«Anacreontica» (1813) Ένα άγνωστο ποίημα του Ανδρέα Κάλβου

«Anacreontica» (1813) Ένα άγνωστο ποίημα του Ανδρέα Κάλβου Το εξώφυλλο της συλλογής με τη συμμετοχή του Κάλβου και η πρώτη σελίδα του ποιήματος.

 

Στον Λεύκιο Ζαφειρίου

 

Σε μια επιστολή του με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1815, σταλμένη από το Χαίτιγκεν της Ζυρίχης, ο αυτοεξόριστος Ούγκο Φόσκολο απαντώντας με μεγάλη καθυστέρηση στον Ανδρέα Κάλβο και κρίνοντας με αρκετή αυστηρότητα την «Ωδή στους Ιονίους» («Ode agli Ionii»), την οποία ο Κάλβος του είχε στείλει από τη Φλωρεντία στις 18 Ιουνίου 1814, παρατηρούσε μεταξύ άλλων τα εξής:

«Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αποδεχτείτε το γεγονός ότι δεν θα βγείτε από τη μετριότητα και ότι θα αρκεστείτε στους τίτλους του ακαδημαϊκού της Πιστόια, με άλλους αντίστοιχους ή με τους επαίνους των αρκαδικών συναδέλφων σας, όσο αντιμετωπίζετε τα γράμματα απλοϊκά.[...] Γι’ αυτό, αφήστε για την ώρα τη σύνθεση σονέτων, ύμνων και ομοιοκατάληκτων στίχων και συνομιλείτε μέρα-νύχτα, με ταπεινότητα μαζί και νεανική τόλμη, με κείνους τους μεγάλους της αρχαιότητας και με καμμιά δωδεκαριά ιταλούς πεζογράφους και ποιητές. Και αν, όπως μου φαίνεται, είσαστε άξιος να είστε μαθητής τους, αυτό θα φανεί ολοκάθαρα στα γραπτά σας, όποτε και νά ’ναι. Κι αυτό θα σας προσδώσει τιμή μεγαλύτερη κι από χίλια διπλώματα ακαδημαϊκού και αρκαδικού τσοπανάκου».[1]

Παλαιότερα, οι επιμελητές του σχετικού τόμου του φοσκολικού Epistolario, σε μια προσπάθεια διερεύνησης των πιθανών σχέσεων του Κάλβου με την «Αccademia Pistoiese di Scienze, Lettere ed Arti», είχαν αναζητήσει απαντήσεις στο αρχείο της Ακαδημίας, που φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη Forteguerriana της Πιστόια, δίχως όμως να προκύψουν στοιχεία για τον Κάλβο.[2]

Στις μέρες μας ο Δημήτρης Αρβανιτάκης αξιοποιώντας νεότερα στοιχεία, πρότεινε μια συνθετότερη ερμηνεία στις παρατηρήσεις του Φόσκολο, διακρίνοντας, αφενός, πίσω από τις «ακαδημαϊκές» αναφορές του, πιθανές νύξεις για τη συμμετοχή του νεαρού Ζακύνθιου στον ποιητικό διαγωνισμό της «Accademia della Crusca» στις 8 Μαρτίου 1814, με την τραγωδία του Τeramene (Θηραμένης) και, αφετέρου, στους «αρκαδικούς» υπαινιγμούς του, τη διαπιστωμένη ήδη ενασχόληση του Κάλβου με την αρκαδική ποίηση, που μαρτυρείται από την ‒ανέκδοτη από τον ίδιο‒ ιταλική μετάφραση των βουκολικών ποιημάτων του Σικελού ποιητή Giovanni Meli (1740-1815), η οποία ολοκληρώθηκε στα 1814, και μας την πρωτοπαρουσίασε ο Маrio Vitti στα 1960.[3]

Ωστόσο, πρόσφατα ευρήματα που τεκμηριώνουν τη φοίτηση του Κάλβου στη σχολή «Απαγγελίας και Θεατρικών Τεχνών» της «Accademia di Belle Arti» της Φλωρεντίας (1814-1815),[4] επέβαλαν τη συνολική επανεξέταση των ανωτέρω υπαινιγμών του Φόσκολο, από μηδενική βάση, για την περίπτωση που δεν αποτελούσαν απλώς γενικές και παραδειγματικές εκφράσεις, αλλά μέσω του συγκεκριμένου προσδιορισμού της Πιστόια, έκρυβαν κάποιο περαιτέρω νόημα.

Έτσι σε έρευνά μου που πραγματοποιήθηκε μέσω του ενιαίου συστήματος των ψηφιοποιημένων καταλόγων των βιβλιοθηκών της Πιστόια, εντοπίστηκαν στη Βιβλιοθήκη Forteguerriana επτά αντίτυπα μιας ποιητικής συλλογής του έτους 1813, τυπωμένης στην Πιστόια (Presso Gherardo Bracali), με τον τίτλο: Poesie per le faustissime nozze del signore Alessandro Sozzifanti con la signora Alessandra Rospigliosi, όπου ανάμεσα σε είκοσι μία συνθέσεις, συνολικά δέκα οκτώ συμμετεχόντων, περιλαμβάνεται και ένα ανακρεόντειο ποίημα του Ανδρέα Κάλβου.[5]

Το συγκεκριμένο ποίημα, που επιγράφεται «Anacreontica», με την υπότιτλη ένδειξη «Del. Sig. Andrea Calbo di Zante», καταλαμβάνει τρεις σελίδες του βιβλίου (σ. 21-23) και αποτελείται από δέκα εξάστιχες στροφές, οι οποίες εναλλάσσουν τετρασύλλαβους με οκτασύλλαβους τροχαϊκούς ομοιοκατάληκτους στίχους. Ειδολογικώς, εντάσσεται στην παράδοση των επιθαλάμιων ποιημάτων, όπως άλλωστε και ολόκληρη η συλλογή που ακολουθεί το παλαιό ιταλικό έθιμο των γαμήλιων εκδόσεων ‒των nuptialia ή, κοινώς, «per nozze»[6]‒ η οποία συγκροτήθηκε, ακριβώς, για να τιμήσει τον γάμο του Alessandro Sozzifanti (1783-1859) με την Alessandra Rospigliosi (1793-1856), γόνων εκ των παλαιότερων και επιφανέστερων οικογενειών της Πιστόια, που τελέστηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1813.[7]

Το χαριτωμένο και παιγνιώδες αυτό ποίημα, που είναι γραμμένο σύμφωνα με το πνεύμα του ανακρεοντισμού και τις απαιτήσεις του είδους, παρότι δεν μας επιφυλάσσει ιδιαίτερες εκπλήξεις, ανταποκρίνεται αξιοπρεπώς στην περιστασιακή του αφορμή, δείχνοντας αφομοιωμένη γνώση από τον νεαρό (είκοσι ενός ετών) Κάλβο, των μυθολογικών στοιχείων και των τεχνοτροπικών συμβάσεων που χρησιμοποιεί σε ένα ειδυλλιακό σκηνικό αρκαδικής προελεύσεως.

Η υπόθεσή του μπορεί συνοπτικά να περιγραφεί ως εξής: ο Έρωτας, συνοδευόμενος από τη Θεά Εστία και τον Υμέναιο, κατευθύνεται μέσα από ένα καταπράσινο λιβάδι, στολισμένο με «ευωδιαστά, δροσερά τριαντάφυλλα», προς τον γαμήλιο θάλαμο, ώστε να ευλογήσει και να τιμήσει, από κοινού με τη συνοδεία του, την ένωση του νεόνυμφου ζεύγους.[8]

Το ποίημα παρατίθεται στο ιταλικό πρωτότυπο, με πεζή κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά.

 

ANACREONTICA

Del Sig.

ANDREA CALBO DI ZANTE


         In un prato,
             Che smaltato
             Dalle tenere verdi erbe
             Le odorose
             Fresche rose
             Circondavano superbe;

         Stava quei,
             Che gli Dei
             Fà, non meno dei mortali,
             Palpitare
             Al vibrare
             De’ dolcissimi suoi ’strali.

         Da una mano
             Suo Germano
             E dall’ altra quella Dea
             Verginella
             Casta, e bella
             Per lo prato conducea,

         Chiuso il ciglio
             Vide al figlio
             Della Diva, che incostante
             Di Minerva
             Non è serva:
             Che del caso è solo amante.

         E ridente
             Mollemente
             Fatta in prima una catena
             D’ odorose
             Fresche rose
             Ad un mirto lo incatena.

         Poscia ratto
             Corre a un tratto
             Coi compagni verso quelle
             Liete mura,
             U’ natura
             Due coltiva Anime belle.

         Quivi amore
             D’ ambo il core
             Saettò con dolce telo,
             E la Diva
             Le copriva
             Con il candido suo velo.

          Lieto Imene
              Fra catene
              Le avvolgeva, che le ordìo
              Alla face
              Della pace
              Il fecondo, e vago Dio.

           Paghi allora
              Più dimora
              Quì non fanno i tre, che omai
              Tornan, visti
              Che non tristi
              Sorgeranno i dì giammai,

           Sovra il prato
              Che smaltato
              Dalle tenere verdi erbe
              Le odorose
              Fresche rose
              Circondavano superbe.

 

ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΕΙΟΝ

του Κου

ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ, ΖΑΚΥΝΘIΟΥ


Σε ένα λιβάδι που η τρυφερή πράσινη χλόη του έλαμπε σαν σμάλτο και που το στόλιζαν υπέροχα, ευωδιαστά δροσερά τριαντάφυλλα·




στεκόταν εκείνος, που και τους Θεούς κάνει να σκιρτούν όχι λιγότερο απ’ ό,τι οι θνητοί, αναγαλλιάζοντας από τα γλυκύτατα βέλη του.



Τον οδηγούσαν στο λιβάδι κρατώντας τον από το ένα χέρι ο Αδελφός του και από το άλλο εκείνη η μικρή παρθένα, αγνή και ωραία, Θεά.



Με κλεισμένα τα μάτια βλέπει μπροστά του τον γιό της άστατης Θεάς που δεν υπηρετεί την Αθηνά: που αγαπά μόνο τους έρωτες της στιγμής.



Και χαμογελώντας τον δένει σε μια μυρτιά με μια αλυσίδα που είχε φτιάξει από ευωδιαστά, δροσερά τριαντάφυλλα.




Έπειτα ξαφνικά τρέχει με τους συντρόφους του προς εκείνο τον χαρούμενο θάλαμο, όπου η φύση ενώνει δύο ωραίες Ψυχές.




Εκεί ο έρωτας σημάδεψε με ένα γλυκό βέλος τις δυό καρδιές και η Θεά τις σκέπαζε με το πάλλευκο πέπλο της.




Ο χαρωπός Υμέναιος τις έδενε με αλυσίδες που τις έπλεξε με τη φλόγα της γαλήνης ο καρπερός και περιπαθής Θεός.




Έτσι ευχαριστημένοι, δεν θα μείνουν άλλο εδώ οι τρείς, που επιστρέφουν, γιατί τώρα πια οι μέρες θα ξημερώνουν όχι θλιμμένες, αλλά γεμάτες ζωντάνια.



Το λιβάδι, που η τρυφερή πράσινη χλόη του έλαμπε σαν σμάλτο, το στόλιζαν υπέροχα, ευωδιαστά δροσερά τριαντάφυλλα.

 

 

Η συμμετοχή του Κάλβου στον εορτασμό ενός σημαντικού κοινωνικού γεγονότος της Πιστόια, ιδωμένη μέσα από το ευρύτερο αρκαδικό πνεύμα που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή και κυρίως σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, οι περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν τακτικά μέλη και διοικητικοί παράγοντες της τοπικής Ακαδημίας, μπορεί πλέον να μας δώσει ορισμένες πληρέστερες απαντήσεις σε σχέση με τα όσα καταμαρτυρούσε ο Φόσκολο στον Κάλβο με την επίμαχη επιστολή του.

Η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της συλλογής και η εκδοτική της επιμέλεια, ανήκαν στον γραμματέα της Ακαδημίας της Πιστόια, Giosuè Matteini (1763-1818),[9] ο οποίος στο εισαγωγικό του κείμενο, που απευθυνόταν στον γαμπρό, περιελάμβανε και μερικές διαφωτιστικές πληροφορίες:

«Αν και αντίθετα προς την απαγόρευσή σας, ω Κύριε, εγώ σας παρουσιάζω μια ποιητική συλλογή για τους γάμους σας, θα πω προς δικαιολόγησή μου, και ταυτόχρονα προς έπαινό σας, ότι δεν μου στάθηκε δυνατό να αποτρέψω διάφορους θαυμαστές των προτερημάτων σας, και εκείνων της ερίτιμης κυρίας συζύγου σας, να μου παρουσιάσουν αυθόρμητα, με αυτή την ευκαιρία τους στίχους που [σας] αφιερώνουν. [...] Θεώρησα πως, σε αυτή την περίπτωση, ήταν προς το συμφέρον μου να προσθέσω αυτές τις εμπνευσμένες δημιουργίες, σ’ εκείνες τις ελάχιστες δικές μου, που είχα ετοιμάσει για να σας χαρίσω σε αυτή την τόσο ευτυχή περίσταση, [...] και έτσι, έχοντας προσκαλέσει και μερικούς φίλους να την επαυξήσουν χωρίς να το καταλάβω ούτε κι εγώ, συνέθεσα μια ποιητική συλλογή.»[10]

Βλέπομε, λοιπόν, ότι το εγχείρημα ολοκληρώθηκε σε τρεις φάσεις ‒με ακρότατο όριο την ημερομηνία του γάμου, ώστε να δικαιολογεί τον επικαιρικό του χαρακτήρα‒ έχοντας ως αφετηρία τις αρχικές συνθέσεις του Matteini, στις οποίες προστέθηκαν οι «αυθόρμητες» δημιουργίες των ντόπιων λογίων, για να συμπληρωθεί στη συνέχεια με τις συμμετοχές μερικών ακόμα «φίλων» που προσεκλήθησαν για να «επαυξήσουν» τη συλλογή.

Σίγουρα, ένας από τους πρώτους που έσπευσαν να συνδράμουν τον Matteini, ήταν ο καθηγητής ανθρωπιστικών σπουδών (αλλά και ένας από τους «Commisarj Straordinarj» της διοίκησης της Ακαδημίας) Dott. Ercole Farolfi, o oποίος, όχι μόνο συμμετείχε με μια ωδή, αλλά και ο ίδιος είχε τυπώσει αυτοτελώς δύο ποιητικά έργα για να τιμήσει το σπουδαίο γαμήλιο γεγονός.[11]

Από τον πυρήνα των διοικητικών μελών της Ακαδημίας της Πιστόια, που συμμετείχαν στη συλλογή, διακρίνομε, ασφαλώς, τον Dott. Luigi Fuocosi (1762-1830),[12] και τον καθηγητή ρητορικής, καρμελίτη αββά Matteo Soldati (1750-1822), που φροντίζει να μας δηλώσει εμφατικά το αρκαδικό του ψευδώνυμο «...fra gli Arcadi, Tegisto Eleatense»,[13] καθώς επίσης, και τον παλαιό γιανσενιστή αλλά και διαβόητο, πρώην ιακωβίνο, δικηγόρο Αldobrando Paolini (1759-1840) που ήταν τότε, μεταξύ των στελεχών του «Collegio dei Censori» της Ακαδημίας.[14] Από τα υπόλοιπα μέλη, αναγνωρίζομε τον σημαντικό λόγιο, μεταφραστή και καθηγητή ελληνικών και λατινικών στο Πανεπιστήμιο της Πίζα, καρμελίτη αββά Luca Antonio (Giuseppe Maria) Pagnini (1737-1814), με γνωστή, παλαιά θητεία στον αρκαδισμό,[15] και τον γεννημένο στην Πιστόια, αλλά με ιρλανδική καταγωγή, Κανονικό Giovanni Emanuele O’Kelly (1747-1819).[16] Aκολούθως, ξεχωρίζομε τον μετέπειτα Επίσκοπο του Moντεπουλτσιάνο, Αιδεσιμότατο Ippolito Niccolai (1778-1852),[17] τον ποιητή Francesco Bracali, που συμμετέχει στη συλλογή με το καθιερωμένο αρκαδικό του ψευδώνυμο, «Dorindo Cissejo, P.A. (δηλ. Pastor Arcade)»,[18] και τέλος, τον Giuseppe Civinini και την ποιήτρια Cammilla Bellincioni-Brichieri που υπήρξαν επίσης τακτικά μέλη της Ακαδημίας, ήδη από το 1803.[19] Σε αυτούς, θα πρέπει να προστεθεί η επική και τραγική ποιήτρια Constanza Moscheni (1786-1831) από τη Λούκκα,[20] η οποία στα 1813 δηλώνεται επίσης ως μέλος της Ακαδημίας της Πιστόια και θα πρέπει εύλογα να υπολογιστεί στις επιπρόσθετες «φιλικές» συμμετοχές ‒μαζί με κάποιον Vincenzo Frisari, καθώς και έναν Pietro Pierattini, αγνώστων λοιπών στοιχείων‒ στις οποίες, έχομε κάθε λόγο να συμπεριλάβομε και τον Κάλβο, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στη Φλωρεντία κοντά στον Φόσκολο.

 

sel39
Κονσταντίν Μακόφσκι, Ευτυχισμένη Αρκαδία, 1890, ιδιωτική συλλογή.

Λαμβάνοντας τώρα υπόψη μας τη «συμβίωση» των δύο συμπατριωτών, σταθερά από τα τέλη Αυγούστου 1812 έως και τον Ιούλιο του 1813, μπορούμε να θεωρήσουμε με βεβαιότητα ότι ο Φόσκολο είχε λάβει άμεση γνώση, από τον ίδιο τον Κάλβο, της εν λόγω συμμετοχής του στη γαμήλια συλλογή της Πιστόια, τον Φεβρουάριο του 1813· μια συμμετοχή που σίγουρα θα του προκάλεσε δυσάρεστη εντύπωση, αν κρίνομε από τον γνωστό «αντι-ακαδημαϊσμό» του και την ελάχιστη εκτίμηση που έτρεφε για τον αρκαδισμό, αλλά κι από το γεγονός, ότι ακόμα και στα 1815 με αφορμή την «Ωδή στους Ιονίους», προσφεύγει υπαινικτικά σε αυτήν, για να στηλιτεύσει τη σύνθεση παρόμοιων «ύμνων, σονέτων και ομοιοκατάληκτων στίχων» αλλά και τον «συγχρωτισμό» του Κάλβου με «αρκαδικούς συναδέλφους», που εκπροσωπούσαν στη συνείδηση ενός αυθεντικού και ασυμβίβαστου διανοουμένου, όπως ο Φόσκολο, μια παρωχημένη και επιφανειακή ακαδημαϊκο-κοσμική λογιοσύνη, η οποία αδυνατούσε, εκ των πραγμάτων, να ανταποκριθεί στα ευρύτερα αισθητικά, πνευματικά και διαφωτιστικά αιτήματα των καιρών.[21]

Όσο για τη σχέση του Κάλβου με τον γραμματέα Matteini, το ζήτημα παραμένει για την ώρα αδευκρίνιστο και ανοιχτό προς μια μελλοντική του διερεύνηση, αν και μέσα από την καλβική αλληλογραφία φαίνεται ότι ο Κάλβος είχε αρχίσει ήδη να αυτονομείται και να επεκτείνει τον κύκλο των επαφών του, ενδιατρίβοντας έστω και σε αναπόφευκτες συμβατικότητες, καθώς «μη μπορώντας να προσεγγίσει τα μεγάλα ονόματα, προσπαθούσε, μακριά από τον προστάτη του, να σχετιστεί με τη λογιοσύνη της Τοσκάνης».[22]

Με το τυπωμένο αυτό ανακρεόντειο ποίημα, προστίθεται μια ακόμα ενδιαφέρουσα ψηφίδα στο καλβικό ποιητικό corpus, η οποία εξεταζόμενη μέσα στα ιστορικά της «συμφραζόμενα» ‒και έχει σημασία ότι συναντούμε εδώ για πρώτη φορά, δίπλα στο όνομα του ποιητή, την ένδειξη «Ζακύνθιος»‒ διαφωτίζει άγνωστες πτυχές από τη νεανική, προπαρασκευαστική περίοδο του Κάλβου, βοηθώντας μας να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση του με την ιταλική ποιητική παράδοση.

Από τη θέση αυτή, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Νάσο Βαγενά, τον Δημήτρη Αρβανιτάκη, τον Μιχαήλ Πασχάλη και τη Βικτωρία Σολομωνίδου, για τη γενικότερη βοήθεια και τις χρήσιμες επισημάνσεις τους. Επίσης, την Аngela Bargelliniiblioteca Forteguerriana), για τη συνεργασία μας και τις ειδικότερες πληροφορίες. Ιδιαιτέρως, τον γραμματέα της «Società Pistoiese di Storia Patria», Ferruccio Capecchi, ο οποίος είχε την καλοσύνη να αναζητήσει για χάρη μου την πράξη γάμου του τιμώμενου ζεύγους στο «Archivio Diocesano» της Πιστόια και για την ευγένειά του να μου στείλει φωτογραφίες του πολύτιμου εγγράφου, καθώς και τον συνεργάτη του, Patrizio Turi για την πρόθυμη βιβλιογραφική υποστήριξη.

 


 

 

 

 

[1] Βλ. Ανδρέας Κάλβος. Αλληλογραφία, τ. Α΄ (1813-1818), εισαγωγή-επιμέλεια-σχολιασμός: Δημήτρης Αρβανιτάκης, με τη συνεργασία του Λεύκιου Ζαφειρίου, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2014, επ. αρ. 16, σ. 179-189.

[2] Βλ. Ugo Foscolo, Epistolario, τ. 6 [= Edizione Nazionale delle Opere di Ugo Foscolo, τ. 19], επιμέλεια: Giovanni Gambarin-Francesco Tropeano, Felice Le Monnier, Φλωρεντία 1966, σ. 143, σημ. 5.

[3] Βλ. Δημήτρης Αρβανιτάκης, «Ο “Θηραμένης” του Ανδρέα Κάλβου: ένα αθέλητο work in progress», περ. Τα Ιστορικά, τ. 29, τχ. 57 (Δεκέμβριος 2012), σ. 345-347. Περί της σημασίας του Giovanni Meli και της καλβικής μετάφρασης, βλ. του ιδίου, Στον δρόμο για τις πατρίδες. Η Αpe italiana, o Ανδρέας Κάλβος, η ιστορία, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2010, σ. 332-336· πβ. Мario Vitti, Α. Κalvos e i suoi scritti in italiano, Νάπολη 1960, σ. 29-39, 175-226.

[4] Βλ. Σπύρος Ν. Παππάς, «Ο Ανδρέας Κάλβος, σπουδαστής και ηθοποιός στη Φλωρεντία (1814-1815)», περ. Νέα Εστία, τχ. 1874 (Σεπτέμβριος 2017), σ. 676-720.

[5] Βλ. Biblioteca Comunale Forteguerriana di Pistoia, (Collocazione – Inventario): Misc.A.78.9 - BCFP-19858· Misc.Rosp.1.3 - BCFP-81098· Misc.APSLA.2.8 - BCFP-82626· Misc.APSLA.17.9 - BCFP-92585· Misc.Ch.129.7 - BCFP-0· Misc.Ch.128.3 - BCFP-0· Misc.Ch.128.4 - BCFP-0.

[6] Το εν λόγω ποιητικό είδος, με ρίζες στα περίφημα επιθαλάμια των κλασικών χρόνων, που γονιμοποίησαν αργότερα τη λατινική λογοτεχνία, είχε εγκαταλειφθεί κατά την περίοδο του Μεσαίωνα για να επανεμφανιστεί στα χρόνια της Ιταλικής Αναγέννησης. Το πρώτο έντυπο δείγμα τυπώθηκε στα 1484, ενώ με την πάροδο των χρόνων, οι γαμήλιες εκδόσεις θα γνώριζαν ευρεία διάδοση, υποστηριζόμενες κυρίως από τους εκπροσώπους της «Accademia di Arcadia» για να καταλήξουν στον 18ο αιώνα σε πραγματική μόδα ‒με αποτέλεσμα μια άνευ προηγουμένου εκδοτική παραγωγή‒ ανάμεσα στους κύκλους των ευγενών της ιταλικής χερσονήσου. Το έθιμο αυτό στην εποχή όπου συμμετέχει ο Κάλβος βρισκόταν ήδη σε κρίση, ενώ από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα επρόκειτο να μετατοπιστεί από τον στενό κύκλο της ιταλικής αριστοκρατίας στις συνήθειες της αστικής τάξης. Μια εξέλιξη που θα οδηγούσε σταδιακά τις γαμήλιες εκδόσεις στον μαρασμό και τελικά στην εξαφάνισή τους, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Αναλυτικότερα βλ. Olga Pinto, Nuptialia. Saggio di bibliografia di scritti italiani pubblicati per nozze dal 1484 al 1799. Ed. Olschki, Φλωρεντία 1971· Roberto Carapelli, Scrivere per nozze. Ed. Pineider, Φλωρεντία 1991· Per le faustissime nozze: nuptialia della Biblioteca Braidense (1494-1850), επιμέλεια: Leila Di Domenico, Ed. Linograf, Κρεμόνα 2003· Gioela Massagli, «Nuptialia: le pubblicazioni Per Nozze (secc. XVII-XIX)», στο συλλογικό: Le Dimore di Lucca. L’arte di abitare i palazzo di una capitale dal Medioevo alla Stato Unitario, επιμέλεια: Emilia Daniele, Ed. Alinea, Φλωρεντία 2007, σ. 275-283.

[7] Βλ. Archivio Diocesano, Libro di matrimoni della cura dell’insigne Cattedrale di Pistoia da Anno 1718 fino al 1873, CXLIV, 52, c.107: «Sozzifanti Alessandro e Rospigliosi Alessandra, 8 Febb[raio] 1813». Βιογραφικά στοιχεία για τον Alessandro Sozzifanti, ο οποίος θα διαδραμάτιζε σημαντικότατο ρόλο στην κοινωνία της Πιστόια, βλ. Biografia pistoiese o notizie della vita e delle opere dei pistoiesi, illustri nelle scienze, nelle lettere, nelle arti, per azioni virtuose, per la santità della vita ec. dai tempi più antichi fino anostri giorni, επιμέλεια: Vittorio Capponi, tipografia Rossetti, Πιστόια 1878, σ. 431· αναλυτικά στοιχεία για τις αρχοντικές οικογένειες των Sozzifanti και Rospigliosi, βλ. idem, σ. 367, 429-431 και 336-342.

[8] Για την ανάλογη χρήση των «ρόδων» στις μεταγενέστερες καλβικές ωδές, βλ. τα «αμβροσίοδμα ρόδα» (Πρόλογος), τα «δροσόεντα ρόδα» (Εις Σάμον, ζ΄), τα «δύο ειδών ρόδα/ λευκά και δροσερώτατα» (Εις Νίκην, ιζ΄-ιη΄), και φυσικά τα «χείλη ’σαν δροσισμένα ρόδα» (Τα Ηφαίστεια, β΄). Ειδικότερα για τον συσχετισμό με τον Θεόκριτο (AP 6,336), πβ. Στέφανος Διαλησμάς, «Η αρχαιογνωσία του Κάλβου και η Ελληνική Ανθολογία», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. 28 (1979-1985), σ. 512-513.

[9] Βιοεργογραφικά για τον γραμματέα Matteini, βλ. Biografia pistoiese..., ό.π., σ. 270-271· Maria Valbonesi, Giosuè Matteini di Pistoja: moralista e poeta, Brigata del Leoncino, Πιστόια 2003· της ιδίας, «Un epigono pistoiese di Parini: Giosuè Matteini», περ. Ιtalianistica, τ. 29, τχ. 3 (Σεπτ-Δεκ. 2000), σ. 435-441.

[10] Είναι σαφές, βέβαια, ότι ο Matteini, και λόγω των στενών του σχέσεων με την οικογένεια Sozzifanti, καθώς υπήρξε παιδαγωγός τόσο του γαμπρού όσο και της αδερφής του, δεν είχε σκοπό να αφήσει την ευκαιρία του γάμου να περάσει ανεκμετάλλευτη. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι λίγο μετά τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας του γάμου και οπωσδήποτε έως τα τέλη του 1812 είχε ήδη συνεργαστεί ως στιχουργός με τον αξιόλογο συνθέτη και συμπατριώτη του Giuseppe Gherardeschi (1759-1815), στη δημιουργία μιας επιθαλάμιας καντάτας για τον επικείμενο γάμο, βλ. Nelle nozze dei signori Alessandro Sozzifanti e Alessandra Rospigliosi, La pace d'Amore e d'Imeneo: cantata per musica a tre voci, (versi di Giosuè Matteini; musica di Giuseppe Gherardeschi), dai torchj dei Manfredini, Πιστόια 1812.

[11] Βλ. Salmi e cantico tradotti dal dott. Ercole Farolfi membro dell'Accademia di Pavia e dell'Imp. Società pistoiese, professore di lettere umane nel collegio della città di Pistoja, consacrati all'onoranza del fausto sposalizio del signore Alessandro Sozzifanti con la signora Alessandra Rospigliosi di Pistoja ambi per nascita, per educazione e per virtù chiari ed egregj, Dai torchi dei Manfredini, Πιστόια 1813. Επίσης, το έργο προς τιμήν της μητέρας του γαμπρού, με αφορμή τον γάμο: Alla cultissima donna la signora Maddalena Sozzifanti Cellesi offre e consacra questi epigrammi destinati ad onorarе le nozze dell'egregio suo figlio ornamento della patria e decoro il dottor Ercole Farolfi, Dalla Stamperia Manfredini, Πιστόια 1813. Για τη συμμετοχή του Farolfi στη διοίκηση της Ακαδημίας στα 1813, μαζί με τον γραμματέα Мatteini, τον Matteo Soldati και τον Luigi Fuocosi, βλ Statuto della Società Pistoiese di Scienze, Lettere, ed Arti, Dai torchj dei Manfredini, Πιστόια 1813, σ. 28.

[12] Περισσότερα για τον Fuocosi, βλ. περ. Antologia, τ. 38 (Απρίλιος-Ιούνιος 1830), Luigi Pezzati, Φλωρεντία 1830, σ. 161-162· πβ. Biografia pistoiese..., ό.π., σ. 204.

[13] Περισσότερα για τον αββά Soldati, βλ. Memorie di religionе, di morale e di letteratura, τ. 8, Per gli Eredi Soliani, Μοδένα 1825, σ. 528-533· πβ. Biografia pistoiese..., ό.π., σ. 366-367.

[14] Περισσότερα για τον δικηγόρο Paolini, Βλ. Biografia pistoiese..., ό.π., σ. 308-311 και επίσης τη νεκρολογία, εφ. Gazzetta di Firenze, Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 1841, αρ. φ. 18, σ. 4.

[15] Περισσότερα για τον αββά Pagnini, βλ. Biografia pistoiese..., ό.π., σ. 292-297. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι ο Pagnini υπήρξε ένας ιδιαίτερα αξιόλογος και παραγωγικός μεταφραστής αρχαίων ελλήνων και λατίνων ποιητών (μεταξύ αυτών και εκπροσώπων της βουκολικής ποίησης) υπογράφοντας τις μεταφράσεις του με τα αρκαδικά ψευδώνυμα: «Pistogene Eleuterio» και «Eritisco Pilenejo», πβ. Gaetano Μelzi, Dizionario di opere anonime e pseudonime di scrittori italiani o come che sia aventi relazione all'Italia, τ. 3, Luigi di Giacomo Pirola, Μιλάνο 1848, σ. 144.

[16] Για εκτενή βιογραφικά του Κανονικού O’Kelly, βλ. Opere edite ed inedite del prof. Pietro Contrucci, tipografia Cino, Πιστόια 1841, σ. 194-204.

[17] Στη συμμετοχή του Αιδεσιμότατου Niccolai υπάρχει επίσης η ένδειξη: «Socio dell’ Imp. Società Pistojese», ενώ από τα βιογραφικά του μαθαίνομε ότι μόλις πρόσφατα, στα 1811, «...ένιωσε την ποιητική του φωνή στην Αρκαδία», βλ. Biografia pistoiese…, ό.π., σ. 283-284.

[18] Για τον Francesco Bracali, βλ. Gli Arcadi dal 1690 al 1800, Onomasticon, επιμέλεια: Anna Maria Giorgetti Vichi, Ρώμη 1977, σ. 83.

[19] Για τον παλαιό κατάλογο των μελών της Ακαδημίας της Πιστόια, όπου εκτός από όλα τα προαναφερθέντα πρόσωπα συγκαταλέγεται και ο γαμπρός, Alessandro Sozzifanti, αλλά και ο πατέρας του, Filippo Sozzifanti (1745-1833) στα 1803· βλ. αναλυτικά Costituzione della Regia Accademia Pistojese di Varia Letteratura, Presso Giovanni Bracali, e figlio, Πιστόια 1804, σ. 23-26.

[20] Βλ. περ. Giornale arcadico di scienze, lettere ed arti, τ. 55 (Απρίλιος-Ιούνιος 1832), Presso Antonio Boulzaler, Ρώμη 1832, σ. 367-373· πβ. Gilda Corabi, «Moscheni Costanza», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 77 (2012) [στον ιστότοπο: https://bit.ly/2NABhRd].

[21] Αναλυτικότερα βλ. Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης, Στον δρόμο για τις πατρίδες..., ό.π., σ. 244-250.

[22] Βλ. Idem, σ. 353-355. Αξίζει τέλος να σημειωθεί, ότι για το ίδιο γαμήλιο γεγονός τυπώθηκε και μια ακόμα ποιητική συλλογή στη Φλωρεντία, με πρωτοβουλία του Dott. Giovanni Battista Pagnini (επίσης μέλους της Ακαδημίας της Πιστόια, στα 1803) όπου όμως, ανάμεσα στους δέκα συνολικά συμμετέχοντες, δεν περιλαμβάνεται το όνομα του Κάλβου, όπως θα ήταν ίσως φυσικότερο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη σχέση του με τον Matteini και τη συμμετοχή στη συλλογή της Πιστόια, βλ. Componimenti poetici che celebrano le avventurate nozze pistoiesi del signore Alessandro Sozzifanti con la signora Alessandra Rospigliosi, Presso Niccolò Carli, Φλωρεντία MDCCC[X]III (=1813).

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK