Ο «αφορισμένος» μεταφραστής που άπλωσε πολύ τα φτερά του

Διάλογος
Aπό Κώστα Δαρδανό (Εκδόσεις Gutenberg)
Ο «αφορισμένος» μεταφραστής που άπλωσε πολύ τα φτερά του O Σαρλ Μπωντλαίρ.

 

 

Στο τεύχος 100 (Νοέμβριος 2018) του Athens Review of Books, η καθηγήτρια θεωρίας και πράξης της μετάφρασης, στο τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Μαρία Παπαδήμα γράφει ένα εκτενές κριτικό κείμενο για την έκδοση των Aνθέων του Κακού του Καρόλου Μπωντλαίρ, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2018 από τις εκδόσεις Gutenberg. Η αίσθηση που αποκομίζει όποιος δεν γνωρίζει το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Κεντρωτή είναι πολύ αρνητική. Ο Κεντρωτής φαίνεται σαν κάποιος νεοφερμένος, σχεδόν άβγαλτος μεταφραστής, που υποπίπτει σε χοντρά λάθη και αβλεψίες, που χρησιμοποιεί νεωτερισμούς και λέξεις ακατανόητες, που θυσιάζει όλες τις «αντικειμενικές» μεταφραστικές αρχές με μόνο στόχο την ομοιοκαταληξία και με την έπαρση ενός αδαούς νάρκισσου. Το βασικότερο δε σφάλμα του Κεντρωτή -σύμφωνα πάντα με την Μαρία Παπαδήμα- που τον οδηγεί, αναγκαστικά, να διαπράξει όλα τα άλλα σφάλματα είναι ότι επιλέγει να μεταφράσει «διαισθητικά» τον Μπωντλαίρ και δεν χρησιμοποιεί καθόλου το λεξικό. Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι Μαρία Παπαδήμα δεν βρήκε ούτε έναν στίχο καλοδουλεμένο. Κοτζάμ μετάφραση 164 μεγάλων ποιημάτων σούμπιτη για πέταμα!

Σε όποιον, όμως, γνωρίζει την πορεία, το έργο και την ιδιότητα του Γιώργου Κεντρωτή το εξασέλιδο άρθρο της Μαρίας Παπαδήμα προκαλεί, το λιγότερο, έκπληξη. Ο Γιώργος Κεντρωτής είναι καθηγητής Θεωρίας της μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει εκδώσει βιβλίο για τη θεωρία της μετάφρασης (το οποίο διδάσκεται σε 8 πανεπιστημιακά τμήματα επί 25 χρόνια) και έχει μεταφράσει στα ελληνικά έργα πολλών κορυφαίων συγγραφέων: Αισχύλο, Πλάτωνα, Κικέρωνα, Τάκιτο, Giambattista Vico, Robert Musil, Bertolt Brecht, Pablo Neruda, E.T.A. Hoffman, Paul Éluard, Hermann Broch, Wassily Kandinsky, Paul Klee, Hermann Hesse κ.ά. Δηλαδή, από τα αρχαία Ελληνικά και τα αρχαία Λατινικά (τις δύο δυσκολότερες ευρωπαϊκές γλώσσες), από τα Γερμανικά, τα Γαλλικά, τα Ιταλικά, τα Ισπανικά. Δεν πρόκειται, επομένως, για κάποιον τυχαίο μεταφραστή, ούτε και χθεσινό, καθότι μεταφράζει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Επιπλέον, κάθε χρόνο εκπαιδεύει εκατοντάδες φοιτητές πάνω στη θεωρία και στην πρακτική της μετάφρασης. Που πάει να πει: ο Κεντρωτής δεν πειραματίζεται στου αναγνώστη το κεφάλι, αλλά είναι από τους πλέον ειδικούς στην Ελλάδα σε θέματα μετάφρασης, έχει άποψη τεκμηριωμένη για ό,τι κάνει, την διδάσκει και την έχει εφαρμόσει σε πολύ μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (έργα τα οποία ελάχιστοι Έλληνες μεταφραστές έχουν διανοηθεί να αγγίξουν). Για το έργο του χαίρει μεγάλης εκτίμησης από πλήθος καταξιωμένων μεταφραστών και επαρκών αναγνωστών. Ως εκδότης είμαι σε θέση να γνωρίζω από τις κρίσεις των σημαντικότερων κριτικών και μεταφραστών, πως ο Κεντρωτής θεωρείται από τους σημαντικότερους μεταφραστές που έχουμε. Επομένως, δεν πρόκειται για έναν θρασύ νεαρό που ασέλγησε πάνω στο «ιερό κείμενο» του Μπωντλαίρ, αλλά για έναν γνώστη με εμπεριστατωμένη άποψη και στέρεα επιχειρήματα. Είναι απορίας άξιον ότι ενώ η Μαρία Παπαδήμα τα γνωρίζει όλα αυτά και μάλιστα τον έχει καλέσει σε μεταφραστικό συνέδριο που είχε η ίδια οργανώσει, παρουσίασε τον Κεντρωτή ως κάποιον άσχετο, σχεδόν ερασιτέχνη μεταφραστή, που αν απλώς άνοιγε το λεξικό θα γλύτωνε από την κατρακύλα! Και τον παρουσιάζει ως μεταφραστή με φράσεις όπως: «ναρκισσιστικών επινοήσεων», «προσωπικών νεολογισμών», «επινοημένο γλωσσικό συνονθύλευμα», «αμφισβητώ το αποτέλεσμα και το ήθος» (!), «διακατέχεται από επιδειξιομανία», «αυθαιρετεί με κάθε τρόπο», «διαπράττοντας κάθε είδους αυθαιρεσίες», «στρεβλώσεις», «παρεκκλίσεις», «παρανοήσεις», «ακατάσχετη φλυαρία», «πλήρη παρανόηση», «παρανάγνωση ή άγνοια λέξεων», «αγνόηση της γραμματικής» κ.λπ.

Καθένας έχει δικαίωμα να εκφέρει την γνώμη του για μια μετάφραση, όσο αρνητική κι αν είναι αυτή η γνώμη. Άλλο να μην μας αρέσει καθόλου μια μεταφραστική επιλογή και άλλο ο ισχυρισμός ότι ο μεταφραστής σφάλλει κατ’ εξακολούθησιν και είναι ανίδεος. Ο Κεντρωτής, αντιθέτως, για όσους τον γνωρίζουν, πράττει μετά λόγου γνώσεως, με απόλυτη επίγνωση κάθε επιλογής του. Και πετυχαίνει μια πρωτιά: πρώτη φορά μεταφράζονται στα Ελληνικά όλα τα Άνθη του Κακού σε έμμετρο στίχο με ρίμα. Επιλογή με σημασία, αφού πριν τον Μπωντλαίρ η ρίμα «υμνούσε» το εξιδανικευμένο, το «Καλό», ενώ με τον Μπωντλαίρ η ρίμα στρέφεται για πρώτη φορά στο «Κακό», κι αυτή η αντίστιξη χρειάζεται να φανεί στη μεταφραστική επιλογή. «Μα», θα πει κάποιος, «η ομοιοκαταληξία είναι ξεπερασμένη ως επιλογή», ή όπως τονίζει η Παπαδήμα «Η ομοιοκαταληξία μήτηρ πάσης κακίας» και «εμμονική επιδίωξη». Όμως, η Μαρία Παπαδήμα επιλέγει από τις μεταφράσεις του παρελθόντος τις έμμετρες και ομοιοκατάληκτες κι όχι τις πεζές, για να τις αντιπαραθέσει στις μεταφράσεις του Κεντρωτή.

Ας σταθούμε όμως λίγο και στις επιλογές του Κεντρωτή. Συνειδητά μεταφράζει τον δωδεκασύλλαβο του Μπωντλαίρ κατά κανόνα σε ιαμβικό δεκαεφτασύλλαβο (επηρεασμένος από τον Γκάτσο στα πρώτα έργα του) αντί για τους γνωστούς και καταξιωμένους δεκαπεντασύλλαβους των Αλέξανδρου Μπάρα, Νίκου Φωκά και Γιώργη Σημηριώτη. Η αύξηση των συλλαβών διευκολύνει τον μεταφραστή να μεταφέρει στην πιο αναλυτική ελληνική γλώσσα σύνθετα νοήματα, να μην αφήσει αμετάφραστη σχεδόν καμμία λέξη, αλλά και τον αναγκάζει, κάποιες φορές, να προσθέσει λέξεις που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο και να αλλάξει τη σημασία τους σε κάποιες άλλες για να διατηρήσει το μέτρο και τη ρίμα με ερμηνευτική στόχευση. Όμως αν επέλεγε τον ασφαλέστερο δρόμο του δεκαπεντασύλλαβου, πόσο πια θα διέφερε στην επιλογή λέξεων και αποδόσεων από τις υπάρχουσες μεταφράσεις; Τότε ίσως να τον μέμφονταν κάποιοι για τον αντίθετο λόγο: «Εμείς περιμέναμε από εσένα, τον ειδικό, τον καταξιωμένο, να καινοτομήσεις, κι εσύ μας παρουσίασες μια απ’ τα ίδια, τον χιλιοδοκιμασμένο δεκαπεντασύλλαβο με τις ίδιες πάνω-κάτω επιλογές λέξεων. Σε τι διαφέρεις από τους άλλους; Τι νέο προσφέρεις με τον δεκαπεντασύλλαβο μετά τον Σολωμό»; Ρίσκαρε ο Κεντρωτής, ανοίχτηκε σε άγνωστες ατραπούς και το ρίσκο κάποιου στο άγνωστο έχει πολλά να προσφέρει στους υπόλοιπους. Βεβαίως να κριθεί, αλλά ως τολμηρός και καινοτόμος, όχι ως υπερφίαλος νάρκισσος.

Υπάρχουν πολλές σχολές μετάφρασης. Ο Κεντρωτής επιλέγει συνειδητά, όχι την «ορθόδοξη» του λεξικού, αλλά ένα είδος «δημιουργικής μεταγραφής», με βάση την ερμηνευτική. Δεν είναι ο πρώτος που το κάνει∙ είναι μια μεταφραστική επιλογή, γνωστή, θα μπορούσαμε να πούμε και διαδεδομένη, τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως. Άρα θα κριθεί ως μεταφραστής με βάση το σκεπτικό που επέλεξε. Αν η κ. Παπαδήμα, που είναι μια καταξιωμένη μεταφράστρια (και έχει συνεισφέρει πολύ στη διάδοση του έργου του Πεσσόα στα Ελληνικά), ανήκει σε άλλη «σχολή» μετάφρασης, θα αρκούσε να διατυπώσει τη θεωρητική της αντίθεση στην επιλογή Κεντρωτή και όχι να σταχυολογεί επιμέρους στίχους, που, βέβαια, έχουν μεταφραστεί με ένα άλλο σκεπτικό∙ το οποίο σκεπτικό ο Κεντρωτής δεν το αποκρύπτει από τον αναγνώστη του, αλλά αναφέρεται σε αυτό διεξοδικά στο επίμετρο. Η Μαρία Παπαδήμα κρίνει την μετάφραση Κεντρωτή με βάση την «ορθόδοξη» θεωρία της μετάφρασης, δηλαδή με άλλο σύστημα αναφοράς. Είναι σαν κάποιος να επικρίνει ένα κυβιστικό πίνακα ζωγραφικής επειδή δεν είναι επαρκώς ρεαλιστικός.

Τέλος, ας επανέλθουμε στο κύριο επιχείρημα της Μαρίας Παπαδήμα: αν ο Κεντρωτής συμβουλευόταν το λεξικό, ακόμα και για τις πιο προφανείς λέξεις (λ.χ. bonjour), όπως κάνουν άλλοι μεταφραστές, τότε δεν θα υπέπιπτε σε σφάλματα. Όμως, ποιον Έλληνα καταξιωμένο μεταφραστή, που μεταφράζει με το λεξικό, επιλέγει η Μαρία Παπαδήμα ως παράδειγμα και αντιπαραβολή στον Κεντρωτή για να ενισχύσει την άποψή της; Τον Τίτο Πατρίκιο, πασίγνωστο και πολύ σημαντικό ποιητή, αλλά και μεταφραστή κορυφαίων Γάλλων λογοτεχνών (Valéry, Balzac, Stendhal, Aragon), άρα ειδικό να κρίνει μια μετάφραση από τα γαλλικά. Όμως, όλως περιέργως, ο Τίτος Πατρίκιος παρουσίασε την έκδοση των Ανθέων του Κακού στη μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή, στις 25 Οκτωβρίου 2018 στην ΕΣΗΕΑ. Παραθέτω την πρώτη φράση του Τίτου Πατρίκιου: «Χάρη στον Γιώργο Κεντρωτή έχουμε στα χέρια μας ένα πολύτιμο βιβλίο, το οποίο μπορούμε όλα τα επόμενα χρόνια να το διαβάζουμε και να το ξαναδιαβάζουμε. Τέτοια βιβλία και τέτοιες δουλειές είναι σπάνιες, γι’ αυτό πριν απ’ όλα θα ήθελα να χαιρετίσω αυτό το μεταφραστικό, το ποιητικό και το εκδοτικό κατόρθωμα...».[1]

Τελειώνοντας το άρθρο της η Μαρία Παπαδήμα δηλώνει «ότι τελευταίος λόγος στις μπωντλαιρικές μεταφράσεις δεν έχει ακόμα ειπωθεί. Κι ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός –πιο πολύ από ποτέ– για τη σημερινή μετάφραση του Μπωντλαίρ.» Μας προτείνει δε να ανατρέξουμε στους παλαιούς μεταφραστές, αν θέλουμε να διαβάσουμε Μπωντλαίρ, μέχρι να εμφανιστεί στο μέλλον μια καλή μετάφραση, βασισμένη, όχι στη διαίσθηση και στην υποκειμενική ερμηνεία (όπως η Κεντρώτεια), αλλά στο λεξικό, κατά τα πρότυπα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως, ο Τίτος Πατρίκιος ισχυρίζεται ότι η μετάφραση των Ανθέων του Κακού από τον Γιώργο Κεντρωτή ήρθε για να μείνει. Είναι άραγε σωστό ένας μεταφραστής να προτρέπει το κοινό να μην διαβάσει μια μετάφραση επειδή ο ίδιος δεν την εγκρίνει; Αφού η Μαρία Παπαδήμα διάβασε τη μετάφραση και την απέρριψε, οπότε (σαν να λέει) δεν χρειάζεται να τη διαβάσει άλλος. Αυτός, που κατά την Μαρία Παπαδήμα είναι ο ορθός αντίποδας του Κεντρωτή, ο Τίτος Πατρίκιος, επαινεί τον Κεντρωτή με γενναιοδωρία!... Ποιος να έχει δίκαιο; Μόνο ο χρόνος θα δείξει. Προς το παρόν, μάλλον είναι παρακινδυνευμένο τόσο εύκολα να «αφορίσουμε» τόσο τη μετάφρασή του Γιώργου Κεντρωτή, όσο και τον ίδιο ως μεταφραστή. Εκτός κι αν «έφταιξε» που καταπιάστηκε με τον μεγάλο αφορισμένο, τον Μπωντλαίρ, και άπλωσε πολύ τα φτερά του.

 

Ένα σχόλιο της Μαρίας Παπαδήμα

Θέσαμε την απάντηση του κ. Κώστα Δαρδανού υπόψη της συνεργάτιδας της ARB, η οποία σχολιάζει:


Δεν έχω ν’ ανταπαντήσω κάτι το ιδιαίτερο ούτε στον κ. Δαρδανό, ούτε στον κ. Πατρίκιο, πρόσφατα ανακηρυγμένο επίτιμο διδάκτορα του ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου, του οποίου άλλωστε τον έπαινο εκφώνησε ο κ. Κεντρωτής. Παραπέμπω κάθε ενδιαφερόμενο τόσο στο άρθρο μου, όσο και στην ίδια την έκδοση, που είναι ευτυχώς δίγλωσση. Έτσι ο καθένας, μ’ ένα απλό ξεφύλλισμα, μπορεί να κρίνει, αφενός, κατά πόσον το κείμενο Κεντρωτή αποτελεί μετάφραση του Μπωντλαίρ και, αφετέρου, κατά πόσο η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο κ. Κεντρωτής είναι κοινό κτήμα της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας.

Για όποιον θέλει να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα για τη «μεταφραστική» πρακτική τού ασφαλώς όχι νεόκοπου κ. Κεντρωτή, παραπέμπω στα πρόσφατα κείμενα στην Εφημερίδα των Συντακτών του κ. Γιάννη Χάρη, μεταξύ άλλων μεταφραστή του Κούντερα, με τίτλο: «Έξτρα-φίνα-γκουτ» (17.11.2018)  link και «Τα τσούρμα και το τσούκι» (24.11.2018) link.

Όσο για μένα δηλώνω ότι δεν είμαι ούτε ορθόδοξη ούτε αιρετική, απλώς μεταφράστρια.

Με εκτίμηση
Μαρία Παπαδήμα
Καθηγήτρια, ΕΚΠΑ


 

 

[1] https://bit.ly/2Qx1WCm από το 28:58 και μετά.

Αυτή η σελίδα χρησιμοποιεί cookies για να διαχειριστεί τα στοιχεία χρήσης, στατιστικά πλοήγησης και άλλες λειτουργίες. Επισκεπτόμενοι τη σελίδα μας συμφωνείτε οτι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε cookies.

OK