Για όλα φταίει ο Φιλελευθερισμός

Για όλα φταίει ο Φιλελευθερισμός Κέρρυ Τζέιμς Μάρσαλ, Άτιτλο (Η γέφυρα του Λονδίνου), 2017. Ο Αμερικανός ζωγράφος Μάρσαλ απεικονίζει μια φανταστική σκηνή στη «Γέφυρα του Λονδίνου» στη λίμνη Χάβαζου στην Αριζόνα. Η γέφυρα αυτή κατασκευάστηκε με πρότυπο τη γέφυρα του Τάμεση, το 1967. Στο κέντρο του έργου, ένας άνδρας φοράει μία πινακίδα διαφημίζοντας ένα εστιατόριο που ονομάζεται Olaudah's. Ο Ολόντα Εκουϊάνο, που γεννήθηκε στη Δυτική Αφρική γύρω στο 1745 και πουλήθηκε ως σκλάβος, εξαγόρασε την ελευθερία του το 1767. Μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου έγινε εξέχουσα προσωπικότητα του κινήματος για τη κατάργηση της δουλείας. Οι δύο ιστορίες εκτόπισης συνδέονται με την οικονομική ευκαιρία: ο Εκουϊάνο έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας και η λίμνη Χάβαζου είναι πλέον τουριστικός προορισμός.

 

 

ARB – THE NEW YORK REVIEW OF BOOKS

 

 

Patrick J. Deneen, Why Liberalism Failed [Γιατί απέτυχε ο φιλελευθερισμός]· with a foreword by James Davison Hunter [Τζέιμς Ντέιβισον Χάντερ] and John M. Owen IV [Τζων Μ. Όουεν Δ΄], Yale University Press, σελ. 225

 

 

Λες και θέλοντας να χλευάσει τις θριαμβολογίες του 1989, η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει κλονιστεί και παραπαίει με εντυπωσιακή σφοδρότητα. Ακόμη και οι στιβαρότερες δημοκρατίες υποφέρουν από δυσλειτουργίες και αποσκιρτήσεις. Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, το τέλμα του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο και η μειωμένη σε όλη την Ευρώπη υποστήριξη προς τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, όλα τα παραπάνω αντικατοπτρίζουν πιστά την αντίληψη ότι η κυβερνώσα τάξη έχει αποτύχει.

Σύμφωνα με κοινή θεώρηση άκρας Αριστεράς και άκρας Δεξιάς, τα πρόσφατα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει εγγενή ελαττώματα, ίσως μάλιστα και να είναι καταδικασμένη. Για τους μαρξιστές κριτικούς, η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελούσε πάντα προπέτασμα καπνού τής κυριαρχίας του κεφαλαίου, και οι παρούσες δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η δημοκρατία σημαίνουν ότι έχουμε επιτέλους φτάσει στην τελική κρίση του καπιταλισμού[1]. Ακόμη και μη μαρξιστές προοδευτικοί οικονομολόγοι όπως ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Ντάνι Ρόντρικ συμφωνούν ότι ανεξέλεγκτο παγκόσμιο κεφάλαιο και λειτουργικά δημοκρατικά έθνη-κράτη είναι αδύνατον να συνυπάρχουν. Μεταξύ των συντηρητικών οπαδών τής παράδοσης, στους οποίους μια οργανική αντίληψη της κοινωνίας είναι βαθύτατα προσφιλής –σε αντίθεση προς τους υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς–, η φιλελεύθερη δημοκρατία συνιστά επικίνδυνη προδοσία βαθύτατων πηγών παιδείας και πολιτισμού, όπως της οικογένειας, της φυλής, του έθνους και της Εκκλησίας. Ο φιλελευθερισμός, κατά τα λεγόμενά τους, δρέπει τις συνέπειες μιας επιδρομής εις βάρος της παράδοσης. Για τον Πάτρικ Ντενήν, καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Notre Dame, η τρέχουσα κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν είναι παροδική, αλλά θεμελιακή.

Στο Γιατί απέτυχε ο φιλελευθερισμός, που εκδόθηκε το 2018, και σε χαρτόδετη επαυξημένη έκδοση το 2019, ο Ντενήν παρουσιάζει την ευρεία δυσαρέσκεια για τη δημοκρατική πολιτική και διακυβέρνηση, την αυξανόμενη δυσπιστία προς την παγκόσμια αγορά, τη διάβρωση αξιών και αρετών όπως της αφοσίωσης και της αυτοσυγκράτησης, και την αποδυνάμωση της οικογένειας και της κοινότητας. Ρίχνει για όλα το φταίξιμο σε αυτό που ονομάζει «φιλελευθερισμό». Ο Ντενήν δεν διαφωνεί μόνο με νεότερους φιλελεύθερους φιλοσόφους όπως τον Τζων Ντιούι και τον Τζων Ρωλς, ή με το σημερινό Δημοκρατικό Κόμμα [των ΗΠΑ] και τις φιλελεύθερες διακηρύξεις νέων δικαιωμάτων των γυναικών και των καταπιεσμένων μειονοτήτων. Όχι· τα πυρά του στρέφονται εναντίον της φιλελεύθερης παράδοσης συνολικά, ξεκινώντας από τον Διαφωτισμό. Κατά τον Ντενήν, ακόμη και για δεινά που οι περισσότεροι θα απέδιδαν στον Συντηρητισμό –όπως για παράδειγμα την αστάθεια που προκαλεί ο φονταμενταλισμός της αγοράς– ο φιλελευθερισμός φταίει.

Όταν εκδόθηκε το 2018, με παραθέματα εξωφύλλου του Ρος Ντάουθατ δεξιά και του Κορνέλ Ουέστ αριστερά, το βιβλίο του Ντενήν συγκέντρωσε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Ο Άντριαν Βερμιούλ, καθηγητής Νομικής του Χάρβαρντ, στο [τριμηνιαίο πολιτικό] περιοδικό American Affairs αποκάλεσε τον Ντενήν «άξιο διάδοχο του Τοκβίλ». Η κριτική της Τζένιφερ Σάλαϊ στους New York Times ήταν μικτή, αλλά τράβηξε την προσοχή αναφέροντας ότι «διατυπώνει κάτι σημαντικό μέσα σε αυτή την εποχή της διάψευσης των προσδοκιών». Η θέση του βιβλίου ήταν βολική για τους συντηρητικούς, που επιδίωκαν να αποδώσουν όλα τα δεινά στους φιλελεύθερους, και είχε επίσης απήχηση σε μερικούς προοδευτικούς επειδή επέκρινε με δριμύτητα τις υπερβολές της αγοράς. Έμοιαζε να απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό σαστισμένο από την απότομη κατάρρευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η χαρτόδετη έκδοση του 2019 περιλαμβάνει επιπλέον ένα σύντομο σχόλιο του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στο εξώφυλλο, ο οποίος εξαίρει την «έγκυρη διεισδυτική ματιά στην απώλεια νοήματος και κοινότητας».

Η σκέψη του Ντενήν απηχεί μια παλαιότερη αντιδραστική επιχειρηματολογία περί αφροσύνης και φαυλότητας της φιλελεύθερης δημοκρατίας· επιχειρηματολογία που περιλαμβάνει αντι-φιλελεύθερους διανοητές του 20ού αιώνα, όπως τον Λέο Στράους και τους θεωρητικούς του φασισμού Καρλ Σμιτ και Τζοβάνι Τζεντίλε, μέχρι εθνικιστές και μοναρχικούς επικριτές του φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα, όπως τον Ζοζέφ ντε Μαιστρ[2]. Βασίζει το κατηγορητήριό του σε μια καρικατούρα του φιλελευθερισμού, ως της «μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας από εξωτερικούς περιορισμούς», στην οποία αντιπαραθέτει την «αρχαία αντίληψη της ελευθερίας», που ορίζεται ως «μεμαθημένη ικανότητα των ανθρώπων να υπερνικούν τη δουλική επιδίωξη ταπεινών και ηδονιστικών επιθυμιών». Η ικανότητα αυτή, πιστεύει, ήταν γερά στερεωμένη σε «κανόνες και έθιμα» –θρησκευτική λατρεία, πυρηνική οικογένεια, σαφή ιεραρχία της εξουσίας– που απαραιτήτως απαιτούσαν «περιορισμούς των ατομικών επιλογών». Ο φιλελευθερισμός, ισχυρίζεται, απορρίπτει αυτή την αντίληψη αυτοπεριοριζόμενης ελευθερίας, επιβραβεύοντας την ελευθεριότητα, διαφθείροντας την αυτοπειθαρχία και τη μετριοφροσύνη και επιφέροντας ολέθριες τελικά συνέπειες στην κοινωνία: «Η χαλάρωση των κοινωνικών δεσμών σε κάθε σχεδόν διάσταση της ζωής –από την οικογένεια και τη γειτονιά ώς τη θρησκεία, ακόμη και το έθνος– αντανακλά την προελαύνουσα φιλελεύθερη λογική και αποτελεί την πηγή της βαθύτατης αστάθειάς της [της κοινωνίας]». Ενθαρρύνοντας την ατομική ασυδοσία, υποστηρίζει ο Ντενήν, ο φιλελευθερισμός καταστρέφει την κοινότητα και τοιουτοτρόπως το φιλελεύθερο ιδεώδες μιας αυτοκυβέρνητης κοινωνίας.

Το βιβλίο διατρέχει κάθε μείζονα τομέα της ζωής – πολιτική και διακυβέρνηση, εκπαίδευση, παιδεία, οικογένεια, σεξουαλικότητα, επιστήμη και τεχνολογία. Για τον Ντενήν, ο φιλελευθερισμός ευθύνεται για την παγκόσμια κλιματική αλλαγή, την οποία, ισχυρίζεται, προκάλεσε το «όνειρο της απελευθέρωσης από τα δεσμά της φύσης». Ασπαζόμενος την πολυπολιτισμικότητα, ο φιλελευθερισμός δημιουργεί μια αδιαφοροποίητη χοάνη και καταστρέφει τις υπάρχουσες κουλτούρες – εκείνος που εκτιμά όλες τις κουλτούρες, κατά τον Ντενήν, δεν έχει κουλτούρα. Μιλώντας για την εκπαίδευση και τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Ντενήν προειδοποιεί ότι, «εάν ο φιλελευθερισμός αντικαταστήσει εντέλει κάθε μορφή κουλτούρας με μια διαβρωτική αντικουλτούρα, τότε αναπόφευκτα θα υπονομεύσει επίσης και την εκπαίδευση».

Ο Ντενήν καταγγέλλει τον φιλελευθερισμό ως υπαίτιο για τη χειραφέτηση των γυναικών, η οποία οδηγεί σε μια κοινωνία όπου «τα παιδιά όλο και περισσότερο θεωρούνται περιορισμός της ατομικής ελευθερίας, πράγμα που συντελεί στη σταθερή δέσμευση του φιλελευθερισμού υπέρ των ελεύθερων [on demand] αμβλώσεων». Κρίνοντας την τεχνολογία, ο Ντενήν γράφει: «Οι εναπομένουσες πολιτισμικές πρακτικές που επιβίωσαν της εποχής της τεχνολογίας παραχωρούν τώρα τη θέση τους σε έναν μετασχηματισμένο κόσμο όπου η τεχνολογία η ίδια έχει γίνει η κουλτούρα μας». Για την εντεινόμενη αίσθηση υποδούλωσης στην τεχνολογία, σύμφωνα με τον Ντενήν, υπεύθυνος είναι επίσης κατά κάποιον τρόπο ο φιλελευθερισμός, παρ’ όλο που οι ίδιες εκείνες τάσεις υφίστανται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις αυταρχικές κοινωνίες και ο περιορισμός τους έχει υπάρξει πρωτεύων στόχος των οπαδών του αστικού φιλελευθερισμού.

Προωθώντας την ατομική ελευθερία εις βάρος της παράδοσης και των εθίμων, υποστηρίζει ο Ντενήν, ο φιλελευθερισμός έχει υπερβολικές απαιτήσεις από το δημοκρατικό κράτος ως εγγυητή, με αποτέλεσμα μια «διαρκώς διευρυνόμενη σφαίρα κρατικού ελέγχου». «Καθώς οι κουλτούρες ξεθωριάζουν, ο Λεβιάθαν ενισχύεται και η υπεύθυνη ελευθερία υποχωρεί». Για τον Ντενήν, η κλασική φιλελεύθερη άποψη που έχει συνδεθεί με τον Άνταμ Σμιθ, ότι η ελεύθερη αγορά βελτιστοποιεί τις επιλογές, είναι απλώς μια ακόμη μορφή ασυδοσίας. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκώς επεκτεινόμενη αγορά. Παραδόξως, το άτομο καταλήγει «ανίσχυρο και πελαγωμένο από τις ίδιες τις δομές που δημιουργήθηκαν στο όνομα της ελευθερίας». Συνοψίζοντας, ο Ντενήν διακηρύσσει ότι «η δημοκρατία, στην πραγματικότητα, είναι αδύνατον εντέλει να λειτουργεί σε καθεστώς φιλελεύθερο». Ο φιλελευθερισμός, καταλήγει, «έχει αποτύχει επειδή έχει επιτύχει».

Αν αναλογιστούμε τις υπερβολές, τις παραλείψεις και τις παρερμηνείες του φιλελευθερισμού από τον Ντενήν, η αρχική ενθουσιώδης υποδοχή τού βιβλίου είναι εντυπωσιακή, μέχρι και σκανδαλώδης. Η θερμή υποδοχή είναι δυνατόν να εξηγηθεί, νομίζω, εάν ληφθούν υπ’ όψιν δύο βασικοί παράγοντες. Πρώτον, το βιβλίο εκδόθηκε ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, όταν οι Αμερικανοί είχαν σαστίσει από την ορμή προς τον αυταρχισμό στην πατρίδα τους και στο εξωτερικό. Ο τίτλος και η κεντρική ιδέα του βιβλίου του Ντενήν δεν θεωρήθηκαν υπερβολικά· προφανώς, κάτι δεν πήγαινε καλά με τον φιλελευθερισμό.

Δεύτερον, ο Ντενήν καταγράφει επιδέξια τα πολλαπλά δεινά της μοντέρνας κοινωνίας και διακυβέρνησης, κι έτσι το αφήγημά του ασκεί μια κάποια σαγηνευτική γοητεία. Το βιβλίο περιγράφει πειστικά τάσεις που ανησυχούν τους Αμερικανούς. Τα σχολεία πράγματι δεν παρέχουν στους νέους ικανοποιητική εκπαίδευση. Η παγκόσμια κλιματική αλλαγή είναι αναμφίβολα μια ολέθρια απειλή για την ύπαρξη του ανθρώπου. Κοινές αξίες έχουν αντικατασταθεί από μια κακοφωνία αμοιβαίας δυσπιστίας. Είναι όμως για όλες αυτές τις εξελίξεις υπεύθυνος ο φιλελευθερισμός; Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, διακρίνετε το πνεύμα ενός ανθρώπου που ασκεί οξυδερκή κοινωνική κριτική. Θα χρειαστεί δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση για να αντιληφθεί κανείς τη διανοητική ανεντιμότητα.

Οι γενικευτικοί ισχυρισμοί του Ντενήν είναι αμφιλεγόμενοι, και από ιστορική και από διανοητική άποψη. Ο φιλελευθερισμός ούτε είναι ούτε ήταν ποτέ απλώς και μόνο «η μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία από εξωτερικούς περιορισμούς». Αντίθετα, πρόκειται στην ουσία για προσπάθεια περιορισμού της κατάχρησης εξουσίας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής, και δημιουργίας χώρου για ελεύθερη έρευνα. Το φιλελεύθερο πρόγραμμα εξελίχθηκε στη διάρκεια τριακοσίων και πλέον ετών, ξεκινώντας στα τέλη του 17ου αιώνα. Είχαν προηγηθεί η εξέλιξη της επιστημονικής μεθόδου και συναφή επιχειρήματα περί Πίστεως και Λόγου που ανάγονται στον Κοπέρνικο, τον Φράνσις Μπέικον και τον Γαλιλαίο. Στις αρχές που αποτελούν τον πυρήνα του φιλελευθερισμού, περιλαμβάνονται η κυριαρχία του νόμου, όρια επί των κληρονομικών προνομίων, περιορισμοί επί της αυθαίρετης εξουσίας, ελευθερία συνείδησης και λόγου· τέλος, στην ελευθερία επαφίεται η ανάπτυξη μιας φυσικής αριστοκρατίας του ταλέντου.

Σε αντίθεση με τη γελοιογραφία του φιλελευθερισμού ως καθαρής ασυδοσίας που παρουσιάζει ο Ντενήν, οι φιλελεύθεροι ήταν βαθύτατα αφοσιωμένοι στην καλλιέργεια της ιδιωτικής και δημόσιας ηθικής, στην εξισορρόπηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και στον αγώνα για το κοινό καλό. Είναι μάλλον απίθανο να διαβάσετε μια σελίδα των Ομοσπονδιακών Κειμένων (Federalist Papers)[3] και να μη συναντήσετε αυτές τις πρόνοιες. Το «Ομοσπονδιακό Κείμενο 57» διακηρύσσει ότι κάθε πολιτικό σύνταγμα πρέπει να έχει στόχο «να εξασφαλίζει για τις κυβερνητικές θέσεις άνδρες που κατέχουν μέγιστη σοφία, ώστε να διακρίνουν, και μέγιστη αρετή ώστε να επιδιώκουν το κοινό καλό της κοινωνίας».

Ο φιλελευθερισμός του Ντενήν έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια σειρά από τερατολογίες – χονδροειδείς γενικεύσεις και καθαρές επινοήσεις. Για παράδειγμα, «οι φιλελεύθεροι πιστεύουν ότι το έθνος-κράτος πρέπει εντέλει να αντικατασταθεί από μια παγκόσμια διακυβέρνηση», ισχυρίζεται. Οι περισσότεροι φιλελεύθεροι δεν πιστεύουν κάτι τέτοιο.

Ο φιλελευθερισμός έτσι όπως στην πραγματικότητα εξελίχθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα φιλοσοφικών στοχασμών περί απόλυτης ελευθερίας· είχε βαθιά τις ρίζες του σε γεγονότα. Η προσπάθεια να γίνει η θρησκεία ιδιωτική υπόθεση προέκυψε ως αντίδραση στους βάναυσους θρησκευτικούς πολέμους που διήρκεσαν αιώνες. Το 1648, προσωρινή λύση στις θρησκευτικές έριδες έδωσε το δόγμα cuius regio, eius religio της Συνθήκης της Βεστφαλίας, με τη σύναψη της οποίας έληξε ο Τριακονταετής Πόλεμος – ο βασιλιάς υπαγορεύει τη θρησκεία των υπηκόων του. Όμως η θεραπεία αυτή ποδοπατούσε τη θρησκευτική ελευθερία Προτεσταντών που βρέθηκαν σε Καθολικό βασίλειο ή το αντίστροφο. Μεταξύ άλλων, ο φιλελευθερισμός επιδίωξε να συμφιλιώσει θρησκευτική ελευθερία και μεριζόμενη πολιτική κοινότητα.

sel15
Τζούλι Μπλάκμον, Η Όλιβ και η αγορά, 2012.

Ο νεότερος φιλελευθερισμός αρχίζει με τον Τζων Λοκ, τον οποίο ο Ντενήν απεχθάνεται και γελοιογραφεί. Παρά τα όσα διατείνεται ο Ντενήν, ο Λοκ δεν υπήρξε θεωρητικός της ασυδοσίας του ατόμου. Απέδιδε μεγάλη σημασία στα δικαιώματα, επειδή και την τυραννία μετριάζουν, και αξιοποιούν τις δυνατότητες του ανθρώπου. Οι απόψεις του επηρεάζονταν από τα πρακτικά διλήμματα θρησκευτικών συγκρούσεων, την κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της μοναρχίας και του εμφυλίου πολέμου της εποχής του. Στην Αγγλία, μετά από αρκετές δεκαετίες συγκρούσεων μεταξύ Βασιλιά και Κοινοβουλίου, η Ένδοξη Επανάσταση του 1688 ξεκίνησε ως δυναστική διαμάχη για τη διαδοχή· τελείωσε με συνταγματικούς περιορισμούς επί της μοναρχίας, καθώς το Κοινοβούλιο όρισε αντισταθμιστικά δικαιώματα επικαλούμενο φεουδαρχικές εκχωρήσεις στις οποίες είχαν προβεί προς άλλες μεσαιωνικές κοινωνικές τάξεις ορισμένοι μονάρχες. Ωστόσο η αναίμακτη[4] Ένδοξη Επανάσταση προχώρησε πέρα από τις εκχωρήσεις εκείνες, και εγκαινίασε την παράδοση της συνταγματικής δημοκρατίας. Το Κοινοβούλιο, όχι το Στέμμα, απέκτησε επιτέλους την εξουσία να επιβάλλει φόρους και να διαθέτει κονδύλια για τον πόλεμο. Ο βασιλιάς ήταν υποχρεωμένος να προκηρύσσει περιοδικά εκλογές και δεν μπορούσε πια να αναστέλλει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου.

Ο Λοκ έγραψε τις Δύο πραγματείες περί κυβερνήσεως (Two Treatises of Government) έναν χρόνο αργότερα, συνάγοντας από τις διαμάχες της εποχής μια γενική θεωρία συνταγματικής διακυβέρνησης. Μελετούσε επιμελώς την ηθική και την εξουσία. Εισηγούμενος εν σπέρματι τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών, έγραφε: «Ίσως ο πειρασμός να είναι υπερβολικά μεγάλος για την ανθρώπινη αδυναμία που έχει την τάση να αδράχνει την εξουσία, εάν, τα ίδια πρόσωπα που έχουν την εξουσία να συντάσσουν νόμους, έχουν επίσης στα χέρια τους την εξουσία να τους εκτελούν».

Κατά τον αιώνα που μεσολάβησε μεταξύ του Λοκ και των Ομοσπονδιακών Κειμένων, η φιλελεύθερη επιχειρηματολογία περιελάμβανε ζωηρές διαλογικές αντιπαραθέσεις περί ατόμου, κοινότητας, ανθρώπινης φύσης και αρετής. Οι θεμελιωτές του αμερικανικού συντάγματος [Ιδρυτές Πατέρες των ΗΠΑ] αντάλλασσαν επιχειρήματα αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσε να υπάρξει ένα κράτος αρκετά ισχυρό ώστε να φέρει το έργο του εις πέρας, συγχρόνως όμως περιορισμένο από αυστηρά όρια επί της εξουσίας, μέσω ρητής διάκρισης των εξουσιών και πρόβλεψης δικαιωμάτων. Η συνταγματική δημοκρατία από άλλες απόψεις ήταν περιορισμένη. Ήταν δημοκρατία για τους λευκούς, συνυπήρξε με τη δουλεία, και η επέκταση του δικαιώματος ψήφου ήταν βραδεία και σταδιακή. Οι φιλελεύθεροι οπαδοί του συνταγματισμού ήταν αξιότιμοι κύριοι που φοβούνταν τον όχλο όσο φοβούνταν και τους τυράννους, και αναγνώριζαν τους κινδύνους μιας καισαριστικής συμμαχίας μεταξύ αυτών των δύο αντιφιλελεύθερων δυνάμεων. Ο συντηρητικός φιλελεύθερος Έντμουντ Μπερκ, εχθρός της Γαλλικής Επανάστασης, στον οποίον αναφέρεται επιδοκιμαστικά ο Ντενήν, θεωρούσε πολύτιμη την παράδοση και έτρεμε τον όχλο, αλλά απηύθυνε επίσης την περίφημη εκείνη προειδοποίηση προς τον Γεώργιο Γ΄, ότι, μη κυβερνώντας ως συνταγματικός μονάρχης και μη σεβόμενος την αγάπη των Αμερικανών[5] για την ελευθερία, φλέρταρε με την καταστροφή.

Στη θέση αυθαίρετων και αρχαίων κανόνων που προτείνει ο Ντενήν ως μέσο περιορισμού των ποταπών επιθυμιών τού ανθρώπινου είδους, οι θεμελιωτές του αμερικανικού συντάγματος προσέφεραν ένα ιδιοφυές και υπεύθυνο σύστημα διακυβέρνησης. Η ανθρώπινη αδυναμία δεν τους ανησυχούσε λιγότερο από όσο τον Ντενήν· επιδίωξη του όλου συνταγματικού τους σχεδίου ήταν να καταπολεμήσει την ανάρμοστη συμπεριφορά και τη διαφθορά – αλλά επί δημοκρατικών βάσεων.

Ο Ντενήν έχει την ανειλικρινή συνήθεια της επιλεκτικής παρουσίασης παραθεμάτων με στόχο να εμφανίζει σπουδαίους φιλελεύθερους στοχαστές να υποστηρίζουν τις αντίθετες από τις πραγματικές τους απόψεις. Παρουσιάζει τον κακό του δαίμονα, τον Λοκ, να επιθυμεί τάχα να επεκτείνει την ελευθερία «έχοντάς την ορίσει ως δυνατότητα να ικανοποιούμε τις ορέξεις μας». Στην πραγματικότητα, ο Λοκ θεωρούσε την καλώς συγκροτημένη κυβέρνηση φραγμό στον καθαρό ηδονισμό. Έγραφε ότι το θεμέλιο της ηθικής έγκειται στην ικανότητα του ανθρώπου να «αρνείται στον εαυτό του την ικανοποίηση των ίδιων του των επιθυμιών, να αψηφά τις ίδιες του τις ορμές, και να ακολουθεί μονάχα ό,τι ο Λόγος ορίζει ως άριστο, παρ’ όλο που η όρεξή του κλίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση». Παραθέτοντας, εκτός συμφραζομένων, αποσπάσματα από τον Τοκβίλ, έναν από τους σπουδαιότερους φιλελεύθερους όλων των εποχών, ο Ντενήν θα ήθελε να μας πείσει ότι η τάση των Αμερικανών να συγκροτούν σωματεία, την οποία ο Τοκβίλ εξυμνούσε ως ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά της νεαρής δημοκρατίας, ανησύχησε για κάποιον λόγο τον γάλλο επισκέπτη.

Διερωτάσθε αν ο Ντενήν πρόσεξε –ή σκόπιμα παραμέλησε– πολλούς από τους σπουδαιότερους στην πράξη φιλελεύθερους της Ιστορίας: την αναζήτηση του Λίνκολν για τους «καλύτερους αγγέλους της φύσης μας», τις συζητήσεις κοντά στο τζάκι του Φράνκλιν Ρούζβελτ για όσα οφείλουμε στον πλησίον μας· τους περίπλοκους στοχασμούς του Ουόλτερ Λίπμαν για τη διακυβέρνηση και την αγαθή κοινωνία· ή την εργασία του Αϊζάια Μπερλίν για τη θετική και αρνητική αντίληψη της ελευθερίας. Σε αντίθεση προς την εικόνα που παρουσιάζει ο Ντενήν, ενός φιλελευθερισμού που υπονομεύει την ηθική και την κοινότητα, η καλλιέργεια πολιτικών, δημοκρατικών και ατομικών αρετών υπήρξε κύρια φροντίδα φιλελεύθερων στοχαστών και πολιτικών που άσκησαν επιρροή· από τους Τζέφερσον, Τοκβίλ και Λίνκολν μέχρι τα πρόσφατα κείμενα των Μάικλ Σαντέλ, Μάικλ Γουόλζερ και Αμιτάι Ετζιόνι. Ιδού τι παρατηρεί ο Πωλ Σταρ στο βιβλίο του Freedom’s Power [Η δύναμη της ελευθερίας] που εκδόθηκε το 2007:

Κάθε άλλο παρά αδιάφορες για την αξία της κοινότητας και των κοινωνικών δεσμών, οι φιλελεύθερες αρχές στόχο έχουν να προστατεύουν την αστική κοινωνία από την κυριαρχία του κράτους και να επιτρέπουν στις πολυποίκιλες κοινότητες της σύγχρονης κοινωνίας να αναπτύσσονται ελεύθερα. Οι φιλελεύθεροι αντιλαμβάνονται πλήρως δύο φαινόμενα που οι κοινοτιστές παραβλέπουν: τη διαφωνία και την εξουσία. Αν και κάποιες αξίες είναι ευρέως αποδεκτές, οι άνθρωποι έχουν συχνά διαφορετικές απόψεις σχετικά με το τι θα ήταν καλό για την κοινότητα.[6]

Ο Ντενήν παραβλέπει τον κεντρικής σημασίας αυτόν γρίφο, πώς δηλαδή συμφιλιώνεται η διαφωνία σε μια οργανωμένη πολιτεία χωρίς καταφυγή σε αυθαίρετη εξουσία, και παραβλέπει επίσης τους τρόπους με τους οποίους ο φιλελευθερισμός διαχρονικά έχει επιλύσει την αντίφαση αυτήν. Όπως ο φιλελεύθερος φιλόσοφος του 20ού αιώνα Άλμπερτ Χίρσμαν παρατηρεί, το φιλελεύθερο πρόγραμμα αποσκοπεί να εξημερώσει ασυμφιλίωτα «πάθη», να τα τιθασεύσει και να τα μετατρέψει σε εύκολα διαχειρίσιμα «συμφέροντα», επιδεχόμενα διαπραγμάτευση και καταλλαγή, έτσι ώστε διαφορετικές κοινότητες να μπορούν να μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο πολιτικό χώρο· ως ελεύθεροι άνθρωποι και όχι απλώς ως υπήκοοι. Ο Ντενήν εξιδανικεύει έναν προ-φιλελεύθερο πολιτισμό όπου θεμελιώδεις αξίες υποτίθεται ότι είχαν καθολική αποδοχή. Όμως, όπως η ιστορία των θρησκευτικών πολέμων υποδεικνύει, αξίες φαινομενικά ριζωμένες σε κανόνες και πεποιθήσεις οικειοθελείς κατά βάθος ήταν καταναγκαστικές. Η εξ αποκαλύψεως αλήθεια του ενός συνιστά αποστασία για τον άλλο. Η μόνη περίπτωση να συνυπάρχουν στην ίδια πόλιν άνθρωποι διαφορετικών δογμάτων είναι να αποτελεί η πίστη τους υπόθεση ιδιωτική· όχι κρατική.

Στην προ-νεωτερική περίοδο, οι μόνοι άνθρωποι που είχαν σε κάποιον έστω βαθμό πολιτική ελευθερία ήταν η βασιλική οικογένεια, οι αριστοκράτες της Αυλής, ανώτατοι κληρικοί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και μια δράκα ειδικευμένων τεχνιτών. Στην περιγραφή των προ-φιλελεύθερων ελευθεριών από τον Ντενήν, ο συχνά επαναλαμβανόμενος όρος «self-rule» σημαίνει αυτο-κυβέρνηση, αλλά αυτό που πράγματι εννοεί ο Ντενήν είναι εσωτερικευμένη αυτοκυριαρχία (συχνά επιβεβλημένη από μονάρχες, φεουδαρχικούς περιορισμούς ή θρησκευτικές εντολές). Στην προ-φιλελεύθερη εποχή, η μάζα των ανθρώπων δεν είχε κάτι που να προσεγγίζει αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «ατομική δράση».

Ο Ντενήν χρησιμοποιεί τη λέξη κανόνας σαν άγιο φυλαχτό για κάθε χρήση· διαβάζοντας το βιβλίο του, θα μαθαίνατε ότι ο φιλελευθερισμός του Διαφωτισμού αποτελούσε αντίδραση σε άκακους «κανόνες και έθιμα»· όχι σε απόλυτες μοναρχίες και μια δεσποτική, συχνά διεφθαρμένη Εκκλησία. Σταυροφορίες, Ιερά Εξέταση, δουλεία, δουλοπαροικία, τα πογκρόμ και η στέρηση των δικαιωμάτων των γυναικών, για να αναφέρω λίγες μόνον τέτοιες βάναυσες περιπτώσεις, απλώς παραλείπονται. Αν ο φιλελευθερισμός είναι ένοχος υπεράσπισης ατομικών δικαιωμάτων, είχε πολύ σοβαρούς λόγους.

Καθώς το φιλελεύθερο πρόγραμμα εξελισσόταν, έπρεπε να αναμετρηθεί με μια νέα δύναμη, που τον 17ο και τον 18ο αιώνα δεν ήταν παρούσα – τις μεγάλες εταιρείες και την ιδιωτική οικονομική εξουσία η οποία μεταφραζόταν σε πολιτική εξουσία. Οι φιλελεύθεροι συνταγματιστές δεν ήταν ριζοσπαστικοί εξισωτιστές· κάθε άλλο. Η ατομική ιδιοκτησία γι’ αυτούς ήταν ιερή και απαραβίαστη· χρειάστηκαν δυο αιώνες και πλέον ώσπου να καταστεί το δικαίωμα ψήφου καθολικό (και στην Αμερική του Προέδρου Τραμπ και του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τζων Ρόμπερτς το δικαίωμα ψήφου ακόμα αμφισβητείται). Είχαν κατανοήσει, ωστόσο, ότι η ακραία οικονομική ανισότητα υπονόμευε την πολιτική ισότητα, ενθάρρυνε τη διαφθορά και οδηγούσε σε έσχατη ένδεια.

Έτσι, τον 20ό αιώνα, ο προοδευτικός φιλελευθερισμός στράφηκε στη διακυβέρνηση θετικών δράσεων [υπέρ ομάδων εις βάρος των οποίων έχουν προϋπάρξει αρνητικές διακρίσεις] –«χαμιλτονιανά μέσα προς εξυπηρέτηση τζεφερσονιανών σκοπών», κατά την περίφημη αντιστροφή του δημοσιογράφου και φιλοσόφου της Προοδευτικής Εποχής [των ΗΠΑ, 1896-1916] Χέρμπερτ Κρόλυ. Ενώ ο φιλελευθερισμός του 18ου αιώνα είχε συνδυάσει περιορισμό της κυβέρνησης και ελεύθερη οικονομία της αγοράς, ο προοδευτικός φιλελευθερισμός στις νέες περιστάσεις χρησιμοποίησε τη διακυβέρνηση θετικών δράσεων για να μετριάσει ακρότητες της αγοράς. Αυτό σήμαινε ένα μοντέρνο κράτος πρόνοιας, καθώς και αντιμονοπωλιακούς νόμους, μέτρα προστασίας της εργασίας, επιβολή ρυθμίσεων στις εταιρείες και στις χρηματοοικονομικές αγορές, και εντατικοποίηση των δημοσίων επενδύσεων.

Τον 20ό αιώνα, κύριος άξονας της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας μεταξύ φιλελεύθερων και συντηρητικών αποτελούσε η σκοπιμότητα ρύθμισης των αγορών σύμφωνα με το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Ο Ντενήν, ωστόσο, αντιμετωπίζει τον νεότερο συντηρητισμό σαν μια ακόμη εκδοχή του φιλελευθερισμού – λες και η πολιτική και ιδεολογική ιστορία τού περασμένου αιώνα δεν είχε υπάρξει. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό αυτόν, ο Ντενήν συγχέει τον φιλελευθερισμό (liberalism) με τον ελευθερισμό (libertarianism) – πατρίδα του ριζοσπαστικού ατομικισμού. Αντιμετωπίζει τις εταιρικές ακρότητες της σήμερον σαν μια ακόμη εκδοχή εκείνου που ορίζει ως φιλελευθερισμό.

Διακεκριμένοι εκπρόσωποι του ελευθερισμού, όπως ο Φρήντριχ Χάγιεκ και ο Μίλτον Φρήντμαν, συντάχθηκαν με έναν συντηρητισμό βασισμένο σε γενικό εναγκαλισμό του εταιρικού καπιταλισμού, ο οποίος εισβάλλει σε όλο και περισσότερους χώρους, κάποτε δημόσιους ή προσωπικούς. (Ο τίτλος του πρόσφατου βιβλίου της Σοσάνα Ζούμποφ συλλαμβάνει θαυμάσια το φαινόμενο: The Age of Surveillance Capitalism [Η εποχή του καπιταλισμού της επιτήρησης].) Η διαβρωτική διείσδυση της εμπορικότητας είναι στην πραγματικότητα η πηγή μεγάλου μέρους της παθολογίας που ο Ντενήν αποδίδει στον φιλελευθερισμό. Ακόμη και ο Άνταμ Σμιθ, εάν γίνει κατανοητός σύμφωνα με το μέτρο της εποχής του, ήταν πολύ λιγότερο απόλυτος ως υπέρμαχος της αγοράς, συγκρινόμενος με τους σημερινούς οπαδούς του οι οποίοι επικαλούνται το «αόρατο χέρι». Ο Σμιθ ήταν υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς ως πηγής ανταγωνισμού εις βάρος των βασιλικών μονοπωλίων. Υποστήριζε όμως μια κοινωνία αμοιβαίων υποχρεώσεων, προειδοποιούσε για τα ιδιωτικά μονοπώλια και την τάση της ιδιοκτησίας να εκμεταλλεύεται τους εργάτες και υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των δημοσίων επενδύσεων στην εκπαίδευση.

Από την εποχή του Ρούζβελτ, ο προοδευτικός φιλελευθερισμός έχει επιδιώξει, με πολύ μικρή επιτυχία, να αντισταθεί στη διείσδυση του εμπορίου σε πολλούς και διάφορους τομείς της ζωής της οικογένειας και της κοινότητας, ακριβώς για να περιφρουρήσει αξίες για τις οποίες, κατά δήλωσίν του, τόσο πολύ νοιάζεται ο Ντενήν. Η εμπορικοποίηση της υγειονομικής περίθαλψης, η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης, η πώληση προσωπικών δεδομένων, η εξωτερική ανάθεση (outsourcing) της απασχόλησης και η οικονομική κατάρρευση ολόκληρων περιφερειών είναι ο καρπός του αχαλίνωτου καπιταλισμού της αγοράς και όχι του «φιλελευθερισμού» υπό την έννοια που γίνεται κατανοητός τα τελευταία εκατό και πλέον χρόνια. Από την εποχή του Νίξον και εξής, η συντηρητική επανάσταση της αμερικανικής πολιτικής έχει επιδιώξει να αντιστρέψει τους κεφαλαιοκρατικούς ελέγχους του «New Deal» του Ρούζβελτ και του προγράμματος «Great Society» του Λύντον Τζόνσον. Η επιτυχία της δεν είναι τόσο αποτυχία του φιλελευθερισμού όσο θρίαμβος του συντηρητισμού.

Πού το πάει τελικά ο Ντενήν; Αναζητώντας ευρύ ακροατήριο, ο Ντενήν, ένας ακραία συντηρητικός Καθολικός, δεν μπορεί να μιλήσει ξεκάθαρα, και να πει πως όλες οι αξίες απορρέουν από τον Θεό και ότι το προπατορικό αμάρτημα του φιλελευθερισμού ήταν ότι αμφισβήτησε την Πίστη με τον Λόγο, και τη θεϊκή αυθεντία με τα δημοκρατικά δικαιώματα. Φαίνεται όμως ότι αυτό είναι το πιστεύω του – το βιβλίο του είναι κατά βάθος μια εδραζόμενη σε θεολογικά θεμέλια ομοβροντία με την κοσμική νεωτερικότητα στο στόχαστρο.

Ο Ντενήν επικρίνει δριμύτατα τον Φράνσις Μπέικον, ορθολογιστή, εμπειριστή, και από ορισμένους θεωρούμενο πατέρα της επιστημονικής μεθόδου, κατηγορώντας τον ότι «παρακινούσε τους ανθρώπους να κυριαρχήσουν επί της Φύσης» και «ακόμη και να αντιστρέψουν τις συνέπειες της Πτώσης». Εννοεί τη βιβλική Πτώση του ανθρώπου από μια κατάσταση υπακοής στον Θεό στην ένοχη ανυπακοή, όπως συμβολίζεται με την έκπτωση του Αδάμ και της Εύας από την Εδέμ. Η φιλελεύθερη Πτώση, προφανώς, είναι η παράλειψη των φιλελεύθερων να τοποθετήσουν τον Θεό, και ειδικά τον Καθολικό Θεό τής κατά γράμμα ερμηνείας των Γραφών, στο επίκεντρο του προγράμματός τους. Αντιμετωπίζοντας τη βιβλική Πτώση ως ιστορικό γεγονός μάλλον παρά ως μεταφορά, ο Ντενήν μάς δείχνει τα χαρτιά του.

Ο Ντενήν κάθε άλλο παρά είναι ο πρώτος συντηρητικός συγγραφέας που καταγγέλλει τον κοσμικισμό για τη διάβρωση των κανόνων της κοινότητας, αλλά οι ισχυρισμοί του συγκαταλέγονται στους πιο ακραίους. Αρκετοί φιλελεύθεροι στοχαστές όπως οι Άλαν Γουλφ, Ε.Τζ. Ντιόν και η Ζαν Μπέθκε Έλσταϊν έχουν διατυπώσει λεπτοδουλεμένα επιχειρήματα για το κόστος της εκτόπισης της πίστης από τον δημόσιο χώρο. Επιμένουν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρή ώστε σε κάποιον βαθμό να αποδέχεται δημόσιες εκδηλώσεις θρησκευτικότητας και ότι πολλές φιλελεύθερες αξίες έχουν θεμελιωθεί σε αντίστοιχες θρησκευτικές· αυτά τα γράφουν όμως ως φίλοι, όχι ως εχθροί του Διαφωτισμού. Ο Ντιόν, ενεργός Καθολικός, μελετά τον συνεχιζόμενο αγώνα –τον οποίο ο Ντενήν δεν αναγνωρίζει– συμφιλίωσης της Εκκλησίας με τις δημοκρατικές αξίες του 21ου αιώνα.

Ο Ντενήν έχει την τάση να εξωραΐζει την ιστορία της Εκκλησίας. Πριν από τη φιλελεύθερη εποχή, η απολυτοκρατική Καθολική Εκκλησία είχε ταιριάξει με τις απόλυτες μοναρχίες. Ο Ντενήν δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, ούτε για ποιους λόγους χρειάστηκε εκείνη να αντιμετωπίσει τα αυξανόμενα φαινόμενα διαφθοράς και εκμετάλλευσης εντός της Καθολικής ιεραρχίας. Πιο πρόσφατα, μια αυταρχική Εκκλησία ήρθε σε εξαιρετικά βολική συνεννόηση με τον φασισμό. Ο Ντενήν θεωρεί υπεύθυνο για τη σεξουαλική ελευθεριότητα τον φιλελευθερισμό, αλλά παραλείπει να αναφερθεί στους στρεβλούς κανόνες της ίδιας της Εκκλησίας για τη σεξουαλικότητα, και το συνοδό πλήθος κρυφά ομοφυλόφιλων ιερέων, γυναικών που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης και παιδιών που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να αναγνωρίσει σημαντικές προσπάθειες της νεότερης Εκκλησίας να συνδυάσει τη θρησκευτική πίστη με κοινωνική δικαιοσύνη, όπως τις Καθολικές κοινωνικές εγκυκλίους του Πάπα Λέοντα ΙΓ΄, τη διδασκαλία του Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄ ή το πρόσφατο έργο του Πάπα Φραγκίσκου. Ο σημερινός Πάπας δεν είναι, βέβαια, φιλελεύθερος στο ζήτημα της γυναικείας σεξουαλικότητας, αλλά είναι αξιοθαύμαστα φιλελεύθερος στα ζητήματα της ανεξιθρησκίας, της οικονομικής αδικίας και του περιβάλλοντος. Ο Φραγκίσκος, παραδόξως, δεν εμφανίζεται στο αφήγημα του Ντενήν.

Η απουσία κάθε σοβαρής ανάλυσης περί δημοκρατίας είναι η πιο αποκαλυπτική παράλειψη στην πραγματεία του Ντενήν. Εάν ο φιλελευθερισμός, όπως ισχυρίζεται ο Ντενήν, σκοτώνει τη δημοκρατία, θα ανέμενε κανείς να παρουσιάσει κάποια εναλλακτική σύλληψη της δημοκρατίας που να μην επηρεάζεται από τον φιλελευθερισμό. Σε τελική ανάλυση, η πολιτική θεωρία είναι πλούσια σε ατελείωτες αντιπαραθέσεις για ζητήματα όπως: κράτη ισχυρά και κράτη περιορισμένης δυνατότητας, κράτη ομόσπονδα και κράτη ενιαία, ελευθερία και ισότητα, ιθαγένεια και ιδιότητα του μέλους κοινότητας πολιτών, όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, εξουσία προσωρινών πλειοψηφιών και δικαιώματα πολιτικών μειονοτήτων. Μάταια όμως αναζητεί κανείς στο βιβλίο αυτό κάποια ανάλυση του είδους της δημοκρατίας που θα επιδοκίμαζε ο Ντενήν.

Δεν μπαίνει καν στον κόπο ο Ντενήν να συγκρίνει τη δημοκρατία με την απολυταρχία. Η πραγματική απειλή για τους ελεύθερους λαούς σήμερα είναι ο πολλαπλασιασμός των δικτατοριών. Εάν, όπως ισχυρίζεται ο Ντενήν, ο Δυτικός φιλελευθερισμός ανεπαρκώς ή ακόμη και στρεβλά υπερασπίζεται τη δημοκρατική ελευθερία και το φυσικό περιβάλλον, πώς εξηγείται η στάση του απέναντι στον προ-νεωτερικό δεσποτισμό ή στα σύγχρονα δεσποτικά καθεστώτα σε Ρωσία, Κίνα ή Σαουδική Αραβία; Η ωμότητα και η κραυγαλέα διαφθορά των νεότερων αυταρχικών κρατών, που καταπνίγουν τον ιδιωτικό χώρο, χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να διεισδύουν στην ιδιωτική ζωή, λεηλατούν το φυσικό περιβάλλον και βιαιοπραγούν εις βάρος θρησκευτικών και πολιτισμικών μειονοτήτων, δεν εμφανίζονται πουθενά στο αφήγημά του.

Η πλησιέστερη πρότασή του προς ένα καλύτερο μέλλον είναι να αποσυρθούν οι πιστοί από τη νεωτερικότητα και να εμφανιστούν ως αντιφιλελεύθερες αντικουλτούρες. Αναφέρει τις ορθόδοξες κοινότητες Εβραίων, Καθολικών και Διαμαρτυρομένων, ιδιαίτερα τους Άμις. Εδώ το πράγμα περιπλέκεται. Η φιλελεύθερη εποχή, που ο Ντενήν καταγγέλλει ότι καταστρέφει την κοινότητα, βρίθει στην πραγματικότητα από νέα είδη κοινοτήτων: τη ΛΟΑΤΚ (LGBTQ) κοινότητα, για παράδειγμα, ή το κίνημα επιστροφή-στη-γη (back-to-the-land) της «βαθιάς οικολογίας». Το άρρητο νόημα του Ντενήν φαίνεται πως είναι ότι μόνο κοινότητες που ενστερνίζονται παραδοσιακές θρησκευτικές αξίες είναι νόμιμες. Και τι συμβαίνει όταν μια θρησκευτική κοινότητα προβαίνει σε ενέργειες εχθρικές προς τη γενική ευημερία, όπως όταν Χασιδικοί Εβραίοι αρνούνται να εμβολιαστούν για την ιλαρά ή όταν αυστηρές μουσουλμανικές κοινότητες καταπιέζουν τα δικαιώματα των γυναικών ή όταν παιδιά κακοποιούνται σεξουαλικά από Καθολικούς ιερείς;

Στην πράξη, οι ορθόδοξες αυτές κοινότητες μπορεί να ενσαρκώνουν τις αρετές της «μέριμνας, υπομονής, ταπεινότητας, ευσέβειας και μετριοφροσύνης» που ο Ντενήν τους αποδίδει, αλλά μπορεί και όχι. «Η επιλογή του Βενέδικτου» όμως, την οποία επιδοκιμάζει –απόσυρση σε ουτοπικές θρησκευτικές κοινότητες[7]–, δεν θεραπεύει κανένα στοιχείο της παθολογίας της δημοκρατίας· μπορεί μονάχα να ενισχύσει την οπισθοδρόμηση προς την φυλετική αντίληψη (tribalism). Στην καλύτερη περίπτωση, δεν προτείνει καμιά θεωρία ή στρατηγική για να κρατάμε την τυραννία σε απόσταση.

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί τέλεια, αλλά πάντως λειτουργεί αρκετά καλά. Τις τελευταίες μόνο λίγες δεκαετίες η δημοκρατία έχει κατακλυστεί από έναν αχαλίνωτο καπιταλισμό που επανακάμπτει δριμύτερος. Κι αυτό δεν φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα ενδογενών ελαττωμάτων της φιλελεύθερης δημοκρατίας τόσο, όσο συνέπεια πλούτου και εξουσίας ιδιωτών οι οποίοι κατορθώνουν να αποφεύγουν τους σωτήριους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί κατά την περίοδο του New Deal, όταν η δημοκρατία ήταν ισχυρή και νόμιμη, και το κράτος δεν είχε ακόμα κατακλυστεί από τις δυνάμεις της αγοράς.

 Είναι αρκετά ανησυχητικό το γεγονός ότι στην πράξη η απολυταρχία κερδίζει έδαφος, αλλά είναι ακόμη πιο ανησυχητικό ότι ο αντι-φιλελευθερισμός ως θεωρία αποκτά για μια ακόμη φορά αξιοπιστία. Δεν υπάρχει κανένα καλό υποκατάστατο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όλες οι εναλλακτικές είναι ακόμη πιο διαβρωτικές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικής αρετής. Η φιλελεύθερη δημοκρατία ίσως να βρίσκεται πράγματι υπό πολιορκία· εάν όμως θέλουμε να περιορίσουμε την τυραννία από τη μια και την κυριαρχία υπερφίαλων εταιρειών παγκόσμιας εμβέλειας από την άλλη, η δημοκρατία είναι το μόνο όπλο που διαθέτουμε.


© NEW YORK REVIEW OF BOOKS 2020

— Μετάφραση: Μάνος Βασιλάκης


 

 

[1] Βλ. για παράδειγμα: Wolfgang Streeck, How Will Capitalism End? Essays on a Failing System, Verso, 2016, και Buying Time: The Delayed Crisis of Democratic Capitalism, Verso, 2014.

[2] Μια θαυμάσια σύνοψη των απόψεων των στοχαστών αυτών βρίσκεται στο Stephen Holmes’s The Anatomy of Antiliberalism, Harvard University Press, 1993.

[3] Συλλογή 85 άρθρων και δοκιμίων των Αλεξάντερ Χάμιλτον, Τζέιμς Μάντισον και Τζων Τζέι που στόχο είχαν την προώθηση της επικύρωσης του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών τον Ιούνιο του 1788. Βλ. Alexander Hamilton, James Madison, John Jay, Τα ομοσπονδιακά κείμενα των ΗΠΑ, μτφρ. Ελένη Χατζηδημητρίου, Παπαζήσης, Αθήνα 2009 (Σ.τ.Μ.).

[4] Σημ. ARB: Στο τεύχος της 16.1.2020 της NYR δημοσιεύθηκε η ακόλουθη επιστολή του Τζων Κ. Κόλινς:

«Ο Ρόμπερτ Κάτνερ έχει εν μέρει μόνο δίκιο όταν λέει: “Ωστόσο η αναίμακτη Ένδοξη Επανάσταση προχώρησε πέρα από τις εκχωρήσεις εκείνες, και εγκαινίασε την παράδοση της συνταγματικής δημοκρατίας” [“Blaming Liberalism”, NYR, 21 Νοεμβρίου 2019]. Μπορεί η Ένδοξη Επανάσταση να ξεκίνησε την παράδοση της συνταγματικής δημοκρατίας, αλλά μόνο αναίμακτη δεν ήταν. Η επιλογή του Κοινοβουλίου για την βασιλεία, ο Γουλιέλμος της Οράγγης, και ο διεκδικητής του θρόνου εκ μέρους των Στούαρτ, Βασιλιάς Ιάκωβος Β΄, πολέμησαν στην Ιρλανδία έναν βίαιο πόλεμο, που θα έκρινε ποιος θα κυβερνούσε την Αγγλία. Ο πόλεμος κράτησε από το 1689 μέχρι το 1691, και οι επιπτώσεις του αντηχούν ακόμη στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο».

[5] Burke, Λόγος προς το Κοινοβούλιο, 22 Μαρτίου 1775, απευθυνόμενος στον Γεώργιο Γ΄ περί του ζητήματος της Συμφιλιώσεως με τις Αποικίες: «Το ζήτημα για μένα δεν είναι κατά πόσον έχετε το δικαίωμα να κάνετε τον λαό σας δυστυχή, αλλά κατά πόσον δεν είναι προς το συμφέρον σας να κάνετε τον λαό σας ευτυχή».

[6] Paul Starr, Freedom’s Power: The True Force of Liberalism, Basic Books, 2007, σ. 203. 

[7] Βλ. Rod Dreher, The Benedict Option: A Strategy for Christians in a Post-Christian Nation, Sentinel, 2017.