίδιοι· και δεν μιλώ για όλους εκείνους που σιωπούν παταγωδώς ή δηλώνουν, ακόμη και μετά από όσα έχουν συμβεί επί δύο χρόνια, ότι «δεν είναι τυφλοί ή βλάκες» και ότι «θα πεθάνουν πιστοί στην ιδεολογική τους ταυτότητα», ενώ αυτές ακριβώς οι δηλώσεις τους καταγράφουν κλινικώς το γεγονός ότι είναι ήδη ούτως ή άλλως νεκροί).

Από αυτήν λοιπόν την στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, δεν εξαιρέθηκε σε κανένα σημείο της ούτε αυτή που βρίσκεται εδώ και δύο χρόνια στην εξουσία. Όχι μόνο δεν εξαιρέθηκε αλλά εξώθησε στο μη περαιτέρω όλη την χαμέρπεια των προγενεστέρων, μία χαμέρπεια απίστευτης ιδεολογικής συσκότισης και παραπλάνησης. Οι εμετικοί χαριεντισμοί «πρωθυπουργού» και «υπουργών» με τους ρασοφόρους έχουν φτάσει σε επίπεδα τόσο γλοιώδη ώστε και μόνον αυτό να είχαν διαπράξει όλους αυτούς τους μήνες που «κυβερνούν», θα ήταν υπεραρκετό για να δείξουν και να αποδείξουν την έμφυτη εξαχρείωσή τους. Μη έχοντας αφήσει ούτε έναν δημόσιο τομέα άθικτο από τις καθεστωτικές τους παρεμβάσεις οι οποίες έχουν εξαντλήσει και το έσχατο όριο παραγοντισμού, ευνοιοκρατίας, κομματικής τύφλωσης, ιδεοληπτικής παράνοιας, οδήγησαν μία σοβούσα επί δεκαετίες παρακμή στο απόλυτο τερματικό σημείο της.

Διότι τώρα το προδιαγεγραμμένο τέλος έφτασε. Είναι εδώ. Αυτό το τέλος, για την αποτροπή του οποίου είχαν προ διετίας διεκδικήσει την εξουσία και για την υλοποίηση της αποτροπής αυτής, την οποία υποσχέθηκαν, είχαν εκλεγεί, όχι μόνο δεν το απέτρεψαν αλλά απεναντίας το επέτρεψαν να συμβεί με τον χειρότερο, τον πιο ταπεινωτικό, τον πιο συντριπτικό τρόπο – οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τις μεταρρυθμίσεις στον φόρο εισοδήματος και στο συνταξιοδοτικό σύστημα, που ούτως ή άλλως μία σοβαρή ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να τις είχε αναλάβει και επιτελέσει ούτως ή άλλως χωρίς έξωθεν πιέσεις, εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο αυτούς τους ίδιους για την πάση θυσία παραμονή τους στην εξουσία, και όχι, όπως ψευδόμενοι αχρείως διατείνονται, για τα «συμφέροντα του λαού» τον οποίο «φτύνουν» όπως δεν τον έφτυσε κανείς άλλος κυβερνών πριν απ’ αυτούς, εξυπηρετούν την απέλπιδα προσπάθειά τους να μη δείξουν ότι υποχωρούν «σε πιέσεις» και ότι «θα τα δώσουν όλα», όπως φυσικά και εν τέλει είναι εξαναγκασμένοι εκ των προτέρων να το κάνουν, και θα το κάνουν, θέλουν δεν θέλουν αυτοκαταργούμενοι.

Έπειτα από αλλεπάλληλες απόπειρες εξαπάτησης εκ μέρους τους εντόπιων και αλλοδαπών, απόπειρες που κατέδειξαν, χωρίς καμία εξαίρεση, μία ιδιάζουσα έφεση στο να αποτυγχάνουν σε όλα εκτός από την παραπλάνηση, και την λοιμώδη και λιμασμένη κατάχρηση εξουσίας, πάντα με ύφος καθυστερημένου νεανία που μειδιά χωρίς να ξέρει γιατί, ξελιγωμένου γκόμενου που καμακώνει τουρίστριες και πορτοφόλια, συνοικιακού εραστή με αμφίβολες ερωτικές επιδόσεις, ατάλαντου κολπαδόρου με βεβαρημένο ποινικό μητρώο, ιδεόληπτου καταληψία που αφοδεύει πάνω στο αντικείμενο των καταλήψεών του, κατέληξαν σήμερα να είναι αναγκασμένοι, όπως ήσαν και πριν εκλεγούν, να εφαρμόσουν όλα όσα διατυμπάνιζαν ότι δεν θα εφαρμόσουν ποτέ, κι αυτό διότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, ποτέ δεν θα μπορούσαν κι αυτό το γνώριζαν· έτσι θα εφαρμόσουν όλα τα μέτρα έστω κι αν η εφαρμογή τους αποτελεί την ατιμωτική διάψευση των περί του αντιθέτου προεκλογικών και μετεκλογικών τους διακηρύξεων.

Γράφει ο Γκίμπον στο Δ΄ κεφάλαιο της «Ιστορίας» του: «Η μνήμη του Κομμόδου εστιγματίσθη με την αιώνια περιφρόνηση της πολιτείας, ενώ οι εξευτελιστικοί χαρακτηρισμοί του τυράννου, του μονομάχου, του εχθρού του λαού, αντηχούσαν στην συνέλευση της Συγκλήτου. Με διαδοχικές ψηφοφορίες απεφασίσθη η έκπτωσις του Κομμόδου από τους τιμητικούς τίτλους του οι οποίοι και θα εσβήνοντο απ’ όλα τα δημόσια μνημεία, η κατάρριψις των αγαλμάτων του και η περιφορά του πτώματός του κρεμασμένου σε έναν γάντζο στην σχολή των μονομάχων, ώστε να ικανοποιηθεί η λαϊκή οργή»[1].

Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, εκείνη που ανέδειξε, με δύο εκλογικές αναμετρήσεις, στον κυβερνητικό θώκο αυτούς που σήμερα, τώρα, θα αποδεχθούν και θα εκτελέσουν στο ακέραιο τα «μέτρα» που επί δύο χρόνια προσπαθούν ματαίως να τα παρακάμψουν, αυτή η πλειοψηφία και μαζί της όλοι εκείνοι που είχαν καταλάβει εγκαίρως και δεν είχαν παραπλανηθεί από εκείνη, εν ολίγοις ολόκληρος ο ελληνικός λαός, προκειμένου να ανακτήσει, όπως έλεγα στην αρχή, κάποιο χαμένο μεγαλείο και κάποια υποτυπώδη αξιοπρέπεια, θα πρέπει να καθαρίσει την κατάσταση που επικρατεί με αποκρουστικά ανυπόφορο τρόπο επί δύο χρόνια· απαιτείται η σάρωση της ογκολιθικώς συσσωρευμένης ακαθαρσίας· επιβάλλεται νομοτελειακώς μία απολύμανση που θα φέρει καθαρότητα και καθαριότητα σε ολόκληρο το μολυσμένο πριν μέχρι το μολυσματικό τώρα·χρειάζεται η εκκαθάριση του εγχώριου πολιτικού εσμού από τον πακτωλό της ασχήμιας, της χυδαιότητας, της βλακείας και της αχρειότητας που επέδειξαν αριστοτεχνικώς –εκεί τα κατάφεραν– οι σημερινοί κυβερνώντες.

Επιβάλλεται προπάντων ο ίδιος ο λαός –μιλώ πάντα για τον ελληνικό αλλά αυτό δεν εξαιρεί κανέναν άλλον, πράγμα που σημαίνει ότι δεν αποδίδω στον ελληνικό λαό ούτε ιδιαίτερη θέση ούτε ιδιαίτερη μεταχείριση–, εάν λοιπόν θέλει ο λαός αυτός να αποδείξει την ευγένεια των ριζών του, τις οποίες ο ίδιος με τα ίδια του τα χέρια έχει ξεριζώσει και αχρηστεύσει, να αναλάβει αυτό το έργο, να κινητοποιηθεί μαζικώς, να επέμβει και να δράσει συλλογικώς, να πάρει στα χέρια του την ολέθρια κατάσταση και να τιμωρήσει τους αυτουργούς, όχι βραδέως όπως, σύμφωνα με τον Πλούταρχο της προμετωπίδας, ενεργούν οι θεοί, αλλά ταχέως και με την αμιγώς ανθρώπινη υπόστασή του, να κατανείμει τιμωρίες άμεσες και αποτελεσματικές –σε μία χώρα όπου υπολειτουργεί η Δικαιοσύνη και υπερλειτουργεί η ατιμωρησία–, να δείξει ότι αντιστρατεύεται όχι μόνο τους ηγέτες του και την πολιτική τους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του γι’ αυτό που έχει γίνει και που τον οδήγησε σε τεράστιας βαρύτητας και ανελέητων συνεπειών λάθη, σε απαράδεκτες επιπολαιότητες και μωρές παρανοήσεις που έπληξαν ανεπανόρθωτα το ίδιο του το συμφέρον, την ίδια του την επιβίωση, την ζωή του.

Κρεμασμένα από τον γάντζο τα παραπτώματα όλων ανεξαιρέτως των υπευθύνων για το προδιαγεγραμμένο τέλος που είναι πλέον ήδη παρόν, θα αποτελούν την έμπρακτη απόδειξη μιας παλλαϊκής μεταστροφής· δεν θα σημαίνουν μόνο την εξόντωση επιμέρους ανθρώπινων περιπτώσεων εξευτελιστικής νοοτροπίας αλλά και την διαγραφή της νοοτροπίας αυτής από αυτούς τους ίδιους που είναι οι φορείς της, νοοτροπία η οποία αποτελεί το πρωταρχικό αίτιο της τωρινής πανωλεθρίας.

Με την εξόντωση των εκπροσώπων, σε επίπεδο εξουσίας, αυτής της καρκινοπαθούς νοοτροπίας, θα τεθεί, για πρώτη φορά, με δραματικές αλλά και γόνιμες προϋποθέσεις, το ερώτημα: ποιος είναι αυτός ο λαός, και το ερώτημα αυτό θα πρέπει να αντιμετωπισθεί, επειδή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, για πρώτη φορά επίσης, με απόλυτη ευθύτητα, με το θάρρος και την σεμνότητα που απαιτούνται για να αναλάβει κάποιος την ευθύνη του εαυτού του, να τον αντικρίσει και να επιθυμήσει να τον γνωρίσει, να τον γνωρίσει και να αναλάβει αυτήν την γνώση προκειμένου να μετακινηθεί προς μία άλλη κατεύθυνση, πέρα από το ζοφερό αδιέξοδο και την θανάσιμη ακινησία όπου κείται τώρα.

Αυτό που πρέπει να γίνει με τον τρόπο αυτόν, είναι ό,τι αντιστοιχεί επακριβέστερα και νομοτελειακώς από οτιδήποτε άλλο στην απέλπιδα κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Ο χρόνος έχει προ πολλού τελειώσει. Τώρα πρέπει να γίνει αυτό που πρέπει να γίνει, ώστε στον γάντζο να κρέμονται τα πτώματα όλων των παραπτωμάτων που διαπράχθηκαν, και μαζί τους όλα τα αίτια που τα προκάλεσαν. Αν δεν γίνει, εκείνο που θα ακολουθήσει θα είναι, είμαι βέβαιος, η επαναφορά και η διαιώνιση των πασίγνωστων και τετριμμένων συμπεριφορών, των παγιωμένων ηθικών και ιδεολογικών καθηλώσεων, το πλέγμα των αναχρονιστικών και θανατηφόρων συμβάσεων, χωρίς καμία απολύτως μετατόπιση από την σταθερή επί πολλές δεκαετίες κυριαρχία τους.

Mόνο μία κάθαρσις όπως την περιέγραψα, που είναι και αυτοεξιλέωση συλλογικού και ιδιωτικού τύπου, μπορεί να καταστεί προϋπόθεση αυτογνωσίας, άρα διεξόδου και μέλλοντος, ειδάλλως όλα είναι εκ των προτέρων χαμένα γι’ αυτόν τον λαό και γι’ αυτήν την χώρα.

Δεν υπάρχει, συνεπώς, κατά την γνώμη μου, άλλη λαϊκή ετυμηγορία από αυτήν που με οδυνηρή παρρησία διατύπωσα σ’ αυτό το καταληκτικό κείμενο.

Κι αυτή η ετυμηγορία θα είναι λύτρωση. Η πραγματική και η μόνη.

Ποια άλλη λύτρωση θα μπορούσε να υπάρξει για έναν λαό που έχει δοκιμάσει όλες τις εκδοχές της πολιτικής και πολιτειακής συμπεριφοράς, και έχει δοκιμαστεί απ’ αυτές, ενώ συγχρόνως ο κύκλος της ιστορικής πορείας του έχει κλείσει με τον πιο καταστροφικό και ταπεινωτικό τρόπο, εκείνον που δεν επιτρέπει καμία προσδοκία από καμία περιοχή του υπαρκτού, και, εκ των πραγμάτων, απαιτείται μία άλλη αφετηρία που, επιφέροντας έναν καινοφανή ετεροπροσδιορισμό, θα αφήσει αμετάκλητα πίσω της όλα τα σεσηπότα πλέον εγχειρήματα και επιχειρήματα που κατακλύζουν με την νεκροφόρα αποφορά τους μακρά σειρά αιώνων δαφνοστεφών και ρημαγμένων;

Έστω με μυθολογικούς όρους, πριν από την αισχύλεια «Ορέστεια» υπάρχει ο Ορέστης που συνιστά την προϋπόθεσή της· πριν από την οικοδόμηση του μεγαλείου διαδραματίζεται η πράξη που οδηγεί σ’ αυτό· χωρίς την προηγηθείσα πράξη, το οικοδόμημα δεν μπορεί να βρει πουθενά αλλού το υλικό που χρειάζεται για να ανεγερθεί· πριν από την Πολιτεία και τον Πολιτισμό επιτελείται το Δράμα· πριν από την Τραγωδία διαπράττεται μία τραγωδία η οποία, με την εμπράγματη, ριζική και συντριπτική της διάσταση, γεννά την Τέχνη, την Σκέψη, την Ποίηση, την Δημοκρατία, τον Έρωτα, την Δικαιοσύνη, την Πολιτική, την Ζωή.

Δεν προκύπτει τίποτε ζωτικής και ανανεωτικής σημασίας, τίποτε που να διανοίγει δρόμους Ζωής, χωρίς την τόλμη της Πράξης, χωρίς την διάπραξη ενός οριστικού Γεγονότος, χωρίς την εκτέλεση ενός τετελεσμένου Συμβάντος με ανεπανόρθωτες και μελλοντοφόρες συνέπειες.

Αυτό καλείται τώρα, αυτήν την στιγμή, να αναλάβει ο ελληνικός λαός αν θέλει να γίνει ο αυτόκλητος δημιουργός ενός άλλου εαυτού του.

Μπορεί να γίνει; Γένοιτο.

 


[1] Γίββων, Ιστορία της Παρακμής και Πτώσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τόμ. Α΄, Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 2003, σ. 205.