Χρήσιμα Ἐλαττώματα

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ένα αθησαύριστο κείμενο του Εμμ. Ροΐδη

ARB_74-roides

Εμμανουήλ Ροΐδης, σκίτσο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου

Τοῦ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗ

Ἄξιον τῷ ὄντι σημειώσεως εἶναι, ὅτι μόνον εἰς τὰς ὑψηλὰς θέσεις δύναται νὰ εὕρῃ ἄσυλον ἡ βλακεία. Ἀδύνατον λ.χ. εἶναι νὰ ἐκπληρώσῃ τις τὰ καθήκοντα εἰρηνοδίκου, ἂν δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ μοιράσῃ δύο ἀντιδίκων ἄχυρα καὶ νὰ συντάξῃ ἀπόφασιν ἐκ τοῦ προχείρου, κάλλιστα ὅμως δύναται ὁ τυχὼν νὰ προσθέσῃ τὴν τιμημένην ὑπογραφήν του εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ νὰ διδάξῃ τις ὡς ἑλληνοδιδάσκαλος ἢ σχολάρχης πρέπει νὰ γνωρίζῃ τουλάχιστον τὰ στοιχεῖα τῆς γραμματικῆς καὶ τῆς ὀρθογραφίας, ἐνῷ πρὸς πλήρωσιν πανεπιστημιακῆς θέσεως, ἀρκεῖ νὰ ἠξεύρῃ ν᾽ ἀναγινώσκῃ ἓν οἷον δήποτε τετράδιον ἀπὸ τοῦ ὕψους καθηγητικῆς ἕδρας ἢ ὅσην ὁ μακαρίτης [Νικόλαος] Κοτζιᾶς φιλοσοφίαν.

πάρχει ἀλήθειά τις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς μὲν ὁμολογεῖ, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται εἰλικρινῶς καὶ ἀμερολήπτως ἐξετάζων τὰ πράγματα νὰ μὴν ἀναγνωρίσῃ. Εἶναι δὲ αὕτη, ὅτι εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον ἐπιτυγχάνει τις καὶ προάγεται διὰ τῶν ἐλαττωμάτων πολὺ μᾶλλον ἢ διὰ τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ.

Ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, ὡς θ᾽ ἀποδείξωμεν εὐθὺς κατωτέρω, οὐδεμία ἄλλη ὑπάρχει τόσον ἀσύμφορος μωρία, ὅσον νὰ ζητῇ τις νὰ διορθώσῃ τὰ χρήσιμα ἐλαττώματά του, ἀφοῦ τοῦτο πράττων στειρεύει τὴν πηγὴν πάσης ἐπιτυχίας, χάνει τὴν ἐφ᾽ ἑαυτὸν πεποίθησιν καὶ κατέρχεται ἄοπλος εἰς τὸν βιωτικὸν ἀγῶνα.

Ὁ θέλων νὰ διορθώσῃ τὰ ἐλαττώματά του πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ γνωρίσῃ αὐτά. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἤδη καθ᾽ ἑαυτὸ μέγιστον μειονέκτημα. Κατὰ τὸν ἀρχαῖον φιλόσοφον ἡ ἀρχὴ σοφίας εἶναι τὸ «γνῶθι σαὐτόν». Ἀλλὰ τὸ παράγγελμα τοῦτο δύναται ν᾽ ἀποβῇ χρήσιμον εἰς μόνον τὸν ὀρεγόμενον νὰ ζήσῃ ὡς φιλόσοφος, ἤτοι οὐδὲν νὰ φιλοδοξήσῃ καὶ οὐδὲν νὰ κατορθώσῃ. Ὁ εἰς ταῦτα ἀρκούμενος δύναται νὰ παραδοθῇ ἀκινδύνως εἰς τὴν πενιχρὰν ἀπόλαυσιν τῆς γνώσεως ἑαυτοῦ καὶ τῆς καταμετρήσεως τῆς ἀθλιότητός του, ἥτις ἐνδέχεται νὰ τὸν καταστήσῃ κατάλληλον πρὸς βίον καλογήρου ἢ γυμνοσοφιστοῦ. Ἀλλ᾽ ὁ θέλων νὰ εὐδοκιμήσῃ μεταξὺ τῶν ὁμοίων του, νὰ ὑψωθῇ ὑπεράνω αὐτῶν, νὰ καταλάβῃ ἐπίζηλον θέσιν, νὰ προαχθῇ καὶ νὰ εὐπραγήσῃ πρέπει πρὸ πάντων ν᾽ ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης ἐκτιμήσεως ἑαυτοῦ, ἀφοῦ ἐνενηκοντάκις τοῖς ἑκατὸν οὐδὲν ἄλλο δύναται ἐκ ταύτης ν᾽ ἀντλήσῃ ἢ τελείαν ἀποθάρρυνσιν. Ὁ ἐπιμένων νὰ γνωρίσῃ πρὸς τί εἶναι πράγματι ἱκανὸς πλειστάκις ἀνακαλύπτει, ὅτι ἡ φύσις καὶ τὸ πνεῦμα καθιστῶσιν αὐτὸν κατάλληλον μόνον πρὸς βόσκησιν προβάτων ἢ στίλβωσιν ὑποδημάτων, ἡ δὲ ἀνακάλυψις αὕτη δὲν φαίνεται δυναμένη νὰ ἱκανοποιήσῃ τῶν πλείστων τὴν φιλοδοξίαν. Ἡ ἄγνοια ἀπ᾽ ἐναντίας ἐμπνέει πεποίθησιν καὶ θάρρος πρὸς πᾶν ἔργον. Μόνος ὁ ἀγνοῶν ἑαυτὸν δύναται ν᾽ ἀποβλέπῃ εἰς πᾶν ἐπάγγελμα καὶ πᾶν ἀξίωμα καὶ ἐκλέγων μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων νὰ εἴπῃ σπουδάζων: «Θέλω νὰ γείνω ἐπιστήμων, πολιτικὸς ἀνήρ, καλλιτέχνης, στρατηγός, ὑπουργὸς ἢ δραματογράφος». Τὸ δὲ κοινὸν βοηθεῖ αὐτοὺς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθουμένου, διότι ἀπὸ πολλοῦ ἐσυνείθισε νὰ ταυτίζῃ τὰς ἀξιώσεις μετὰ τῆς ἀξίας. Ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ὑπερτίμησις ἑαυτοῦ ἀποβαίνει οὕτω τὸ πρῶτον καὶ ἀπαραίτητον ἐλατήριον προαγωγῆς καὶ κοινωνικῆς ἐπιτυχίας. Ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους βλέπομεν κατέχοντας τὰς ὑψίστας θέσεις δὲν θὰ κατελάμβανον βεβαίως αὐτάς, ἂν εἶχον ὑποπέσει εἰς τὸ ὀλέθριον σφάλμα νὰ καταμετρήσωσι τὴν ἱκανότητά των. Θὰ ἦσαν τότε ταπεινοὶ καὶ ἡ μετριοφροσύνη των θὰ ἀπεστέρει αὐτοὺς τῶν ὅσα ἠδυνήθησαν νὰ κατακτήσωσι, διὰ τὸν μόνον λόγον ὅτι ἐτόλμησαν νὰ ἐπιδιώξωσι ταῦτα.

Οὐδόλως λοιπὸν διστάζομεν νὰ κηρύξωμεν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν προσόντων ἡ οἴησις, ἡ ἔπαρσις καὶ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τοῦ «Γνῶθι σαὐτὸν» εἶναι τὰ χρησιμώτατα πρὸς κοινωνικὴν προαγωγήν. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ἀρκοῦσι πρὸς ἀναπλήρωσιν παντὸς προτερήματος καὶ πλήρωσιν παντὸς πόθου.

Μετὰ τὴν οἴησιν τὸ πολυτιμότατον πρὸς εὐδοκίμησιν ἐφόδιον εἶναι ἡ τελεία ἀνικανότης. Ὁ ἀνίκανος ἔχει περισσοτέρας παντὸς ἄλλου πιθανότητας νὰ καταλάβῃ περιζήτητον θέσιν.

ποθέσατε οἰκογένειαν ἔχουσαν δύο υἱούς. Τὸν ἕνα ἔξυπνον, νοήμονα, δραστήριον καὶ ἐργατικόν. Τὴν ἀξίαν του ἀναγνωρίζουσιν οἱ περὶ αὐτὸν λέγοντες: «Περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀνησυχίαν». Καὶ ἐκ τούτου ἐλαχίστην παρέχουσιν εἰς αὐτὸν προστασίαν ἀφίνοντες αὐτὸν νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ εὕρῃ μόνος τὸν δρόμον του, ἀφοῦ δὲν φοβοῦνται ὅτι θὰ ἔλθῃ ποτὲ νὰ τοὺς ἐνοχλήσῃ. Ὁ ἀδελφός του ἀπ᾽ ἐναντίας εἶναι τέλειος βλάξ, ἀνήκων εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν τῶν τελείως ἀχρήστων τοῦ Ἡσιόδου[1] καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο κατάλληλος ἢ ν᾽ αὐξάνῃ διὰ τῆς κόπρου του τὴν γονιμότητα χωραφίου. Πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ βλακὸς τούτου συγκαλοῦνται ἀλλεπάλληλα συγγενικὰ καὶ φιλικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα μετὰ πολλὰς σκέψεις καὶ γνωμοδοτήσεις καταλήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ταλαίπωρος νέος οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ ἴδιος ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη καὶ ἱερὰ αὐτῶν ὑποχρέωσις νὰ εὕρωσιν εἰς αὐτὸν μίαν καλὴν θέσιν, εἴτε εἰς καμμίαν τράπεζαν εἴτε εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν.

Κατὰ πρώτην ὄψιν ἡ ἰδέα ν᾽ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ φροντὶς περὶ ξένων ἰδιωτικῶν ἢ δημοσίων ὑποθέσεων, διὰ τὸν μόνον λόγον ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ φροντίσῃ περὶ τῶν ἰδικῶν του, δύναται νὰ φανῇ κάπως ἀλλόκοτος. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει συνήθως τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀκριβῶς ἀνάλογος τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀνικανότητος τοῦ προστατευομένου εἶναι ἡ δραστηριότης τῆς προστασίας. Αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τῶν σχολικῶν βάθρων καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς ἀποφοιτήσεως ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅσον τῷ ὄντι περισσότερον εἶναί τις βλάξ, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἐφοδιασθῇ διὰ πτυχίου διδάκτορος, ὅπως ἔπειτα ἐξοικονομηθῇ. Ἀλλ᾽ εὐτυχῶς οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταί, ἡ πλειονοψηφία τουλάχιστον αὐτῶν, δὲν εἶναι ἀγριάνθρωπος, ἀπρόσιτος εἰς συστάσεις, θωπείας, φιλοφρονήσεις καὶ ἰσχυρῶν φίλων παρακλήσεις. Ἔπειτα τέλος πάντων οὐδὲν ἄλλο ζητεῖται ἀναφανδὸν παρ᾽ αὐτῶν εἰμὴ μόνον νὰ ἐνθαρρύνωσιν τὸν δυστυχῆ νέον, τὸν φύσει ἐντροπαλὸν καὶ συνεσταλμένον, οἴκοθεν ὑπονοουμένου ὅτι ἡ ἐνθάρρυνσις σημαίνει ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἐρωτήσεως δυναμένης νὰ καταστήσῃ τὴν ἀμάθειαν τοῦ συνιστωμένου ψηλαφητήν.

Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀπαραιτήτου τούτου ἐφοδίου, ἄρχονται οἱ πρὸς εὕρεσιν καταλλήλου θέσεως ἀγῶνες. Ἀληθῶς κατάλληλος διὰ τὸν ὑποψήφιον θὰ ἦτο ἡ τοῦ γραμματοκομιστοῦ, ἂν ἀρέσκεται εἰς τοὺς περιπάτους ἢ τοῦ φύλακος μουσείου, ἂν δὲν ἔχῃ καλοὺς πόδας. Τὸ ἐλεεινὸν παράγγελμα «γνῶθι σαὐτόν», θὰ περιώριζεν ἴσως εἰς ταύτας τὰς ἀξιώσεις του, ἀλλ᾽ ἡ εὐτυχὴς ἄγνοια τὸν σώζει ἀπὸ τοιαύτης ἐκπτώσεως, ἡ δὲ ἀνικανότης του παροξύνει τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ἀγῶνας. Ὁ θεῖός του ὁ βουλευτὴς παρέχει τὴν προστασίαν τῆς ψήφου του· ἡ θεῖά του, σύζυγος ὁμογενοῦς, δίδει καλὰ γεύματα· ἡ εὔμορφη ἐξαδέλφη του μοιράζει ἡδυπαθῆ βλέμματα καὶ ἀνέχεται (ὁ σκοπὸς δικαιώνει τὰ μέσα), λάγνων γεροντίων τὰς ἐρωτολογίας καὶ τὰς πλατωνικὰς θωπείας. Δύσκολον δὲ εἶναι μετὰ τὴν κατάλληλον χρῆσιν πάντων τούτων τῶν μέσων νὰ μὴν κατορθωθῇ ἐν ἡμερωμένῃ κοινωνίᾳ ἡ ἐξοικονόμησις καὶ ἡ ταχεῖα προαγωγὴ τοῦ βλακός. Οὐδὲ θὰ ἦτο πολὺ δίκαιον νὰ μεμφώμεθα τοὺς προστάτας του, ὅτι ἐπιζητοῦσιν ὑπὲρ αὐτοῦ μεγάλας μόνον θέσεις, διότι πράττουσι τοῦτο οὐχὶ τόσον ἐκ φιλοδοξίας, ὅσον ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἄξιον τῷ ὄντι σημειώσεως εἶναι, ὅτι μόνον εἰς τὰς ὑψηλὰς θέσεις δύναται νὰ εὕρῃ ἄσυλον ἡ βλακεία. Ἀδύνατον λ.χ. εἶναι νὰ ἐκπληρώσῃ τις τὰ καθήκοντα εἰρηνοδίκου, ἂν δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ μοιράσῃ δύο ἀντιδίκων ἄχυρα καὶ νὰ συντάξῃ ἀπόφασιν ἐκ τοῦ προχείρου, κάλλιστα ὅμως δύναται ὁ τυχὼν νὰ προσθέσῃ τὴν τιμημένην ὑπογραφήν του εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ νὰ διδάξῃ τις ὡς ἑλληνοδιδάσκαλος ἢ σχολάρχης πρέπει νὰ γνωρίζῃ τουλάχιστον τὰ στοιχεῖα τῆς γραμματικῆς καὶ τῆς ὀρθογραφίας, ἐνῷ πρὸς πλήρωσιν πανεπιστημιακῆς θέσεως, ἀρκεῖ νὰ ἠξεύρῃ ν᾽ ἀναγινώσκῃ ἓν οἷον δήποτε τετράδιον ἀπὸ τοῦ ὕψους καθηγητικῆς ἕδρας ἢ ὅσην ὁ μακαρίτης Κοτζιᾶς[2] φιλοσοφίαν. Ὅσον ἀκριβέστερον ἐξετάζῃ τις τὰ πράγματα, τόσον μᾶλλον πείθεται ὅτι μόνα τὰ μεγάλα ἀξιώματα εἶναι προσιτὰ εἰς τοὺς ἀνικάνους νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τῶν μικρῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου διὰ ταῦτα μόνον ὡρίσθησαν προσόντα, θεωρηθέντος ὡς ἀναμφισβητήτου ὅτι ὁ πρὸς πᾶν ἄλλο ἄχρηστος δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς γενικὸς πρόξενος, νομικὸς σύμβουλος, νομάρχης, ἀρχιεπίσκοπος ἢ γραμματεὺς πρεσβείας. Ὁ μὲν εὐφυὴς καὶ φιλόπονος ἀναγκάζεται νὰ στηριχθῇ εἰς μόνας τὰς δυνάμεις του, διὰ τῶν ὁποίων μόνον βραδέως καὶ ἐπιπόνως δύναται νὰ προοδεύσῃ, ἐνῷ ὁ βλὰξ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀσυγκρίτως σπουδαιότερον κεφάλαιον τῆς ἀκοιμήτου προστασίας πάντων τῶν περὶ αὐτόν, οἵτινες θεωροῦσι καθῆκον καὶ ἱερὰν ὑποχρέωσιν τὴν πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ ἀναπήρου φροντίδα.

Οὐδόλως ἀρνούμεθα ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι μέχρι τινὸς φιλάνθρωπον καὶ εὐαγγελικόν, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα ν᾽ ἀποκρύψωμεν, ὅτι ἐξωθούμενον εἰς τὰ ἄκρα συνεπάγει καί τινα μικρὰ ἀτοπήματα, ὡς τὴν καταβολὴν πολεμικῆς ἀποζημιώσεως ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῆς χώρας, τὴν καταναγκαστικὴν φιλοξενίαν Νιζάμηδων, τὰ βεράτια καὶ τὴν σημαντικὴν ἐλάττωσιν τῆς μεγάλης ἰδέας.[3]

Ἐ. Δ. Ροΐδης

 

Επιλεγόμενα

Από τον ΣΩΤΗΡΗ ΤΣΕΛΙΚΑ

Τα «Χρήσιμα Ελαττώματα», που λάνθαναν μέχρι πρόσφατα,[4] δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στην εφ. Εμπρός της 31.12.1897 σε ξεχωριστό λογοτεχνικό ημίφυλλο. Ο Ροΐδης συνεργάστηκε με τη συγκεκριμένη εφημερίδα από τα τέλη του 1896 έως τις αρχές του 1898 και δημοσίευσε σε αυτήν άλλα πέντε κείμενά του: «Μονόλογος ευαισθήτου» (11.11.1896), «Η διακόνισσα» (1.1.1897), «Τα υαλοπωλεία» (5.1.1898), «Τα ευτυχήματα της αρρωστίας» (11.1.1898), «Αι απόστολοι της γυναικείας χειραφετήσεως» (19.1.1898). Αξίζει να σημειωθεί ότι η εφ. Εμπρός, που εκδιδόταν από τον Δημήτριο Καλαποθάκη, ξεκίνησε την κυκλοφορία της στις 10.11.1896 και ήδη από την αρχή της εκδοσής της ενδιαφέρθηκε να εξασφαλίσει συνεργασίες του Ροΐδη, προφανώς επειδή θεωρούσε τα κείμενά του ως σημαντικό δέλεαρ για την προσέλκυση συνδρομητών και αναγνωστών.

Τα «Χρήσιμα Ελαττώματα» μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία των σκαλαθυρμάτων, των σοφιστικών δηλ. παιγνίων, τα οποία, κατά την περιγραφή του Γρ. Ξενόπουλου «ἀποτελοῦνται, ὑπὸ μιᾶς θέσεως παραδόξου, ἀναπτυσσομένης καὶ συζητουμένης σοφιστικῶς, ἀλλὰ μετὰ τέχνης, ὥστε τὸ σόφισμα ἐξ ἀρχῆς νὰ πείθῃ ὡς λογικὴ ἀλήθεια» («Εικόνες εκ της συγχρόνου φιλολογίας: Εμμανουήλ Ροΐδης», Ποικίλη Στοά, τόμ. 9 (1891), 36-37). Στην ίδια κατηγορία ανήκουν άλλωστε και μερικά ακόμη από τα κείμενα που ο Ροΐδης δημοσίευσε στο Εμπρός, όπως ο «Μονόλογος ευαισθήτου» ή «Τα ευτυχήματα της αρρωστίας». Τέτοια ρητορικά παίγνια είναι γνωστά ήδη από την αρχαιότητα, με διασημότερα το Ελένης Εγκώμιον του Γοργία, στο οποίο επιχειρείται η αθώωση της ομηρικής Ελένης, και τα μεταγενέστερα Μυίας Εγκώμιον του Λουκιανού και Φαλάκρας Εγκώμιον του Συνέσιου. Και το κείμενο του Ροΐδη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εγκώμιο ελαττωμάτων, καθώς η παράδοξη θέση την οποία επιχειρεί να υποστηρίξει συνίσταται στην άποψη ότι, για να προοδεύσει κανείς στη ζωή και να φτάσει στα ανώτατα αξιώματα, του είναι εξαιρετικά χρήσιμα ως εφόδια κάποια ελαττώματα, όπως η άγνοια εαυτού και η ανικανότητα. Η άγνοια εαυτού παρέχει την απαραίτητη οίηση και αυτοπεποίθηση για να επιδιώξει κανείς θέσεις που δεν του αξίζουν, ενώ η ανικανότητα εξασφαλίζει την συνδρομή του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου προκειμένου να εξασφαλιστεί στη ζωή ο ανίκανος.

Παρότι όμως το κείμενο δίνει αρχικά στον αναγνώστη την εντύπωση ότι πραγματεύεται το θέμα γενικά, στην τελευταία παράγραφο προστίθεται μια πολιτική αιχμή που το γειώνει στη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Η πολιτική αυτή αιχμή τροποποιεί τη λειτουργία του κειμένου και αποκαλύπτει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό παίγνιο, αλλά ότι ο βασικός στόχος είναι πολιτικός: η σατιρική απόδοση ευθυνών για τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897 και τις δυσάρεστες συνέπειές του, στοχεύοντας κυρίως την τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και ασφαλώς τον πρωθυπουργό Θ. Δηλιγιάννη, με τον οποίο η αντιπαλότητα του Ροΐδη χρονολογείται τουλάχιστον από το 1878. Γι’ αυτό άλλωστε και η διαίτερη επιμονή στην ευκολία με την οποία οι ανίκανοι αναρριχώνται στα ανώτερα αξιώματα. Έτσι το κείμενο, μόνο όταν ολοκληρώνεται η ανάγνωσή του, τοποθετείται στη σωστή προοπτική και ο αναγνώστης καλείται εκ των υστέρων να το κατανοήσει εκ νέου εντάσσοντάς το στην πολιτική πραγματικότητα την οποία αυτό σατιρικά σχολιάζει. Αν λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι αυτό δημοσιεύτηκε στο τελευταίο φύλλο του 1897, μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί ως σατιρική επιθεώρηση της χρονιάς που πέρασε.

Το ίδιο τέχνασμα, της αποκάλυψης της πολιτικής στόχευσης του κειμένου στην τελευταία παράγραφο, χρησιμοποιεί ο Ροΐδης και στο κείμενό του «Ο διαβάτης», που δημοσιεύτηκε στην εφ. Ακρόπολις στις 25.12.1900. Εκεί οι διαβάτες περιγράφονται ως άγνωστοι που τυχαία συναντιούνται στο δρόμο και οι οποίοι εγωιστικά ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους αδιαφορώντας πλήρως ο ένας για την τύχη του άλλου. Ενίοτε όμως αυτές οι ασύνδετες και άσχετες μεταξύ τους μονάδες αισθάνονται τον ίδιο πόθο για το ίδιο πράγμα, που το θεωρούν συμφέρον για όλους, και τότε καταλαμβάνονται από παραφορά, μανία και ενθουσιασμό, που τους κάνει να υπερβούν τον ανθρώπινο εγωισμό τους. Και το κείμενο καταλήγει: «Πλειστάκις ἀνυμνήθη ὁ καταλαμβάνων ἐνίοτε τοὺς διαβάτας ἐνθουσιασμὸς οὗτος, ὡς αἴσθημα εὐγενὲς καὶ μόνον ἱκανὸν νὰ ἐξωθήσῃ τὰ ἔθνη εἰς γενναίας ἀποφάσεις. Δὲν λέγομεν τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐκραύγαζον πρὸ τριακονταετίας οἱ Παρισινοὶ διαβάται: “Εἰς Βερολῖνον! Εἰς Βερολῖνον!” καὶ οἱ Ἀθηναῖοι πρὸ τριετίας: “Ζήτω ὁ πόλεμος!”, ὅτι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐξεθρόνισαν τὸν ἀγαθώτατον Ὄθωνα καὶ πλήρεις ἐνθουσιασμοῦ ἦσαν οἱ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπακαλοπούλου μεταβάντες εἰς τὸ Πολύγωνον ὅπως ἐξοστρακίσωσι τὸν Τρικούπην. Ἄχαρι καὶ ταπεινὸν βεβαίως αἴσθημα εἶναι τοῦ διαβάτου ὁ συνήθης ἐγωϊσμός, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἀκινδυνότερον τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ».[5]> Κι εδώ αποκαλύπτεται στο τέλος ότι το κείμενο είναι ουσιαστικά πολιτικό και ότι, δημοσιευμένο στα τέλη του αιώνα, στοχεύει να προσφέρει με παιγνιώδη και παράδοξο τρόπο έναν αρνητικό απολογισμό του επαναστατικού ή φιλοπόλεμου ενθουσιασμού του πλήθους, που κρίνεται ότι συχνά κατά τον 19ο αι. οδήγησε σε επικίνδυνες και οδυνηρές καταστάσεις.

Τα «Χρήσιμα Ελαττώματα» θα μπορούσαν να συγκριθούν και με το ρητορικό παίγνιο του Εράσμου Μωρίας Εγκώμιον (Stultitiae Laus, 1509). Στο έργο του Εράσμου η προσωποποιημένη Μωρία αυτοεγκωμιάζεται αποδεικνύοντας την κυριαρχία της στον κοινωνικό βίο και πόσο συντελεί στην ευτυχία και επιτυχία των οπαδών της. Παρόμοια και ο Ροΐδης αποδεικνύει στο δικό του κείμενο την κυριαρχία και κοινωνική επιτυχία της άγνοιας εαυτού, της ανικανότητας και της βλακείας. Κοινό στοιχείο είναι, επίσης, η πολιτική στόχευση των δύο κειμένων, καθώς και ο Έρασμος ήθελε κυρίως να στηλιτεύσει τις μωρίες της Καθολικής Εκκλησίες, γι’  αυτό και το συγκεκριμένο έργο του το εκμεταλλεύτηκε στη συνέχεια ο Λούθηρος και η Μεταρρύθμιση.


[1] Αναφορά στους στίχους 293-297 από τα Έργα και Ημέραι του Ησιόδου, όπου οι άνθρωποι μοιράζονται σε τρεις κατηγορίες: άριστος είναι αυτός που μπορεί μόνος του να σκεφτεί και να κατανοήσει τι είναι το καλύτερο για τον ίδιο· καλός, επίσης, είναι κι όποιος ακούει τις σωστές συμβουλές που του δίνουν· τελείως άχρηστος, όμως, κρίνεται εκείνος που μήτε μόνος του μπορεί να σκεφτεί, μήτε συμβουλές ακούει.

[2] Πρόκειται για τον καθηγητή ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νικόλαο Κοτζιά (1814-1885). Υπήρξε μαθητής του Σέλλινγκ στη Γερμανία και σημαντικότερο έργο του είναι η εξάτομη Ιστορία της φιλοσοφίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς (1876-1884).

[3] Όσα αναφέρει ο Ροΐδης στην τελευταία παράγραφο αποτελούν συνέπειες της ήττας στον πόλεμο του 1897. Η καταβολή πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία και η παραχώρηση σε αυτήν μικρού τμήματος της Θεσσαλίας ήταν όροι της συνθηκολόγησης που υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1897. Ωστόσο ο τουρκικός στρατός δεν αποχώρησε αμέσως μετά την συνθηκολόγηση από τα μέρη της Θεσσαλίας που είχε καταλάβει, αλλά τον Μάιο του 1898, γεγονός το οποίο ο Ροΐδης αναφέρει ως «καταναγκαστικὴν φιλοξενίαν Νιζάμηδων» (= τούρκων στρατιωτών). Παράπλευρη συνέπεια της ήττας ήταν και ότι ο Σουλτάνος εξέδωσε τον Οκτώβριο του 1897 τρία νέα βεράτια (δημόσια έγγραφα με τα οποία αναγνωρίζονταν διοικητικές θέσεις, συνήθως επισκοπές, και τα προνόμιά τους) για εξαρχικές επισκοπές στη Δίβρη, το Μοναστήρι και τη Στρώμνιτσα.

[4] Πρώτη αναδημοσίευση στο Σ. Τσέλικας, «Δύο αθησαύριστα κείμενα του Εμμανουήλ Ροΐδη», Μικροφιλολογικά 33 (Άνοιξη 2013), 8-10.

[5] Εμμ. Ροΐδης, Άπαντα, φιλ. επιμ. Άλκης Αγγέλου, τόμ. Ε’, Αθήνα, Ερμής, 1978, σ. 324.