σύνδεση

Αριέ Κόρετς: Το βάρος ενός τραγικού μύθου

Αριέ Κόρετς: Το βάρος ενός τραγικού μύθου Ο Αριέ Κόρετς.

 

 

1.

Αριέ Κόρετς

 

Ήταν Παρασκευή νωρίς το πρωί, 1η Ιανουαρίου 2016, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου. Από την άλλη μεριά της γραμμής μια φωνή μού ανακοίνωσε πως ο Αριέ Κόρετς πέθανε. Με τον Αριέ, δικηγόρο στο Τελ Αβίβ, συνδεθήκαμε φιλικά την περίοδο της συγγραφής των βιβλίων για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.[1] Ήταν γιος του Τσβι Κόρετς, του τόσο αδικημένου αρχιραβίνου της Θεσσαλονίκης που διετέλεσε πρόεδρος του Γιούντενρατ, επικεφαλής της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, για ένα μικρό χρονικό διάστημα: από τις 11 Δεκεμβρίου 1942 μέχρι την τραγική, ιστορική συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη και την αναχώρηση των πρώτων αποστολών για το Άουσβιτς. Εξαιτίας αυτής της συνάντησης, που έγινε στις 9 Απριλίου 1943, σύμφωνα με την μαρτυρία της συζύγου του Γκίτα Κόρετς,[2] ή στις 11 Απριλίου, σύμφωνα με τον Ντίτερ Βισλιτσένυ[3], καθαιρέθηκε από το αξίωμά του στις 14 Απριλίου 1943.

Να τι έγραψε σε σημείωμά του ο γενικός πρόξενος της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη Fritz Schönberg, διαβιβάζοντας στον Γερμανό Πρέσβη στην Αθήνα το υπόμνημα που του έστειλε ο Βισλιτσένυ για τις ενέργειες του Κόρετς:

«...Ὁ δόκτωρ Κόρετς ἀπηλλάγη τῶν ἀξιωμάτων του ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Θεσσαλονίκης-Αἰγαίου βάσει τοῦ ἐκτεθέντος ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς μία ἀπόπειρα ἀντιδράσεως κατὰ τῆς στρατιωτικῆς διαταγῆς καὶ ἐτέθη ὑπὸ κράτησιν μετὰ τῆς οἰκογενείας του εἰς μίαν ἰδιωτικὴν οἰκίαν. Πρόκειται νὰ ἐκτοπισθῇ διὰ μιᾶς τῶν προσεχῶν μεταφορῶν καὶ νὰ ἐγκλεισθῇ εἰς Τερέζιενστατ, μὲ τὴν προοπτικὴν νὰ ἀνταλλαγῇ ὡς “ἐπιφανὴς Ἑβραῖος” ἔναντι Γερμανῶν αἰχμαλώτων.
                                                                                                                                                                                                                                                   Θεσσαλονίκη, τῇ 16ῃ Ἀπριλίου 1943
».[4]

 

Ο Τσβι Κόρετς και η οικογένειά του φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο Χιρς ως τις 2 Αυγούστου 1943, που το τρένο με τους «προνομιούχους» (κοινοτικά στελέχη, υπαλλήλους και βιοτέχνες, τους οποίους οι Γερμανοί είχαν κρατήσει μέχρι τότε στη Θεσσαλονίκη για την εξυπηρέτησή τους) αναχώρησε για το Μπέργκεν- Μπέλσεν. Ο αρχιραβίνος πέθανε από τύφο μετά την απελευθέρωση από τον Κόκκινο Στρατό του «χαμένου τρένου», στο οποίο θα αναφερθώ, και θάφτηκε σε κοινό τάφο στο γερμανικό χωριό Τρέμπιτς κοντά στη Δρέσδη. Το 1999, η οικογένειά του μετέφερε τα οστά του στο Ισραήλ και τα έθαψε στο νεκροταφείο Κιριάτ Σαούλ στο Τελ Αβίβ, εκεί που αναπαύεται τώρα και ο γιος του Αριέ.[5]

 2.

Το «χαμένο τρένο»

Στις 9 Απριλίου 1945 (κατ’ άλλη εκδοχή στις 10 Απριλίου), πέντε μέρες πριν από την απελευθέρωση του Μπέργκεν-Μπέλσεν (15 Απριλίου 1945) και στο πλαίσιο της εκκένωσής του, ξεκίνησαν από εκεί τρία τρένα με 2.500 Εβραίους το καθένα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από την Ολλανδία και την Ουγγαρία, όμως κι από αλλού. Τα τρένα είχαν προορισμό το στρατόπεδο Τερέζιενστατ, όπου το 1945 είχαν χτιστεί θάλαμοι αερίων. Ο διοικητής του Μπέργκεν-Μπέλσεν, Γιόζεφ Κράμερ, έλπιζε πως οι κρατούμενοι θα θανατώνονταν στο Τερέζιενστατ με αέριο. Τελικά, εκείνοι οι θάλαμοι αερίων δεν λειτούργησαν.

Το πρώτο τρένο έφτασε πράγματι στο Τερέζιενστατ, το δεύτερο απελευθερώθηκε καθ’ οδόν από τους συμμάχους, αλλά το τρίτο «εξαφανίστηκε». Το «χαμένο τρένο», όπως έγινε γνωστό αργότερα, ταξίδευε πέρα-δώθε επί δύο βδομάδες μέσα στις μάχες και τους βομβαρδισμούς, μη μπορώντας να φτάσει στον προορισμό του. Εγκλωβίστηκε στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και τους Γερμανούς, μετά σταμάτησε σε μια κατεστραμμένη γέφυρα πάνω από τον ποταμό Άλστερ, στην Ανατολική Γερμανία, και απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό στις 23 Απριλίου 1945.

Στην διάρκεια του ταξιδιού, οι κρατούμενοι δεν είχαν τροφή ή νερό, οι περισσότεροι ήταν ετοιμοθάνατοι από τον τύφο και τον υποσιτισμό. Πολλοί πέθαναν στα βαγόνια και άλλοι μετά την απελευθέρωση του τρένου στο Τρέμπιτς, όπου μεταφέρθηκαν οι διασωθέντες. Τους περισσότερους νεκρούς τούς έθαψαν σε κοινό τάφο, άλλους στο εβραϊκό νεκροταφείο που ιδρύθηκε γι’ αυτόν το σκοπό στο Τρέμπιτς. Στις 8 Μαΐου 2006, επιζώντες συγκεντρώθηκαν στη σπηλιά μνήμης στο Γιαντ Βασέμ και τέλεσαν μνημόσυνο για τα 61 χρόνια του «χαμένου τρένου». Στη σπηλιά, σε έναν τοίχο, είναι χαραγμένα τα ονόματα των νεκρών του τρένου.

Ο ρωσικός στρατός ετοίμασε μια λίστα με 526 ονόματα Εβραίων που πέθαναν στο «χαμένο τρένο». Αντίγραφα αυτών των εγγράφων βρίσκονται στο αρχείο Άρολσεν στη Γερμανία. Ανάμεσα στους επιβάτες ήταν, όπως είπαμε, η οικογένεια Κόρετς, ο πατέρας Τσβι, η σύζυγος Γκίτα, και τα παιδιά, ο Αριέ και η μικρή Λιλή. Ο αρχιραβίνος πέθανε από τύφο στις 3 Ιουνίου 1945. Μαζί του έθαψαν και τον Μπενίκο Σαλτιέλ, που ήταν κι αυτός μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, καθώς και άλλους Σαλονικιούς Εβραίους που τα ονόματά τους παραθέτουμε.[6]

 3.

Η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη

Η Γκίτα Κόρετς και τα δύο παιδιά γύρισαν μετά τον πόλεμο στη Θεσσαλονίκη, βάσει του κανονισμού του σοβιετικού στρατού περί επαναπατρισμού. Η Γκίτα και ο Αριέ περιγράφουν πώς κατά την άφιξή τους[7] η εβραϊκή κοινότητα και τα μέλη της τούς «έδιωξαν» –όπως είπε στην ομιλία της στην κηδεία του Αριέ η αδελφή του Λιλή–, τους κυνήγησαν και μάλιστα τους μήνυσαν στα ελληνικά δικαστήρια σαν προδότες. Μήνυσαν ακόμα και τον νεκρό Τσβι Κόρετς.

Γκίτα: «Γυρίζοντας βρήκα μια πολύ θλιβερή κατάσταση, ήταν η πιο τραγική έκπληξη μετά από όλη αυτή την περίοδο. Δεν ξέραμε καν πως υπήρχε τέτοιο μίσος γι’ αυτόν, τέτοια έχθρα (…) κατηγορούσαν τον σύζυγό μου ως υπαίτιο για τον εκτοπισμό (…) κτλ. Ζήσαμε σε τέτοιο φόβο, σε τέτοια απερίγραπτη τρομοκρατία, που δεν ξέραμε καν τι συνέβαινε με μας (…) Εμείς δεν ξέραμε τίποτα, δεν ξέραμε γι’ αυτές τις κατηγορίες (…) Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη ήταν παραμονές Γιομ Κιπούρ[8] κι εμένα με πήγαν φυλακή, μετά από αίτημα της εβραϊκής κοινότητας (…). Εμένα με πήραν και τα παιδιά έμειναν στον δρόμο, χωρίς τίποτα, χωρίς δεκάρα, χωρίς μια μπουκιά ψωμί (…) ήταν μετά το Μπέργκεν-Μπέλσεν, μετά από εκείνες τις ταλαιπωρίες γυρίσαμε δήθεν στο σπίτι μας (…) και κοιμήθηκαν στον δρόμο (…). Την επομένη τα πήρε στο σπίτι του ο δρ [Ιωσήφ] Σέμπεργκ, ο οποίος είπε: “Δεν είμαι σίγουρος για τη ζωή μου, από τη στιγμή που παίρνω τα παιδιά σπίτι μου”. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα που δημιούργησαν εναντίον μας στη Θεσσαλονίκη. Έμεινα τέσσερις μέρες στη φυλακή. Την τέταρτη μέρα με πήραν για ανάκριση ενώπιον δικαστή ανακριτή. Ήταν στις φυλακές Παύλου Μελά. (…) Τελικά ο ανακριτής είπε: “Μα γιατί; Πώς τόλμησαν να σε φυλακίσουν. Θα βγεις αμέσως, ελεύθερη”. Μετά συναντήθηκα για πρώτη με τα παιδιά φορά, στο σπίτι του δρος Σέμπεργκ (…), όμως δεν μπορούσα να μείνω εκεί (…). Ο δρ Σέμπεργκ είπε, “γιατί δεν πας στο σπίτι του καθηγητή (…), ίσως σου παραχωρήσει λίγο χώρο στο διαμέρισμά του”. Πήγα. Ήταν φαίνεται καλός άνθρωπος. (…) Είπε, “παρακαλώ, διάλεξε τι θέλεις και έλα να μείνεις μαζί μας”. Είπα, “ελπίζω να μην είναι για πολύ καιρό, διότι η οικογένειά μας στην Παλαιστίνη προσπαθεί να μας εκδώσει σερτιφικάτα”. (…)»[9]

Η κατάσταση δεν ήταν απλώς τεταμένη, η οικογένεια Κόρετς δεχόταν και επιθέσεις στον δρόμο. «Η κοινότητα αρνιόταν να μου εκδώσει τα πιστοποιητικά που χρειαζόμουν», λέει ο Αριέ. Και η μητέρα του λέει: «Ήμουν μόνη. Ένιωθα αφορισμένη». Η Γκίτα λέει ακόμα πως δεν ήξερε τίποτα για την συγκέντρωση στη συναγωγή των Μοναστηριωτών στις 17 Μαρτίου 1943, όπου σύμφωνα με τον Μικαέλ Μόλχο οι συγκεντρωμένοι σχεδόν λιντσάρανε τον Κόρετς. Το έμαθε αργότερα, διαβάζοντας το βιβλίο του Μόλχο.[10]

Οι μόνοι που τους συμπαραστάθηκαν ήταν η οικογένεια του Κωνσταντίνου Λειβαδά, καθηγητή της Κτηνιατρικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που έμενε σε ένα διαμέρισμα του γιατρού Ιωσήφ Σέμπεργκ, στην οδό Βασιλίσσης Όλγας. Τους πήραν στο σπίτι τους, τους περιέθαλψαν και μάλιστα ο Λειβαδάς βοήθησε τον Αριέ να τελειώσει το σχολείο, έτσι ώστε πηγαίνοντας στην Παλαιστίνη να έχει ένα χαρτί στο χέρι του.

 

sel20
Από δεξιά: Ο Αριέ, η αδελφή του Λίλη και η μητέρα τους Γκίτα Κόρετς, φωτογραφημένοι στο Ισραήλ, δεκαετία 1950.

Ο Αριέ είχε γεννηθεί το 1928 και το 1946 ήταν 17-18 χρονών. Ήταν ο προστάτης της μητέρας του και της εννιάχρονης αδελφής του. Έφτασε μαζί τους στην Παλαιστίνη με πλοίο της παράνομης μετανάστευσης. Πολέμησε στις μάχες για τη Χάιφα, στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ, όπου τραυματίστηκε βαριά. Σπούδασε δικηγόρος και ίδρυσε ένα από τα σημαντικά δικηγορικά γραφεία στο Τελ Αβίβ. Ασχολήθηκε επίσης με τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος σε επιτροπές του Γιαντ Βασέμ, καθώς και με τη συγκέντρωση των ονομάτων όλων των νεκρών του «χαμένου τρένου». Στο Μπέργκεν-Μπέλσεν είχε γράψει ένα ημερολόγιο, το οποίο δημοσίευσε αργότερα.[11]

Στο πλαίσιο των ερευνών μας για τους Έλληνες Εβραίους, του είχα ζητήσει να μου πει κάποια πράγματα για την επιστροφή της οικογένειάς του στη Θεσσαλονίκη και την μετανάστευσή τους στην Παλαιστίνη. Παραθέτω εδώ μια επιστολή που μου έστειλε το 2009:

 «Γιάκοβ, γεια σου.
Παρακάτω σύντομες λεπτομέρειες για την μετανάστευσή μου στην Παλαιστίνη.

  1. Βρισκόμαστε η συγχωρεμένη μάνα μου, η αδελφή μου και εγώ τους τελευταίους μήνες του 1946 στην Αθήνα, περιμένοντας να μας δοθούν σερτιφικάτα [άδειες μετανάστευσης] για να μεταναστεύσουμε στην Παλαιστίνη. Σχετικά με αυτό μεριμνούσαν και προσπαθούσαν συγγενείς μας στην Παλαιστίνη.
  2. Οι πιθανότητες για σερτιφικάτα μετανάστευσης στην Παλαιστίνη ήταν τότε πολύ μικρές λόγω της κατάστασης που επικρατούσε εκεί.
  3. Στο δεύτερο ήμισυ του Νοεμβρίου 1946 ήρθε σε επαφή μαζί μας κάποιος εκ μέρους του εβραϊκού ιδρύματος Αλιγιά Β΄ [πρόκειται για το ίδρυμα που δρούσε και στην Ελλάδα και φρόντιζε για την μεταφορά Εβραίων στην Παλαιστίνη μετά τον πόλεμο] και μας ζήτησε να είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε γρήγορα ύστερα από σύντομη προειδοποίηση. Και πράγματι, στο τέλος του ίδιου μήνα ειδοποιηθήκαμε ότι την 1.12.1946 έπρεπε να ανεβούμε, σαν επισκέπτες, στο επιβατικό πλοίο “Μεσάπια” της εταιρείας “Αντριάτικα”, που επρόκειτο ήδη εκείνο το απόγευμα να μπαρκάρει για τη Χάιφα μέσω Πορτ Σάιντ.
  4. Σύμφωνα με τις οδηγίες που πήραμε, κρυφτήκαμε σε μια αποθήκη στο πλοίο και μετά από μια ώρα εμφανίστηκε ένας Ισραηλινός νέος, ονόματι Γιανάι [υποθέτω πως θα ήταν ο Σμουέλ Γιανάι, ένας από τους υπεύθυνους της παράνομης μετανάστευσης από την Ελλάδα στην Παλαιστίνη], μέλος του Κιμπούτς Μπεΐτ Ασιτά, και μας μετέφερε σε καμπίνα που προοριζόταν για μας.
  5. Μας ζήτησε να μη φαινόμαστε πολύ και να περιμένουμε με υπομονή το πλεύρισμα του πλοίου στο λιμάνι της Χάιφας, όπου θα μας κατέβαζαν στην ακτή λαθραία, χωρίς βίζα ή σερτιφικάτα.
  6. Την Πέμπτη 5.12.1946 το πλοίο έφτασε στο λιμάνι της Χάιφας. Οι κανονικοί ταξιδιώτες κατέβηκαν κι εμείς βρεθήκαμε έγκλειστοι στην καμπίνα, περιμένοντας οδηγίες για την κάθοδό μας στην ακτή. Η κατάσταση στο λιμάνι ήταν τεταμένη, ένα πλοίο με παράνομους μετανάστες είχε μπαρκάρει εκείνο το πρωί και το λιμάνι ήταν γεμάτο Άγγλους στρατιώτες και χωροφύλακες. Πού και πού περνούσε δίπλα στην καμπίνα μας ένας σύνδεσμος του ιδρύματος Αλιγιά Β΄ και μας ενημέρωνε…
  7. Προς το βραδάκι, όταν το πλοίο ετοιμαζόταν να συνεχίσει την πορεία του, ο σύνδεσμος μάς ανακοίνωσε πως οι πιθανότητες να κατεβούμε στην ακτή ήταν μηδαμινές και πως θα έκαναν μια τελευταία προσπάθεια να μας κατεβάσουν την επομένη στο λιμάνι της Βηρυτού. Όμως σε λίγα λεπτά η πόρτα της καμπίνας άνοιξε και ο σύνδεσμος μάς έσυρε αμέσως προς τα σκαλοπάτια του πλοίου. Ωστόσο τα σκαλοπάτια ήταν ήδη κλειστά και μόνο σκοινιά υπήρχαν, κι έτσι με την βοήθεια εργατών κατεβήκαμε σε ένα μικρό πλοιάριο που στεκόταν στο σκοτάδι και που ξεκίνησε αμέσως για τις αποθήκες της Σολέλ Μπονέ [ήταν οι αποθήκες της οικοδομικής εταιρείας που ανήκε στη Γενική Ομοσπονδία Εργατών].
  8. Στις 10 το βράδυ, μαζί με τους εργάτες που άλλαζαν βάρδια, με έβγαλαν οι εργάτες της Σολέλ Μπονέ από εκεί ντυμένο εργάτη. Και το πρώτο μου βράδυ το πέρασα στο ξενοδοχείο “Ερτσελία” στην συνοικία Αντάρ. Η συγχωρεμένη μητέρα μου και η αδελφή μου αναγκάστηκαν να περάσουν το πρώτο βράδυ στην αποθήκη της Σολέλ Μπονέ και μόνο την επομένη, στις 10, και πάλι με την αλλαγή της βάρδιας, ξανασυναντηθήκαμε έξω από το λιμάνι και από εκεί κατευθείαν για Τελ Αβίβ.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που μου έρχονται στο μυαλό τα γεγονότα της μετανάστευσής μου στην Παλαιστίνη γεμίζω συγκίνηση και είμαι όλος ευγνωμοσύνη κι ευχαριστώ εκείνους που βοήθησαν... Τον Γιανάι (το μικρό του όνομα δεν το θυμάμαι) τον συνάντησα σε κάποιες ευκαιρίες και δεν έχω ούτε είχα λόγια να τον ευχαριστήσω και να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μας.

Προσπάθησα να είμαι σύντομος. Ελπίζω πως αυτά ήθελες να μάθεις. Σε περίπτωση που θελήσεις να κάνεις αλλαγές ή προσθήκες είμαι στη διάθεσή σου.»

Ο Αριέ Κόρετς ήταν ένας καλός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος πάντα χαμογελαστός. Πάντα πρόθυμος. Μέχρι που ο καρκίνος από τον οποίον υπέφερε τα τελευταία χρόνια επιδεινώθηκε, και τον νίκησε.

 4.

Κόντρα στον μύθο

Η κηδεία του Αριέ Κόρετς έγινε στις 3 Ιανουαρίου 2016, υπό καταρρακτώδη βροχή, παρουσία πλήθους κόσμου. Πήγα πριν ακόμα αρχίσει κι έμεινα μέχρι το τέλος. Πολλοί μίλησαν για την αγάπη της οικογένειας για τη Θεσσαλονίκη, όπου έζησαν τα πιο κρίσιμα χρόνια της ζωής τους – από το 1933 ως το 1943, που η κοινότητα αφανίστηκε. Όταν η Θεσσαλονίκη «τους έδιωξε», όπως είπε η αδελφή του, εκείνη βρέθηκε σε ίδρυμα κορασίδων, η μητέρα δούλευε για να συντηρήσει τα παιδιά και ο αδελφός της σπούδαζε.

Στην κηδεία, παρακολουθούσα τους προσερχόμενους, έναν έναν. Ήθελα να δω έστω κι έναν Σαλονικιό εκεί, κάποιον που να έχει καταλάβει τι συνέβη τότε, κάποιον που να έχει συνειδητοποιήσει το βάρος που κουβαλούσαν πάνω τους τα περίπου 4.000 εβραϊκά συμβούλια σε όλη την Ευρώπη, ανάμεσά τους κι εκείνο της Θεσσαλονίκης, τον καιρό της εξόντωσης. Δεν υπήρχε ούτε ένας. Είδα μόνο τον Άγγελο Ραφαέλ και τη γυναίκα του (που δεν είναι Σαλονικιοί) και συγκινήθηκα.

Σαν πρώην Σαλονικιός, κι ύστερα από τις έρευνες που έγιναν από τότε, νιώθω ντροπή και θλίψη να ακούω Έλληνες να θεωρούν ακόμα τον Τσβι Κόρετς συνεργάτη και προδότη. Γνωρίζω τη διαδικασία δημιουργίας μύθων. Όμως πέρασαν από τότε πάνω από 70 χρόνια και μολονότι η επιστήμη της ιστορίας έδειξε ότι τα μέλη των Γιούντενρατ δεν ήταν ποτέ προδότες, στην Ελλάδα εξακολουθούν να πιστεύουν σ’ αυτόν τον μύθο, στον οποίον συνέβαλε και το βιβλίο In Memoriam του Μόλχο, που γράφτηκε αμέσως μετά τον πόλεμο.[12] Η έρευνα έβγαλε τα συμπεράσματά της, όμως στους Εβραίους Σαλονικιούς η οργή και η θλίψη είναι ακόμα ζωντανές και δεν μπορούν να δουν την αλήθεια. Προτιμούν να ρίχνουν αυτή την τεράστια ευθύνη σε έναν μόνο άνθρωπο, που σε μια τόσο παράλογη εποχή κλήθηκε να λάβει κρίσιμες αποφάσεις – με τη χειρότερη μάλιστα κατηγορία, χωρίς ο ίδιος να έχει, όπως κάποιοι άλλοι, τη δυνατότητα να απολογηθεί, και ελαφρύνοντας έτσι τους πραγματικούς ενόχους: Τους ναζί. Την κατοχική κυβέρνηση που δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει την τραγωδία. Όλους εκείνους που σιώπησαν, που βροντοφώναξαν με τη σιωπή τους «καλά τους κάνετε, πάρτε τους όλους».

 

sel19
Πάνω: ο Τσβι Κόρετς φωτογραφημένος την 5.7.1941 από την Γκεστάπο στις φυλακές της Βιέννης όπου μεταφέρθηκε (είχε συλληφθεί στις 15.4.1941). Στο μέσο: Εβραίοι που πέθαναν στο «χαμένο τρένο» και θάφτηκαν στο Τρέμπιτς και στην γύρω περιοχή. Στη σελ. 3, το πρώτο όνομα είναι Τσβι Κόρετς, το 18ο όνομα, Ραχέλ Σαλτιέλ-Στρούμσα. Κάτω: Σελίδα από τη λίστα ονομάτων κρατουμένων στο Μπέργκεν Μπέλσεν που έφτασε στην επιτροπή διάσωσης του Εβραϊκού Πρακτορείου στην Κωνσταντινούπολη την 3 Αυγούστου 1944.

Επιρρίπτοντας τις ευθύνες για την εξόντωση της κοινότητας στον αρχιραβίνο, παραδίδοντας τους Εβραίους χωροφύλακες των γκέτο στα ελληνικά δικαστήρια που τους καταδίκασαν σε μακρόχρονες φυλακίσεις ή σε θάνατο, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης δημιούργησαν τον μύθο ότι οι ίδιοι οι Εβραίοι έφταιγαν για τον εκτοπισμό και την εξόντωσή τους, όπως ισχυρίζονται και διάφοροι Έλληνες ιστορικοί, απαλλάσσοντας έτσι τους Έλληνες Χριστιανούς δωσίλογους και καταδότες: μόνο Εβραίοι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Ούτε ένας Χριστιανός. Κι αυτός ο μύθος αναπαράγεται από τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων και από Έλληνες πολιτικούς μέχρι σήμερα.

Με αυτόν το καημό έφυγε και ο Αριέ, που παρά τις προσπάθειές του δεν κατάφερε να καθαρίσει το όνομα του πατέρα του. Ακόμα και στην τελευταία ταινία του Μανουσάκη, το όνομα του Κόρετς παραμένει μαύρο. Σήμερα όμως γνωρίζουμε την ψυχολογία των Γιούντενρατ. Όποιος δει το τελευταίο έργο του Λανζμάν, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών και με το οποίο ασχολήθηκα στην Athens Review of Books,[13] θα καταλάβει περισσότερα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης το διαφωτιστικό άρθρο που έγραψε η Ισραηλινή ιστορικός Μίνα Ροζέν[14] για τον Τσβι Κόρετς, όπως και ένα μεγάλο κεφάλαιο στο βιβλίο Η Διάσωση.

Εύχομαι να μην υπάρξει ξανά τέτοια αδικία για έναν άνθρωπο που έκανε το παν για να σώσει τους ανθρώπους των οποίων ηγείτο. Και για τον γιο του Αριέ, αιωνία του η μνήμη. Ήταν καλός φίλος και τον αγαπούσα πολύ. Πιστεύω ότι θα έρθει η ώρα που τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας θα καταλάβουν.

 

Σημείωση του Μανώλη Βασιλάκη: Είχα την τύχη να γνωρίσω τα τελευταία δυο χρόνια τον Αριέ Κόρετς. Ήθελα να μιλήσω γι’ αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο με ένα κείμενο που να ξεχωρίζει, αλλά καθώς δεν έχω τις απαιτούμενες γνώσεις, παρακάλεσα τον Ιακώβ Σιμπή να γράψει εκείνος κάτι ξεχωριστό. Τον ευχαριστώ θερμά, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να τιμήσω με αυτόν τον τρόπο τη μνήμη ενός σπάνιας ευγένειας και καλοσύνης ανθρώπου. 

sel19a


 

 

[1] Καρίνα Λάμψα και Ιακώβ Σιμπή, Η ζωή απ’ την αρχή, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010

–––, Η Διάσωση, Καπόν, Αθήνα 2012.

[2] Μαρτυρία Γκίτα Κόρετς, ΓΒ, 0-3/3875.

[3] ΓΒ, 0-6/1120. Έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Βισλιτσένυ προς τον στρατιωτικό διοικητή Θεσσαλονίκης με κοινοποίηση στον σύμβουλο του στρατιωτικού αρχηγείου και τον δρα Μέρτεν: Οι κατοχικοί πρωθυπουργοί δεν υπάρχουν για να σώζουν, αλλά για να επικυρώνουν την θανατική καταδίκη που υπαγορεύει κατά βούληση ο κατακτητής.

[4] Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ελλάδας, 1941-1944, σ. 36-38.

[5] Για τη δράση του Τσβι Κόρετς, πριν από τον πόλεμο, ως αρχιραβίνου της Θεσσαλονίκης και για τις κατηγορίες εναντίον του όταν στη διάρκεια του πολέμου ήταν για μια περίοδο 3,5 μηνών πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου:

Μικαέλ Μόλχο, In Memoriam, Θεσσαλονίκη 1974 (σκόρπια σε όλο το βιβλίο).

Καρίνα Λάμψα και Ιακώβ Σιμπή, Η Διάσωση, ό.π., σ. 240-262.

Minna Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past: The Political Career of Zvi Koretz (1933-43)”, Jewish Social Studies 12 (2005), pp. 111-166.

[6] Πολλά από τα ονόματα των επιβατών του τρένου τα γνωρίζουμε και από άλλη λίστα ονομάτων που έφτασε στην Επιτροπή Διάσωσης, στην Κωνσταντινούπολη, στις 3 Αυγούστου 1944 (ΚΣΑ ΚΗ4/12271), φωτογραφία της οποίας δημοσιεύουμε.

[7] Αρχείο ΓΒ 3527/304-Κ. Μαρτυρία της χήρας και του γιου του αρχιραβίνου της Θεσσαλονίκης που κατηγορείται από τους επιζήσαντες Εβραίους ως συνεργάτης των Γερμανών.

[8] Η ημέρα της εξιλέωσης. Η πιο ιερή μέρα των Εβραίων.

[9] Ο Αριέ Κόρετς μου διευκρίνισε προφορικά: «Επρόκειτο για τον καθηγητή της Κτηνιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Λειβαδά, στην οδό Βασιλίσης Όλγας. Ήταν φίλος του μπαμπά. Η μαμά ζήτησε μόνο ένα δωμάτιο. Γιατί έτσι κι αλλιώς θα φεύγαμε για Παλαιστίνη. Αυτός επέμενε να δώσω εξετάσεις και να αποφοιτήσω από το γυμνάσιο ...».

[10] Μικαέλ Μόλχο, In Memoriam, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 110.

[11] Αριέ Κόρετς, Γιομάν σελ Νάαρ (Ημερολόγιο ενός νέου) – Μπέργκεν Μπέλσεν 11.7.44 - 30.3.45, ιδιωτική έκδοση, Τελ Αβίβ 1992.

[12] Ό.π.

[13] Ι. Σιμπή, «Ο τελευταίος των αδίκων και οι αλπινιστές του Κακού», ARB, τχ. 43, Σεπτ. 2013.

[14] Minna Rozen, ό.π.