Πώς ο Μαρκ Τουέιν δεν έγινε βιβλίο μαγειρικής

Πώς ο Μαρκ Τουέιν δεν έγινε βιβλίο μαγειρικής Από την εικονογράφηση της Έριν Στεντ.

 

 Η αρπαγή του πρίγκιπα Μαργαρίνη των Μαρκ Τουέιν και Φίλιπ Στεντ, Πατάκη, Αθήνα, τέλη Οκτωβρίου 2018, σελ. 154

 

Τις τελευταίες δεκαετίες τα βιβλία μαγειρικής α λα μυθιστοριογράφο/ποιητή/εικαστικό κ.λπ. γνώρισαν απροσδόκητη, αν και βραχύβια δόξα. Γύρω από τις μαντλέν του Προυστ ή τη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα του Ντίκενς χτίστηκαν ευφάνταστες ιστορίες με γαστριμαργικές προεκτάσεις. Με την ευκαιρία ερευνήθηκαν και μελετήθηκαν εξαρχής διεξοδικά τα αρχεία των επωνύμων, πράγμα ωφέλιμο, ουχί μόνον για τους ουρανίσκους.

Από την έρευνα αυτή δεν γλίτωσαν μηδέ τα αρχεία του Μαρκ Τουέιν. Πασίγνωστος ανά τον κόσμο ο συγγραφέας, έχει συντροφέψει τους αναγνώστες από την πολύ τρυφερή ηλικία μέχρι την ηλικία που το φως αρχίζει να λιγοστεύει. Κατά τη γνωστή από τα εξώφυλλα παιδικών βιβλίων φράση: «Από εννέα μέχρι ενενήντα εννέα χρόνων».

Σε μία εγγραφή του 1879, σε κάποιο σημειωματάριο απ’ αυτά όπου ο Τουέιν κατέγραφε ιδέες για μελλοντική χρήση,[1] ένας μελετητής του συγγραφέα, φέρελπις συγγραφέας και ο ίδιος ενός βιβλίου μαγειρικής «α λα Μαρκ Τουέιν» εντόπισε τη λέξη oleomargarine, τη γνωστή μας μαργαρίνη. Δυστυχώς γι’ αυτόν, οι υπόλοιπες σκόρπιες σημειώσεις ουδόλως υποστήριζαν το εγχείρημα που είχε κατά νου. Δεν ήταν παρά πρόχειρες σημειώσεις από κάποιο παραμύθι που ο Τουέιν αφηγούνταν στις κόρες του, τη Σούσυ και την Κλάρα. Το περίεργο είναι ότι το συγκεκριμένο ήταν το μόνο για το οποίο ο συγγραφέας είχε κρατήσει σημειώσεις.

Στις βιογραφίες του Τουέιν αναφέρεται ότι η καθημερινότητα της οικογένειας περιλάμβανε και μία βραδινή ιεροτελεστία: Όταν ο πατέρας μετά το τέλος της ημερήσιας δουλειάς του εμφανιζόταν για το δείπνο, οι κόρες του ζητούσαν απαραιτήτως το παραμύθι της βραδιάς, παραμύθι πρωτότυπο, που το θέμα του το επέλεγαν οι δυο τους εκείνη τη στιγμή. Συχνά απαιτούσαν στις αφηγήσεις αυτές να συμπεριλαμβάνονται όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στο δωμάτιο και μάλιστα με μία συγκεκριμένη σειρά.[2] Άλλοτε πάλι ξεφύλλιζαν τα περιοδικά ποικίλης ύλης που υπήρχαν στο σπίτι, διάλεγαν μια εικόνα, που μπορεί να ήταν εικονογράφηση ενός άρθρου ή απλή διαφήμιση και ζητούσαν από τον πατέρα τους να οργανώσει το παραμύθι της βραδιάς πάνω σ’ αυτήν.

Οι επιλογές των δύο κοριτσιών, που στρογγυλοκάθονταν για τις ανάγκες της ακρόασης στα μπράτσα της πατρικής πολυθρόνας, ήταν συχνά από πρωτότυπες έως ακραίες. Συχνά ο πατέρας τους ‒που εκείνη την ώρα λαχταρούσε σαν και τι ένα από τα τριάντα ημερήσια πούρα του, αλλά φευ, τι να γίνει;‒ προσπαθούσε να πείσει τις μικρές να διαλέξουν μια «πιο όμορφη» εικόνα, μάταια όμως. Έναυσμα για το συγκεκριμένο παραμύθι ήταν η εικόνα ενός ανθρώπινου σκελετού. Στις παραινέσεις του πατέρα για άλλη επιλογή οι μικρές ήταν αμετάπειστες. Και είχε τόση επιτυχία το παραμύθι, ώστε του έδωσαν την άδεια να αξιοποιήσει το υλικό του επί πέντε συναπτές βραδιές. (Ο σκελετός έγινε Τζόννυ).

sel33

Απαραίτητη εδώ μία παρέκβαση για τα περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής. Με τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου στις ΗΠΑ αρχίζει μία συντονισμένη προσπάθεια για τη γενίκευση της κατώτερης και της μέσης εκπαίδευσης. Το εγχείρημα αυτό δίνει απροσδόκητα μια πολύ γερή ώθηση στην κυκλοφορία των περιοδικών ποικίλης ύλης. Δικαιολογημένα και αναπόφευκτα θα δοθεί μεγάλη έμφαση και στην ποιότητά τους. Στόχος είναι η ενημέρωση του πολίτη σε θέματα καθημερινότητας και η επιμόρφωσή του σε θέματα λογοτεχνίας, επιστήμης και πολιτικής. Περιοδικά όπως το Harpers Bazaar, το Putnams Monthly Magazine και το Scribners Monthly: An Illustrated Magazine for the People ξεκινούν ως περιοδικά ποικίλης ύλης και συναγωνίζονται μεταξύ τους τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και σε επίπεδο αισθητικής.

Απαραίτητη τώρα και μία ιστορική αναδρομή: Κάπου εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1860, ο αυτοκράτορας Ναπολέων ΙΙΙ της Γαλλίας διακήρυξε την πρόθεσή του να βραβεύσει όποιον επιτύγχανε να φτιάξει ένα ικανοποιητικό υποκατάστατο του βουτύρου, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του στρατεύματος και των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Ο Γάλλος χημικός Ιπολλύτ Μεγκ Μουριέ τελειοποίησε μία ήδη υπάρχουσα σύνθεση, που βασιζόταν στα φυτικά έλαια, και την ονόμασε oleomargarine, όνομα που γρήγορα συντομεύτηκε, για λόγους εμπορικούς, σε margarine ‒ στη γνωστή μας μαργαρίνη. Τα περιοδικά ποικίλης ύλης πρόβαλλαν συστηματικά το κάθε καινούργιο προϊόν. Διόλου απίθανο, λοιπόν, ο Τουέιν να εμπνεύστηκε το όνομα του πρίγκιπα που επιθυμούσε να αποκαθηλώσει από μία τέτοια διαφήμιση. Ίσως τον εξυπηρετούσε πολλαπλά: η μαργαρίνη έχει τη βάση της στο μαργαρικό οξύ, που πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη μαργαρίτης, το γνωστό μας μαργαριτάρι. Χρυσάφι, ασήμι και μαργαριτάρια ντύνουν τους βασιλιάδες και τους πρίγκιπες όλων των εποχών, εστεμμένους και μη. Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι η μαργαρίνη είναι υποκατάστατο, δεν είναι γνήσιο βούτυρο. Ούτε ο Μαργαρίνης είναι γνήσιος πρίγκιπας του παραμυθιού. Ένας κακομαθημένος και κουτός γιος του μπαμπά του είναι.

Ο Τουέιν υπήρξε ανέκαθεν λάβρος πολέμιος κάθε μορφής τυραννίας. Ειδικά στο μυθιστόρημα που, σύμφωνα με τα ημερολόγιά του, συμπίπτει με την περίοδο της αφήγησης του παραμυθιού, το Ένας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου[3] εμφανίζεται τόσο οξύς με τις κοινωνικές ανισότητες, είναι τόσο διεισδυτική η πολιτική του σάτιρα, ώστε έρχονται στιγμές που αμφιβάλλει και ο ίδιος για την υποδοχή που θα έχει το έργο του. Την τυραννία και τη ματαιοδοξία, με όποιον τρόπο και αν εκδηλώνονταν, τις στηλίτευε αλύπητα. Οπότε μπορούμε να φανταστούμε ότι ανάλογα σχόλια περνούσε και στα παραμύθια που σκάρωνε για τις κόρες του. Ντυμένα τον μαγικό μανδύα του κλασικού παιδικού παραμυθιού ήταν πάμπολλα τα φιλελεύθερα μηνύματα που εισέπρατταν τα δύο χαρισματικά κοριτσάκια, με κυριότερο ότι στην τυραννία οφείλει κανείς να αντιτάσσεται με γενναιότητα, καλοσύνη και φιλανθρωπία.

3

Η σκέψη για το βιβλίο μαγειρικής α λα Μαρκ Τουέιν δεν ευοδώθηκε. Η τροπή που πήρε το πράγμα είναι απείρως πιο ενδιαφέρουσα. Ο Φίλιπ Στεντ, επιτυχημένος συγγραφέας παιδικών βιβλίων ο ίδιος, ανέλαβε να «στήσει» ένα παραμύθι με βάση τις σημειώσεις του αρχείου Τουέιν. Όπως δήλωσε, αισθάνθηκε απερίγραπτο δέος μπροστά στην πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει και εργάστηκε με μεγάλο σεβασμό τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του, Έριν Στεντ, που ανέλαβε την εικονογράφηση. Κατ’ αρχάς μελέτησε ορισμένους τόμους από τα ημερολόγια του Τουέιν, καθώς και μυθιστορήματα που συμπίπτουν με την ημερολογιακή καταχώριση του παραμυθιού, μεταξύ των οποίων και το Ένας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου. Εστίασε σε θέματα και προτιμήσεις που δεσπόζουν στο έργο του Τουέιν και υπηρέτησε με μαεστρία τη γλώσσα και το χιούμορ του. Στη σάτιρα διέπρεψε. Τι άλλο να πει κανείς για ένα στιγμιότυπο με τον βασιλιά; «Μέσα στην κούφια κούτρα του ανθρωπάκου που καθόταν στον θρόνο έπεσε για μια στιγμή πανικός.» Και αλλού: «Η φωνή αυτή (του πρίγκιπα) ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος του τενεκεδένιου πέταλου καθώς το καρφώνουν στην οπλή του αλόγου.» Εν ολίγοις, «κύμβαλον αλαλάζον» το πριγκιπόπουλο ή, πιο απλά, τενεκές ξεγάνωτος.

Ο Στεντ αξιοποίησε επίσης την παρουσία των ζώων στο έργο του Τουέιν. Οι απόψεις του Τουέιν για τα ζώα αποκαλύπτουν πολλές απόψεις του για το ανθρώπινο είδος. Η συχνή εμφάνισή τους στα έργα του λειτουργεί ως η φωνή που κρίνει την ανθρώπινη αλαζονεία. Συγκαταλέγεται στους πρώτους Αμερικανούς που πήραν θέση κατά της κακοποίησης των ζώων και της ζωοτομίας. Στα έργα του διαβαίνουν αμέτρητα ζώα, από τα γνωστά και τα οικόσιτα μέχρι τους πλατύποδες και τις μύγες τσε τσε. Έτσι, λοιπόν, ο Στεντ έβαλε τον Τζόννυ, τον παντέρημο και πάμπτωχο ήρωα, εν μέσω αμέτρητων ζώων. Πεδίο γνώριμο γι’ αυτόν. Στο καταπληκτικό από κάθε άποψη βιβλίο του, A Sick Day for Amos McGee, η στάση του απέναντι στα ζώα είναι η στάση του Τουέιν έναν αιώνα πριν. Ανθρώπινη, με τη θετική σημασία της λέξης. Να τα αγαπάμε και να τα υπολογίζουμε, γιατί κι αυτά υπολογίζουν σ’ εμάς.

Η πιο ευφάνταστη πάντως έμπνευση του Στεντ είναι να βάλει τον Τουέιν να κάνει ένα άλμα μπροστά στον χρόνο και να βρεθεί στην εποχή μας, να συνεργάζεται με τον Στεντ στην ολοκλήρωση του παραμυθιού. Δεν αποκλείεται ο Στεντ να σκαρφίστηκε αυτή τη λύση διαβάζοντας τον Γιάνκη, όπου ο Τουέιν βάζει τον ήρωά του να κάνει ένα άλμα στον χρόνο, όμως προς τα πίσω, και από τα εργοτάξια του 19ου αιώνα να βρεθεί στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου, τον 6ο αιώνα.

Είναι αρκετά τα στοιχεία που ενισχύουν αυτή την υπόθεση. Κατ’ αρχάς το άλμα καθαυτό στον χρόνο. Δεύτερο, η περιγραφή της πομπής στις πρώτες σελίδες του Γιάνκη, στο ίδιο ύφος και ματιά με την παρέλαση στο παραμύθι. Τρίτο, ο σύντροφος που αποκτούν και ο Γιάνκης και ο Τζόννυ από την αρχή του βιβλίου και που θα παραμείνει κοντά τους μέχρι το τέλος. Στον Γιάνκη είναι ο ήρεμος και ευγενικός νεαρός Κλάρενς, στο παραμύθι είναι η Σούσυ, ο ασβός, με την «ήρεμη αυτοπεποίθηση του ασβού», ό,τι χρειάζεται, δηλαδή, ο κάθε ξέμπαρκος για να μην πανικοβληθεί. (Αναγνώστη, δεν μπερδεύτηκες: Σούσυ είναι η κόρη του Τουέιν, Σούσυ και ο ασβός. Η Σούσυ, αυτό το καταπληκτικό παιδί του Τουέιν, εκρηκτικό και απρόβλεπτο όσο κι εκείνος, που σε ηλικία δώδεκα ετών έγραψε τη βιογραφία του πατέρα της, σημειώνει: ... Πάντα ήθελα να γράψει ο μπαμπάς μου ένα βιβλίο που να αποκαλύπτει κάτι από τη στοργική, πονετική φύση του…)

Ο Στεντ υλοποίησε στο έπακρο την επιθυμία της Σούσυ. Σεβάστηκε απόλυτα αυτόν τον στοργικό μπαμπά, τον ογκόλιθο που φέρει το όνομα Μαρκ Τουέιν. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπηρέτησε και τη δική του, τη δική μας εποχή. Η μεταμοντέρνα εμφάνιση του Τουέιν στο πρώτο μέρος της αφήγησης, να πίνει το τσάι του παρέα με τον Στεντ και να δίνει ο καθένας τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη του παραμυθιού, ο υποθετικός τους διάλογος για την έννοια του γεγονότος κατά Δαρβίνο[4] και για την πειστικότητα στην αφήγηση, καθώς και η αιφνίδια αναχώρηση του Τουέιν λίγο αργότερα δίνουν αλλόκοτη ζωντάνια στο όλο εγχείρημα, που ασυζητητί υποστηρίζεται από την προσπάθεια του Στεντ να διατηρήσει στη δική του εκδοχή το ύφος και το ήθος του Τουέιν, αλλά ταυτόχρονα να προσδώσει κάτι από την αύρα της σημερινής εποχής. Τι άλλο να πει κανείς όταν ξαφνικά ο πρίγκιπας Μαργαρίνης «βγαίνει» από το συγκεκριμένο παραμύθι καβάλα στην τίγρη για να «μπει» σ’ ένα άλλο με καλύτερο (;) τέλος.

Θα ήταν παράλειψη να μην γίνει αναφορά στην εξαιρετική εικονογράφηση της Έριν Στεντ. Διότι το εγχείρημα το ανέλαβε το ζευγάρι από κοινού. Μαζί αντιμετώπισαν το μεγάλο το ρίσκο να μπουν στο μυαλό του Μαρκ Τουέιν και να συμπληρώσουν το παραμύθι για χάρη των αμέτρητων μικρών και όχι μόνον αναγνωστών.

6

 Σε συνέντευξή της η Έριν Στεντ δήλωσε ότι από μικρό παιδί τη μάγευε η μυρωδιά που αναδίδουν τα κραγιόνια την πρώτη φορά που ανοίγεις το κουτί. Ο τρόπος που το μολύβι σέρνεται πάνω στο χαρτί. Και ο ήχος που κάνει το πινέλο καθώς το πλένεις κάτω από τη βρύση.

Όπως πολύ εύστοχα γράφτηκε για την Έριν Στεντ, αυτό που χαρακτηρίζει τη ματιά της είναι η τρυφερότητα με την οποία παρατηρεί. Και οι χαμηλοί τόνοι. Δεν υπάρχει τίποτε το κραυγαλέο στο έργο της. Η ίδια άλλωστε έχει δηλώσει ότι ο κόσμος είναι πια τόσο θορυβώδης ώστε εκείνη δεν είχε άλλη επιλογή από το να στείλει όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τα μηνύματά της.

Η καχεξία, η δυστυχία αλλά και η ευτυχία του Τζόννυ αποτυπώνονται γλαφυρά τόσο στη στάση του σώματος όσο και στα χρώματα που τον ντύνουν. Στην εικόνα με τη λεζάντα «Ο ήρωάς μας» το παιδί είναι ντυμένο στο καφετί της άνυδρης γης, το ίδιο καφετί που λίγες σελίδες πιο κάτω χρωματίζει το στέρφο τοπίο. Όταν όμως «βγάζει λόγο» στο φαγοπότι με τα ζώα, δίνεται έμφαση στο λευκό χρώμα και στην ευθυτενή στάση. Η κάθε σελίδα είναι και μία αποκάλυψη Οι εικόνες δεν υποστηρίζουν απλώς αλλά σχολιάζουν με τρυφερότητα και χιούμορ την αφήγηση, συχνά μάλιστα δεν κρύβουν την περιπαικτική τους διάθεση. Άλλη μία ομοιότητα αυτή με την εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης του Γιάνκη. Παρότι ως τεχνικές είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους, το κείμενο γίνεται ακόμη πιο γλαφυρό και ελκυστικό χάρη στον μόχθο του εικονογράφου.

 Οι αναγνώστες, ανεξαρτήτως ηλικίας, δεν θα αφήσουν εύκολα από τα χέρια τους τούτο το γλυκό, ευφυές, ευρηματικό βιβλίο.


 

 

[1] Το αρχείο όπου εντοπίστηκε το ημιτελές σχεδιάγραμμα του παραμυθιού βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο Καλιφόρνια, στο Μπέρκλεϊ.

[2] Andrew Hoffman, Inventing Mark Twain, The Lives of Samuel Langhorne Clemens (William Morrow and Co. Inc., Νέα Υόρκη 1997), σ. 236.

[3] Μαρκ Τουαίην, Ένας Γιάνκης του Κονέκτικατ στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου, μτφρ. Αθηνάς Δημητριάδου, Γράμματα, Αθήνα 1990.

[4] Ο Μαρκ Τουέιν ήταν φανατικός μελετητής του Δαρβίνου. Στο αρχείο Τουέιν βρίσκεται το αντίτυπό του της Καταγωγής των ειδών. Τα περιθώρια είναι γεμάτα σημειώσεις και σχόλια.

Σε ένα μεγάλο ταξίδι του ανά την Ευρώπη το 1879 ο Τουέιν είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Κάρολο Δαρβίνο και να του εκφράσει τον αμέριστο θαυμασμό του. Με τη σειρά του ο Δαρβίνος του εξομολογήθηκε πως όταν ήθελε να χαλαρώσει, διάβαζε Μαρκ Τουέιν. (Βλ. Andrew Hoffman, ό.π., σ. 269).