Τέοντορ Αντόρνο: Μια ανάλυση του γερμανικού δεξιού ριζοσπαστισμού

Τέοντορ Αντόρνο: Μια ανάλυση του γερμανικού δεξιού ριζοσπαστισμού Ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Τέοντορ Β. Αντόρνο το 1964. © Harry Croner / Ullstein via Getty Images / Ideal Image

 

 

Theodor W. Adorno, Aspekte des neuen Rechtsradikalismus. Ein Vortrag [Επόψεις του νέου δεξιού ριζοσπαστισμού. Μια διάλεξη], Mit einem Nachwort von Volker Weiß [Με έναν επίλογο του Φόλκερ Βάις], Suhrkamp, Βερολίνο 2019, σελ. 86

 

 

Στις 6 Απριλίου 1967 ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Τέοντορ Β. Αντόρνο έδωσε διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Βιέννης με θέμα «Επόψεις του νέου δεξιού ριζοσπαστισμού». Ήταν προσκεκλημένος από την Ένωση Σοσιαλιστών Φοιτητών της Αυστρίας, που είχε ιδρυθεί το 1893 και πρώτος πρόεδρός της είχε διατελέσει ο Μαξ Άντλερ, ο μετέπειτα γνωστός θεωρητικός του λεγόμενου «Αυστρομαρξισμού». Ο Αντόρνο χρησιμοποίησε για την ομιλία του επτά σελίδες με σημειώσεις που περιλαμβάνονται στα κατάλοιπά του. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2019 από το αρχείο Τέοντορ Β. Αντόρνο. Η έκδοση βασίστηκε σε ακουστικό υλικό που φυλάσσεται στο Αυστριακό Οπτικοακουστικό Αρχείο. Όπως σημειώνει ο Φόλκερ Βάις στον κατατοπιστικό επίλογό του,  ο Αντόρνο έβλεπε με κριτικό πνεύμα τα ακουστικά αποσπάσματα και τις απομαγνητοφωνήσεις, διότι κατά τη γνώμη του εξάλειφαν τη διαφορά ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο. Ο προφορικός λόγος, που η αλήθεια του βρίσκεται στον δικό του εφήμερο χαρακτήρα, χάνει έτσι την αυτονομία του στο πλαίσιο του «διαχειριζόμενου κόσμου».

Η διάλεξη της Βιέννης έλαβε χώρα σε μια πολυτάραχη εποχή. Το φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας που είχε στο μεταξύ ευρύτατα υπερβεί το πλαίσιο των πανεπιστημίων έφθανε στο αποκορύφωμά του. Στις 2 Ιουνίου 1967 με αφορμή την επίσημη επίσκεψη του Σάχη της Περσίας έγιναν στο Βερολίνο διαδηλώσεις ενάντια σε αυτόν τον διαβόητο δικτάτορα από τον «Τρίτο Κόσμο». Ιρανοί πιστοί στον Σάχη ξυλοκόπησαν τους διαδηλωτές. Ένας αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε από πίσω έναν φοιτητή. Στη δίκη που ακολούθησε έγινε αποδεκτή η δική του εκδοχή, ότι βρισκόταν σε άμυνα. Ήδη μια μέρα μετά το συμβάν ένα κύμα διαδηλώσεων κατέκλυσε τα γερμανικά πανεπιστήμια. Και οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν ακόμη όταν ο Αντόρνο στις 7 Ιουλίου 1967 έδωσε διάλεξη στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου με θέμα «Σχετικά με τον κλασικισμό της Ιφιγένειας του Γκαίτε». Εκπρόσωποι των φοιτητών είχαν απαιτήσει από αυτόν να μη μιλήσει για τον Γκαίτε, αλλά για την επίκαιρη πολιτική κατάσταση, πράγμα που ο ίδιος απέρριψε. Επικράτησε αναταραχή και η ομιλία μετά βίας κατόρθωσε να φθάσει στο τέλος της.

Ο Αντόρνο δεν μιλούσε μόνον ως επιστήμονας, αλλά και ως μάρτυρας της εποχής του. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές το 1933 του απαγορεύθηκε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης λόγω της εβραϊκής του καταγωγής. Αργότερα μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπως ακριβώς και το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του οποίου ήταν μέλος. Εκείνη την εποχή πραγματοποιήθηκαν και οι «Studies in Prejudice» στις οποίες επανειλημμένα αναφέρεται ο Αντόρνο στη διάλεξη της Βιέννης. Παρόμοιο ερευνητικό ενδιαφέρον προκύπτει και από το λεγόμενο «πείραμα των ομάδων» που διεξήγαγε το Ινστιτούτο τη δεκαετία του 1950 μετά την επιστροφή του στη Γερμανία. Βασικό του θέμα ήταν η σχέση των Γερμανών νέων με τη δικτατορία, τη δημοκρατία και την ενοχή. Από τα συμπεράσματα προκύπτει μια ανακολουθία ανάμεσα στην «δημόσια» και την «μη δημόσια» γνώμη. Ενώ στην πρώτη διατυπώνεται η προσπάθεια ενός τυπικού δημοκρατικού εξαγνισμού, στην δεύτερη συνεχίζει να υπάρχει μια υποβόσκουσα μνησικακία, η οποία με την κατάλληλη ευκαιρία θα μπορούσε γρήγορα να βγει στην επιφάνεια.

Η διάλεξη έμεινε για καιρό απαρατήρητη, ωστόσο εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει την προσοχή με την εγκυρότητα της ανάλυσης. Μπορεί να έχει συμβάλει σε αυτό ο τίτλος που μοιάζει επίκαιρος τόσο ώστε ήδη την χρονιά της δημοσίευσής της να έχει σημειώσει έξι εκδόσεις. Όπως ο ίδιος ο Αντόρνο αναφέρει, πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για τη συνέχιση της γνωστής του διάλεξης «Τι σημαίνει επεξεργασία του παρελθόντος» που έδωσε το 1959. Σ’ αυτήν την ομιλία υπάρχει μία φράση στην οποία έκτοτε γίνεται συχνά αναφορά: «Θεωρώ την βίωση του εθνικοσοσιαλισμού μετά το τέλος του ως δυνητικά πιο απειλητική από την εκ των υστέρων βίωση φασιστικών τάσεων κατά της δημοκρατίας». Σύμφωνα με τον Αντόρνο συχνά εξισώνεται η «επεξεργασία» με το «βάζω τέλος». Γίνεται απώθηση της ενοχής ή συμψηφίζεται ο βομβαρδισμός της Δρέσδης με το Ολοκαύτωμα, δηλαδή οι εχθροπραξίες στη διάρκεια του πολέμου συμψηφίζονται με την εξόντωση εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων. Η δημοκρατία, λέει ο Αντόρνο, εγκαθιδρύθηκε πολύ αργά στη Γερμανία, εισήχθη από τους νικητές και δεν βιώνεται από τους ανθρώπους ως δική τους υπόθεση. Ακόμη και εν μέσω της οικονομικής ευημερίας, γράφει, η πλειοψηφία των ανθρώπων αισθάνονται προφανώς ως δυνητικά άνεργοι, ως αντικείμενα μιας κοινωνικής διαδικασίας που δεν ελέγχουν. Αυτό δημιουργεί δυσανεξία στην υφιστάμενη δημοκρατία. Απέναντι σε ανοικτά ή καλυμμένα φασιστικά κινήματα πρέπει να γίνει σαφές ότι αυτά σε τελευταία ανάλυση καταλήγουν σε πόλεμο, πόνο και ελλείψεις.

Σε σχέση με τη διάλεξη του 1959 συνέβησαν στο μεταξύ σημαντικές αλλαγές στον τομέα του δεξιού ριζοσπαστισμού. Το 1964 ιδρύθηκε το «Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας» (NPD). Όπως συνέβαινε με παρόμοιες ομάδες τα προηγούμενα χρόνια, λειτουργούσε ως δεξαμενή παλιών εθνικοσοσιαλιστών, έφερε όμως νέα χαρακτηριστικά. Με τη λέξη «δημοκρατικό» στο όνομα του κόμματος υπήρχε ο σκοπός να εκφρασθεί μια επιφανειακή προσαρμογή στο κομματικό σύστημα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και ταυτόχρονα μια οριοθέτηση απέναντι στον δεξιό εξτρεμιστικό σεκταρισμό. Φάνηκε ότι η στρατηγική επιτεύχθηκε, διότι το NPD μέχρι το 1968 είχε κατορθώσει να ξεπεράσει το όριο εισόδου του 5% σε επτά τοπικά κοινοβούλια. Το 1969 απέτυχε οριακά να μπει στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Περιφερειακά προπύργια υπήρχαν ήδη εκεί όπου είχε τα δικά του το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα του Χίτλερ, όπως στην Βόρεια Βαυαρία και την Βόρεια Έσση. Το κόμμα επιδέξια χρησιμοποίησε επιχειρήματα με τρόπο που να μην μπορούν να εφαρμοσθούν εναντίον του οι νόμοι κατά του εθνικοσοσιαλισμού και του αντισημιτισμού. Ο Αντόρνο κάνει λόγο για μια «εξαιρετικά αναπτυγμένη τεχνική των υπαινιγμών». Μια άλλη μέθοδος συνίσταται στη συγκεκριμενοποίηση, την αύξηση αριθμών που δεν ελέγχονται, αλλά που ωστόσο προσδίδουν κύρος σ’ αυτόν που τους προβάλλει.

sel35
Ο συγγραφέας Χάινριχ Μπελ, ο Τέοντορ Αντόρνο και ο εκδότης Ζήγκφριντ Ούνζελντ στις 28 Μαΐου 1968 σε εκδήλωση κατά των νόμων Έκτακτης Ανάγκης στην μεγάλη αίθουσα της ραδιοφωνίας της Έσσης στη Φρανκφούρτη. © Alamy Stock Photo / Visual Hellas

Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Αντόρνο μπορούν να διακριθούν τρία δομικά στοιχεία: το υποκείμενο (αυταρχική προσωπικότητα), η οικονομία (καπιταλισμός) και η κοινωνία (εθνικισμός). Υποστηρίζει ότι ο δεξιός ριζοσπαστισμός δεν αποτελεί ιδεολογικό, αλλά πραγματικό και πολιτικό πρόβλημα. Όμως το μη αληθινό της ουσίας του τον αναγκάζει να επιχειρηματολογήσει με ιδεολογικά μέσα. Για τον Αντόρνο εξηγείται το δυναμικό του δεξιού ριζοσπαστισμού με το ότι συνεχίζουν να υπάρχουν οι κοινωνικές προϋποθέσεις του φασισμού, κυρίως με την έλλειψη εκδημοκρατισμού σε σημαντικούς τομείς της ζωής. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου σημαίνει τον ταξικό υποβιβασμό αστικών στρωμάτων. Ο κεϋνσιανισμός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας περιλαμβάνει επίσης μια απειλή μέσω της φτώχειας, λόγω του ελλοχεύοντος πληθωρισμού και του γεγονότος ότι παρά την πλήρη απασχόληση στοιχειώνει το φάντασμα της «τεχνολογικής ανεργίας» ως συνέπεια της αυτοματοποίησης. Για τους αγρότες υπάρχει φόβος για τις επιδράσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στην αγροτική αγορά.

Κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές την εποχή μετά τον Αντόρνο επέφεραν μεταβολές στον δεξιό ριζοσπαστισμό. Η νεοφιλελεύθερη στροφή στην οικονομική και κοινωνική πολιτική από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 εξαναγκάζει τα άτομα να φροντίζουν τα ίδια σε μεγαλύτερη έκταση για την τύχη τους με μια πιο σφικτή προσωπική οικονομική ζωή. Με την άνοδο της ιδεολογίας του ανταγωνισμού μειώνεται και η αποδοχή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Από τον φόβο του κοινωνικού υποβιβασμού μεγαλώνει και η αποδοχή των ιδεολογιών του αποκλεισμού. Εξαπλώνεται ένα είδος «εξτρεμισμού της αγοράς». Ο νέος δεξιός εξτρεμισμός δεν κοιτάζει προς τα πίσω όπως ο παλιός, αλλά σηματοδοτεί μια γενική εκσυγχρονιστική τάση. Η γερμανική επανένωση το 1990 σήμαινε επίσης μια τομή για το ακροδεξιό πολιτικό φάσμα. Η κεντρική εχθρική εικόνα του κομμουνισμού αίφνης εξαφανίζεται. Στη θέση της σημειώνεται, π.χ. στο NPD από τη δεκαετία του 1990, μια άνθηση των εθνικο-επαναστατικών, αντικαπιταλιστικών και αντιαμερικανικών ιδεολογιών. Ο αγώνας για τον έλεγχο της σκέψης διεξάγεται με προκλητικές μεθόδους του περιθωρίου. Εδώ εντάσσονται νυχτερινές λαμπαδηδρομίες, συναυλίες, ενδυματολογικό στυλ, σύμβολα, γλωσσικοί κώδικες. Απαραίτητες είναι οι διαδικτυακές μορφές επικοινωνίας: Facebook, YouTube, Twitter, διαδικτυακές πύλες.

Η εμπειρία της ανταλλαξιμότητας της εργατικής δύναμης, για την οποία είχε ήδη κάνει λόγο ο Αντόρνο, μπορεί να καταλήξει στο φάντασμα της ανταλλαγής εθνοτικών ομάδων. Ο ένοπλος δράστης στην Κράιστσερτς στη Νέα Ζηλανδία το 2019 έκανε λόγο στο μανιφέστο του για την «μεγάλη ανταλλαγή». Προστασία αναζητείται στο αυταρχικό εθνικό κράτος. Εκείνοι που προτείνουν άλλα πρότυπα, όπως π.χ. η πολιτική αριστερά, γίνονται αντικείμενα οργής. Την έννοια του «πολιτισμικού μαρξισμού» χρησιμοποιούν σ’ αυτό το πλαίσιο τόσο η πρόεδρος του γερμανικού AfD («Εναλλακτική για τη Γερμανία») Άλις Βάιντελ όπως επίσης και ο Νορβηγός τρομοκράτης Άντερς Μπράιβικ. «Πολιτισμικός μαρξισμός» είναι ένας συχνός χαρακτηρισμός του εχθρού από την εξτρεμιστική δεξιά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφετηριακό σημείο κατά την άποψή τους είναι η δεκαετία του 1930, όταν μία ομάδα Εβραίων φιλοσόφων (Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε κ.ά.) κατέφυγε από την Γερμανία στις ΗΠΑ. Υποστήριξαν μάλιστα ότι αυτοί οι φιλόσοφοι δεν είχαν ασχοληθεί κυρίως με οικονομικά, αλλά με πολιτισμικά θέματα, διότι εδώ είδαν ότι έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες επιρροής. Ήθελαν να πείσουν τους λευκούς Αμερικανούς να μην νιώθουν περηφάνεια για την καταγωγή τους και να παρουσιάσουν τις χριστιανικές οικογενειακές αξίες ως αντιδραστικές. Οι λεγόμενοι «πολιτισμικοί μαρξιστές» αποτελούν για την εξτρεμιστική δεξιά –όχι μόνο στις ΗΠΑ‒ μια κεντρική εχθρική ομάδα παράλληλα με τις φεμινίστριες, τους ομοφυλόφιλους και τους μετανάστες.

Αυτά τα ρεύματα είναι επικίνδυνα κυρίως λόγω των πράξεων βίας στις οποίες προβαίνουν. Η γερμανική τρομοκρατική ομάδα NSU («Εθνικοσοσιαλιστική Αντίσταση») ανάμεσα στο 2000 και το 2007 δολοφόνησε 10 άτομα (οκτώ Τούρκους, έναν Έλληνα, μια Γερμανίδα). Η αστυνομία όμως δεν έκανε έρευνες στο δεξιό εξτρεμιστικό milieu, για το οποίο υπήρχαν αρκετές ενδείξεις, αλλά στο οικογενειακό περιβάλλον των δραστών. Πολύ μεγαλύτερη απήχηση στον πληθυσμό έχουν δεξιές λαϊκιστικές δυνάμεις παρά οι βίαιοι εξτρεμιστές. Εδώ στην πρώτη θέση βρίσκεται η AfD που ιδρύθηκε το 2013 και συνειδητά δεν φέρει στο όνομά της τη λέξη «κόμμα» που είναι επιβαρυντικό γι’ αυτήν. Διότι κατηγορεί τα κόμματα ότι παραχαράσσουν τη λαϊκή θέληση και έχουν δημιουργήσει την εξουσία μιας ελίτ από επαγγελματίες πολιτικούς. Την εποχή της ίδρυσής της κυριαρχούσαν θέματα που αφορούσαν την ευρωδιάσωση, όμως το 2015, την χρονιά της μαζικής μετανάστευσης, ήρθε αυτό το πρόβλημα στο προσκήνιο. Η ομάδα που επικρατούσε αρχικά από φιλελεύθερους καθηγητές οικονομικών παραγκωνίσθηκε από πρόσωπα που προέρχονταν από το στρατόπεδο των συντηρητικών εθνικιστών. Έτσι συνέβη αυτό που διαπίστωνε ο Αντόρνο το 1967 με βάση τις διαφορές εντός του NPD: σε τέτοιες αντιπαραθέσεις επικρατεί συνήθως η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα.

Στις τελευταίες εκλογές της ομοσπονδιακής βουλής το 2017 η AfD έλαβε 13% των ψήφων (11% στην παλιά Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, 22% στην πρώην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας). Εισήλθε στη βουλή με 93 βουλευτές. H ενίσχυση του δεξιού λαϊκισμού έχει πολλούς λόγους: η μαζική μετανάστευση έδωσε ώθηση στον κουλτουραλισμό (culturalism), δηλαδή στη γνώμη ότι οι εθνοτικές ομάδες διακρίνονται θεμελιωδώς από πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Ως τέτοιο χαρακτηριστικό ισχύει η θρησκεία ‒ σ’ αυτήν την περίπτωση το Ισλάμ, στο οποίο ανήκει η πλειοψηφία των προσφύγων. Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση, το 75% των ερωτώμενων πιστεύει ότι οι αλλοδαποί πρέπει να ακολουθούν την γερμανική «κυρίαρχη κουλτούρα». Ο φόβος ευρύτερων κύκλων για το μέλλον είχε ήδη ενισχυθεί προηγουμένως με το κραχ στις τράπεζες και την ευρωκρίση. Το αίσθημα της απώλειας του ελέγχου για την ίδια τη ζωή τους συμβαδίζει με την υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην μέχρι τώρα πολιτική. Στους άνδρες μεταξύ 25 και 50 ετών, το «εργαζόμενο κέντρο», το ποσοστό που κερδίζει η AfD είναι υψηλότερο από εκείνο που διαθέτει στον συνολικό πληθυσμό. Για τις ιδιαίτερα μεγάλες εκλογικές επιτυχίες της στα ανατολικά ευθύνονται πολλοί παράγοντες: χαμηλή οικονομική απόδοση, υψηλή ανεργία, αδύναμη κοινωνία πολιτών, σοκ από την ξαφνική αλλαγή του 1989/90 και τις επιπτώσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν. Και ειδικά στα ανατολικογερμανικά κρατίδια κατόρθωσε η AfD να πετύχει σημαντική κινητοποίηση των ψηφοφόρων. Για παράδειγμα στη Σαξωνία - Άνχαλτ αυξήθηκε η προσέλευση στην κάλπη από το 51% στο 61%.

Όπως συνέβη με το NPD στη δεκαετία του ’60 έτσι και η AfD σήμερα έχει πετύχει την διείσδυση στα εργατικά στρώματα. Αυτό δημιουργεί απορίες δεδομένου ότι στο πρόγραμμα αρχών της AfD υπάρχουν ριζοσπαστικά αιτήματα όσον αφορά την οικονομική πολιτική, όπως είναι η υποχώρηση του κράτους από την κοινωνική πολιτική, η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης και η ευελιξία του χρόνου εργασίας. Προκαλεί εξίσου έκπληξη το γεγονός ότι κάθε τέταρτο μέλος συνδικάτου ψηφίζει την AfD, δηλαδή ένα μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι συμβαίνει με τον συνολικό πληθυσμό. Ο λόγος βρίσκεται προφανώς στον «εθνικισμό του τόπου εγκατάστασης των επιχειρήσεων», που ως ένα βαθμό συνδέει εργαζόμενους και επιχειρηματίες, εθνικισμό και ριζοσπαστισμό της αγοράς. Από κοινού τάσσονται υπέρ της Γερμανίας ως ενός ισχυρού «τόπου εγκατάστασης επιχειρήσεων» στον διεθνή αγώνα του ανταγωνισμού, ενώ από την πλευρά τους οι εργαζόμενοι είναι διατεθειμένοι να δεχθούν στασιμότητα μισθών και απώλεια της αγοραστικής δύναμης. Και εδώ δεν λαμβάνεται υπόψη το πλέγμα των διεθνών εξαρτήσεων. Αυτό έγινε εμφανές με την κρίση του ευρώ των τελευταίων ετών, κυρίως στις συζητήσεις για τη «διάσωση της Ελλάδας».

Μερικές φορές ακούγεται ότι για τη σημερινή ριζοσπαστική δεξιά ο αντιισλαμισμός πήρε τη θέση του αντισημιτισμού. Ωστόσο ο βασικός της αντίπαλος δεν είναι το Ισλάμ, αλλά η ατομικιστική, ηδονιστική μορφή του φιλελευθερισμού που μόνον μέσω αυτής το Ισλάμ απέκτησε χώρο για την εξάπλωσή του. Η διδασκαλία του Μωάμεθ δεν θεωρείται τόσο επικίνδυνη όσο ο παγκόσμιος μοντερνισμός που σηματοδοτείται από την αμερικανοποίηση. Η τελευταία θεωρείται υπεύθυνη για την χειραφέτηση των γυναικών, την υποχώρηση των γεννήσεων, την εξαφάνιση των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών (που η AfD επικαλείται συνεχώς), την απώλεια της ιστορίας. Και ο Αντόρνο αναφέρει τον αντιαμερικανισμό, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι ο αντιαμερικανισμός την εποχή του Τραμπ έχει κατά κάποιο τρόπο χάσει έδαφος, γιατί ξαφνικά εμφανίσθηκαν «θετικά» χαρακτηριστικά των ΗΠΑ. Ο αγώνας κατά του ανθρωπιστικού οικουμενισμού αποτελεί τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο στρέφεται μια «συντηρητική επανάσταση». Τεράστια ελκυστική δύναμη αναπτύσσουν κινήματα κατά της πολιτικής ορθότητας, του γάμου των ομοφυλοφίλων ή του σύγχρονου σεξουαλικού διαφωτισμού. Δημιουργούν εύφορο έδαφος που φθάνει μέχρι το θεμελιακό χριστιανικό milieu. Στην παρενόχληση των γυναικών ενοχλούνται λιγότερο από την ίδια την πράξη όσο από την πιθανή αλλοδαπή καταγωγή του δράστη. Αντιφεμινισμός και ομοφοβία συμβαδίζουν με την λατρεία της αρρενωπότητας.

Ο βιολογισμός των παλιών εθνικιστών έχει εξελιχθεί σε έναν πολιτισμικό νατιβισμό. Η έννοια της «φυλής» αντικαταστάθηκε από αυτήν της «ταυτότητας». Η τελευταία θεωρείται ότι είναι σε κίνδυνο λόγω της «πολυπολιτισμικότητας» και ότι πρέπει να προστατευθεί με τον «εθνοπλουραλισμό». Η απόκρουση του πολιτικού πλουραλισμού αποτελεί χαρακτηριστικό ακραίων δεξιών κινημάτων. Από την άλλη πλευρά και η ίδια η δεξιά σκηνή χαρακτηρίζεται από ένα είδος «ενδοπλουραλισμού». Εδώ συγχρωτίζονται φιλελεύθεροι της αγοράς, ριζοσπάστες ελευθεριακοί, δεξιοί λαϊκιστές, εθνικιστές συντηρητικοί, αντισημίτες, λευκοί ρατσιστές. Στη Γερμανία ανάλογα έντυπα είναι περιοδικά όπως τα Cato-Magazin, Compact, Junge Freiheit ή Sezession. Tο «Ινστιτούτο για την Κρατική Πολιτική» που ιδρύθηκε το 2000 εξυπηρετεί τον στόχο της πληροφόρησης και επιμόρφωσης σ’ αυτόν τον τομέα. Στην AfD ανήκει ο σημαντικός ρόλος της εκπροσώπησης στον κοινοβουλευτικό χώρο. Τα οικονομικά της μέσα, που κατά βάση προέρχονται από την κρατική χρηματοδότηση του προεκλογικού αγώνα, αποτελούν μια σημαντική χρηματική πηγή. Η κοινοβουλευτική ομάδα και οι βουλευτές ξεχωριστά έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν ως συνεργάτες άτομα από το εθνικιστικό συντηρητικό φάσμα.

Τέλος, ας επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα του τίτλου, εάν οι εκτιμήσεις του Αντόρνο μπορούν να διατηρήσουν ακόμα και σήμερα την αξίωση του επίκαιρου. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι διαφορές ανάμεσα στην τωρινή κατάσταση και εκείνη πριν από 50 και πάνω χρόνια είναι σοβαρές. Το Τρίτο Ράιχ και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανήκαν παλιά στον εμπειρικό ορίζοντα της πλειονότητας του πληθυσμού. Δεξιά ριζοσπαστικά ρεύματα στρατολογούσαν τα στελέχη τους σε μεγάλο βαθμό από πρώην μέλη του NSDAP. Σημαντικές ομάδες ψηφοφόρων του NPD ήταν παλιά πρόσφυγες από τις γερμανικές ανατολικές περιοχές και αγρότες. Η πρώτη ομάδα έχει εξαφανιστεί λόγω της χρονικής απόστασης και της ενσωμάτωσης των απογόνων της, η δεύτερη ομάδα υποχώρησε σημαντικά με την ανάπτυξη της κοινωνίας των υπηρεσιών. Σε δεξιά κινήματα εξακολουθούν μεν να κυριαρχούν οι άνδρες, ακόμη και μόνον αριθμητικά, όμως όχι τόσο πολύ όπως στο παλιό NPD που οι άνδρες μέλη του έφθαναν μέχρι το 90%. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη σύνθεση του εκλογικού κοινού. Το γεγονός ότι παλιά ψήφιζαν το NPD περισσότερο οι προτεστάντες παρά οι καθολικοί έχει σχετικοποιηθεί με την απώλεια της σημασίας των θρησκευτικών προσανατολισμών. Εδώ μπορούμε να κάνουμε μόνο μια αναφορά, χωρίς καμία παραπέρα ανάλυση, στις επαναστατικές αλλαγές της επικοινωνίας με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ο Αντόρνο έβλεπε ένα χαρακτηριστικό δεξιών ριζοσπαστικών κινημάτων στην τελειότητα των προπαγανδιστικών μέσων σε συνδυασμό με την ανορθολογικότητα των σκοπών.

Παρά τις διαφορές αυτές, παραμένουν ωστόσο πολλά κοινά στοιχεία. Εδώ ανήκουν καταρχήν οι απειλητικοί φόβοι υλικού χαρακτήρα. Από δημοσκοπήσεις του 1966 προκύπτει ότι οι μισοί από τους ερωτηθέντες φοβούνταν μην χάσουν τη δουλειά τους. Η ελαφρά οικονομική ύφεση την εποχή εκείνη φάνηκε να τους δικαιώνει. Πάντως σήμερα, με 2,2 εκατομμύρια άνεργους στην ενωμένη Γερμανία, φαίνεται σχεδόν ειδυλλιακός ο αριθμός των ανέργων της εποχής εκείνης που έφθανε στις 670.000. Μια γενικά σκεπτικιστική θεώρηση του μέλλοντος σε σύνδεση με τον φόβο της ανεργίας εξακολουθεί πάντως να υπάρχει και μάλιστα στα μεσαία στρώματα. Επιπλέον προστίθεται ο φόβος μιας υποτιθέμενης αποξένωσης, παλιά από τους «γκάσταρμπάιτερ» που αναφέρει ο Αντόρνο, αν και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί κριτικά την έννοια. Σήμερα οι πρόσφυγες διαδέχονται τους «γκάσταρμπάιτερ» που εν μέρει έχουν επιστρέψει στις πατρίδες τους και εν μέρει έχουν ενσωματωθεί.

Κανένα πολιτικό ρεύμα στη Γερμανία δεν μπορεί να ξεφύγει από την αντιπαράθεση με το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν, κυρίως κανένα που κατανοεί τον εαυτό του ως εθνικό. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους δεξιούς ριζοσπάστες οι σημερινοί δεν αρνούνται καθόλου το Ολοκαύτωμα, όμως το σχετικοποιούν ποικιλοτρόπως: μειώνοντας τον αριθμό των θυμάτων, συγκρίνοντάς το με ανάλογα ιστορικά συμβάντα, αμφισβητώντας την αξιολογική του θέση για τη σημερινή Γερμανία κ.τ.τ. Διαμαρτύρονται για τις «απαγορεύσεις του λόγου και της σκέψης» ή για την «τρομοκρατία της αρετής» των σημερινών Ιακωβίνων στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας. Υποστηρίζουν ότι ένα αιώνιο «σύμπλεγμα ενοχής» εμποδίζει τους Γερμανούς από την ανάπτυξη μιας δικής τους ταυτότητας. Και αυτό δεν απέχει πολύ από την υβριστική φράση «Τύπος των ψευδών» που βαραίνει όλα τα «πιστά στο σύστημα Μέσα» με την γενική υποψία της αναλήθειας. Όσον αφορά τις ελίτ στην πολιτική, τα Μέσα, καθώς και το «καρτέλ των Βρυξελλών» (Ευρωπαϊκή Ένωση), θεωρείται ότι δρουν από κοινού κατά του λαού. Οι θεωρίες περί συνωμοσίας είχαν και έχουν μεγάλη ζήτηση. Ως ένα επιπλέον κοινό στοιχείο μπορεί να επισημανθεί το γεγονός ότι σήμερα όπως και παλιά κυβερνά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ένας μεγάλος συνασπισμός από Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες (από το 1966 έως το 1969 και πάλι από το 2013). Τα «παλιά κόμματα» γι’ αυτούς μοιάζει να έχουν θάψει όλες τις διαφορές τους προς όφελος της άσκησης εξουσίας. Γι’ αυτόν τον λόγο στο δεξιό στρατόπεδο μπορεί να θεωρούν ως την επιταγή της στιγμής την ύπαρξη ενός εναλλακτικού κόμματος που «να εκφράζει πραγματικά τα συμφέροντα του λαού».