Ψηλαφώντας το ανείπωτο κακό

Ψηλαφώντας το ανείπωτο κακό Σχέδιο του Βίτολντ Πιλέτσκι από γράμμα του τον Φεβρουάριο 1944 στην Ζόσια Σεράφιν, την οποία είχε βαφτίσει. Αρχείο Γκζέγκοζ Κασπέρεκ.

 

 

Jack Fairweather, O εθελοντής. Η αληθινή ιστορία του ήρωα της Αντίστασης που διείσδυσε στο Άουσβιτς, μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, Gutenberg, Αθήνα 2020, σελ. 522


Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα, εισαγωγή - μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Άγρα, Αθήνα 2020, σελ. 118

 

 

Το χθεσινό γεύμα ήταν ενδιαφέρον, αφού ο άνθρωπος με τον οποίο γευμάτισα είχε μόλις φτάσει από (την κατεχόμενη Πολωνία) και μου έδωσε μια αυθεντική περιγραφή του «φούρνου ταχείας καύσεως των SS». Μέχρι σήμερα δεν το πίστευα, αλλά με διαβεβαίωσε ότι είναι αλήθεια: καθημερινά, 6.000 άνθρωποι «περνούν» απ’ αυτό τον φούρνο.
Απόσπασμα επιστολής του κόμη Χέλμουτ φον Μόλτκε, νομικού συμβούλου της Βέρμαχτ, προς τη σύζυγό του, Οκτώβριος 1942

 

Η μορφή του Βίτολντ Πιλέτσκι (Witold Pilecki, 1901-1948), όπως αναδύεται από το βιβλίο του Βρετανού πολεμικού ανταποκριτή και συγγραφέα Τζακ Φαίργουεδερ, είναι αυτή ενός μοναχικού ήρωα (ο ίδιος ήταν αξιωματικός του πολωνικού ιππικού, σώματος που το περιβάλλει ένας ανθεκτικός μύθος ιπποσύνης με αναγωγή στους αρχαίους Σαρμάτες), ο οποίος αφιέρωσε την ύπαρξή του στην υπηρεσία της πατρίδας του. Αγωνιζόμενος για την επιβίωση του πολωνικού έθνους, συνέβαλε στη στοιχειοθέτηση του μεγαλύτερου μαζικού εγκλήματος του 20ού αιώνα.

Το βιβλίο Ο εθελοντής[1] αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα, ο οποίος άφησε μια σχετικά ασφαλή ζωή στην κατεχόμενη Βαρσοβία του 1940, αποχαιρέτησε τα αγαπημένα του πρόσωπα (γυναίκα και δύο παιδιά) και δέχθηκε να οδηγηθεί στο γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς (Οσβιέτσιμ), προκειμένου να φέρει σε πέρας μια, κατά τα φαινόμενα, αδύνατη αποστολή: «Να συγκεντρώσει μυστικά πληροφορίες, … να συγκροτήσει έναν αντιστασιακό πυρήνα και να οργανώσει απόδραση». (σ. 65) Η ηγεσία του Μυστικού Πολωνικού Στρατού, της οργάνωσης την οποία είχαν συστήσει ο ίδιος και μερικοί αξιωματικοί στα τέλη του 1939, ελάχιστη βοήθεια μπορούσε να του παράσχει από τη στιγμή που θα έκλεινε πίσω του η πύλη του στρατοπέδου.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, το Άουσβιτς «ήταν το πρώτο γερμανικό στρατόπεδο που στόχευε σε μια ομάδα με κριτήριο την εθνότητά της» (σ. 64-65). Από τον Απρίλιο του 1940 μέχρι την εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση, τον Ιούνιο του 1941, οι τρόφιμοί του ήταν κυρίως Πολωνοί πολιτικοί κρατούμενοι, χωρίς διάκριση θρησκεύματος ή εθνοτικής καταγωγής. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρχε σωφρονιστική μονάδα προορισμένη για Καθολικούς ιερείς και Εβραίους (σ. 85). Το «έγκλημα» των κρατουμένων ήταν ότι, έμπρακτα ή εν δυνάμει, απειλούσαν να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα της αντίστασης μεταξύ των συμπατριωτών τους. Η μεταχείρισή τους εγγυόταν ότι πολλοί από αυτούς δεν θα έβγαιναν ζωντανοί· και ήταν ο υψηλός δείκτης θνησιμότητας που ώθησε την πολωνική Αντίσταση να εξακριβώσει «ιδίοις όμμασι» την κατάσταση στο Άουσβιτς.

Ο Βίτολντ φρόντισε να συλληφθεί στις 19 Σεπτεμβρίου 1940. Δύο μέρες αργότερα βρισκόταν στο στρατόπεδο. Αμέσως έγινε μάρτυρας της βίας που εξ επαγγέλματος ασκούσαν οι «κάπο», Γερμανοί βαρυποινίτες, στους οποίους δινόταν η ευκαιρία να θέσουν τη βαναυσότητά τους στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ. Ως πρώτο στόχο διάλεγαν εκπαιδευτικούς, νομικούς, γιατρούς και Εβραίους. «Ήθελαν να μας λυγίσουν», θα κατέθετε αργότερα ένας κρατούμενος, και κατά κανόνα το πετύχαιναν με όπλο τον φόβο (σ. 80). Μια δεύτερη εικόνα που θα στοίχειωνε τους νεοφερμένους ήταν οι «Μουσουλμάνοι» (Muselmänner), κρατούμενοι που λικνίζονταν μπρος-πίσω εξαιτίας της αστάθειας που προκαλούσε ο υποσιτισμός (σ. 92).

Αντιμέτωποι με την αδυσώπητη βία και την πείνα, οι κρατούμενοι στρέφονταν σε στρατηγικές ατομικής επιβίωσης. Όπως παρατήρησε ο Βίτολντ, «ορισμένοι κύλησαν σε έναν ηθικό βάλτο». Άλλοι, σαφώς λιγότεροι, «σμιλεύτηκαν και απέκτησαν τον πιο κρυστάλλινο χαρακτήρα» (σ. 106). Η κατάσταση αυτή δυσχέρανε κατά πολύ την αποστολή του Βίτολντ. Ο ίδιος γρήγορα συνειδητοποίησε πόσο αφελής ήταν όχι μόνο η ιδέα της εξέγερσης, αλλά και η πίστη του στην αγαθή φύση του ανθρώπου (σ. 99). Έτσι, επέλεξε να μην εκτίθεται, να μην κινεί την προσοχή, τουλάχιστον μέχρι να ξεφτίσει η εικόνα του ως νεοφερμένου.

Έναν περίπου μήνα μετά την άφιξή του, ο Βίτολντ άρχισε να αναζητά «μικρά σημάδια αλτρουιστικής συμπεριφοράς» μεταξύ των συγκρατουμένων του προκειμένου να αρχίσει να οργανώνει ένα δίκτυο επαφών. Ταυτόχρονα, φρόντισε να στείλει το πρώτο του μήνυμα στην οργάνωσή του, μέσω ενός συγκρατουμένου που απελευθερώθηκε. Την περιγραφή του συνόδευε έκκληση για βομβαρδισμό του στρατοπέδου. Ακόμα και αν προκαλούσε τον θάνατο κρατουμένων, μια τέτοια ενέργεια θα έφερνε απολύτρωση από το καθημερινό μαρτύριο που βίωναν (σ. 130-131). Χρειάστηκαν δύο ακόμα μήνες, προτού το μήνυμα φτάσει στο Λονδίνο, τον Δεκέμβριο του 1940. Η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση έθεσε το θέμα αλλά η αντίδραση του διοικητή της RAF ήταν αποθαρρυντική. Το βέβαιο είναι ότι τότε, αλλά και για τα επόμενα δυόμισι χρόνια, σχεδόν κανείς στη Δύση δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι όσα συνέβαιναν στο Άουσβιτς αποτελούσαν μέρος μιας πολιτικής που θα οδηγούσε στη μαζική εξόντωση ανθρώπων.

sel9

Πάνω: Ο Βίτολντ Πιλέτσκι σε φωτογραφία του ναζιστικού στρατοπέδου. Αρχείο Κρατικού Μουσείου Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Κάτω: Φωτογραφία του Πιλέτσκι από την φυλακή του σταλινικού καθεστώτος: φωτογραφία κρατούμενου No. 165/1947, Μάιος 1947. Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης Πολωνίας.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1941, το Άουσβιτς υποδέχτηκε τους πρώτους Σοβιετικούς αιχμαλώτους. Οι περισσότεροι από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα για να επιβεβαιωθεί η φονική δράση του σκευάσματος Zyklon B, το οποίο έως τότε χρησίμευε ως απολυμαντικό για ψείρες. Ο Βίτολντ φρόντισε η σχετική πληροφορία να φτάσει στην πολωνική Αντίσταση (σ. 179). Πολλοί περισσότεροι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι αφέθηκαν να πεθάνουν από το κρύο και την ασιτία. Το σχόλιο ενός κρατουμένου εξηγεί πολλά για την τροπή που θα έπαιρνε η γερμανοσοβιετική αναμέτρηση: «Όποιος σκοτώνει αιχμαλώτους πολέμου δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο. Όταν το μάθει η άλλη πλευρά, η αναμέτρηση θα είναι μέχρι θανάτου» (σ. 181).

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1941, το αρχικό στρατόπεδο του Άουσβιτς στέγαζε ένδεκα χιλιάδες Πολωνούς και σχεδόν ισάριθμους Σοβιετικούς αιχμαλώτους. Οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να κατασκευάσουν δεύτερο στρατόπεδο στην περιοχή Μπίρκεναου (Μπζεζίνκα). Η λειτουργία του ξεκίνησε στις αρχές Μαρτίου. Τα πρώτα θύματα μαζικής εκτέλεσης ήταν Πολωνές πολιτικές κρατούμενες. Αργότερα τον ίδιο μήνα έφτασαν οι πρώτες Εβραίες από τη Σλοβακία και, εν συνεχεία, από τη Γαλλία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία (σ. 210-211). Οι μαζικές δολοφονίες επαναλήφθηκαν στις αρχές Μαΐου, με θύματα εβραϊκές οικογένειες. Όλα τα μέλη τους οδηγήθηκαν στον θάλαμο αερίων του στρατοπέδου – η πρώτη από αμέτρητες «φουρνιές» θυμάτων που θα κατέληγαν στα κρεματόρια ή, όταν αυτά υπερθερμαίνονταν, σε ανοικτές πυρές.

Στα τέλη Μαΐου, ο Βίτολντ ανέθεσε σε δύο φυγάδες να ενημερώσουν την πολωνική Αντίσταση για το νέο επίπεδο λειτουργίας του Άουσβιτς, τη βιομηχανική πλέον αλυσίδα εξόντωσης Εβραίων. Βέβαια, ούτε ο ίδιος μπορούσε να συλλάβει την έκταση του εγκλήματος, καθώς είχε την εντύπωση πως το κίνητρο των Γερμανών ήταν η καταλήστευση των θυμάτων για τη στήριξη της γερμανικής πολεμικής προσπάθειας (σ. 223-4).

Η αναφορά του Βίτολντ έφτασε στον προορισμό της ένα μήνα αργότερα. Ανάλογες πληροφορίες κατέφθαναν και από άλλα σημεία της κατεχόμενης Πολωνίας. Αυτή τη φορά ο πρωθυπουργός της εξόριστης κυβέρνησης Βλαντίσλαβ Σικόρσκι ζήτησε «άμεσα αντίποινα». Ωστόσο, και παρά την κινητοποίηση εβραϊκών οργανώσεων, οι κορυφαίοι ηγέτες του δυτικού στρατοπέδου Ρούζβελτ και Τσώρτσιλ ακόμα δεν είχαν πειστεί ότι η απάνθρωπη μεταχείριση των Εβραίων διέφερε ουσιωδώς από εκείνη που οι Γερμανοί επεφύλασσαν στους υπόλοιπους λαούς της κατεχόμενης Ευρώπης. Η απροθυμία για μία, συμβολική έστω, εναέρια επιχείρηση δεν κάμφθηκε ούτε και όταν έγιναν γνωστές μαρτυρίες από αξιόπιστες πηγές. Η πρώτη, που είδε το φως της δημοσιότητας στις 25 Νοεμβρίου 1942, προερχόταν από Εβραία που είχε την τύχη να αφεθεί ελεύθερη από το Άουσβιτς στο πλαίσιο ανταλλαγής αιχμαλώτων. Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Ήντεν κατήγγειλε στη Βουλή των Κοινοτήτων την «κτηνώδη πολιτική εν ψυχρώ εξόντωσης» των Εβραίων. Ωστόσο, η αντίδραση παρέμεινε σε λεκτικό επίπεδο.

Μια ακόμα, πολυσύνθετη, μαρτυρία προήλθε από επιτόπια «πραγματογνωμοσύνη» που έφερε σε πέρας ο Ναπολέων Σεγκιέντα, Πολωνός πράκτορας της Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (Special Operations Executive), ο οποίος προσέγγισε το Άουσβιτς τον Ιούλιο του 1942. Εκεί στέλεχος της Αντίστασης του παρέδωσε έγγραφες μαρτυρίες και στατιστικές, που αποκάλυπταν ότι ο τόπος αυτός «έπαιζε κεντρικό ρόλο σε ένα σχέδιο μαζικής δολοφονίας των Εβραίων». Τις πληροφορίες που είχε συλλέξει για το Άουσβιτς, αλλά και για το στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα, μετέδωσε σε Πολωνούς και Βρετανούς ιθύνοντες, έπειτα από την περιπετειώδη επάνοδό του στη Βρετανία, μόλις τον Φεβρουάριο του 1943. Ενδεχομένως, οι αποκαλύψεις του να συνέβαλαν στη μετάδοση σχετικών με τον ρόλο του Άουσβιτς πληροφοριών από την Πολωνική Υπηρεσία του BBC, στις 11 Απριλίου 1943. Ωστόσο, η αναφορά αυτή επισκιάστηκε από την αναγγελία, δύο ημέρες αργότερα, της αποκάλυψης των μαζικών τάφων χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών, θυμάτων της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν, στο δάσος του Κατύν.

Ο Βίτολντ ήδη μετρούσε τριάντα έναν μήνες εγκλεισμού, στη διάρκεια των οποίων το δίκτυό του δοκιμάστηκε επανειλημμένα από τη φονική βία των δεσμοφυλάκων, αλλά και τις μεταπτώσεις του ηθικού των μελών του. Στα τέλη Απριλίου του 1943, κατόρθωσε να αποδράσει μαζί με δύο συντρόφους του – τη μέρα που το αδηφάγο Μπίρκεναου αφάνιζε μια ακόμα αποστολή Εβραίων της Θεσσαλονίκης.[2] Στη Βαρσοβία ήρθε σε επαφή με την ηγεσία της Αντίστασης. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να αντιληφθεί ότι οι πληροφορίες που μετέφερε για τη μαζική εξόντωση των Εβραίων αλλά και το σχέδιό του για εξέγερση με ταυτόχρονη έξωθεν επίθεση στο Άουσβιτς δεν ηχούσαν ευχάριστα σε ένα περιβάλλον όπου ο αντισημιτισμός «ήταν πιο διάχυτος από ποτέ» (σ. 355). Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η ηγεσία της Αντίστασης «απέφευγε να έρθει αντιμέτωπη με τα αντισημιτικά στοιχεία στους κόλπους της, γιατί φοβόταν πως θα διαταρασσόταν η εύθραυστη συμμαχία που θεωρούσε αναγκαία για την ανάκτηση της πολωνικής ανεξαρτησίας» (σ. 355).

Ίσως τώρα ο Βίτολντ να ένιωθε περισσότερο μόνος από ό,τι τα χρόνια του εγκλεισμού του στο στρατόπεδο. Πρυτάνευσε, ωστόσο, και πάλι το πατριωτικό του καθήκον. Αποχωρίστηκε την οικογένειά του για να στρατευτεί στον ένοπλο αγώνα που στόχο είχε να θέσει τη Βαρσοβία υπό τον έλεγχο της πιστής στην εξόριστη κυβέρνηση Αντίστασης, προτού την καταλάβει ο στρατός του Στάλιν και ρυθμίσει εκείνος τη μοίρα της καθημαγμένης χώρας.

Ο Φαίργουεδερ θεωρεί ότι «οι μυστικές πληροφορίες που είχε βγάλει κρυφά ο Βίτολντ από το Άουσβιτς» ήταν «αυτές που είχαν προετοιμάσει το έδαφος» για την οριστική αποδοχή των αποκαλύψεων σχετικά με τη γενοκτονία των Εβραίων, τον Απρίλιο του 1944, τη στιγμή που το Τρίτο Ράιχ επιχειρούσε να καταστρέψει την τελευταία μεγάλη κοινότητα στην Ευρώπη, εκείνη της Ουγγαρίας (σ. 365). Ακόμα και τότε, και παρά την παρότρυνση του ίδιου του Τσώρτσιλ, η στρατιωτική ηγεσία των Συμμάχων απέρριψε τον βομβαρδισμό των στρατοπέδων ως «πολύ δύσκολο και δαπανηρό» εγχείρημα (σ. 366).

Την 1η Αυγούστου 1944 άρχισε η εξέγερση της πολωνικής Αντίστασης στη Βαρσοβία, με βάση την εσφαλμένη εκτίμηση ότι ο Κόκκινος Στρατός θα συνέχιζε την προέλασή του και πέρα από τις όχθες του Βιστούλα. Ο Στάλιν επέλεξε να αφήσει τα γεγονότα να εξελιχθούν. Έπειτα από επτά εβδομάδες άνισης αναμέτρησης, οι Πολωνοί μαχητές, ανάμεσά τους και ο Βίτολντ, παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Ο ίδιος μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στη Βαυαρία, όπου οι συνθήκες κράτησης, σε σύγκριση με ό,τι είχε βιώσει, ήταν ιδεώδεις. Εκεί τον βρήκαν οι Αμερικανοί ελευθερωτές, στις 29 Απριλίου 1945, δύο χρόνια μετά την απόδρασή του από το Άουσβιτς.

Ως μέλος πλέον των πολωνικών ενόπλων δυνάμεων που είχαν πολεμήσει στο πλευρό της βρετανικής Όγδοης Στρατιάς στην Ιταλία, ο Βίτολντ βρήκε τον χρόνο να συντάξει πολυσέλιδη αναφορά για την εμπειρία του στο Άουσβιτς. Την παρέδωσε στον Πολωνό πρεσβευτή στο Βατικανό, τον Οκτώβριο του 1945. Εν συνεχεία, πέρασε στην Πολωνία και συνεργάστηκε με την αντισοβιετική αντίσταση, μέχρις ότου συνελήφθη από την υπηρεσία ασφάλειας του κομμουνιστικού καθεστώτος. Βασανίστηκε, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Ήταν η χειρότερη δοκιμασία της ζωής του. Όπως φέρεται να είπε στους οικείους του, που μάταια αγωνίστηκαν να του δοθεί χάρη, «Το Άουσβιτς ήταν παιχνίδι μπροστά σε αυτό. Κουράστηκα πια. Θέλω να τελειώνουμε» (σ. 404). Στις 25 Μαΐου 1948, ο Βίτολντ Πιλέτσκι, μάρτυρας δύο ολοκληρωτισμών, εκτελέστηκε με τη συνήθη μέθοδο της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν – με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

Τον Σεπτέμβριο του 1944, ενώ τρεμόσβηνε ο απεγνωσμένος αγώνας της πολωνικής Αντίστασης στη Βαρσοβία, ο Σοβιετικός πολεμικός ανταποκριτής και συγγραφέας Βασίλι Γκρόσμαν (1905-1964) επισκεπτόταν την Τρεμπλίνκα στη βορειοανατολική Πολωνία, απ’ όπου οι Γερμανοί είχαν αποχωρήσει τον προηγούμενο Ιούλιο. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1941 και Οκτωβρίου 1943 είχαν λειτουργήσει εκεί δύο στρατόπεδα, τα οποία ακολουθούσαν τον «καταμερισμό εργασίας» του Άουσβιτς: Το προγενέστερο είχε κατασκευαστεί ως στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας και στέγασε κυρίως Πολωνούς. Από τους είκοσι χιλιάδες κρατούμενούς του, οι μισοί περίπου θα έχαναν τη ζωή τους από την κακομεταχείριση και τις ασθένειες. Το μεταγενέστερο στρατόπεδο, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο του 1942, αποτέλεσε τον τελικό προορισμό για εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους, και πάλι κυρίως Πολωνούς, αλλά και έντεκα χιλιάδες από τις βουλγαροκρατούμενες γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ανατολική Σερβία, ελληνική Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, τους οποίους η κυβέρνηση της Σόφιας παρέδωσε στους Γερμανούς, ως αντιστάθμισμα για την εξαίρεση των Εβραίων πολιτών της Βουλγαρίας.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 1943, ίσως και εννιακόσιες χιλιάδες ψυχές είχαν χαθεί στην Τρεμπλίνκα, κατ’ εφαρμογήν της επιχείρησης Ράινχαρντ που απέβλεπε στην εξόντωση των Εβραίων της κατεχόμενης Πολωνίας. Εν συνεχεία, οι Γερμανοί ισοπέδωσαν τον χώρο και προσπάθησαν να εξαλείψουν τα ίχνη της μαζικής δολοφονίας. Αυτό συνέβη όχι τόσο επειδή είχε προηγηθεί μια εξέγερση κρατουμένων τον Αύγουστο, με αποτέλεσμα τη μερική καταστροφή του στρατοπέδου (όχι όμως και των θαλάμων αερίων), όσο επειδή κρίθηκε ότι το συγκρότημα του Άουσβιτς-Μπιρκενάου επαρκούσε για να ολοκληρωθεί το ανθρωποκτόνο εγχείρημα.

sel8

Ο Βίτολντ Πιλέτσκι κατά τη διάρκεια της δίκης του στο Στρατοδικείο, Βαρσοβία, Μάρτιος 1948. Μουσείο Ιστορίας της Πολωνίας.

Το κείμενο του Γκρόσμαν για την Τρεμπλίνκα δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1944, στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό Ζνάμια (Λάβαρο), το φιλοξενούσε συχνά στρατιωτικές ιστορίες. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε σε βιβλίο και, το 1946, εκδόθηκε στα γερμανικά από σοβιετικό εκδοτικό οίκο. Η επιμελήτρια της έκδοσης και μεταφράστρια του έργου, καθηγήτρια Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, το χαρακτηρίζει «κείμενο-γέφυρα ανάμεσα στο πριν και στο μετά της φρικιαστικής είδησης» για τον συστηματικό αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου.

Η εξιστόρηση της 15μηνης τραγωδίας που εκτυλίχθηκε στο στρατόπεδο εξόντωσης εναλλάσσεται με τον στοχασμό του συγγραφέα που έρχεται αντιμέτωπος με το ανείπωτο, το ασύλληπτο του πράγματος. Ο Γκρόσμαν επιχειρεί να ψηλαφήσει τις συνθήκες που βίωσαν μέσα στο, ισοπεδωμένο πλέον, στρατόπεδο τα επίσης εξαϋλωμένα θύματα της ναζιστικής (ο ίδιος θα έλεγε «γερμανικής») απανθρωπιάς. Δοκιμάζονται οι αντοχές του ως ανθρώπου που είχε μάθει να συμβιώνει με τον βίαιο θάνατο, όταν περιγράφει τη μετάβαση από την πλάνη και την άγνοια στην «τρομερή υποψία» που διογκώνουν οι «οξυμένες αισθήσεις των μελλοθανάτων».

Ίσως για τον σημερινό, αποστασιοποιημένο αναγνώστη, η περιγραφή αυτή της απόλυτης φρίκης να φαίνεται νοσηρά μακάβρια, αν όχι εξωπραγματική. Το ίδιο ίσχυε και για το κοινό στο οποίο απεύθυναν τις αναφορές τους ο Βίτολντ Πιλέτσκι και άλλοι αυτόπτες της εβραϊκής γενοκτονίας, ιδίως στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αποδέκτες τους άργησαν πολύ να αφυπνιστούν. Όπως θα παρατηρούσε ο Ολλανδός θεολόγος και γενικός γραμματέας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών Βίλεμ Βίσερ’τ Χόουφτ (Willem Visser 't Hooft), «[δ]εν χωρούσε στο μυαλό του κόσμου αυτή η απίστευτη φρίκη … Δεν διέθεταν τη φαντασία, ούτε και το κουράγιο, να το αντιμετωπίσουν» (σ. 193).

Πράγματι, φαίνεται αδιανόητο να στήνεις μια τεράστια επιχείρηση, προορισμένη να εξοντώσει οριστικά εκατομμύρια ανθρώπων –ανδρών, γυναικών και παιδιών– τους οποίους «βάρυνε» αποκλειστικά η «φυλετική» τους καταγωγή· να αφιερώνεις πόρους για να αφανίσεις πλήθος ανθρώπων με ξεχωριστά χαρίσματα και δεξιότητες, αδιαφορώντας για την όποια χρησιμότητά τους σε καιρό πολέμου· να διακινδυνεύεις τον στιγματισμό και την τιμωρία του λαού σου διαπράττοντας ένα πρωτοφανές κατά συρροή έγκλημα με τη διαδοχική καταλήστευση, εξανδραποδισμό και, εν τέλει, εν ψυχρώ δολοφονία τόσων ανθρώπινων υπάρξεων.

Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Γκρόσμαν αποφεύγει να αναφέρει ότι, με εξαίρεση λίγες δεκάδες Γερμανούς, το προσωπικό της Τρεμπλίνκα αποτελούσαν στρατολογημένοι από τα SS πρώην αιχμάλωτοι του Κόκκινου Στρατού. Μια τέτοια αναφορά θα κηλίδωνε το αφήγημα του παλλαϊκού Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της ΕΣΣΔ. Αυτό που εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό είναι η συμμετοχή πλήθους «κανονικών» ανθρώπων, Γερμανών και άλλων, στην εγκληματική δράση του ναζιστικού καθεστώτος.[3] Μια μέρα, ο Βίτολντ βρέθηκε να εργάζεται σε ένα συνεργείο που είχε αναλάβει την ανακαίνιση σπιτιού που θα στέγαζε την οικογένεια αξιωματικού των SS. Ερχόμενος σε επαφή με τον διώκτη του σε ειρηνικό περιβάλλον, ο «εθελοντής του Άουσβιτς» συναισθάνθηκε την τερατώδη αντίφαση ανάμεσα στην «κανονική», αξιοσέβαστη ύπαρξη ενός ατόμου «εκτός υπηρεσίας» και τη μεταμόρφωσή του σε σαδιστή δολοφόνο «μόλις διάβαινε το κατώφλι του στρατοπέδου» (σ. 103).

Η ικανότητα του ανθρώπου να διαχωρίζει μεταξύ τους (compartmentalize) πλευρές της ύπαρξής του διαχρονικά διευκολύνει τη συμμετοχή και στο πιο εγκληματικό σχέδιο. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί η τάση του ανθρώπου να αποσείει ή να μεταθέτει την ευθύνη των πράξεών του. Για παράδειγμα, όταν ένας Πολωνός ρώτησε με επικριτική διάθεση συγκρατούμενό του γιατί έκανε «τις βρωμοδουλειές» των SS, χορηγώντας θανατηφόρες ενέσεις φαινόλης σε ασθενείς, εκείνος «σήκωσε τους ώμους». Εξήγησε ότι οι άρρωστοι «θα πέθαιναν έτσι κι αλλιώς». Και έθεσε στον συνομιλητή του το ερώτημα: «Θα προτιμούσες να πεθάνεις ακαριαία ή να σε ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου μέρες ολόκληρες»; (σ. 299)

Η απόλυτη προσήλωση που επέδειξε ο ναζισμός στην καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης, με κριτήριο μια παράλογη, αντιεπιστημονική αλλά διάχυτη ιδεοληψία, προκαλεί συνειρμούς. Και άλλα καθεστώτα εκτόπισαν, φυλάκισαν και οδήγησαν στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, στο όνομα διάφορων επιδιώξεων: οι Νεότουρκοι τους Αρμένιους στο όνομα της επιβίωσης του τουρκικού έθνους εν καιρώ πολέμου· οι κομμουνιστές των Λένιν, Στάλιν και Μάο σε βάρος των δικών τους πληθυσμών αλλά και συντρόφων τους στο όνομα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού· οι Ερυθροί Χμερ της Καμπότζης στο όνομα μιας αγροτικής ουτοπίας. Ωστόσο, κανένα από τα υπόλοιπα μαζικά εγκλήματα του 20ού αιώνα δεν απέκτησε τη φοβερή απαξία της ναζιστικής «Τελικής Λύσης» του Εβραϊκού Ζητήματος στην Ευρώπη.

Η σχετική ευκολία με την οποία το έγκλημα διαπράχθηκε προβλημάτισε και τον Γκρόσμαν, ο οποίος επιβίωσε από τη σταλινική εκδοχή του ολοκληρωτισμού:[4] «Πρέπει να θυμόμαστε», καταλήγει, «πως ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν θα αποκομίσουν από αυτό τον πόλεμο μόνο την πικρία της ήττας αλλά και τη για ορισμένους γλυκιά ανάμνηση της ευκολίας των μαζικών δολοφονιών»· υπόμνηση, η οποία παραμένει απειλητικά επίκαιρη.


 

 

[1] Η ελληνική έκδοση είναι εξαιρετικά επιμελημένη και αισθητικά άρτια. Οι μόνες παραφωνίες σχετίζονται με την προφανή έλλειψη εξοικείωσης της ικανής μεταφράστριας με όρους της πολιτικής και στρατιωτικής Ιστορίας. Σταχυολογώ μερικά παραδείγματα: «ήχο των πυροβολικών», «το αεροσκάφος επέστρεψε για να τους γαζώσει με αυτόματα» (35), εξακόσια άρματα μάχης Panzer (ο γερμανικός όρος δηλώνει όλα τα τεθωρακισμένα, 36), «τα όπλα των 7,92 χιλιοστών των αρμάτων», «ευχόταν η πολεμική γραμμή να είχε αντέξει περισσότερο» (37), «Λεγεώνα των Εθνών» (League of Nations, 131), «εμπρηστικές βόμβες με τις κεφαλές τους» (σ. 134), «βομβαρδιστική αποστολή» (σ. 137), «βομβαρδιστική εκστρατεία» (σ. 195), «Εκτελεστικού Πολιτικών Εχθροπραξιών» (Υπηρεσίας Πολιτικού Πολέμου, σ. 322), «ανιχνευτικά στρατεύματα» (σ. 394).

[2] Ο Βίτολντ, στην «Αναφορά» που συνέταξε μετά το τέλος του πολέμου, κάνει λόγο για 2.700 άτομα. Σύμφωνα με στοιχεία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, η άφιξη της 28ης Απριλίου 1943 περιλάμβανε 3.070 άτομα, από τα οποία 2.529 οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων. Βλ. Καρίνα Λάμψα - Ιακώβ Σιμπή, Η διάσωση: Η σιωπή του κόσμου, η Αντίσταση στα γκέτο και τα στρατόπεδα, οι Έλληνες Εβραίοι στα χρόνια της Κατοχής, Καπόν, Αθήνα 2021, 404-405.

[3] Για το ζήτημα που ανέδειξε η Χάννα Άρεντ στο διάσημο το έργο της Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (1963), ο Saul Friedländer επισημαίνει ως καθοριστική την επίδραση του ναζιστικού καθεστώτος στη συμπεριφορά συνηθισμένων ανθρώπων. Όπως παρατηρεί, οι άνθρωποι αυτοί έδρασαν υπό την επίδραση και καθοδήγηση ενός καθεστώτος, που κάθε άλλο παρά κοινότοπο ήταν: Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι: Ι. Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939, ΙΙ. Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 23.

[4] Όπως σημειώνει η Ιωαννίδου, το σημαντικότερο έργο του Γκρόσμαν Ζωή και πεπρωμένο επρόκειτο να κατασχεθεί από την Κα-Γκε-Μπε και ο ίδιος να επικριθεί επειδή σε αυτό «εντόπιζε κοινά χαρακτηριστικά στο χιτλερισμό και στο σταλινισμό» (σ. 34). Αυτό συνέβη το 1961, αφού είχε προηγηθεί η «αποκαθήλωση» του Στάλιν από το σοβιετικό πάνθεο και η αποκάλυψη πολλών από τις εγκληματικές πτυχές της σταδιοδρομίας του.