Ο διακειμενικός θησαυρός των κρητικών μυθιστορημάτων του Καζαντζάκη

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Ο Νίκος Καζαντζάκης σε σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου

Ο Νίκος Καζαντζάκης σε σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΑΓΑΘΟ

Μιχαήλ Πασχάλης, Νίκος Καζαντζάκης: Από τον Όμηρο στον Σαίξπηρ. Μελέτες για τα κρητικά μυθιστορήματα,Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2015, σελ. 230

O Μιχαήλ Πασχάλης, Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, με ποικίλα και πλατιά ερευνητικά ενδιαφέροντα, έχει εισέλθει δυναμικά εδώ και αρκετά χρόνια στο πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας, με σειρά σημαντικών μελετών γύρω από την Κρητική λογοτεχνία, το έργο του Κάλβου, του Κοραή, του Σολωμού, του Ροΐδη, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Καβάφη, του Καζαντζάκη, του Σεφέρη, του Ελύτη. Μετά από το βιβλίο του Ξαναδιαβάζοντας τον Κάλβο: Ο Ανδρέας Κάλβος, η Ιταλία και η αρχαιότητα,[1] το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Δοκιμίου της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) για το 2014, εμπλουτίζει τώρα την καζαντζακική βιβλιογραφία με τη συναγωγή δοκιμίων Νίκος Καζαντζάκης: Από τον Όμηρο στον Σαίξπηρ. Μελέτες για τα κρητικά μυθιστορήματα.

Το τελευταίο βιβλίο του Πασχάλη αποτελείται από τέσσερα δοκίμια γραμμένα την τετραετία 2007-2011 και εστιασμένα κυρίως στα κρητικά μυθιστορήματα του Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Καπετάν Μιχάλης (στο τέταρτο μελέτημα συνεξετάζεται και η περίφημη Αναφορά στον Γκρέκο). Το πρώτο –και εκτενέστερο– από τα μελετήματα τιτλοφορείται «Η κυοφορία του Ζορμπά και οι τέσσερις μαίες του: Όμηρος, Πλάτωνας, Δάντης και Σαίξπηρ» και φωτίζει πολλές πτυχές του διάσημου μυθιστορήματος που σηματοδοτεί την οριστική μετάβαση του συγγραφέα του στο πεδίο της αφηγηματικής μυθοπλασίας: μετά από την παράθεση πλούσιου πληροφοριακού υλικού αναφορικά με τον χρόνο και τις συνθήκες συγγραφής του έργου καθώς και τη συνάντηση πραγματικότητας και μυθοπλασίας στα πρόσωπα του Ζορμπά και του Σταυριδάκη, ο Πασχάλης εντοπίζει διάφορα προπλάσματα του έργου σε άρθρο του Καζαντζάκη αφιερωμένο στον αγαπημένο του φίλο Γιάννη Σταυριδάκη στο περιοδικό του Ηρακλείου Νεοελληνικά Γράμματα (1927) και σε κείμενο που δημοσιεύεται στο περιοδικό Κρητικές Σελίδες το 1937 και θα αποτελέσει τη βάση για τον Πρόλογο του μυθιστορήματος, κάνει λόγο για την αξιοποίηση από τον Καζαντζάκη πραγματικών γεγονότων του βίου του όπως η επιχείρηση του λιγνιτωρυχείου στην Πραστοβά της Μάνης, η συνάντηση του συγγραφέα με τη Γεωργιανή καλλονή Βαρβάρα Νικολάεβνα σε ένα ακρογιάλι του Καυκάσου, οι περιηγήσεις του στην Πελοπόννησο (1937) και στην Κρήτη (1940), σχολιάζει την αναδρομική ματιά στον Ζορμπά που προσφέρει η μεταγενέστερη Αναφορά στον Γκρέκο και επιχειρεί διακειμενικούς συσχετισμούς με τις ραψωδίες λ και ω της ομηρικής Οδύσσειας (γνωστές ως Νέκυια και Δευτερονέκυια), την πλατωνική Πολιτεία (εξετάζονται οι αναλογίες στην αρχή των δύο έργων και η παρουσία της λέξης «πολιτεία» στους τίτλους τους), τη Θεία Κωμωδία του Δάντη (στην ανάγνωση της οποίας καταφεύγει συχνά ο αφηγητής του Ζορμπά) και ειδικά το πρώτο canto της Κόλασης (με τον τόπο και τις συνθήκες συνάντησης του αφηγητή και του Ζορμπά στο πρώτο κεφάλαιο του καζαντζακικού μυθιστορήματος να παραπέμπουν στη συνάντηση του Δάντη και του οδηγού του Βιργίλιου), την Τρικυμία του Σαίξπηρ (με τον αφηγητή-Πρόσπερο να σκηνοθετεί μια σκηνή κωμωδίας στο ακρογιάλι ενός μεσογειακού νησιού, με τη μαντάμ Ορτάνς ως βασίλισσα και τον «λαό» της ως Κάλιμπαν), ακόμη και την Αινειάδα του Βιργιλίου (με τη συνάντηση Ζορμπά-Ορτάνς να δύναται να αναγνωσθεί, σε ένα δεύτερο διακειμενικό επίπεδο, ως παρωδία της συνάντησης του Αινεία με τη Διδώ, τη χήρα βασίλισσα της Καρχηδόνας). Και ο Πασχάλης καταλήγει στο άκρως ερεθιστικό συμπέρασμα: «Ο συγγραφέας του Ζορμπά προγραμμάτιζε αρχικά να γράψει ένα μυθιστόρημα με αρκετά στοιχεία εξωτικής περιπέτειας, αλλά τελικά προτίμησε να δημιουργήσει μια στατική κατασκευή με σκηνικό βάθος: μετέφερε τις περιπέτειες του Ζορμπά και της Ορτάνς στο επίπεδο των αναμνήσεων και των αφηγήσεων, τις μετέτρεψε σε εσωτερικό στοιχείο, τις ενσωμάτωσε στο τοπίο και τις ενέγραψε στο πεδίο των διακειμενικών σχέσεων» (σ. 130).

Το δεύτερο μελέτημα του τόμου, με τίτλο «Η τοπογραφία του Ζορμπά: ιδεολογική λειτουργία και διακείμενα», επικεντρώνεται σε δύο βασικούς άξονες της κρητικής τοπογραφίας του Ζορμπά, το λιγνιτωρυχείο και το βουνό με το μοναστήρι της Παναγιάς. Κατά την άποψη του Πασχάλη, η τοπογραφική συστοιχία του λιγνιτωρυχείου και του βουνού δεν αναπαράγει την προγραμματική παράγραφο της Ασκητικής σχετικά με την ιδεολογική λειτουργία της ανόδου και της καθόδου στο σύνολο του έργου του Κρητικού συγγραφέα: οι δύο χώροι δεν αποτελούν ιδεολογικές περιοχές που ανήκουν προνομιακά η μία στον Ζορμπά και η άλλη στον αφηγητή και ο Καζαντζάκης συνθέτει το πρώτο πραγματικά επιτυχημένο μυθιστόρημά του ακριβώς επειδή κατανοεί πλέον την αυτονομία και τη σύνθετη λειτουργία της μυθοπλασίας, έξω από το πλαίσιο μιας αυστηρής εφαρμογής ενός ιδεολογικού προγράμματος. Με αυτή τη λογική, οι δύο κεντρικοί ανδρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι «συνέταιροι» και στις δύο επιχειρήσεις, αλλά με διαφορετικούς όρους.

Το τρίτο μελέτημα του βιβλίου τιτλοφορείται «Ο Καπετάν Μιχάλης, η ομηρική Ιλιάδα και ο σαιξπηρικός Οθέλλος» και επιχειρηματολογεί υπέρ της άποψης ότι το ομηρικό έπος[2] και η αριστουργηματική τραγωδία του Σαίξπηρ συνδιαμορφώνουν την πλοκή του καζαντζακικού μυθιστορήματος, με άλλα λόγια ότι τα επικά και τα δραματικά στοιχεία διαπλέκονται και συνδυάζονται σε μια πλοκή εστιασμένη στον χαρακτήρα του καπετάν Μιχάλη. Κατά την άποψη του Πασχάλη, από την Ιλιάδα αντλείται ο συνδυασμός εξωτερικής (Έλληνες και Τούρκοι· πβ. Αχαιοί και Τρώες) και εσωτερικής (καπετάν Μιχάλης και καπετάν Πολυξίγκης· πβ. Αχιλλέας και Αγαμέμνονας) σύγκρουσης, με επίκεντρο τον κεντρικό γυναικείο χαρακτήρα, την Εμινέ, άλλοτε ως Ελένη και άλλοτε ως Βρησηίδα, ενώ από τον Οθέλλο πηγάζουν η «παλιά ιστορία της Βενετιάς», μια κωμική εκδοχή της σαιξπηρικής τραγωδίας, που αφηγείται ο Μπερτόδουλος στον καπετάν Μιχάλη (με τη Δυσδαιμόνα να προσλαμβάνεται από τον Κρητικό πολέμαρχο από την οπτική γωνία του δικού του «δαίμονα»), η αντίθεση και η αντιζηλία ανάμεσα στον καπετάν Μιχάλη (του οποίου η κατάμαυρη εμφάνιση και ο σκοτεινός εσωτερικός κόσμος παραπέμπουν στα αντίστοιχα στοιχεία του μαύρου Οθέλλου) και τον καπετάν Πολυξίγκη, η αναζήτηση του «υπαίτιου» της κατάληψης του μοναστηριού του Αφέντη Χριστού, το μαντίλι και ο φόνος της Εμινέ (που θυμίζουν το μαντίλι και τη δολοφονία της Δυσδαιμόνας).

Το τέταρτο δοκίμιο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Οι εκδοχές της “Κρήτης” στον Αλέξη Ζορμπά, τον Καπετάν Μιχάλη και την Αναφορά στον Γκρέκο» και αποπειράται να καταδείξει το ιδεολογικό εύρος της έννοιας «Κρήτη» στα συγκεκριμένα πεζογραφήματα του Καζαντζάκη. Ο Ζορμπάς σηματοδοτεί την στροφή του Καζαντζάκη προς την Κρήτη μετά την Οδύσ(σ)εια, αν και, κατά τον μελετητή, «τα αμιγώς κρητικά στοιχεία του μυθιστορήματος είναι σχετικά λίγα» (σ. 210)· στην Αναφορά στον Γκρέκο, το ιδεολογικό καταστάλαγμα της Κρήτης είναι η μινωική Κρήτη και στον προγραμματικό λόγο αυτής της πνευματικής παρακαταθήκης του Καζαντζάκη μέσα στην έννοια «Κρήτη» ενσωματώνονται το θεοβάδιστο Σινά και το Τολέδο του Γκρέκο· τέλος, στον Καπετάν Μιχάλη, ο Πασχάλης εντοπίζει μιαν έντονη πολυφωνικότητα στην εικόνα της επαναστατημένης Κρήτης, καθώς στο ίδιο έργο συνυπάρχουν το Αρκάδι του καπετάν Ελιά, αλλά και του καπετάν Μιχάλη, η ανηφορική πορεία του καπετάν Μιχάλη αλλά και του Κοσμά, η Κρήτη του καπετάν Μιχάλη, του Κοσμά, του Μητροπολίτη και άλλων χαρακτήρων.

Στις αναγνώσεις της καζαντζακικής πεζογραφίας από τον Πασχάλη πραγματικά εντυπωσιάζει η αγάπη του μελετητή για τα θέματά του, το πάθος και η θέρμη με την οποία υποστηρίζει τις απόψεις του, ο πλούτος και η ευρύτητα των διακειμενικών αναφορών και η εξαιρετική εποπτεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που του επιτρέπει να εντοπίζει διακείμενα, τα οποία θα περνούσαν απαρατήρητα από λιγότερο υποψιασμένους μελετητές. Η βαθιά γνώση της αρχαίας ελληνικής, της λατινικής και της νεότερης ευρωπαϊκής γραμματείας αποτελεί πολύτιμο εξοπλισμό που βοηθά τον Πασχάλη να αναδείξει, κατά τρόπο πράγματι εντυπωσιακό, τον διάλογο που ανοίγει ο Καζαντζάκης με τα κλασικά κείμενα της δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης. Ο μελετητής εύστοχα συνδέει την έντονη παρουσία του Ομήρου, του Δάντη και του Σαίξπηρ στις σελίδες του Ζορμπά και του Καπετάν Μιχάλη με τη μεταφραστική, τη θεατρική και την ποιητική δραστηριότητα του Καζαντζάκη – π.χ. υπογραμμίζει την παράλληλη ενασχόληση του Κρητικού δημιουργού με τη μετάφραση της Ιλιάδας, μαζί με τον Ιωάννη Κακριδή, και με τη συγγραφή του Καπετάν Μιχάλη (σ. 161), επισημαίνει ότι ο Καζαντζάκης αναθεωρεί τη μετάφραση της δαντικής Θείας Κωμωδίας την εποχή που γράφει τον Ζορμπά (σ. 95), ή υπενθυμίζει ότι η παρουσία του Σαίξπηρ στις σελίδες του Ζορμπά και του Καπετάν Μιχάλη έχει τις ρίζες της σε μια μακρά σειρά καζαντζακικών δημιουργιών (σ. 177-178): στο canto «Σαιξπήρος» (1936), στην τρίπρακτη κωμωδία Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει (1937), σε μια –δυστυχώς χαμένη– μετάφραση του σαιξπηρικού Οθέλλου (1940)και σε δύο κεφάλαια του Ταξιδεύοντας. Αγγλία (1941).

Η δε επιλογή του Πασχάλη να επικεντρωθεί στα δύο κατεξοχήν «κρητικά» μυθιστορήματα του Καζαντζάκη αποδεικνύεται αρκετά προκλητική, διότι καταλήγει να θέσει υπό αμφισβήτηση την πολυσυζητημένη «κρητικότητά» τους: ως προς την περίπτωση του Ζορμπά, υποστηρίζει ότι, παρά τη διπλή στροφή του Καζαντζάκη (μυθιστορηματική και ιδεολογική) προς την Κρήτη στη δεδομένη στιγμή της δημιουργικής του πορείας, η παρουσία των αμιγώς κρητικών στοιχείων στο εν λόγω έργο είναι περιορισμένη και η λειτουργία τους μάλλον περιθωριακή, ενώ ως προς τον Καπετάν Μιχάλη, αντίθετα με την καθιερωμένη σύνδεση του έργου με ιστορικά, πατριωτικά και λαϊκά η λαϊκότροπα στοιχεία και την πεποίθηση ότι το έργο πηγάζει ατόφιο από την κρητική παράδοση, επισημαίνει ότι η έμπνευση και η σύνθεση της κεντρικής πλοκής εκπορεύεται από την Ιλιάδα και τον Οθέλλο, γεγονός που παραπέμπει, ως έναν βαθμό, στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου («Τηρουμένων των αναλογιών, με τον Καπετάν Μιχάλη συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και με τον Ερωτόκριτο, που δείχνει απόλυτα οικείος, απόλυτα “κρητικός”, ενώ η έμπνευση και η πλοκή του ποιήματος έχουν ιταλικά πρότυπα», σ. 14).

Ο μελετητής επιχειρεί, εξάλλου, με βάσιμη επιχειρηματολογία, να θέσει υπό συζήτηση τη θέση που έχει υποστηριχθεί ότι η Ασκητική αποτελεί την ιδεολογική βάση όλου του μεταγενέστερου έργου του Καζαντζάκη. Κατά τη γνώμη του, η θεμελιώδης αντίθεση «άνοδος» – «κάθοδος», «ανήφορος» – «κατήφορος», που δεσπόζει στην Ασκητική, δεν δεσμεύει την τοπογραφία του μυθιστορήματος Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, το οποίο σημαδεύει τη θριαμβευτική επάνοδο του Καζαντζάκη στον χώρο της αφηγηματικής μυθοπλασίας, ακριβώς διότι ο συγγραφέας του δείχνει να αποδεσμεύεται, σε σημαντικό βαθμό, από το φορτίο της Ασκητικής και να συνειδητοποιεί για πρώτη φορά, ύστερα από τις αποτυχημένες απόπειρες του παρελθόντος (τα μυθιστορήματα Toda-Rabaκαι Lejardindesrochers, που είχαν γραφεί στη γαλλική γλώσσα κατά τη δεκαετία του 1930 με στόχο τη διεθνή αγορά), ότι η μυθοπλασία έχει τους δικούς της σύνθετους κώδικες, διαθέτει μια πολυσημία, η οποία, σε πρακτικό επίπεδο, δεν συνάδει με τη μονολιθικότητα και τους περιορισμούς που επιβάλλει το οποιοδήποτε ιδεολογικό πρόγραμμα.

Ο Πασχάλης έχει την τόλμη να προτείνει ενδελεχείς, εξαντλητικές διακειμενικές αναγνώσεις δύο εμβληματικών και εξαιρετικά δημοφιλών μυθιστορημάτων έξω από τα ενίοτε δεσμευτικά συμφραζόμενα της φιλοσοφικής, ιδεολογικής και πολιτικής βάσης του έργου του Καζαντζάκη (μόνη εξαίρεση αποτελούν κάποιες σύντομες αλλά πολύ διαφωτιστικές επισημάνσεις, στις σ. 86-90, αναφορικά με την προδημοσίευση της πρώτης ενότητας του δεύτερου κεφαλαίου του Ζορμπά –όπου ο Ζορμπάς και ο αφηγητής ανατρέχουν στην άφιξη του Ύπατου Αρμοστή Πρίγκηπα Γεωργίου στην Κρήτη την 9η Δεκεμβρίου 1898– στο περιοδικό Νέα Εστία τον Φεβρουάριο 1946[3] και τη σύνδεσή της με την πολιτική επικαιρότητα της περιόδου, το ανέβασμα της καζαντζακικής ιστορικής τραγωδίας Καποδίστριας στο Εθνικό Θέατρο στις 25 Μαρτίου 1946 και τις πολιτικές αντιδράσεις που προκλήθηκαν, τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για τη λύση του πολιτειακού ζητήματος και την επάνοδο του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα στις 28 Σεπτεμβρίου 1946). Έτσι το βιβλίο του Πασχάλη κινείται στην οδό που αρχίζει να διανοίγεται τα τελευταία χρόνια, για να αντιμετωπιστεί, επιτέλους, ο Καζαντζάκης λιγότερο ως φιλόσοφος και περισσότερο ως ένας «γεννημένος αφηγητής», όπως τον αποκαλεί ο Ρόντρικ Μπήτον[4], αλλά και ως ένας βαθύς γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ικανός να διαλέγεται γόνιμα και δημιουργικά με κορυφαία κλασικά κείμενα. Η τεκμηρίωση των θέσεων του μελετητή είναι εξαιρετικά διαυγής και πειστική, καθώς υποστηρίζεται από «χορταστικά» και προσεκτικά επιλεγμένα παραθέματα, και το βιβλίο αποτελεί όχι μόνον ένα πολύτιμο απόκτημα για τον χώρο της νεοελληνικής και της συγκριτικής φιλολογίας, αλλά και ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που μπορεί να ωθήσει έναν θιασώτη του Καζαντζάκη να ξαναδιαβάσει τα «κρητικά» μυθιστορήματά του υπό το διακειμενικό πρίσμα που επιλέγει ο Μιχαήλ Πασχάλης.

Από το τεύχος 64 (Ιουνίου 2016).


[1] Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013.

[2] Αντιστοιχίες του Καπετάν Μιχάλη με την Ιλιάδα, εντόπισε πρώτος ο Μιχάλης Μερακλής, «Η παράξενη ρωμιοσύνη του Καζαντζάκη», Νέα Εστία, τόμ. 102, τχ. 1211 (Χριστούγεννα 1977), σ. 83-88. Για διεξοδική συζήτηση του θέματος, βλ. Elizabeth Constantinides, “Kazantzakis and the Cretan Hero”, Journal of Modern Hellenism, vol. 1 (1984), 31-41.

[3] Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Ζορμπάς στην Κρήτη», Νέα Εστία, τόμ. 39, τχ. 447 (15 Φεβρουαρίου 1946), σ. 220-224.

[4] Peter Bien, Roderick Beaton και Πασχάλης Ευθυμίου, «Η μεγάλη ευφυΐα του Καζαντζάκη είναι η ευχέρειά του στον αφηγηματικό λόγο …», περ. Κ, τχ. 15, Νοέμβριος 2007, σ. 31-32.