σύνδεση

Ο κατά συρροήν μηνυτής

Έχει ως επάγγελμα την εξονυχιστική εξέταση του δημόσιου λόγου και τη λογοκρισία του
Γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου, από την "Καθημερινή" 2.12.2021. Γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου, από την "Καθημερινή" 2.12.2021.

 

 
Η Athens Review of Books προτείνει την αναδημοσίευση του παρακάτω άρθρου της Σώτης Τριανταφύλλου που δημοσιεύθηκε στην Athens Voice από τις ιστοσελίδες των άλλων εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών ΜΜΕ, γιατί σε όλα σχεδόν έχει επιτεθεί, ενώ έχει μηνύσει εκατοντάδες αρθρογράφους και πολίτες που διαφωνούν με τις απόψεις του, με τις ίδιες προφάσεις: ισλαμοφοβία, ομοερωτοφοβία, ρατσισμό. Είναι ένας δυναμικός τρόπος να τελειώνουμε με την τρομοκρατική λογοκρισία και τους εκβιασμούς του Προκρούστη.



Η Σώτη Τριανταφύλλου σχολιάζει τη ρητορική μίσους του Παναγιώτη Δημητρά, που καταγγέλλει τις, κατά τη γνώμη του, παρεκκλίσεις από την πολιτική ορθότητα.


Τα τελευταία χρόνια το σύστημα της δικαιοσύνης απασχολεί με καταχρηστικό τρόπο κάποιος ακτιβιστής ονόματι Παναγιώτης Δημητράς. Ο κ. Δημητράς, ισχυριζόμενος ότι εκπροσωπεί το «Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι» έχει ως επάγγελμα την εξονυχιστική εξέταση του δημόσιου λόγου και τη λογοκρισία του: μέσω δυσφημιστικών και μισαλλόδοξων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ―όπου περιγράφει την πολιτεία ανθρώπων που δεν γνωρίζει― καθώς και μέσω σωρείας μηνύσεων προσπαθεί να εκφοβίσει όσους έχουν αντίθετη γνώμη από τη δική του. Μερικές φορές το καταφέρνει· συνήθως δεν το καταφέρνει.

Στη διαδικασία αυτή έχει εξασφαλίσει τη συνεργασία μερικών λογίων της επαρχίας που επιζητούν τη σιωπή όλων των διαφωνούντων. Όπως στις περισσότερες χώρες, έτσι και στη δική μας, υπάρχουν αφελείς ανθρωπιστές, χρήσιμοι ηλίθιοι και πονηροί ανθρωπιστές που καθιστούν τον ανθρωπισμό φάμπρικα κραδαίνοντας την ταυτότητα του ασυμβίβαστου αγωνιστή στη μύτη ημών των υπολοίπων. Σε οποιαδήποτε κατηγορία κι αν ανήκει, ο κ. Δημητράς έχει καταγγείλει ή μηνύσει εκατοντάδες αρθρογράφους, εκδότες και άλλα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τον αντιρατσιστικό νόμο και επαναλαμβάνοντας ένα (τουλάχιστον) ψέμα: παρότι το «Διεθνές Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι» έχει κλείσει σε 42 χώρες εξαιτίας οικονομικών εγκλημάτων από το 2007, ο κ. Δημητράς αυτονομιμοποιείται παριστάνοντας τον εκπρόσωπό του· ιδιαίτερα στα μάτια των προαναφερθέντων αφελών ανθρωπιστών.

Η εργασία του ψειρίσματος του δημόσιου λόγου φαίνεται πλήρης απασχόληση ―αλλά, θα συμφωνήσουμε όλοι, τρομερά άχαρη. Αναρωτιέται κανείς πώς και από ποιον χρηματοδοτείται ο κ. Δημητράς ώστε έχει την άνεση να διαβάζει και να ακούει τα πάντα (δεν του ξεφεύγει τίποτα!) προκειμένου στη συνέχεια να τρέχει από ’δω κι από ’κει στα δικαστήρια σε όλη την επικράτεια και να καταθέτει καταγγελίες σε ήδη πελαγωμένους δικαστικούς λειτουργούς. Μετά από τόσο φρενήρη δραστηριότητα μηνύσεων για ισλαμοφοβία, ρατσισμό, ομοφοβία και τα λοιπά, χρειάζεται κάποια διαφάνεια: ο κ. Δημητράς διαχειρίζεται μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά δεν ξέρουμε τις πηγές χρηματοδότησης και τους συγκεκριμένους στόχους τους. Με ποιους και πόσους δικηγόρους συνεργάζεται; Υπάρχει κάποιο κόμμα που τον προστατεύει; (Δεν νομίζω…).

Με λίγα λόγια, ενώ το σύστημα της δικαιοσύνης αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες –μεγάλες καθυστερήσεις, αναντιστοιχίες ποινών, δυσπιστία εκ μέρους των πολιτών– υφίσταται καταχρήσεις από δικομανείς και εμμονικούς οι οποίοι επιδιώκουν την αφαίρεση της ελευθερίας του λόγου, ένα θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο το εν λόγω σύστημα υπάρχει για να προασπίζει. Ο κ. Δημητράς και οι φίλοι του, απειλώντας ανθρώπους με δικαστικές ταλαιπωρίες, κακή δημοσιότητα και απώλεια εισοδήματος, επιβαρύνουν έναν ήδη υπερφορτισμένο μηχανισμό: κι επειδή ο μηχανισμός δεν του κάνει το χατίρι, απ’ ό,τι μαθαίνω, βγάζει το άχτι του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αφιερώνει χιλιάδες ανθρωποώρες σε πρόσωπα που απεχθάνεται, σπαταλώντας τον χρόνο του την ενέργειά του.

Πράγματι, ο αντιρατσιστικός νόμος δίνει περιθώρια σε δικομανείς και εμμονικούς. Δίνει επίσης περιθώρια σε πολλαπλές ερμηνείες του δημόσιου λόγου, περιορίζοντας, εκ των πραγμάτων, την ελευθερία της έκφρασης. Εδώ βεβαίως παρατηρείται η γνωστή ασυμμετρία: υπάρχουν δύο είδη γυναικών, εκείνες που επιτρέπεται να τις βρίζουν χωρίς την κατηγορία του «σεξισμού» και εκείνες που δεν επιτρέπεται· ομοίως, αν κάποιος επιτίθεται στο Ισλάμ θεωρείται ρατσιστής παρότι δεν τίθεται ζήτημα φυλής· αν κάποιος επιτίθεται στον χριστιανισμό ουδέν πρόβλημα. Στο απυρόβλητο τοποθετούνται οι τσιγγάνοι και όποιοι άλλοι μπορούν να στριμωχτούν σε μειονότητες ή σε δήθεν καταπιεσμένες και long-suffering ομάδες. Αν έχω καταλάβει καλά, ο κ. Δημητράς έχει επιφορτιστεί, μαζί με ένα δίκτυο μικρών παρακολουθούντων τους οποίους παρακολουθούν άλλοι παρακολουθούντες, με το έργο της εφαρμογής της πολιτικής ορθότητας, της woke και της cancel culture.

Αν και η διάδοση του μίσους και οι μηνύσεις τις οποίες οι δικαστικοί είναι υποχρεωμένοι να διαβάζουν («Πάλι εδώ εσύ;;»), προκαλούν αναστάτωση, άνθρωποι σαν τον κ. Δημητρά δεν ενδιαφέρονται για τη λειτουργία των θεσμών: το μόνο που προσδίδει κάποιο νόημα στη μελαγχολική τους ζωή είναι η τιμωρία του ετερόδοξου, του ιδεολογικού εχθρού. Έτσι, προσφέρουν κακές υπηρεσίες σε όσους υποτίθεται ότι στηρίζουν: αν υπάρχει ένας σίγουρος δρόμος προς τον ρατσισμό είναι το αντιρατσιστικό κίνημα που βλέπει προκαταλήψεις και διακρίσεις σε μια κρυστάλλινη σφαίρα. Κυρίως, αν υπάρχει ένας σίγουρος δρόμος προς τον αυταρχισμό είναι η συνέργεια, ακόμα και η ουδετερότητα, η απάθεια, μπροστά σε τέτοιες μορφές μισαλλόδοξης συμπεριφοράς: καθώς είμαστε απαίδευτοι στις δημοκρατικές αξίες, ο πειρασμός της σίγασης της αντίθετης γνώμης γίνεται ακαταμάχητος. Προστίθεται χωριάτικο πείσμα, εκδικητικότητα, χαιρεκακία («Καλά να πάθει! Ναι, ναι, να βγάλει τον σκασμό!») κι ένα φτηνό αίσθημα θριάμβου μπροστά στους μπελάδες που προκαλούν ανακατώστρες σαν τον κ. Δημητρά: συζητήσεις με δικηγόρους, παράβολα, ραντεβού στα δικαστήρια, απολογίες και ενοχλήσεις από δημοσιογράφους σε αναζήτηση ρεπορτάζ.

Μερικοί αναρωτιούνται γιατί οι παθόντες των μηνύσεων δεν μηνύουν τον μηνύοντα με την κατηγορία της δυσφήμισης ή της ψευδούς καταμήνυσης. Στην πραγματικότητα, ο κ. Δημητράς θα μπορούσε να δικαστεί με τον νόμο που επικαλείται ο ίδιος: χρησιμοποιεί ρητορική μίσους, άρα παρανομεί. Αλλά, δεν μας περισσεύει ούτε ο χρόνος, ούτε η ενέργεια· ο βίος είναι βραχύς και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να καταθέτουν μηνύσεις εναντίον μηνυσάντων. Εξάλλου, πιθανώς να νιώθουν τη δυσπιστία την οποία υπαινίχθηκα: συχνά, στο σύστημα δημόσιας δικαίωσης (συνδικαλιστικά όργανα, εφημερίδες) πολλοί πάνε για μαλλί και βγαίνουν κουρεμένοι. Επιβάλλεται όποιος συμβαδίζει με τις μόδες της κάθε εποχής κι όποιος έχει ισχυρούς φίλους. Εν πάση περιπτώσει, ένα αρθρίδιο σαν αυτό ίσως δεν είναι υπερβολική απώλεια χρόνου και ενέργειας.

<https://www.athensvoice.gr/politics/741064-o-kata-syrroin-minytis>


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ARB:

1. Υπενθυμίζουμε ότι ο μισαλλόδοξος Προκρούστης εμήνυσε για… ισλαμοφοβία την Σώτη Τριανταφύλλου για ένα άρθρο που έγραψε την ώρα της σφαγής του Μπατακλάν και δημοσίευσε την επαύριο, στο οποίο η συγγραφέας εξέφραζε τον φόβο, τον τρόμο και τις απόψεις της για την ισλαμική ιδεολογία και τρομοκρατία. Ιδού πώς άρχιζε η καταγγελία του Προκρούστη προς την «Κυρία Ελένη Τουλουπάκη, Εισαγγελέα για τα ρατσιστικά εγκλήματα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών»:

«Ακραίο ισλαμοφοβικό γενικά κατά των Μουσουλμάνων και καθυβριστικό του Ισλάμ άρθρο της Σώτης Τριανταφύλλου στις 14 Νοεμβρίου 2015, την επομένη των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι».

Και μόνο η πρώτη φράση αρκούσε για ένα λογικό και έντιμο εισαγγελέα να την αρχειοθετήσει. Κι όμως, η Σώτη Τριανταφύλλου οδηγήθηκε σε δίκη! Αθωώθηκε στις 2 Μαΐου 2018. Ο Προκρούστης όμως συνεχίζει με κάθε ευκαιρία να την συκοφαντεί. Ας διαβάσουμε λοιπόν προσεκτικά τι γράφει και τι προτείνει ένα από τα εκατοντάδες θύματά του, που έχει αθωωθεί. Κι ας τον αντιμετωπίσουμε σθεναρά, τώρα που γνωρίζουμε όλοι τη μέθοδό του: Με ένα απλό ρόπαλο χιλιάδων ψευδών καταμηνύσεων στο χέρι / τυλιγμένος μόνο στου λύκου τη σκιά και τρόμο ξυπνώντας με τον ήχο της λέξης Εθνικός Μηνυτής ή Δαμαστής, για να παραφράσουμε δύο στίχους του Ζμπίγνκιεφ Χέρμπερτ.

2. Στην πλειονότητά τους οι μηνύσεις του Προκρούστη αρχειοθετήθηκαν ως προφανώς αβάσιμες, όπως προκύπτει από την πρόσφατη απάντηση του Υπουργού Δικαιοσύνης σε ερώτηση του βουλευτή κ. Χριστόφορου Μπουτσικάκη: επί 409 μηνύσεων οι 263 αρχειοθετήθηκαν, ενώ οι υπόλοιπες 146 βρίσκονται σε εκκρεμότητα, δηλαδή είτε στο στάδιο «για μελέτη και επεξεργασία» είτε στο στάδιο «προκαταρκτικής εξέτασης», ενώ ελάχιστες πρόκειται να εκδικαστούν. Δηλαδή και αυτές οι 146 θα καταλήξουν στο αρχείο ή στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι μηνυθέντες θα οδηγηθούν στο ακροατήριο θα αθωωθούν όπως η Σώτη Τριανταφύλλου.

psichogios