Θλιβερή Αριστερά Χοσέ Λουίς Κουέβας, «Κολοσσός», 1987, λιθογραφία σε χαρτί. © Inter-American Development Bank, Ουάσινγκτον.

 


 

Πόσο απογοητευτική αποδείχθηκε η «πρώτη φορά Αριστερά», για όποιους επένδυαν ελπίδες σε αυτήν, δεν αξίζει άλλη συζήτηση. Το πράγμα είχε φανεί από το 2015, στον εναγκαλισμό με τους ΑΝΕΛ, ενισχύθηκε το 2019, στον ερανισμό κάθε υπολείμματος άλλων κομμάτων για χάρη της εξουσίας, και κορυφώνεται στις δυσώδεις μεθοδεύσεις του κ. Παππά κ.ά. (Αναισχυντία, δολιότητα ή ιδιοτέλεια, τίποτε απ’ όσα η Αριστερά καταλόγιζε στους αντιπάλους της δεν έλειπε κι από την ίδια.)

Ήταν άραγε αναπόφευκτο αυτό ή υπήρχε άλλη προοπτική, που δεν ευτύχησε να εκπληρωθεί από τα συγκεκριμένα πρόσωπα στις συγκεκριμένες περιστάσεις; Ίσως. Αλλά όλη η κάποτε ευρύνους και «δημοκρατική» Αριστερά (με τέως μέλη του ΚΚΕ στην πλειονότητα των στελεχών της) στοιχήθηκε πίσω από τον κ. Τσίπρα (μέλους της ΚΝΕ, επίσης, το 1989). Και ο κ. Τσίπρας απεδείχθη «ένας πολλά υποσχόμενος νέος», μα μόνο με την έννοια του νέου που, μέσα στον αδίστακτο αριβισμό του, υπόσχεται οτιδήποτε.

Αμφισβητώντας τη θέση του Λένιν πως «δεν νοείται κομμουνιστής εκτός κομμουνιστικού κόμματος», ο κ. Π. Τριγάζης επισήμαινε πρόσφατα ότι «η ιδιότητα του κομμουνιστή δεν εξαντλείται στην απόκτηση κάρτας μέλους του κόμματος»· βασίζεται στην ιδεολογική αφοσίωση και στο «ηθικό μεγαλείο» που επέτρεψε στους κομμουνιστές να στέκουν «όρθιοι κι ασυμβίβαστοι, υπερασπιζόμενοι τις αξίες και τα ιδανικά τους, θυσιάζοντας συχνά και τη ζωή τους» (Αυγή, 2/7).

Είναι αλήθεια πως ούτε από την παγκόσμια ούτε από την ελληνική ιστορία λείπουν παραδείγματα αφοσιωμένων κομμουνιστών, οι οποίοι (ως μέλη ή μη μέλη κομμουνιστικών κομμάτων) θυσιάστηκαν για τα ιδανικά τους. Το ουσιαστικό θέμα, όμως, είναι πώς είχαν συγκροτηθεί αυτά τα ιδανικά;

Σο μυθιστόρημά του Η αθανασία (1990), ο Μίλαν Κούντερα έγραφε: «Πριν εκατό χρόνια στη Ρωσία, οι καταδιωκόμενοι μαρξιστές μαζεύονταν σε μικρές παράνομες ομάδες για να μελετήσουν από κοινού το Μανιφέστο του Μαρξ. Απλούστευαν το περιεχόμενό του για να το διαδώσουν σε άλλες ομάδες, τα μέλη των οποίων το διέδιδαν παραπέρα, απλουστεύοντας με τη σειρά τους την απλούστευση, ώσπου ο μαρξισμός συρρικνώθηκε σε έξι επτά σλόγκαν, τόσο πενιχρά συνδεόμενα που δύσκολα να περνιέται για ένα λογικό σύστημα ιδεών».

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη Γαλλία, χώρα στην οποία κατέφυγε ο συγγραφέας από τη σοβιετοκρατούμενη Πράγα, και διερευνά τις διαφορές ανάμεσα στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του και στον ίδιο τον εαυτό. Ο εαυτός υπόκειται στη θνητότητα, η εικόνα διατηρεί ορίζοντες αθανασίας. Ως προς αυτή την εικόνα, λοιπόν, anything goes. Συρρικνώνοντας τον μαρξισμό σε «έξι επτά σλόγκαν», μπορείς να πιστεύεις ότι αγωνίζεσαι για πανανθρώπινα ιδεώδη, ενώ εκδηλώνεις τη μικρόνοια ή τη μικρότητά σου, τους φθόνους και τα κόμπλεξ σου. Να πιστεύεις ότι λαδώνεις τα γρανάζια της ιστορίας για να φέρεις ταχύτερα οικουμενική ευδαιμονία, ενώ απλώς «λαδώνεσαι», για να ωφεληθείς ο ίδιος και το περιβάλλον σου. Πλήθος καθάρματα περιωπής ή κανονικοί δήμιοι, στη σταλινική περίοδο, δεν έκαναν παρά αυτό. (Και σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις ανταποκρίνονταν στο κριτήριο του Λένιν – ήταν κομματικά μέλη.)

Το πρόβλημα με τους κομμουνιστές, νυν ή τέως, είναι η βεβαιότητα για τις αγαθές τους προθέσεις. Σε πείσμα κάθε φροϋδικού «κρυφτού» μεταξύ συνειδητού-ασυνειδήτου, θεωρούν ότι μόνον ένα αγνό αίσθημα ανθρωπισμού και αλληλεγγύης τους εμφυσά. Άρα οτιδήποτε στέκει εμπόδιο στον δρόμο τους δεν μπορεί παρά να συνιστά υπεράσπιση της «εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο». Εστιασμένοι στις αντιφάσεις του καπιταλισμού, παραβλέπουν οποιαδήποτε δική τους. Ιδίως την αντίφαση να θες να ιδρύσεις μια κοινωνία της αλληλεγγύης, θεμελιώνοντάς την στο μίσος για όσους δεν είναι οπαδοί σου.

Περισσότερο από κομμουνιστικά ιδεώδη, μια τέτοια στάση θυμίζει ισλαμικό φανατισμό. Οξυδερκέστερος πολλών άλλων αριστερών διανοουμένων ο Μπέρτραντ Ράσσελ, όταν το 1920 συνάντησε τον Λένιν, έκρινε ότι ο ηγέτης των Μπολσεβίκων βρισκόταν πιο κοντά στον Μωάμεθ απ’ ό,τι στον Μαρξ.

Μισόν αιώνα νωρίτερα, το 1869, στο έξοχο μυθιστόρημά του Η αισθηματική αγωγή, ο Φλωμπέρ έβαζε τον αγωνιστή Σενεκάλ (φίλο του κεντρικού ήρωα) να «πολεμά μανιασμένα, με συλλογιστική γεωμέτρη και καλοπιστία ιεροεξεταστή», οτιδήποτε επιζήμιο στις ιδέες του περί σοσιαλισμού. Ιδέες οι οποίες, όπως έγραφε παρακάτω, «είναι καινούργιες όσο το παιχνίδι της χήνας» και «αντλούν τη δόξα τους από την αντίδραση που συναντούν, όσο μέτριες και να ’ναι». Στο μυθιστόρημα, ο Σενεκάλ είναι έτοιμος να φυλακιστεί για τις ιδέες του, αλλά και να επωφεληθεί απ’ αυτές.

Από τον Σενεκάλ μέχρι τον κ. Παππά, είμαστε καταδικασμένοι να μένουμε «στο ίδιο έργο θεατές». Κι αν στα χρόνια μεταξύ Φλωμπέρ και Σολζενίτσιν μπορούσε κανείς να προσδοκά μια διαφορετική εξέλιξη σε αυτό το «έργο», έγινε έκτοτε θλιβερά σαφές πως απέναντι στην εκμετάλλευση του λαού υπάρχει μόνο η εκμετάλλευση της δυσαρέσκειάς του. Από την κατάργηση της δουλείας στην Ευρώπη, στις αρχές του 19ου αιώνα, ως το σκανδιναβικό μοντέλο κοινωνικού κράτους, στα τέλη του 20ού, οι βελτιώσεις της ζωής των εργατών οφείλουν στην ενσυναίσθηση που καλλιέργησε η λογοτεχνία στους αστούς τουλάχιστον όσα και στα οδοφράγματα των εξεγέρσεων.

Τελικά, ο κ. Τσίπρας έχει δίκιο όταν λέει ότι μέσω κ. Παππά βάλλεται ο ίδιος, το κόμμα κι η παράταξη. Μόνο που ο κ. Παππάς, ο ίδιος και το κόμμα του σπίλωσαν τόσο την παράταξη. Έδειξαν ότι ιδεώδες της περίφημης «δημοκρατικής» Αριστεράς παραμένει η ολοκληρωτική Αριστερά κι ότι δεν είναι τα «βάσανα του λαού» που την κινητοποιούν, αλλά η υποψία πως σε μια κοινωνία της σύνεσης πολλά θα λύνονταν χωρίς ηρωικούς αγώνες. Έτσι, όμως, οι επαγγελματίες αγωνιστές θα κατέληγαν στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Όπως οι ιερείς ή οι θεολόγοι, αν δεν υπάρχει θεός.