Ο κλεπτομανής ποιητής

«Αναψηλαφώντας» τη μεγάλη κλοπή στο Νομισματικό Μουσείο (1887)
Ο κλεπτομανής ποιητής Λεπτομέρεια της αναθηματικής στήλης με την προτομή του Π. Ραυτόπουλου διά χειρός Θ. Άννινου: «Πρὸ τοῦ Μουσείου. Δαπάνῃ λωποδυτῶν». Άστυ, 27.3.1888.

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ποιητής που έπασχε από κλεπτομανία. Ο ποιητής αυτός… Κάπως έτσι θα μπορούσε να ξεκινήσει η ωραία ιστορία με διδακτικό επιμύθιο για την περιβόητη κλοπή στο Νομισματικό Μουσείο την εποχή του Τρικούπη.

Η ιστορία αφορά τη μεγάλη κλοπή της εθνικής νομισματικής συλλογής το φθινόπωρο του 1887 από τον Περικλή Ραυτόπουλο. Δεν είναι άγνωστη υπόθεση: όποιος ξεφυλλίσει τις εφημερίδες της εποχής από το φθινόπωρο του 1887 και για έναν ολόκληρο χρόνο θα συγκεντρώσει απειράριθμα δημοσιεύματα για την υπόθεση και τις διαστάσεις της. Πολύ υλικό έχει συγκεντρωθεί ήδη από την ερευνητική ομάδα του ομότιμου καθηγητή προϊστορικής αρχαιολογίας στο ΑΠΘ Κώστα Κωτσάκη, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Αρχαιολογικά γεγονότα στον ελληνικό τύπο (1832-1932), υλικό που διατίθεται μέσω της «Ψηφιοθήκης» της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ. Σύνοψη της υπόθεσης με τη δράση του κεντρικού πρωταγωνιστή μπορεί να βρει κανείς σε μια σειρά δημοσιευμάτων σημαντικών προσώπων της νεοελληνικής λογοτεχνίας: στα Φιλολογικά απομνημονεύματα του Παύλου Νιρβάνα, στην «Αυτοβιογραφία» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, στην αρθρογραφία του Μιχαήλ Μητσάκη κ.α.

Ποια είναι λοιπόν αυτή η περιβόητη κλοπή; Τη νύχτα της 29.10.1887 ο Περικλής Ραυτόπουλος κρύβεται στο αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, σε όροφο του κτιρίου του Πανεπιστημίου, όπου συστεγαζόταν και η Εθνική Νομισματική Συλλογή, και κλέβει ένα σημαντικό αριθμό νομισμάτων, περί τα 2.000. Καλείται ως ύποπτος για ανάκριση, αλλά απαλλάσσεται και αφήνεται ελεύθερος. Ύστερα από λίγο καιρό ταξιδεύει στο Παρίσι και πουλά τα κλεμμένα νομίσματα στους παλαιοπώλες Φεαρντάν (Feuardent) και Ρολλέν (Rollin), αλλά την ίδια μέρα κρύβεται στο κατάστημά τους και κλέβει τα νομίσματα που είχε πουλήσει μαζί με άλλα από το ίδιο κατάστημα, αξίας 500 χιλιάδων φράγκων. Συμπεριφέρεται όμως ερασιτεχνικά ‒ αγοράζει ένα εισιτήριο για τον ιππόδρομο και πληρώνει για γεύμα σε γνωστό εστιατόριο με διακριτά νομίσματα από αυτά που είχε κλέψει από το κατάστημα των παλαιοπωλών. Οι παραλήπτες των νομισμάτων ενημερώνουν την αστυνομική διεύθυνση του Παρισιού (διευθυντής ο περίφημος Γκορόν/Goron, που άφησε μια σειρά απομνημονευμάτων και αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπου αναφέρεται και το συγκεκριμένο περιστατικό, η σύλληψη του Ραυτόπουλου: Les mémoires de M. Goron, ancien chef de la Sûreté, τόμ. 3, 1897, σ. 245-297, «Un nomismate») και ο Ραυτόπουλος συλλαμβάνεται, και με τη συνδρομή της αστυνομίας Αθηνών και της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι αποδεικνύεται ότι τα νομίσματα είναι αυτά που είχαν κλαπεί από το αθηναϊκό Μουσείο. Ο Ραυτόπουλος δικάζεται και φυλακίζεται για πέντε χρόνια σε γαλλική φυλακή, μαθαίνει την τέχνη του υποδηματοποιού και πολλές Γαλλίδες, λόγω μάλιστα της δημοσιότητας που είχε αποκτήσει ο νεαρός κομψός Έλληνας, που τύχαινε να είναι και ποιητής, προμηθεύονταν τις γόβες τους από την παραγωγή του Ραυτόπουλου. Η καλή του διαγωγή του εξασφάλισε χαριστική μεταχείριση και αποφυλακίστηκε νωρίτερα. Τα βιογραφικά σημειώματα που σώζονται γι’ αυτόν υποστηρίζουν ότι πέθανε το 1893 κάπου στην Αμερική, αφού σύμφωνα με μια πληροφορία είχε διαπράξει μια ακόμη κλοπή στη Λυών αμέσως μετά την αποφυλάκισή του.

Ποιος ήταν όμως ο Περικλής Γ. Ραυτόπουλος; Γεννήθηκε το 1864 στην Πάτρα από ευυπόληπτη και ευκατάσταση οικογένεια. Στην πατρίδα του, όταν ήταν μαθητής στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό Σωκράτης στο οποίο είχε συνεργαστεί και ο Ξενόπουλος με ένα πατριωτικό ποίημα. Στην Αθήνα ήρθε για να εγγραφεί φοιτητής στη νομική σχολή, την οποία και τελείωσε αποκτώντας το δίπλωμά του το φθινόπωρο του 1887 (12.10.1887), λίγες μέρες πριν διαπράξει την κλοπή. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του τύπωσε δύο ποιητικές συλλογές: Άνθη και Σκιαί (1883) και Κρυσταλλώματα (1884), στις οποίες κινείται με αξιοπρέπεια χωρίς όμως να πρωτοτυπεί ιδιαίτερα. Οι γνωριμίες της οικογένειάς του τον βοήθησαν να διοριστεί κλητήρας στην Εθνική Βιβλιοθήκη, από όπου όμως τον απέλυσε ο έφορος Εμμανουήλ Ροΐδης, αφού τον συνέλαβε να έχει κλέψει και πουλήσει μια ακριβή έκδοση των ποιημάτων του Ανακρέοντα. Παράλληλα, η πλούσια γλωσσομάθειά του (γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά) τον καθιστούν χρήσιμο για τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Ξεκίνησε συνεργασία με την εφ. Εθνική Φωνή του Γ. Σιβιτανίδη, ενώ ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με άλλους νεαρούς λογοτέχνες της εποχής (Γρηγόριο Ξενόπουλο, Παύλο Νιρβάνα, Θεόδωρο Βελλιανίτη,  Γεώργιο Βαλαβάνη, Νικόλαο Σταματέλο, Αγησίλαο Αρτέμη, Ιωάννη Αρσένη κ.ά.).[1] Μαζί με τους Ξενόπουλο, Νιρβάνα, Βελλιανίτη, Αρτέμη και με μερικούς άλλους  (και με τη στήριξη και συνεργασία του Ειρηναίου Ασώπιου) εξέδωσαν την εβδομαδιαία φιλολογική εφημερίδα Αθήναι τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1884. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε τέσσερα φύλλα και διέκοψε άδοξα την έκδοσή της, γιατί, κατά τον Ξενόπουλο, ο Ραυτόπουλος όντας ταμίας του εκδοτικού εγχειρήματος υπεξαίρεσε τα έσοδα από τις πωλήσεις του φύλλου. Ο Ραυτόπουλος συνεργάστηκε στη συνέχεια με δύο από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της εποχής. Το 1884 εργάστηκε στην Ακρόπολη και συγχρωτιζόταν με τον Μιχαήλ Μητσάκη, συντάκτη επίσης της εφημερίδας, με τον οποίο μάλιστα είχε φωτογραφηθεί. Το φθινόπωρο του 1887, την κρίσιμη περίοδο της κλοπής, ήταν συνεργάτης της Εφημερίδος του Κορομηλά – έγραφε τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής. Εξ αυτού μερικοί υποστηρίζουν, μυθοποιημένα, ότι ο ίδιος κάλυψε την επομένη το ρεπορτάζ της κλοπής εξασφαλίζοντας την αποκλειστικότητα στην Εφημερίδα.[2] Ποιήματά του φιλοξένησαν η Ποικίλη Στοά του Ι. Αρσένη, το περ. Ποιητικός Ανθών της Ζακύνθου και άλλα έντυπα.

Η κλοπή του Νομισματικού Μουσείου απασχολεί στην αρχή τον τύπο και την ελληνική κοινωνία, διεξάγονται οι σχετικές έρευνες από την αστυνομία και οι ανακρίσεις από τους δικαστές, συγκροτούνται οι αρμόδιες επιστημονικές επιτροπές για την εκτίμηση των κλεμμένων νομισμάτων, χωρίς όμως να παίρνει τεράστιες διαστάσεις, τις διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου που αποκτά στη συνέχεια. Κι αυτό γιατί συμβαίνει σε μια συγκυρία κατά την οποία τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν πάνω στο ισοζύγιο πληρωμών (οι γνωστές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αριθμοί ευημερούν αλλά όχι και η πραγματική οικονομία). Την αρχική αυτή διάσταση της υπόθεσης αποτυπώνει ο έμμετρος δημοσιογραφικός καθρέφτης της εποχής, ο διάσημος Γεώργιος Σουρής στον Ρωμηό του (7.11.1887), ο οποίος γράφει:

Εδέθη όλων των εχθρών η λυσσασμένη γλώσσα
κι αν το Μουσείον έκλεψαν το Νομισματικόν
αυτό δεν είναι τίποτε ας κλέψουν κι άλλα τόσα
και κάθε τι κειμήλιον αρχαιολογικόν.
Για του Μουσείου την κλεψιά μην έχετε σκασίλα...
ήλθε το Ισοζύγιο κι ας γίνουν όλα νίλα.

ή καταγράφει και σχολιάζει την ανακριτική διαδικασία, με έναν διάλογο Ανακριτή και Φασουλή:

Α. –Και σεις τι θα εκάμνετε;
Φ. –                             Δεν θ’ άφινα κανένα,
γιατ’ είναι προτιμότερον να βρίσκωνται σ’ εμένα
παρά να στέκουν άχρηστα υπό τον Ποστολάκα
και θεωρώ τον κλέψαντα πολύ μεγάλο βλάκα.

Η συνέχεια όμως δεν περιορίζεται σε τέτοια πυρά ανάλαφρης σάτιρας, αλλά μετατρέπεται σε σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Η κλοπή, όπως αναφέραμε, έγινε στις 29 Οκτωβρίου του 1887, οι ανακριτικές διαδικασίες κρατούν 2-3 μήνες χωρίς να οδηγούν σε κανένα αποτέλεσμα, όλοι οι κληθέντες ως ύποπτοι απαλλάσσονται λόγω αμφιβολιών. Από τον Φεβρουάριο όμως του 1888 το ζήτημα επανέρχεται στην επικαιρότητα και παίρνει καθαρά πολιτική διάσταση, με άμεση εμπλοκή του κομματικά εξαρτημένου τύπου: από τη μια όσες εφημερίδες υποστηρίζουν την κυβέρνηση του Τρικούπη (Εφημερίς, Καθημερινή, Παλιγγενεσία) και από την άλλη όσες υποστηρίζουν την αντιπολίτευση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη (Αιών, Πρωία, Σύλλογος). Κάπου ανάμεσα η Ακρόπολις του Γαβριηλίδη και τα σατιρικά έντυπα που βρίσκουν εύφορο πεδίο. Διοικητικά υπεύθυνοι για το Νομισματικό Μουσείο (άρα και για την κλοπή) ήταν ο έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης (στην οποία ανήκε και στεγαζόταν το Μουσείο), ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο διευθυντής του Μουσείου Αχιλλέας Ποστολάκας και ο βοηθός του Ιωάννης Σβορώνος· και οι τρεις άνθρωποι του Τρικούπη. Οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες επιθυμούσαν από την ανάκριση να προκύψουν ευθύνες για τους κυβερνητικούς αυτούς φίλους για να καρπωθεί κομματικά οφέλη ο Δηλιγιάννης. Από την αρχή μάλιστα μία από αυτές τις εφημερίδες, ο Αιών, στα σχετικά ρεπορτάζ της για την κλοπή υποδείκνυε πιθανές ευθύνες του Ροΐδη και του Ποστολάκα. Με τη σειρά τους οι τότε συμπολιτευόμενες, κυρίως η Εφημερίς που μόλις είχε αποκτήσει νέο δραστήριο διευθυντή, τον κατοπινό τρικουπικό βουλευτή Αριστείδη Ρούκη, και είχε συνενωθεί με την Καθημερινή του Μίκιου Λάμπρου που περιλάμβανε στο δυναμικό της και τον Μπάμπη Άννινο – η Εφημερίς, λοιπόν, επιχειρεί να εμπλέξει στην υπόθεση της κλοπής γνωστά πρόσωπα συνδεδεμένα πολιτικά με την αντιπολίτευση και τον Δηλιγιάννη. Φέρνει στο φως μια παλιά υπόθεση με «δακτυλιόλιθους» που κατείχε ένας φίλος του Δηλιγιάννη ονόματι Ζωγράφος και επιχειρεί να κάνει αντιπερισπασμό και να συνδέσει την παράνομη κατοχή των δακτυλιολίθων με την κλοπή στο Νομισματικό Μουσείο. Διαχρονικές τακτικές: οι κατηγορίες έχουν βάση, είναι όμως άσχετες με την υπόθεση της κλοπής στο Μουσείο, αποδεικνύουν απλώς μια συνηθισμένη πρακτική, πως όταν τα φώτα της δημοσιότητας δεν είναι εστιασμένα σε έναν χώρο, οι νόμοι, οι διατάξεις και οι υποχρεωτικοί έλεγχοι δεν τηρούνται και δεν εφαρμόζονται με θρησκευτική ευλάβεια. Η στάση αυτή της φιλοτρικουπικής Εφημερίδας σκληραίνει και τις αντιπολιτευόμενες, οι οποίες πια προχωρούν σε ευθείες κατηγορίες (με άρθρα ακόμη και του ίδιου του Δηλιγιάννη, ανυπόγραφα φυσικά) επιρρίπτοντας τις ευθύνες της κλοπής στον Ποστολάκα και τον Σβορώνο και προσωπικά στον Ροΐδη.[3] Μία μάλιστα από αυτές, ο Αιών, δεν διστάζει να κατηγορήσει ανοιχτά τον Ροΐδη ότι συμμετείχε στην κλοπή και ότι είχε επιχειρήσει και εν μέρει επιτύχει να παραπλανήσει την ανάκριση υποδεικνύοντας με την αρθρογραφία του στην Εφημερίδα ότι τα άτομα που είχαν διαπράξει την κλοπή δεν μπορούσαν να έχουν σχέση με το Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη.[4] Τον κατηγορούν μάλιστα για ασέβεια, για ασεβή λογοπαίγνια, αφού ήταν αυτός που είχε αναγγείλει την «κηδεία του Νομισματικού Μουσείου» όταν «επτά τετράτροχα αμάξια εκόμισαν τα υπό της επιτροπής σφραγισθέντα εν δέμασι νομίσματα» από το πανεπιστήμιο στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο.[5] Ο Ροΐδης απαντά με τη σειρά του,[6] και όλη αυτή η άκαρπη εντέλει συζήτηση, για την οποία χύνονται ποταμοί μελάνης, εκπνέει όταν ο Ραυτόπουλος γύρω στις 20 Μαρτίου του 1888 συλλαμβάνεται στο Παρίσι για νέα κλοπή, και συνδέεται η εκεί κλοπή με την κλοπή στο Νομισματικό Μουσείο στην Αθήνα. Οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες αρχικά υποστηρίζουν ότι οι δύο κλοπές δεν συνδέονται, με την ελπίδα ότι οι ευθύνες για την κλοπή στην Αθήνα θα καταλογισθούν σε φιλοτρικουπικά πρόσωπα, αλλά οι έρευνες και οι ανακρίσεις οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα.

Οι συζητήσεις για την κλοπή στο Εθνικό Νομισματικό Μουσείο δεν περιορίζονται μόνο στον ελληνικό τύπο και στην ελληνική κοινωνία αλλά περνούν και τα σύνορα της χώρας. Φυσικά, λόγω του ότι ο Ραυτόπουλος πραγματοποιεί τη δεύτερη μεγάλη κλοπή του στους παρισινούς παλαιοπώλες –στο Παρίσι συλλαμβάνεται όπως είδαμε, εκεί δικάζεται και φυλακίζεται‒ είναι αναμενόμενη αλλεπάλληλη αρθρογραφία (για την «Affaire Raftopoulos; vol des médailles») σε πάμπολλα παριζιάνικα έντυπα (τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1888, όταν συλλαμβάνεται, και τον Αύγουστο, όταν δικάζεται και φυλακίζεται), ενώ ανταποκρίσεις στέλνονται και σε εφημερίδες της Αμερικής. Ταυτόχρονα, η κλοπή που διαπράττει ο Έλληνας Ραυτόπουλος αποκτά και μιαν άλλη διάσταση. Η απάτη του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία στη Γαλλία και στην Ελλάδα διεξάγεται μια διαμάχη για τη χρήση της λέξης «grec» στα γαλλικά, με τη σημασία του απατεώνα, του απατεώνα στο χαρτοπαίγνιο. Η ιστορία έχει παλιές ρίζες, κάποιοι την τοποθετούν στην εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄, αλλά στη δεκαετία του 1880 η σχετική συζήτηση αναζωπυρώνεται με διάφορες αφορμές.  Στις αρχές του 1883 με αφορμή την κλοπή σε μία παριζιάνικη λέσχη, η λέξη grec χρησιμοποιείται κατά κόρον στις εφημερίδες. Οι λογοτέχνες Ζιλ Κλαρετί (Jules Claretie) και Ανρί Ουσάιγ/Ουσέ (Henry Houssaye) στέλνουν επιστολές διαμαρτυρίας στην εφ. Figaro ζητώντας να απαγορευτεί η χρήση της λέξης με αυτή τη σημασία. Μάλιστα ο γνωστός τότε μυθιστοριογράφος Αντόλφ Μπελό (Adolphe Belot) είχε εκδώσει το 1881 ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Le roi des Grecs (μεταφράστηκε και στα ελληνικά το 1884 με τον τίτλο Ο βασιλεύς των πανούργων), το οποίο διασκευάστηκε και παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία σε θέατρο του Παρισιού το 1883, καθιερώνοντας και αυτή τη σημασία της λέξης στα γαλλικά (πανούργος, αρχιχαρτοκλέφτης, τζογαδόρος), προκαλώντας αρκετές αντιδράσεις στον ελληνικό χώρο. Ο πρωταγωνιστής δεν είναι κάποιος Έλληνας, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ένας τυνήσιος τυχοδιώκτης. Δεν ξέρω μάλιστα αν ο αστικός μύθος του Νίκου Δάνδολου, του θρυλικού έλληνα χαρτοπαίκτη στην Αμερική του 20ού αιώνα, του γνωστού ως Nick the Greek, οφείλει κάτι σ’ αυτή τη γαλλική προϊστορία. Ένα αντίστοιχο επεισόδιο, όπου η λέξη grec χρησιμοποιείται στα γαλλικά δικαστήρια αναφύεται στα 1887 και προκαλεί την αντίδραση του γνωστού έλληνα δικηγόρου στο Παρίσι Γ. Καλλισπέρη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κλοπή του Ραυτόπουλου αναμόχλευσε και πάλι τις σχετικές συζητήσεις.

Το περιστατικό σιγά σιγά το κάλυψε εντέλει ο οδοστρωτήρας της επικαιρότητας, ο Ραυτόπουλος δικάστηκε στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1888 και φυλακίστηκε, στην Αθήνα βγήκε δικαστικό βούλευμα τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (με το οποίο αθωώθηκαν οι Ποστολάκας και Σβορώνος) και απέμεινε μόνο να το θυμίζουν η σφοδρή διαμάχη (έφτασε και στα δικαστήρια, μάλιστα) ανάμεσα στον βοηθό τότε και αργότερα (από το 1890) διευθυντή του Νομισματικού Μουσείου Σβορώνο με τον γενικό έφορο αρχαιοτήτων Παναγιώτη Καββαδία (τα περιγράφει αυτά αναλυτικά ο Σβορώνος στο Φως επί των αρχαιολογικών σκανδάλων..., 1896).

Απέμειναν όμως να το θυμίζουν και οι φιλολογικές αναμνήσεις μερικών σημαντικών ανθρώπων των γραμμάτων μας. Γιατί, όπως ήδη αναφέραμε, η κλοπή των νομισμάτων από το Μουσείο δεν τάραξε μόνο την πολιτική και δημοσιογραφική ζωή της χώρας για πολλούς μήνες· προκάλεσε αναταραχή και στον κόσμο των γραμμάτων, και όχι μόνο λόγω της εμπλοκής του Ροΐδη.

Η διπλή ιδιότητα του Περικλή Ραυτόπουλου (ποιητής και δημοσιογράφος), οι σχέσεις του με δραστήρια πρόσωπα της λογοτεχνικής ζωής και της αθηναϊκής δημοσιογραφίας εμπλέκει στη σχετική συζήτηση τον λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό κόσμο της πρωτεύουσας και της χώρας. Ο Μιχαήλ Μητσάκης αναγκάζεται να δώσει διευκρινίσεις για τις σχέσεις του με τον Ραυτόπουλο,[7] από τη στιγμή που η Εφημερίς (η λεγόμενη του Κορομηλά αλλά τότε του Αριστείδη Ρούκη), αναγκαζόμενη να απολογηθεί για τη συνεργασία της με τον Ραυτόπουλο την περίοδο που αυτός σχεδίαζε και διέπραξε την κλοπή, έγραφε ότι δεν έφερε καμία ευθύνη εφόσον δεν μπορούσε να διανοηθεί για τα σχέδια και τις προθέσεις του Ραυτόπουλου, τη στιγμή μάλιστα που έχαιρε εκτίμησης στον χώρο της λογιοσύνης και της δημοσιογραφίας και είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με την Ακρόπολη του Γαβριηλίδη και  διατηρούσε στενές σχέσεις με τον κύριο συντάκτη της τον Μ. Μητσάκη. Τα σατιρικά έντυπα της περιόδου, κυρίως το Άστυ των Θέμου και Μπάμπη Άννινου, γελοιογραφούν την υπόθεση δημοσιεύοντας σατιρικά κείμενα και παρωδίες, που παίζουν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ  με τις αλλεπάλληλες λιποθυμίες του διευθυντή του μουσείου Αχιλλέα Ποστολάκα, προς τον οποίο είχαν πέσει οι υποψίες από μέρους του τύπου. Ο Σουρής στον Ρωμηό (26.3.1888) γράφει έναν «Μεγάλο[ν] θούριο[ν] του Φασουλή / εις τον Ραυτόπουλο τον σεβνταλή», όταν αυτός συλλαμβάνεται στο Παρίσι, γεμάτο από «αλγεινά μειδιάματα», όπως το ακόλουθο:

Σε προσκυνώ, Ραυτόπουλε, και απ’ εμπρός κι οπίσω,
και στο Παρίσι μ’ έρχεται να ’λθώ να σ’ απαντήσω,
αδελφωμένοι και οι δυο να στήσωμε λημέρι,
να κλέπτωμεν τον Φεαρδάν ημέρα μεσημέρι,
κι απ’ όλα τα νομίσματα γεμάτοι, ποιητά,
να καταντήσωμεν κι οι δυο Μουσεία κινητά.

Σε προσκυνώ, Ραυτόπουλε, με χέρια σταυρωμένα, 
και λησμονώ προς χάριν σου και το εικοσιένα,
τους προ αιώνων πόθους μας, της λεβεντιάς τα χρόνια,
τη Λαύρα, την Αγιά Σοφιά, τα κλέφτικα μηλιόνια,
αλλ’ ούτε τρέχω να σκεφθώ στους τάφους των προγόνων
και σένα τώρα εξυμνώ, και σένα ψάλλω μόνον.
[…]

Από την άλλη, οι φίλοι, συμφοιτητές και συνεργάτες του Ραυτόπουλου, οι νεαροί και φερέλπιδες λόγιοι, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι νιώθουν την ανάγκη, όπως και ο Μητσάκης, να δώσουν εξηγήσεις για τον συγχρωτισμό τους με  τον κλέφτη του Μουσείου. Ο Μπάμπης Άννινος, ο γνωστότερος ευθυμογράφος της εποχής, αποτυπώνει σε ένα σατιρικό του κείμενο στο Άστυ κάπως έτσι την αντίδραση του δημοσιογραφικού κοινού:

Σκηνή ΣΤ΄

Δεν εγένετο προ δεκαετίας κλοπή, ήτις να μη απεδόθη εις τον Ραυτόπουλον. Όλοι οι Έλληνες ομολογούσιν, ότι εκλάπησαν υπ’ αυτού και όλοι δηλώνουσιν εις τας εφημερίδας, ότι ουδεμίαν συγγένειαν έχουσι μετά του αχρείου αυτού διδάκτορος της Νομικής. Πολλοί αποδίδουσι και την κλοπήν του Κεντρικού Ταμείου εις τον πενταετή τότε Ραυτόπουλον.[8]

Οι πιο γνωστοί λογοτέχνες φίλοι του, ο Ξενόπουλος, ο Νιρβάνας και ο Θ. Βελλιανίτης, τον μνημονεύουν, όπως αναφέραμε, στα φιλολογικά απομνημονεύματά τους. Ο Βελλιανίτης γράφει πολλά χρόνια αργότερα το σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία του Δρανδάκη. Ο Ξενόπουλος στην «Αυτοβιογραφία» θυμάται τη συμμετοχή του στην έκδοση της φιλολογικής εφημερίδας Αθήναι. Ο ίδιος επίσης τον αξιοποιεί ως κεντρικό πρωταγωνιστή, με εξιδανικευτικές προθέσεις, στο μυθιστόρημά του Παλιά Αθήνα (1936-1937). Αυτός είναι ο ωραίος Φαίδρος στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα που πάσχει από κλεπτομανία, αλλά είναι μορφωμένος νέος, με λογοτεχνικές ευαισθησίες και αγνά αισθήματα.  Χαρακτηριστικά του Ραυτόπουλου έχει και ο Θράσος Μανιάτης, ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος Αφροδίτη (1913/1922). Και ο Νιρβάνας με τη σειρά του στα Φιλολογικά απομνημονεύματά του (1927/1929: κεφ. «Μια παλαιά φωτογραφία») και σε άλλα κείμενά του μυθοποιεί και εξιδανικεύει τη ζωή του φοιτητικού του φίλου Περικλή Ραυτόπουλου.

Κάπου εδώ όμως μπορούμε να σταματήσουμε την αφήγηση αυτής της ιστορίας, ενός ακόμη αστικού μύθου της παλιάς Αθήνας. Τί απέμεινε τελικά από όλη αυτή την υπόθεση; Μα η επιβεβαίωση για μια ακόμη φορά της παμπάλαιας ρήσης: ουδέν κακόν αμιγές καλού. Γιατί τί έμεινε εντέλει; Οι Έλληνες έμαθαν, πολλοί ίσως για πρώτη φορά, την ύπαρξη της νομισματικής συλλογής και διάβασαν, όσοι γνώριζαν ανάγνωση, άρθρα για αρχαία αττικά και άλλα νομίσματα (με ορολογίες που άκουγαν για πρώτη φορά). Η νομισματική συλλογή βρήκε επιτέλους οργανωμένη και ασφαλή στέγη το 1890 σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στα δεξιά του κτιρίου της Ακαδημίας και επιμελητή τον Ιωάννη Σβορώνο (για την ακρίβεια επιταχύνθηκε η διαδικασία που είχαν ήδη ξεκινήσει οι Αχ. Ποστολάκας και Ι. Σβορώνος με τη συνεπικουρία του Χαρ. Τρικούπη). Η ελληνική λογιοσύνη εξασφάλισε μερικά ακόμη ευρηματικά ευφυολογήματα του Ροΐδη. Και η νεοελληνική λογοτεχνία απέκτησε έναν ακόμη ενδιαφέροντα λογοτεχνικό χαρακτήρα. Και όλα αυτά δεν είναι ίσως λίγα.

 

Το κείμενο είχε ετοιμαστεί για την Επιστημονική συνάντηση με θέμα «Το Ιλίου Μέλαθρον στην Αθήνα του 19ου αιώνα» (Νομισματικό Μουσείο, 14-15 Μαρτίου 2010).

 


 

 

 

[1]. Για τον φοιτητικό αυτό κύκλο, όπου και ο Ραυτόπουλος, βλ. Γιώργος Ανδρειωμένος, Τω φίλω Νικ. Σταματέλω. (Ένα λεύκωμα με άγνωστα ιδιόχειρα ποιήματα των Παλαμά, Ξενόπουλου, Νιρβάνα, Χατζόπουλου κ.ά.), Αθήνα, Σαββάλας, 1996.

[2]. Τις περισσότερες και πιο αξιόπιστες πληροφορίες για τον βίο, τη δημοσιογραφική και λογοτεχνική δράση του Ραυτόπουλου παρέχει το δημοσίευμα του Β. (= Θεόδωρου Βελλιανίτη), «Περικλ. Ραυτόπουλος. Ο κλέπτης του Νομισματικού Μουσείου», Ακρόπολις, 20.3.1888.

[3]. Η Πρωία με αλλεπάλληλα άρθρα του ίδιου του Δηλιγιάννη γράφει λυσσωδώς τον Μάρτιο του 1888 εναντίον του εφόρου Ροΐδη: «Εξ εναντίας, τον έφορον της βιβλιοθήκης ουδ’ ηνώχλησαν καν, διατηρούντες αυτόν ακόμη και σήμερον ακέραιον και άθικτον εις την θέσιν του, επιτηρητήν και επόπτην των κλαπεισών και των σωζομένων Συλλογών, τον δε Νομισματογνώμονα και τον βοηθόν αυτού απεμάκρυναν της υπηρεσίας, ουχί τότε αλλ’ αφού παρήλθον τέσσαρες και πλέον μήνες, και ηγέρθη πανταχόθεν φωνή και αλαλαγμός» (17.3.1888).

[4]. Βλ. Αιών, 19.3. 1888, αλλά και αναίρεση των γραφομένων στις 22.3.1888.

[5]. Το ευφυολόγημα του Ροΐδη καταγράφεται σε ένα σημείωμα της Εφημερίδος, 6.2.1888.

[6]. Βλ. το πιο χαρακτηριστικό από αυτά: «Η ευθύνη των εφόρων», Εφημερίς, 17.3.1888. Το κείμενο είναι ανυπόγραφο και δεν έχει θησαυριστεί.

[7]. Ο Μητσάκης είχε επικρίνει σφοδρά τα όσα ακολούθησαν την κλοπή με το άρθρο του «Μια κωμική υπόθεσις», Ακρόπολις, 21.2.1888. Επανέρχεται όμως έναν μήνα αργότερα με το σημείωμα  «Διασάφησις» στη Νέα Εφημερίδα, 22.3.1888, για να απαντήσει στα δημοσιεύματα «Η ανακάλυψις της κλοπής του Νομισματικού Μουσείου», Εφημερίς, 20 και 21.3.1888 (το δεύτερο από αυτά έρχεται ως απάντηση στο δημοσίευμα του Βελλιανίτη στην Ακρόπολη, 20.3.1888), όπου μεταξύ άλλων φωτογραφιζόταν ο Μητσάκης ως φίλος του Ραυτόπουλου. Η «Διασάφησις» του Μητσάκη στη Νέα Εφημερίδα μάς διευκολύνει να προσδιορίσουμε με ακρίβεια ότι τουλάχιστον στις αρχές του 1885 συνέτασσε τη στήλη «Χρονικά» της Ακροπόλεως. Βλ. τη στήλη «Χρονικά», Ακρόπολις, 5.2.1885, όπου ο Μητσάκης χλευάζει τους Αγησίλαο Αρτέμη, Π. Γ. Ραυτόπουλο και Ι. Αρσένη που είχαν δημοσιεύσει στην Εφημερίδα, 3.2.1885, επιστολές εναντίον του Ιωάννη Καμπούρογλου και υπέρ του Νεοκλή Καζάζη.

[8]. Ηρώδης ο Αττικός, «Η κλοπή του Μουσείου (παντομίμα σκηνο-τενής)», Το Άστυ, 8.4.1888.

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK