Ὁ Κασσίρερ καὶ ἡ ὑπεράσπιση τοῦ Διαφωτισμοῦ

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ἕνας φάρος στὸν σκοτεινὸ αἰώνα

Ο Ερνστ Κασσίρερ στις 22 Αυγούστου 1929. © The Warburg Institute Archive.

Ο Ερνστ Κασσίρερ στις 22 Αυγούστου 1929. © The Warburg Institute Archive.

Ἀπὸ τὸν Περικλή Σ. Βαλλιάνο

Ernst Cassirer, Ἡ φιλοσοφία τοῦ Διαφωτισμοῦ, μτφρ. Ἀννέτε Φώσβινκελ, Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2013, σελ. 567

Ἒρνστ Κασσίρερ (1874-1945) γεννήθηκε στὸ Μπρέσλαου τῆς Σιλεσίας (σήμερα Βρότσλαβ στὴν Πολωνία) ἀπὸ γερμανοεβραίους γονεῖς. Ἡ ζωή του ἦταν ἀποκλειστικὰ ἀφιερωμένη στὴν μελέτη καὶ τὴν παραγωγὴ ἰδεῶν, στὴν πίστη ὅτι ὁ κριτικὸς λόγος εἶναι τὸ στέρεο κρηπίδωμα τῆς ἀνθρωπιᾶς καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.

Σπούδασε νομικὰ καὶ φιλοσοφία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου. Ἐκεῖ ὁ δάσκαλός του Γκέοργκ Ζίμμελ τοῦ συνέστησε νὰ μελετήσει τὴν νεοκαντιανὴ φιλοσοφία τῆς ἐπιστήμης τοῦ Χέρμαν Κόεν, ἡ ὁποία καὶ σφράγισε τὴν σκέψη του. Ὁ Κόεν τὸν δέχθηκε ὡς μεταπτυχιακό του φοιτητὴ καὶ μέλος τοῦ στενοῦ του κύκλου στὸ Μαρβοῦργο. Ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Κόεν καὶ τοῦ Νάτορπ ὁ Κασσίρερ συνέγραψε τὴ διδακτορική του διατριβὴ πάνω στὴν κριτικὴ τῶν μαθηματικῶν ἐννοιῶν ἀπὸ τὸν Καρτέσιο (1899).

Τὸ 1902 παντρεύτηκε τὴν ἐξαδέλφη του Τόνι, μὲ τὴν ὁποία ἔκανε τρία παιδιά. Ὁ ἀντισημιτισμὸς στὴν αὐτοκρατορικὴ Γερμανία ἦταν διάχυτος, πράγμα ποὺ ἐμπόδισε τὸν Κασσίρερ νὰ βρεῖ εὔκολα πανεπιστημιακὴ θέση παρὰ τοὺς ἐπαίνους ποὺ εἶχε ἀποσπάσει τὸ πρώιμο ἔργο του. Ἡ διπλωματική του ἐργασία γιὰ τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκει σὲ πανεπιστήμιο (Habilitationsschrift) ἦταν τὸ μνημειῶδες Το πρόβλημα τῆς γνώσης (1906). Καὶ πάλι ὅμως τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ ἀπέφερε μόνο μιὰ μὴ ὀργανικὴ θέση διδάσκοντος (Privatdozent) στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου γιὰ τὰ ἑπόμενα δεκατρία χρόνια.

Καθηγητὴς ἔγινε μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου καὶ τὴν πτώση τῆς μοναρχίας, στὸ νεοϊδρυθὲν πανεπιστήμιο τοῦ Ἀμβούργου (1919). Ἡ ἰδεολογικὴ καὶ πολιτική του ταύτιση μὲ τὸ σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης καὶ τὶς δημοκρατικές του ἀξίες ποὺ ἀναβίωναν τὶς ἐπαναστατικὲς παραδόσεις τοῦ 1848 ἐκδηλώθηκε ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Τὸ 1928-29 ὁ Κασσίρερ ἐξελέγη πρύτανης (Rektor) τοῦ πανεπιστημίου του, καὶ ὁ λόγος του ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῶν καθηκόντων του σχετικὰ μὲ τὴν φιλοσοφικὴ ἔννοια τῆς ἐπιστημονικότητας ἦταν μιὰ ἐμπνευσμένη ὑπεράσπιση τοῦ συντάγματος τῆς Βαϊμάρης ποὺ συμπλήρωνε τὰ δέκα του χρόνια. Τὸ 1929 ἔλαβε χώρα καὶ ἡ ἐμβληματικὴ ἀντιπαράθεση μὲ τὸν Χάιντεγγερ στὸ Νταβός. Στὸ Ἀμβοῦργο ὁ Κασσίρερ ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπίσης μνημειώδη τριλογία του περὶ τῶν συμβολικῶν μορφῶν ποὺ ἑρμήνευε τὸν πολιτισμὸ ὡς χειραφέτηση τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος. Τὸ ἔργο ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ ἐξαδέλφου του Μπροῦνο Κασσίρερ, καὶ ἡ ἔρευνα πάνω στὸ ὁποῖο θεμελιώνεται ἔγινε στὴν περίφημη βιβλιοθήκη ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ τεχνοκρίτης Ἄμπυ Βάρμπουργκ.

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ ναζισμοῦ στὴν ἐξουσία, τὴν καύση τῶν βιβλίων καὶ τὴν ἐκστρατεία τῶν ἐθνικοσοσιαλιστῶν φοιτητῶν γιὰ τὴν «κάθαρση» τῶν πανεπιστημίων ἀπὸ τὸ «ἑβραϊκὸ ἀντεθνικὸ πνεῦμα» ὁ Κασσίρερ ἔφυγε ἀρχικὰ γιὰ τὴν Ἀγγλία καὶ μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια γιὰ τὴ Σουηδία, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ 1939 ὡς καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Γκέτενμποργκ. Ἀκολούθως μετανάστευσε στὴν Ἀμερική, ὅπου δίδαξε πρῶτα στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Γέηλ καὶ μετὰ στὸ Κολούμπια μέχρι καὶ τὸν ἀδόκητο θάνατό του τὸ 1945.

Τελευταῖο του ἔργο, ποὺ δημοσιεύθηκε μετὰ θάνατον, ἦταν Ὁ μύθος τοῦ κράτους. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἱστορία τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τῆς νεωτερικότητας ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τὰ φιλελεύθερα πολιτικὰ μελήματα ποὺ ὑποστυλώνουν τὴν φιλοσοφία τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Κασσίρερ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδιάλλακτη ἀντιθεσή του στὸν ναζισμό. Σὲ ἐποχὲς ὀξείας οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς κρίσης, συμπεραίνει ὁ Κασσίρερ, ἀναβιώνουν οἱ ἀνορθόλογοι μύθοι ποὺ ὑπόσχονται ψεύτικες σωτηρίες μέσα ἀπὸ τὴν διάλυση τοῦ ἔλλογου ὑποκειμένου σὲ μιὰ θεοποιημένη συλλογικότητα. Στὴ Γερμανία οἱ φιλοσοφικὲς ρίζες τῆς τάσης αὐτῆς ἦταν ἡ μεταφυσικὴ θεωρία τοῦ κράτους καὶ ἡ ἠθικὴ δικαίωση τοῦ πολέμου ἀπὸ τὸν Χέγκελ. Οἱ μύθοι αὐτοὶ κατασκευάζονται μέσα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κινητοποίηση ἀπελπισμένων μαζῶν καὶ ἀποτελοῦν θανάσιμη ἀπειλὴ γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸν πολιτισμό.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ