Σύλβια Πλαθ: Η γοητευτική Γκοντάιβα της ποίησης

Σύλβια Πλαθ: Η γοητευτική Γκοντάιβα της ποίησης Οι Τεντ Χιουζ και Σύλβια Πλαθ, το 1956. © National Portrait Gallery


 

 

1.

«Κλέφτρα! –πώς σύρθηκες μέσα του / πώς σύρθηκες μονάχη / μέσα στο θάνατο που επιζητούσα τόσο έντονα, για τόσον καιρό / μέσα στο θάνατο που και οι δυο μας λέγαμε πως ξεπεράσαμε / αυτόν που φορούσαμε στα λιπόσαρκα στήθη μας / αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε τόσο συχνά, κάθε φορά / …το θάνατο που του κάναμε προπόσεις /– τα κίνητρα και μετά η αθόρυβη πράξη; …» γράφει η ποιήτρια και φίλη της Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, που επίσης έδωσε μόνη της τέλος στη ζωή της, στο ποίημα “Ο θάνατος της Σύλβια”[1]. Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την ποίηση και τη ζωή της Πλαθ, αν δεν συνειδητοποιήσουμε τη μακροχρόνια σχέση της με τον θάνατο, που ολοκληρώθηκε με την αυτοκτονία της. Αν μπορούμε να βασιστούμε σε στοιχεία από το έργο ενός ποιητή για να κατανοήσουμε την ψυχική κατάσταση και τις επιλογές του, πολλοί από τους στίχους της Πλαθ είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως προάγγελοι ενός πρόωρου και τραγικού θανάτου: «…Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα. / Είμαι μόλις τριάντα. / Και σαν τη γάτα μπορώ να πεθάνω εφτά φορές. / Αυτή είναι η τρίτη. Τι αηδίες / Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες…»[2].

Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε το 1932 στη Βοστόνη. Ο πατέρας της ήταν εντομολόγος, ενώ η μητέρα της ανήκε στην πρώτη γενιά Αμερικανίδων με μάστερ στη διδασκαλία. Στην ηλικία των οκτώ ετών έχασε τον πατέρα της. Το 1953 κέρδισε τον διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Mademoiselle που είχε έδρα τη Νέα Υόρκη, όπου και εργάστηκε ως έκτακτη συντάκτρια για το καλοκαίρι. Από εκείνη την περίοδο της ζωής της εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα Ο γυάλινος κώδων[3]. Μερικούς μήνες αργότερα αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει με τα υπνωτικά χάπια της μητέρας της στο κελάρι του πατρικού της. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές της το 1955, κέρδισε την υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Εκεί γνώρισε τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ, με τον οποίο παντρεύτηκαν έξι μήνες αργότερα. Πέρασαν μια πολύ δημιουργική περίοδο και απέκτησαν δυο παιδιά, την Φρίντα και τον Νίκολας. Η εξωσυζυγική σχέση του Τεντ, την οποία η Σύλβια ανακάλυψε το 1962, ήταν η αιτία του διαζυγίου της. Το επόμενο διάστημα και μέχρι το τέλος της ζωής της έγραφε με ρυθμό φρενήρη. Αυτοκτόνησε τον Φεβρουάριο του 1963 εισπνέοντας γκάζι, αφού πρώτα ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά της. Ήταν μόλις 31 ετών.

Έκτοτε, και για παραπάνω από μισόν αιώνα, οι αναγνώστες και οι κριτικοί ερευνούν το ποιητικό έργο και τη ζωή της. Η Πλαθ κέρδισε μεταθανάτια το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή Collected Poems, που εκδόθηκε το 1981. Διάσημη, όμως, έγινε το 1965, επίσης μετά τον θάνατό της, με τη συλλογή Άριελ που εξέδωσε ο Χιουζ. Η ασθένεια και η αυτοκτονία της Πλαθ έδωσαν αφορμή για δημοσίευση πολλών άρθρων σε εφημερίδες, λογοτεχνικά και ψυχιατρικά περιοδικά. Η άποψη που έχει επικρατήσει είναι ότι η Πλαθ έπασχε από μανιοκατάθλιψη. Το διάστημα πριν την αυτοκτονία της υπέφερε από αϋπνίες και έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις. Παράλληλα παρουσίασε μεγάλη ποιητική ανέλιξη, την οποία ο Χιουζ είχε χαρακτηρίσει ως «το πιο θαυμαστό στοιχείο της» και την είχε αποδώσει στην εγκυμοσύνη και στη μητρότητα: «Μέσα σε δυο χρόνια, ενώ ήταν σχεδόν πλήρως απασχολημένη με τα παιδιά και το νοικοκυριό, εξελίχτηκε ποιητικά τόσο ξαφνικά και τόσο πολύ, όσο κανείς άλλος […] Όλες οι διαφορετικές φωνές του χαρίσματός της συνενώθηκαν και για περίπου έξι μήνες, μέχρι μια μέρα ή δύο πριν τον θάνατό της, έγραφε με όλη την ενέργεια και τη μουσική της ιδιαίτερης φύσης της»[4].

Ο Χιουζ εξέδωσε κι άλλα αδημοσίευτα χειρόγραφα της Πλαθ, γράμματα και ημερολόγια. Οι ποιητές δεν γίνονται συχνά πολιτισμικά σύμβολα, αλλά η αυτοκτονία της Πλαθ συνέβη ακριβώς τη στιγμή που η γυναικεία γραφή άρχισε να απασχολεί το μεταπολεμικό γυναικείο κίνημα. Η μεταθανάτια φωνή της συνέβαλε στην ενίσχυση ενός λόγου που αμφισβητούσε τις παραδοσιακές θέσεις που κατείχαν οι γυναίκες στην κοινωνική ζωή. Όσο πιο πολύ εξυμνούνταν η Πλαθ, τόσο πιο πολύ ήθελε ο κόσμος να μάθει τι ρόλο είχε παίξει ο γάμος της στην απόφαση να πεθάνει. Δεν είναι λίγες οι φορές που το πέπλο μυστηρίου το οποίο καλύπτει τη ζωή ενός λογοτέχνη επισκιάζει το έργο του και τον οδηγεί σε «καθαγιασμό». Ο Χιουζ κατηγορήθηκε ότι «δολοφόνησε» την Πλαθ, ιδιαίτερα όταν μαθεύτηκε ότι η Άσια Γουέλβιλ ‒η γυναίκα για την οποία την εγκατέλειψε‒ είχε, επίσης, αυτοκτονήσει σκοτώνοντας ταυτόχρονα και την κόρη που είχε αποκτήσει μαζί του. Επικρίθηκε, επιπλέον, ότι κατέστρεψε τις σημειώσεις του ημερολογίου της που εξιστορούσαν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής της, καθώς και για τις αλλαγές στη μορφή και το περιεχόμενο της συλλογής Άριελ.

Εκ μέρους του υπήρχαν σοβαρά επιχειρήματα που συνηγορούσαν στην απόφαση που πήρε ως επιμελητής. Η αλήθεια είναι ότι έχουν γραφτεί πολλά υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του διχαστικού κλίματος που επικρατούσε είναι ότι οι αγγλικές εφημερίδες ήταν υπέρ του Χιουζ και οι αμερικανικές υπέρ της Πλαθ. Η κόρη τους Φρίντα, το 2004, σαράντα χρόνια μετά την πρώτη, προχώρησε στην «αποκατεστημένη» έκδοση της συλλογής Άριελ (σε ελληνική μετάφραση από την Κατερίνα και την Ελένη Ηλιοπούλου), με την επιλογή και τη διευθέτηση των ποιημάτων όπως είχε γίνει από την ίδια την Πλαθ. Παρουσιάζοντας τη δική της εκδοχή, προσπάθησε να αποκαταστήσει τόσο τη μητέρα όσο και τον πατέρα της, ο οποίος είχε υποστεί δριμεία αρνητική κριτική για πολλά χρόνια. Πολλοί υποστήριξαν, ακόμη, ότι η Πλαθ κατάφερε να μεταπλάσει την απόγνωση που έφερε η διάλυση της κοινής της ζωής με τον Χιουζ σε εφαλτήριο δημιουργικότητας, βγαίνοντας από τη σκιά του συζύγου της.

Φαίνεται ότι η φήμη που περιβάλλει τη ζωή των λογοτεχνών συχνά προπορεύεται του έργου τους και διαμορφώνει έναν τρόπο πρόσληψής του. Θεωρείται ότι η ίδια η Πλαθ στο ποίημα “Λαίδη Λάζαρος” υποδηλώνει την αυτοκτονία της, δημιουργώντας μια γκροτέσκα σκηνή όπου οι παρευρισκόμενοι διψούν για το θέαμα: «…Το πλήθος που μασουλά φιστίκια / Στριμώχνεται να δει / Να με ξετυλίγουν από το κεφάλι έως τα πόδια / Το τέλειο στριπτίζ. Κυρίες και κύριοι / Ιδού τα χέρια μου / Τα γόνατά μου…».

Είκοσι βιογραφίες, πενήντα μελέτες, εκατοντάδες άρθρα στα ΜΜΕ, σε ιστοσελίδες, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μια χολιγουντιανή ταινία έχουν ασχοληθεί με κάθε πτυχή του σύντομου βίου της Πλαθ, με λεπτομέρειες για τον γάμο των δύο ποιητών, για την ψυχική της αστάθεια, για τη σχέση με τους γονείς της. Το ενδιαφέρον αγγίζει τα όρια της τυμβωρυχίας. Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, η Πλαθ βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής. Για του λόγου το αληθές, πριν λίγους μήνες, τον Σεπτέμβριο του 2018, εκδόθηκε ο δεύτερος τόμος από τα Γράμματα της Σύλβια Πλαθ. Ένα αντίτυπο του μυθιστορήματός της Ο Γυάλινος κώδων και αντικείμενα που φωτίζουν τη ζωή, τις σχέσεις και τον γάμο της βγήκαν σε δημοπρασία από τον οίκο Μπόναμ τον Μάρτιο του 2018. Είναι μέρος της περιουσίας της Πλαθ, που συμπεριλαμβάνει, ακόμη, σχέδια, πίνακες, ρούχα, κοσμήματα, έπιπλα, το αγαπημένο της βιβλίο μαγειρικής με πολλές σημειώσεις και τη γραφομηχανή της. Ανήκουν πια στο μόνο εν ζωή παιδί της, τη Φρίντα, αφού ο Νίκολας, που έπασχε από κατάθλιψη, αυτοκτόνησε το 2009. Πριν από έναν χρόνο περίπου ήρθε στο φως η αλληλογραφία που διατηρούσε η Πλαθ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 με τον ψυχίατρό της. Δεκατέσσερα από αυτά τα γράμματα δημοπρατήθηκαν έναντι 695.000 δολαρίων. Τα χειρόγραφα, επίσης, με τις εκδοχές του ποιήματος “Πρόβατα στην ομίχλη” πουλήθηκαν σε δημοπρασία το 2013 για 42.533 ευρώ[5].

Φαίνεται τελικά ότι η ποίηση συνέχιζε να ενώνει τους δύο ποιητές μέχρι τον θάνατο του Χιουζ, το 1998. Λίγο πριν πεθάνει, σπάζοντας τη σιωπή του, εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές που είχαν ως θέμα τη συνύπαρξή του με την Πλαθ στη ζωή και την ποίηση. Στην πρώτη, που έχει τον τίτλο Γράμματα γενεθλίων (σε ελληνική μετάφραση από τον Γιάννη Αντιόχου), αναλογίζεται την ακολουθία των γεγονότων που τους έφεραν μαζί. Προτείνει μιαν εξήγηση σχετικά με το ψυχικό υπόβαθρο της συζύγου του πριν την αυτοκτονία και προσπαθεί να απολογηθεί και να δώσει τη δική του εκδοχή για τη σχέση τους.

Η δεύτερη συλλογή, Ουρλιαχτά και ψίθυροι, κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και δεν γράφτηκε γι’ αυτήν ούτε μία κριτική στον Τύπο. Στο βασικό ποίημά της “Οι προσφορές”, που δημοσιεύτηκε στους Times του Λονδίνου δέκα ακριβώς μέρες πριν από τον θάνατο του ποιητή, η Πλαθ εμφανίζεται τρεις φορές μπροστά του και του δίνει τρεις προσφορές προς επανόρθωση. Την τρίτη φορά τον προειδοποιεί: «Αυτή τη φορά μη με απογοητεύσεις». Η Μίντλμπρουκ, βιογράφος του ζευγαριού, παρατηρεί ότι «στο ποίημα αυτό ο Χιουζ επανέρχεται γυμνός μπροστά στον κόσμο, με τη μορφή όχι πλέον ανδρός αλλά ενός ποιητικού υποκειμένου. “Αυτή τη φορά μη με απογοητεύσεις”, λέει η φωνή της ίδιας της ποίησης, με το στόμα της Πλαθ»[6]. Η φράση αυτή μπορεί να θεωρηθεί η κατακλείδα της σχέσης και της ποιητικής τους συνύπαρξης.

«Η νόσος ξεκινά εδώ: Έγινα στόχος με βελάκια για μάγισσες», λέει η ποιήτρια στο “Μάγισσα στην πυρά”[7]. Είναι γνωστό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ καταθλιπτικών προσωπικοτήτων και δημιουργικότητας. Ωστόσο, η Πλαθ δεν ήταν μεγαλοφυής ποιήτρια επειδή έκανε την επιτυχημένη απόπειρα. Ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν διαχρονικά τα δυο πυρηνικά θέματα της λογοτεχνίας. Και στην ελληνική ποίηση συναντάμε τους «Ιδανικούς αυτόχειρες» και τις πρόβες θανάτου, όπως συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, με τον Μίλτο Σαχτούρη ή τον Γιάννη Βαρβέρη[8]. Δεν είναι, όμως, το θέμα ή το εγχείρημα που καθιέρωσε τον Καρυωτάκη, αλλά η ποιητική της ειρωνείας, ο συνολικός ανατρεπτικός τρόπος που είδε τον κόσμο ‒αυτό που αποκλήθηκε «καρυωτακισμός»‒, ώστε να υπερβαίνει τον κανόνα της εποχής του, ό,τι μέχρι τότε είχε καταγραφεί ως ποιητική.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται συχνά λόγος για την «συνεξάρτηση» (codependency) στην ποίηση της Πλαθ και του Χιουζ[9]. Η άποψη, όμως, που έχει υπερισχύσει είναι ότι η Πλαθ επηρεάστηκε περισσότερο από τον Ρόμπερτ Λόουελ ‒πρώτο εκφραστή του ποιητικού ρεύματος που ορίστηκε ως «εξομολογητική ποίηση»‒ και τη Σέξτον· οι δυο ποιήτριες παρακολουθούσαν τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που παρέδιδε ο Λόουελ στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης.

Πέρα από τον θάνατο, στην ποίησή της η Πλαθ πραγματεύεται τη γυναικεία φύση, τους καταστατικούς γυναικείους ρόλους, την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, τις προβληματικές σχέσεις, τη σεξουαλικότητα, τη μητρότητα, τον ψυχικό κλονισμό, τον εαυτό. Είναι γνωστό ότι ήθελε κάποια στιγμή να σπουδάσει ψυχολογία. Με αφορμή τα διάφορα αυτοβιογραφικά στοιχεία ‒που απαντώνται σε πολλά ποιήματά της και ιδιαίτερα στο πιο γνωστό της ποίημα, το “Daddy”‒ έχει επικρατήσει η άποψη ότι δεν ξεπέρασε ποτέ τον θάνατο του πατέρα της και το διαζύγιό της.

Πολλοί κριτικοί έχουν εμπλακεί σε βιογραφικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις, προκειμένου να ερμηνεύσουν την ποίησή της. Ακολουθώντας τη φροϋδική προσέγγιση, ενώ στη ζωή της η Πλαθ απωθεί τον θάνατο του πατέρα της, ο μόνος τόπος όπου θα καταφέρει να τον ξεπεράσει είναι η ποίηση, με τον συμβολικό φόνο του. Μέσα από διαφορετικό πρίσμα ‒σύμφωνα με τον Νικ Μάουντ‒ η Πλαθ, μαζί με τον πατέρα που έχασε πολύ νωρίς, απώλεσε πιθανώς και τα ίχνη της γερμανικής της καταγωγής. Σε κάποιες εικόνες του “Daddy” φαίνεται ότι το ποιητικό υποκείμενο είναι παγιδευμένο, σαν ζώο σε βρόχο συρμάτινο ή σαν Εβραία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η τόσο προσωπική αναφορά της Πλαθ στο συγκεκριμένο ποίημα, αλλά και σε άλλα ποιήματά της, στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος, είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις κάποιων αναγνωστών, συμπεριλαμβανομένου και του Ιρλανδού ποιητή Σέιμους Χίνι. Μια εκδοχή είναι ότι η Πλαθ έβλεπε στις ισχυρές ανδρικές φιγούρες των Ναζί τον εξουσιαστή - υποκατάστατο του πατέρα της. Το ποίημα μπορεί να θεωρηθεί, επίσης, καυστική αλληγορία για τους άνδρες ή για ένα σύμβολο του κακού σε τούτο τον κόσμο[10].

Επειδή γνωρίζουμε πάρα πολλά για τον θάνατο και τη ζωή της Πλαθ, θα μπορούσε να υποκύψει κάποιος στον πειρασμό να διαβάσει τα ποιήματά της σαν να διαβάζει την αυτοβιογραφία της. Την πιο αποστομωτική απάντηση σε αυτή την παρανόηση την έδωσε η Σέξτον με τη διάσημη φράση: «Μπορείς να εξομολογείσαι και να λες ψέματα αιώνια»[11]. Είναι προφανές ότι το “Daddy” υπερβαίνει το περιοριστικό πλαίσιο της σύνδεσής του με τη βιογραφία της Πλαθ. Εδώ, βέβαια, αγγίζουμε έναν μεστό και ατέρμονο προβληματισμό της θεωρίας της λογοτεχνίας για το ζήτημα της ερμηνείας του κειμένου. Η άποψη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας και ο βίος του είναι το κλειδί για την κατανόηση του κειμένου, έδωσε τη θέση της στις νεώτερες απόψεις της «Νέας Κριτικής», που εστιάζει το βλέμμα στο κείμενο, και της «θεωρίας της πρόσληψης», που εστιάζει το βλέμμα στον αναγνώστη. Ωστόσο, τα βιογραφικά στοιχεία πρέπει να επηρεάζουν την κριτική μόνο στον βαθμό που έχουν ένα κειμενικό αντίκρισμα[12].

Την άποψη αυτή ενισχύει και η δήλωση της ίδιας της Πλαθ σε μια συνέντευξη στο BBC, όταν ηχογράφησε το “Daddy”. Στο ερώτημα: «Τείνουν τα ποιήματά σου τώρα να προέρχονται περισσότερο από τα βιβλία απ’ ό,τι από την ίδια σου τη ζωή;», απάντησε: «Πρέπει να πω ότι δεν συμπάσχω με τις κραυγές της καρδιάς που δικαιολογούνται μόνο από μια βελόνα ή ένα μαχαίρι, ή κάτι παρόμοιο. Πιστεύω πως κάποιος θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχει και να χειρίζεται τις εμπειρίες του, ακόμα και τις πιο τρομαχτικές, όπως είναι η τρέλα ‒ και θα πρέπει να μπορεί να χειρίζεται αυτές τις εμπειρίες με ένα ενημερωμένο κι εύστροφο μυαλό. Νομίζω πως η προσωπική εμπειρία είναι πολύ σημαντική, αλλά οπωσδήποτε δε θα ’πρεπε να ’ναι ένα σφραγισμένο κουτί ή μια ναρκισσιστική εμπειρία που βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Πιστεύω πως θα ’πρεπε να ’ναι σχετική με μεγαλύτερα πράγματα, όπως η Χιροσίμα και το Νταχάου…»[13]. Γίνεται φανερό, λοιπόν, γιατί συναντάμε το «Ολοκαύτωμα» στο “Daddy” και σε άλλα ποιήματα. Διότι η Πλαθ θέλει να συνδέσει το ατομικό με το συλλογικό, να αναδείξει τις καθολικές πανανθρώπινες αξίες.

 2.
Όψεις της ποιητικής της Σύλβια Πλαθ


Η Πλαθ λατρεύει τις λέξεις, τους ρόλους και τις εικόνες του φυσικού κόσμου και των οικείων πραγμάτων. Η Κάρολ Ανν Ντάφι, που ήταν υπεύθυνη για την έκδοση μιας ανθολογίας με επιλεγμένα ποιήματα της Πλαθ το 2012, αναφέρει: «Οι ποιητές τελικά γιορτάζουν τη ζωή και την ποίηση. Μια επαγγελματίας ποιήτρια όπως η Πλαθ, μας προσφέρει πίσω τη ζωή με μια στραφταλιστή γλώσσα ‒ ζωή με πολύ πόνο, ναι, αλλά και με πεπόνια, σπανάκι, σύκα, παιδιά και εξοχή, τυφλοπόντικες, μέλισσες, φίδια, τουλίπες, κουζίνες και φιλίες»[14]. Οι λέξεις της εκρήγνυνται και απελευθερώνουν ενέργεια δίνοντας ψυχή στο ποίημα. Είναι ένα «έμβολο σε κίνηση»[15]. Τσεκούρια στα οποία ακουμπά τα χείλη της για να γευθεί το μέλι της ποίησης. Η Πλαθ, όμως, ξέρει να τις τιθασεύει.

Οι εναλλαγές των εικόνων της μας αιφνιδιάζουν. Σαν να βρισκόμαστε «σ’ ένα δάσος από πάγο, σε μια αυγή με γαλάζια αγριολούλουδα»[16]. Ο λόγος της πάει πέρα από την εξομολόγηση. Καταφέρνει να ελέγξει την κρυμμένη βία των εσωτερικών της εμπειριών. Η δεξιοτεχνία της είναι ότι συνδυάζει τα πρόσωπα, το υπαρκτό, το καθημερινό, και το μεταμορφωμένο, το φανταστικό, με τρόπο τόσο τολμηρό και οξύ, αλλά και τόσο ακριβή και αληθινό, όσο κανείς. Τα ποιήματά της δεν έχουν ρόλο αναλγητικό, δεν μας απελευθερώνουν. Το «εγώ» στην ποίησή της μας εξασφαλίζει μια θέση για να σταθούμε και να ρίξουμε μια κατά μέτωπο ματιά στον καθρέφτη. Μας αφήνει άναρθρους και άδειους, νιώθουμε σαν να φτάσαμε στην κορφή ενός ψηλού βουνού και έχουμε τα συμπτώματα της ασθένειας του υψομέτρου.

Για την Πλαθ ο θάνατος είναι έργο τέχνης. Το Σιταροχώραφο με κοράκια, το ύστατο έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ, που προδίδει μια παρόμοια ψυχική αναταραχή του ζωγράφου, ίσως αποτυπώνει την καθαρή εικόνα και των συναισθημάτων της ποιήτριας τους τελευταίους μήνες της ζωής της. Στα ποιήματα του Άριελ, που γράφτηκαν αυτή την περίοδο, διακρίνεται η εφευρετικότητα, η ωριμότητα και η αυτογνωσία της Πλαθ ως μεγάλης ποιήτριας. Αντιπροσωπευτικά είναι τα μεταφρασμένα ποιήματα που ακολουθούν: Από την άγονη επίγνωση της μοναξιάς (“Πρόβατα στην ομίχλη”), στη μανιακή ενέργεια και την οδύνη της απώλειας (“Μαχαιριά”, “Θαλιδομίδη”) και, τελικά, στη δημιουργική ηχώ από φωνούλες ζωής (“Πρωινό τραγούδι”)[17].

Το “Πρόβατα στην ομίχλη”, ένα εξαιρετικό στην οικονομία και τη λιτότητά του ποίημα, εξερευνά τη μοναξιά, την έλλειψη προοπτικής και την απελπισία. Σαν πίνακας ζωγραφικής με τοπία σε μουντούς γήινους τόνους. Είναι ξεχωριστό διότι δεν χαρακτηρίζεται από τη λαμπερή ενεργητική κίνηση και τον καταιγιστικό ρυθμό που έχουν τα περισσότερα από τα τελευταία ποιήματά της. Τα χειρόγραφα με τις εκδοχές του ποιήματος αυτού παρέχουν μια λεπτομερή εικόνα της ευθραυστότητας της ποιήτριας λίγες ημέρες πριν την αυτοκτονία της. Η ακριβής χρονολόγηση κάθε αλλαγής στο ποίημα, μέχρι την τελική δαχτυλογραφημένη μορφή στα τέλη Ιανουαρίου του 1963, προσδίδει στα χειρόγραφα αποκαλυπτικό χαρακτήρα[18]. Ανοίγει ένα παράθυρο στα κίνητρα και τον αγώνα της Πλαθ να μεταπλάσει δημιουργικά τα συναισθήματά της.

Ο τίτλος του ποιήματος πιθανόν να συνδηλώνει την ασταθή συναισθηματική κατάσταση της ίδιας της ποιήτριας, παραπέμποντας στο απολωλός πρόβατο του προφήτη Ησαΐα: «Όλοι εμείς πλανηθήκαμε σαν πρόβατα· στραφήκαμε καθένας στον δικό του δρόμο…». Στίχοι σε όλες τις στροφές του «ομιχλώδους» αυτού ποιήματος σχετίζονται με την εξαφάνιση, την απουσία και τη σιωπή: «Οι λόφοι κατηφορίζουν μέσα στο λευκό», «Ω αργό / Άλογο στο χρώμα της σκουριάς» (ο σίδηρος που οξειδώνεται), «Τα κόκαλά μου κρατούν μια γαλήνη». Η ποιήτρια χρησιμοποιεί, επιπρόσθετα, διασκελισμούς και επαναλήψεις ‒«Όλο το πρωί το / Πρωί σκοτείνιαζε»‒ για να δημιουργήσει έναν αργό, ρέοντα ρυθμό, μια διάθεση βαθιάς θλίψης, σαν να ακούγεται ο ήχος από τις «λυπημένες καμπάνες».

Σε πολλά ποιήματά της δίνει στη φύση τον ρόλο του αφ’ υψηλού παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αχανή τοπία, κατ’ εικόνα και ομοίωση του μεγάλου κενού που αισθάνεται. Ένα ζωντανό πλάσμα μόνο του σε μια μεγάλη έκταση στην εξοχή νιώθει πολύ ευάλωτο, «λουλούδι ξεχασμένο» που «τα μακρινά λιβάδια λιώνουν την καρδιά του». Η ανθρώπινη επαφή φαίνεται μικρή και ψεύτικη ακόμη περισσότερο στη μεγαλύτερη κλίμακα καμβά που σχεδιάζουν τα «αστέρια» και ο «άναστρος παράδεισος». Διάχυτη είναι η αίσθηση ότι οι φυσικές διεργασίες προχωρούν ανεπηρέαστες από τον ανθρώπινο πόνο. Η ποιήτρια παραλληλίζει την πολυπόθητη πληρότητα με την φυσική ανυπαρξία όπως και στο ποίημά της “Ανεμοδαρμένα Ύψη”[19], όπου «οι ορίζοντες διαλύονται ξανά και ξανά». Ο τίτλος του παραπέμπει ρητά στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Έμιλυ Μπροντέ. Πράγματι, η Πλαθ είχε ζήσει για λίγο στην αγγλική επαρχία με τον Χιουζ και, όπως η Μπροντέ, επηρεάστηκε από την απόκοσμη ομορφιά των απέραντων χερσότοπων του Γιορκσάιρ. Και στα δύο αυτά ποιήματα συνέδεσε το άγριο τοπίο με την ψυχοσύνθεση του ποιητικού υποκειμένου. Ο Ρόμπιν Μάρσακ στο βιβλίο του Sylvia Plath αναφέρει ότι «παρά το φύλο της, η Πλαθ δεν μπορεί τελικά να παρηγορήσει τον εαυτό της με μια κυκλική, ανανεωτική αναβίωση της φύσης, διαδικασία με την οποία θα μπορούσε να ταυτιστεί. Η λήθη και η εξολόθρευση είναι αυτό που βλέπει και αυτό που επιδιώκει»[20]. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει τελικά την απόρριψη και την αποξένωση από τους ανθρώπους και την απειλή από τη φύση. Γίνεται αόρατο σ’ έναν κόσμο που απειλεί να το καταπιεί στα κρυμμένα του βάθη: «Απειλούν / Να με παραδώσουν σε έναν παράδεισο / Άναστρο και ορφανό από πατέρα, σκοτεινό νερό».

Το “Μαχαιριά” που ακολουθεί είναι ένα ποίημα-ψυχογράφημα της Πλαθ: Η προσομοίωση του θανάτου που δίνει νόημα στη ζωή. Ποίηση που φτάνει μέχρι τις έσχατες νευρικές απολήξεις και αποδίδει αριστοτεχνικά τη συναισθηματική ταραχή της ποιήτριας. Φαίνεται ότι η ιδέα του θανάτου την έκανε περισσότερο υπαρκτή, πιο ζωντανή. Το μολύβι της χάρασσε τα γράμματα στη λευκή σελίδα, όπως το μαχαίρι σε ανθρώπινο δέρμα.

Οι λέξεις ανατριχίλα, κόκκινο βελούδο, κόκκινο χαλί, καμικάζι, κόκκινη χλαίνη είναι οι ρωγμές από τις οποίες προβάλλει όχι μόνο το αίμα, αλλά η υποδόρια και σημαίνουσα εξημέρωση του τέλους, ώστε το ποίημα να μοιάζει με άσκηση αυτοχειρίας και αναβαθμός προαναγγελθέντος θανάτου. Οι αλλοπρόσαλλες εικόνες και οι αλληγορίες δημιουργούν μια αίσθηση ρευστότητας που διευκολύνει το «εγώ» να πηγαινοέρχεται ευκίνητο μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται ως θύμα, θύτης, τρόπος και πορεία της αυτοκαταστροφής, ταυτόχρονα. Μολαταύτα, η απελπισία της Πλαθ δεν γίνεται αυτοοικτιρμός, αλλά ύστατη έκφραση μιας εσωτερικής δύναμης, που ασφυκτιώντας οδηγεί σε ζωτικό ολοκαύτωμα. Κάτι σπαραχτικά ερωτικό. Μελετημένη αυτοκαταστροφή. Τελετουργική.

Έντονη είναι, ακόμα, στο ποίημα αυτό η κριτική θεώρηση του κόσμου με κορυφώσεις που αφορούν τη διάλυση τόσο προσωπικών όσο και οικουμενικών μοτίβων. Η αιμορραγία του αντίχειρα γίνεται αφορμή για αναφορές σε βίαια ιστορικά γεγονότα όπως η Αμερικανική Επανάσταση και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Πλαθ παρομοιάζει τον «νεκρικά χλομό κρημνό» με τον λευκό προσκυνητή που απειλείται από τους Ινδιάνους. Αποκαλεί το δάχτυλό της Homunculus, που σημαίνει «ανθρωπάκι», λατινικός όρος για τον σωματαισθητικό χάρτη ή ανθρωπάριο του Πένφιλντ. Το Homunculus, το ανθρωπάκι με τα τερατώδη χαρακτηριστικά, δείχνει με πολύ παραστατικό τρόπο ποιες περιοχές του σώματος είναι πιο ευαίσθητες στην αφή. Δείγματος χάριν, τα ακροδάχτυλα και η γλώσσα αντιπροσωπεύονται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση του εγκεφαλικού φλοιού σε σχέση με άλλες περιοχές του σώματος. Είναι γνωστό ότι η Πλαθ είχε γνώσεις ιατρικής. Στη συνέντευξη που είχε δώσει στο BBC εξομολογήθηκε: «Αν είχα κάνει κάτι άλλο, θα ήθελα να γίνω γιατρός»[21]. Με τη μεταφορά αυτή, τον τραυματισμό σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή του σώματος όπως είναι το δάχτυλο-Homunculus, επιτυγχάνει να μας μυήσει με συγκλονιστικό τρόπο «στην αίσθηση πως είναι από λεπτό χαρτί». Και φτάνει στο τέλος του ποιήματος να αποκαλεί με σκωπτικό ύφος τον εαυτό της «βρωμοκόριτσο», ενδεχομένως και με μια ναρκισσιστική διάθεση και μια τάση να πάρει τον έλεγχο της ζωής και της τέχνης της.

Το μολύβι της Πλαθ στο ποίημα “Θαλιδομίδη” γίνεται ακόμη πιο αιχμηρό, φτάνοντας στις εν τω βάθει στιβάδες του δέρματος. Τα «παιδιά της θαλιδομίδης» είναι γνωστά. Πρόκειται για έμβρυα που εκτέθηκαν στη θαλιδομίδη ‒ηρεμιστικό και ανασχετικό της πρωινής ναυτίας στις εγκύους‒ ενόσω ήταν στη μήτρα και παρουσίασαν φωκομέλεια (δυσπλασία των άκρων).

Στο ποίημα αυτό είναι έντονο το δραματικό στοιχείο και η αίσθηση της κατάρρευσης και της παράνοιας. Η Πλαθ δημιουργεί έναν μύθο του σύγχρονου πολιτισμού όπου τα κακώς κείμενα είναι αφομοιωμένα στη δική της οικογένεια και στον δικό της ψυχισμό. Το ποιητικό «εγώ» εγκλωβισμένο σε έναν εφιαλτικό κόσμο με ένα παραμορφωμένο έμβρυο-«μισοφέγγαρο» με «μισό εγκέφαλο που εκπέμπει φως». Το φως όμως αυτό είναι ψεύτικο, πλαστό: «Νέγρος, μασκαρεμένος σε λευκό». Στο βιβλίο White Women Writing White, η Ρενέ Κάρι διατυπώνει τη μάλλον ακραία άποψη ότι η επιλογή ενός νέγρου που είναι μεταμφιεσμένος σε λευκό αντικατοπτρίζει τη σύνδεση στη «λευκή» φαντασία της ποιήτριας του μαύρου δέρματος με τη φρίκη[22]. Στη συνέχεια, όμως, το ποιητικό υποκείμενο νιώθει ότι κάτι ανθρώπινο το «προστάτεψε από τούτη τη σκιά» και προσπαθεί να φτιάξει ένα καταφύγιο για να φροντίσει στοργικά το παραμορφωμένο παιδί, το πράγμα-res. Μια άλλη εκδοχή παρουσιάζει το παραμορφωμένο παιδί ως αλληγορία της στρεβλής ποιητικής δημιουργίας. Η Νέφη Ιακωβίδη-Χριστοδουλίδη συνδέει το ποίημα με τον Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλλεϋ και αναφέρει ότι το παραμορφωμένο πλάσμα της Πλαθ, λόγω θαλιδομίδης, έχει «δύο υγρά μάτια» σαν τα μάτια που δάκρυζαν συνέχεια («wateryeyes») του απογόνου του Φρανκενστάιν[23]. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Φρανκενστάιν δεν άντεχε να βλέπει αυτό που έπλασε, το υποκείμενο της Πλαθ, παρόλο που νιώθει μετέωρο και αβοήθητο, είναι παρόν και παρακολουθεί να χάνεται το δημιούργημά του (παιδί ή ποίημα) σαν «χυμένος υδράργυρος».

Σε τελείως διαφορετικό κλίμα από το κλειστοφοβικό “Θαλιδομίδη” ‒όπου η προσωπική οδύνη της μητέρας παραμορφώνει ακόμη και το πλάσμα που έχει στα σπλάχνα της‒ το “Πρωινό τραγούδι” είναι ένα ποίημα σε τόνους παστέλ, ήπιο και τρυφερό. Το μωρό με την απαιτητική αθωότητα και τη γλύκα του παραμερίζει τους φόβους και προσφέρει μια στιγμιαία ανάπαυλα από την αναπόφευκτη εξάλειψη, μιαν αναλαμπή ελπίδας: «Και τώρα δοκιμάζεις / Μια χούφτα νότες· / Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σα μπαλόνια».

Το “Πρωινό τραγούδι”, το πρώτο ποίημα της συλλογής Άριελ, είναι το τελευταίο αυτού του ποιητικού και προσωπικού οδοιπορικού για την Πλαθ. Τα ποιήματα μητρικής αγάπης και έγνοιας κατέχουν σημαντική θέση στο έργο της. Το ποιητικό υποκείμενο φτάνει ακόμη και στη λύτρωση όπως στο ποίημα “Ο Νικ και το κηροπήγιο”[24], όπου η εικόνα στον τελευταίο στίχο ‒«Εσύ είσαι το μωρό στη φάτνη»‒ παραπέμπει στον Χριστό που γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ, τον Μεσσία που ήρθε να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία και την οδύνη. Η Νανά Ησαΐα, ποιήτρια και μεταφράστρια της Πλαθ, έχει επισημάνει ότι: «Φυσικά μέσα σε αυτόν τον ίδιο χώρο που κινείται η ποιήτρια υπάρχουν και οι δυνάμεις της ζωής, που όταν υπερισχύουν, τότε έχουμε την απόλυτα ευτυχισμένη εκστατική κατάσταση»[25]. Στο “Πρωινό τραγούδι” συγκατοικούν αρμονικά η εσωτερική όραση και η εξωτερική απεικόνιση, έχοντας κάνει έξωση ως ανεπιθύμητο στον θάνατο.

Η αγάπη των γονέων ή, ίσως, του Θεού-ωρολογοποιού του Καρτέσιου για το πολύτιμο απόκτημα δίνει τον τόνο στο ποίημα: «Η αγάπη σε κούρδισε σα να ’σουν ένα βαρύ χρυσό ρολόι». Στη συνέχεια, όμως, διεκδικούν το αναμενόμενο μερίδιό τους η αγωνία και οι φόβοι της μητέρας για τον αποχωρισμό από το νεογέννητο, το οποίο εκτίθεται πλέον στον κόσμο ως «καινούριο άγαλμα». Φαίνεται ότι η οικογενειακή εστία και η μητρότητα εντείνουν τη γνωστή αμφιθυμία της ποιήτριας για τους καταστατικούς γυναικείους ρόλους. Η μητέρα, σύννεφο που το εξαφανίζει ο άνεμος, χάνει τον εαυτό της, ενδεχομένως λόγω της ολοκληρωτικής αφοσίωσης που απαιτεί ο ρόλος της. Γίνεται η Βικτωριανή γυναίκα-κλεψύδρα με τους σφιχτά δεμένους κορσέδες, η τόσο προσηλωμένη στον σύζυγο και τα παιδιά. Ο θαυμασμός, όμως, και η φροντίδα για τη νέα ζωή τελικά υπερισχύουν. Το ποιητικό υποκείμενο ζωντανεύει, μεταμορφώνεται σε μια «ανθισμένη» μητέρα, ιδεατή Μαντόνα. Κύριο μέλημά της είναι να αντιληφθεί τις ανάγκες του μωρού της: «Ξυπνώ και αφουγκράζομαι: / Μια μακρινή θάλασσα ηχεί στο αυτί μου. / Μια κραυγούλα, και πετάγομαι από το κρεβάτι…». Όπως ακούγεται ο ήχος της θάλασσας στα κοχύλια, έτσι φτάνει κι η ανάσα του μωρού στο αυτί, σαν «μακρινή θάλασσα». Ο Ρόμπιν Μάρσακ, επισημαίνοντας ότι στο “Ocean 1212‒W” η Πλαθ παρομοιάζει τη θάλασσα σαν ανάσα, συνάγει ότι και ο στίχος αυτός μπορεί να συνδέεται με παιδικές αναμνήσεις της ποιήτριας από μακρινούς χρόνους και τόπους. Το “Ocean 1212‒W” είναι ένα σύντομο κείμενο που έγραψε μερικούς μήνες πριν από τον θάνατό της για το πρόγραμμα του BBC «Συγγραφείς για τον εαυτό τους»[26].

Ο Τ. Σ. Έλιοτ στο περίφημο δοκίμιό του “Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο” αναφέρει ότι: «Η εξέλιξη του καλλιτέχνη είναι μια αδιάκοπη αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας»[27]. Με αφορμή αυτή τη ρήση θυμήθηκα την κ. Ράμζυ από το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ Στο φάρο, που κοίταζε τα πράγματα τόσο επίμονα «ωσότου τελικά γινόταν η ίδια αυτό που κοίταζε ‒ το φως για παράδειγμα»[28]. Η Πλαθ, όπως και η Γουλφ, αυτοκτόνησε. Γιατί; Για την αιτία δεν θα είμαστε ποτέ σίγουροι. Άλλωστε αυτό που έχει σημασία είναι να αναγνωρίζουμε την ικανότητα της ποιήτριας να μεταμορφώνει τις πιο ακάνθινες εμπειρίες και τα πιο οδυνηρά συναισθήματα σε έργα υπέρτατης λογοτεχνικής αξίας.

 

ΠΡΟΒΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Οι λόφοι κατηφορίζουν μέσα στο λευκό.
Άνθρωποι ή αστέρια
με κοιτάνε θλιμμένα, τους απογοητεύω.

Το τραίνο αφήνει πίσω του μια γραμμή σαν ανάσα
Ω αργό
Άλογο στο χρώμα της σκουριάς,

Οπλές, λυπημένες καμπάνες –
Όλο το πρωί το
Πρωί σκοτείνιαζε

Ένα λουλούδι ξεχασμένο
Τα κόκαλά μου κρατούν μια γαλήνη, τα μακρινά
Λιβάδια λιώνουν την καρδιά μου.

Απειλούν
Να με παραδώσουν σε έναν παράδεισο
Άναστρο και ορφανό από πατέρα, σκοτεινό νερό.

 

ΜΑΧΑΙΡΙΑ
Στη Σούζαν Ο’ Νηλ Ρόου

Τι γλυκιά ανατριχίλα –
Αντί το κρεμμύδι ο αντίχειράς μου.
Η κορφή έφυγε σχεδόν
Μόνο ένας μεντεσές κρέμεται

Από δέρμα,
Ένας κρημνός σαν καπέλο,
Νεκρικά χλομός.
Ύστερα αυτό το κόκκινο βελούδο.

Μικρέ προσκυνητή,
Ο Ινδιάνος σού πήρε το σκαλπ.
Σαν γαλοπούλας λειρί
Το κόκκινο χαλί σου ξετυλίγεται

Κατευθείαν μέσ’ απ’ την καρδιά.
Το πατάω,
Κρατώντας σφιχτά το μπουκάλι μου
Με τον ροζ αφρό.

Μια γιορτή, αυτό είναι.
Αμέτρητοι στρατιώτες,
Με κόκκινη χλαίνη, ξεχύνονται
Από το άνοιγμα.

Ποιον υπερασπίζονται;
Ω!
ανθρωπάκι μου, είμαι άρρωστη.
Πήρα ένα χάπι που σκοτώνει

Την αίσθηση
Πως είμαι από λεπτό χαρτί.
Σαμποτέρ,
Καμικάζι –

Ο λεκές πάνω στη
Γάζα Κου Κλουξ Κλαν
Μπάμπουσκα
Σκουραίνει και μαυρίζει κι όταν

Ο πολτός
Της καρδιάς σου
Αναμετριέται με τον
Χερόμυλο της σιωπής

Πώς αναπηδάς –
Κρανιοτομημένε βετεράνε,
Βρωμοκόριτσο,
Κολοβέ αντίχειρα.

 

ΘΑΛΙΔΟΜΙΔΗ

Ω μισοφέγγαρο –

Μισέ εγκέφαλε, φωταύγεια –
Νέγρε, μασκαρεμένε σε λευκό,

Οι μελανοί σου
Ακρωτηριασμοί σέρνονται και τρομοκρατούν –

Αραχνώδες, επικίνδυνο.
Ποιο γάντι

Τι σάρκινο
Με προστάτεψε

Από τούτη τη σκιά –
Τα ανεξίτηλα μπουμπούκια.

Κόνδυλοι στην ωμοπλάτη, τα
Πρόσωπα που

Ωθούνται στη ζωή, σέρνοντας
Τον κομμένο

Ματωμένο αμνιακό σάκο της απουσίας.
Όλη νύχτα σαν ξυλουργός έφτιαχνα

Έναν χώρο για το πράγμα που μου δόθηκε,
Μιαν αγάπη

Για δυο μάτια υγρά και μια κραυγή.
Άσπρο σάλιο

Της αδιαφορίας!
Τα μαύρα φρούτα περιστρέφονται και πέφτουν.

Μια ρωγμή διασχίζει τον καθρέφτη,
Η εικόνα

Γλιστρά και χάνεται σαν χυμένος υδράργυρος.

 

ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Η αγάπη σε κούρδισε σα να ’σουν ένα βαρύ χρυσό ρολόι.
Σου χτύπησε η μαμή τις πατουσίτσες, και το γυμνό σου κλάμα
Βρήκε τη θέση του στον κόσμο.

Οι φωνές μας αντηχούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούριο άγαλμα
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε γύρω σαν άψυχοι τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μητέρα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει τον καθρέφτη και αντανακλά τη δική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Σαν νυχτοπεταλούδα όλο το βράδυ η ανάσα σου
Τρεμοπαίζει μέσα στα απαλά ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ και αφουγκράζομαι:
Μια μακρινή θάλασσα ηχεί στο αυτί μου.

Μια κραυγούλα, και πετάγομαι από το κρεβάτι, βαριά σαν αγελάδα και ανθισμένη
Μέσα στο Βικτωριανό νυχτικό μου.
Ανοίγει το στόμα σου καθαρό σαν γάτας. Το τετράγωνο του παραθύρου
Ασπρίζει και καταπίνει τα θαμπά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια χούφτα νότες·
Τα καθαρά φωνήεντα ανυψώνονται σα μπαλόνια.

 

Οι μεταφράσεις όλων των ποιημάτων της Πλαθ και των αποσπασμάτων είναι της υπογράφουσας.

 


 

 

 

[1] Anne Sexton, Ποιήματα, μτφρ. Δήμητρα Σταυρίδου, Printa, Αθήνα 2010.

[2] Sylvia Plath, “Lady Lazarus”, The Collected Poems, Ted Hughes (ed.), Harper Perennial, New York 1992.

[3] Σύλβια Πλαθ, Ο γυάλινος κώδων, μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου, Μελάνι, Αθήνα 2007.

[4] Moses Kate, “Plath Profiles. An interdisciplinary journal for Sylvia Plath studies”, Essays on the 10th Anniversary of The Unabridged Journals of Sylvia Plath, https://bit.ly/2EHb54C

[5] Peter K. Steinberg, Sylvia Plath Year in Review 2018, https://bit.ly/2IN1qxH

[6] Νταϊάν Μίντλμπρουκ, Sylvia Plath & Ted Hughes, μτφρ. Βασίλης Μανουσάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008.

[7] Sylvia Plath, “Witch Burning”, Colossus, Faber & Faber, London 2008.

[8] Θεοδούλη Αλεξιάδου, «Σκηνοθεσίες θανάτου και ποιητικό σκηνικό. Καρυωτάκης - Σαχτούρης - Βαρβέρης», Πρακτικά Ε΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 2-5 Οκτ. 2014.

[9] Διάλεξη της Belinda Jack, “Poetry and Co-dependency: The Poetry of Sylvia Plath”, https://bit.ly/2Xy46T2

[10] Nick Mount on Sylvia Plath's Ariel, https://bit.ly/2XBhsxE

[11] Leonard J. Schmidt and Brooke Warner (eds), Panic: Origins, Insight, and Treatment, https://bit.ly/2Ug6cVB, p. 180.

[12] «Οι εξωκειμενικές αναφορές, ακόμα και τα πιο εξωτερικά, τα βιογραφικά, ιστορικά κ.τ.λ. “στοιχεία”, συμπεριλαμβάνονται στην ανάλυση μόνο υπό τον όρο ότι έχουν τους αντίστοιχους “δείκτες” τους μέσα στο κείμενο». Γιώργος Βελουδής, Γραμματολογία, Θεωρία της λογοτεχνίας, Δωδώνη, Αθήνα 1994, σ. 275.

[13] “A 1962 Sylvia Plath [BBC] Interview with Peter Orr”, από το The Poet Speaks: Interviews with Contemporary Poets Conducted by Hilary Morrish, Peter Orr, John Press, and Ian Scott-Kilvery, Routledge, Λονδίνο 1966. Διαθέσιμο στο https://bit.ly/1uH6Tmh

[14] Carol Ann Duffy, “Choosing Sylvia Plath's poems”, https://bit.ly/2IMOF6f

[15] Sylvia Plath, “Years”, The Collected Poems, Ted Hughes (ed.), Harper Perennial, New York 1992.

[16] Sylvia Plath, “Poppies in October”, The Collected Poems, ό.π.

[17] Sylvia Plath, “Sheep in Fog”, “Cut”, “Thalidomide”, “Morning Song”, The Collected Poems, ό.π.

[18] Βλ. https://bit.ly/2ub8gTc

[19] Sylvia Plath, “Wuthering Heights”, The Collected Poems, ό.π.

[20] Robyn Marsack, Sylvia Plath, Open University Press, London 1996, σ. 67.

[21] “A 1962 Sylvia Plath [BBC] Interview with Peter Orr”, ό.π.

[22] Renée R. Curry, White Women Writing White: H.D., Elizabeth Bishop, Sylvia Plath, and Whiteness, Greenwood Press, Westport Conn. 2000, σ. 153.

[23] Nephie Jacovides-Christodoulides, Out of the Cradle Endlessly Rocking: Motherhood in Sylvia Plath's Work, Rodopi Press, New York-Amsterdam 2005, σ. 121.

[24] Sylvia Plath, “Nick and the Candlestick”, Ariel, Faber & Faber, London 2001.

[25] Σύγχρονη Ποίηση: Σύλβια Πλαθ, εισαγωγή και μτφρ. Νανά Ησαΐα, Μπουκουμάνη, Αθήνα 1974, σ. 23.

[26] Βλ. την έκδοση του BBC, Writers on Themselves, Λονδίνο 1964. (Norman Nicholson, Rebecca West, William Sansom, Emanuel Litvinoff, Vernon Scannell, Thomas Hinde, John Bowen, Richard Murphy, Michael Baldwin, Julian Mitchell, Ted Hughes, David Storey, Sylvia Plath).

[27] Τ.Σ. Έλιοτ, Δοκίμια για την ποίηση και την κριτική (Επιλογή 1919-1961), επιμ. και μτφρ. Στέφανος Μπεκατώρος, Ηριδανός, Αθήνα 1983, σ. 101.

[28] Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, μτφρ. Άρης Μπερλής, Ύψιλον, Αθήνα 1995, σ. 74.

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK