Δημόσια αρχεία – Το Υπουργείο Εξωτερικών οφείλει μια απάντηση

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Layout 1

Στο προηγούμενο τεύχος της ARB, οι καθηγητές Χάγκεν Φλάισερ, Αντώνης Λιάκος και Γιάννης Στεφανίδης, με άρθρο τους, εξέθεσαν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί και οι ερευνητές γενικότερα που επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στα δημόσια αρχεία και ειδικότερα στα ιστορικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών. «Παρά τη θέσπιση του κανόνα της τριακονταετίας από το 1998», σημείωναν, «τα ελληνικά δημόσια αρχεία, διπλωματικά και άλλα, είναι δυσπρόσιτα ή και εντελώς απρόσιτα στην έρευνα».

Η διαδικασία άδειας μελέτης των φακέλων είναι εξαιρετικά επίμοχθη. Άδεια χορηγείται, όπως επισημαίνουν, «αφού προηγουμένως ο ενδιαφερόμενος υποβάλει στη Γραμματεία της Y.Δ.I.A. έντυπη αίτηση, η οποία εξετάζεται από επιτροπή διπλωματικών υπαλλήλων που συνέρχεται το πρώτο δεκαήμερο κάθε δεύτερου μήνα, με πρόεδρο τον Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Υπουργού και εισηγητή τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου».

Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοιχτή κοινωνία

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από τον Μάνο Ματσαγγάνη

Σε έναν διαγωνισμό για το πιο βαρετό θέμα συζήτησης το ασφαλιστικό θα διεκδικούσε με αξιώσεις το πρώτο βραβείο. Έχει όλα τα φόντα για κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν, είναι ζοφερό: οι συντάξεις αφορούν μια περίοδο της ζωής που οι περισσότεροι προτιμούν να μη σκέφτονται. Έπειτα, είναι δυσνόητο: έχει διάφορες τεχνικές πλευρές που λίγοι καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι είναι σε θέση να εξηγήσουν. Τέλος, είναι καταθλιπτικό: ως προοπτική δεν φαίνεται να υπόσχεται άλλο από περικοπές και ελλείμματα.

Με βάση τα παραπάνω ίσως να μην είναι τόσο παράξενο ότι οι πολιτικοί το αποφεύγουν, ούτε ότι τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με αυτό επιδερμικά, ούτε ότι η κοινή γνώμη το παρακολουθεί ζαλισμένη. Και όμως: το ασφαλιστικό βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης που αγγίζει μια ολόκληρη σειρά από σύγχρονα προβλήματα – μερικά προφανή (η δημοσιονομική εξυγίανση, η φτώχεια των ηλικιωμένων), άλλα λιγότερο προφανή (η θέση της γυναίκας, οι προοπτικές των νέων, τα δικαιώματα των μεταναστών).

Περί ιχθύων

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από τον Σπύρο  Σφενδουράκη

Shubin Neil, Το ψάρι μέσα μας. Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 304

Σέτσινγκ  Φρανκ, Ειδήσεις από ένα άγνωστο σύμπαν, Καστανιώτη, Αθήνα 2009, σελ. 608

Στις αρχές του 2010 ανακοινώθηκε η εύρεση ιχνών από τετράποδο ηλικίας περίπου 398 εκατομμυρίων ετών (Niedźwiedzki et al. 2010. Nature 463: 43-48). Η παρουσία αυτή μεταθέτει την πρώτη εμφάνιση των τετραπόδων (δηλαδή, των χερσόβιων σπονδυλωτών: αμφίβια, ερπετά, πουλιά και θηλαστικά) κάπου 18 εκατομμύρια χρόνια νωρίτερα από την περίοδο που ξέραμε μέχρι τότε. Μια τέτοια αλλαγή είναι συνηθισμένη στην παλαιοντολογία, καθώς είναι ξεκάθαρο ότι τα απολιθώματα που γνωρίζουμε δεν είναι παρά ένα ελάχιστο κλάσμα των πραγματικών οργανισμών που έζησαν στη Γη, αλλά και ένα μικρό μέρος των όσων έχουν απολιθωθεί και περιμένουν τον τυχερό παλαιοντολόγο που θα τα ανακαλύψει. Μερικές φορές οι ανακαλύψεις που μας οδηγούν να αναθεωρήσουμε σε κάποιο βαθμό τα όσα γνωρίζουμε ανακοινώνονται από τα ΜΜΕ ως συνταρακτικές ανατροπές, δημιουργώντας κάποια σύγχυση στους μη ειδικούς, αλλά και δίνοντας αφορμές για αμφισβητήσεις της εξελικτικής θεωρίας σε όσους θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Περιεχόμενα 4ου τεύχους, Φεβρουάριος 2010

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Διάλογος για τον Εμφύλιο

Γράφουν οι Xάγκεν Φλάισερ, Γιάννης Στεφανίδης

Διονύσης Σαββόπουλος: Το ροκ σιγουράκι του μέλλοντος

Γράφει ο Δημήτρης Παπανικολάου

Βαθιά στη σκοτεινή ψυχή – Για την Εύα της Έρσης Σωτηροπούλου

Γράφει η Εύα Στεφανή

David Levine (1926-2009): στυλίστας εύληπτος, κομψός, αλλά και άτεγκτος

Σκίτσα από τους Kωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο και Δημήτρη Xαντζόπουλο

Υπόθεση Δραγώνα:

Η πλαστογραφία στην υπηρεσία του έθνους

Γράφει ο Peter Mackridge

H Θάλεια Δραγώνα, ο ιδεολογικός κανιβαλισμός και η ανεύρετη κουλτούρα του διαλόγου

Γράφει ο Στάθης Καλύβας

Aντόνιο Tαμπούκι: Λογοτεχνία, αυτή η τρομοκράτισσα

Γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου

Έζρα Πάουντ, Hugh Selwyn Mauberley: Το μανιφέστο του μοντερνισμού

Γράφει ο Xάρης Bλαβιανός

Nτον NτεΛίλλο: O κόσμος (και η λογοτεχνία) που άλλαξε η 11η Σεπτεμβρίου

Γράφει η Κατερίνα Σχινά

Περί ιχθύων

Γράφει ο Σπύρος Σφενδουράκης

H ανατομία της ναζιστικής αυτοκρατορίας

Γράφει ο Γιάννης Στεφανίδης

Ιράν: λίγα περιθώρια ακόμα για την ελευθερία

Γράφει ο MιχάληςMητσός

Μνήμες βιβλιοπωλείου

Του Τζορτζ Όργουελ, μετάφραση-σχόλια: Χ.Ε. Μαραβέλιας

Η γνώση, η πίστη και η φυσική επιλογή

Γράφει ο Κωνσταντίνος Β. Κριμπάς

Βιώσιμες και δίκαιες συντάξεις σε μια ανοιχτή κοινωνία

Γράφει ο Μάνος Ματσαγγάνης

Όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος αγάπησε τον Eμβέρ Xότζα

Γράφει ο Σωτήρης Pιζάς

Το μυθιστόρημα της αδιακρισίας

Γράφει η Όλγα Σελλά

Κράτη, απολογίες και συμφιλίωση: Διαχείριση του παρελθόντος στη διεθνή πολιτική

Γράφει ο Ιωσήφ Κόβρας

Θηλιές

Ποίημα της Φοίβης Γιαννίση

Αλμπέρ Καμύ: ο στοχαστής που ήθελε να τον αγαπούν

Γράφει ο Περικλής Δημητρολόπουλος

H τιμή τιμή δεν έχει

Γράφει ο Ευάγγελος Αρεταίος

Ο Γιάννης και τα θεριά – Με αφορμή το θάνατο του Γιάννη Μόραλη

Γράφει ο Μιχάλης Σηφάκης

 

Σχέδιο εξωφύλλου: ο Έζρα Πάουντ από τον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο

Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από τον Λεωνίδα Λουλούδη

elefantis1Πρόπερσι, ανοιξιάτικα, χάσαμε τον Άγγελο Ελεφάντη, ένα χρόνο μετά έσβησε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και τον ακολούθησε, στο τέλος του φετινού καλοκαιριού, μετά από πολύχρονη πάλη με ασθένεια, ο Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος. Κατεξοχήν τρία πρόσωπα τα οποία, στη Μεταπολίτευση, με τα γραφτά, τα λόγια και τις πρωτοβουλίες τους πήραν το εφήμερο «πολιτικό» από τα κομματικά και τα δημοσιογραφικά γραφεία και το ανύψωσαν σε διαχρονική περιπέτεια της συλλογικής αυτογνωσίας μας.

Ο εγκληματίας πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς και η εποχή του

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από τον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

karadjic1Η βάρβαρη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με πάνω από 100.000 νεκρούς, με περισσότερους από 2.000.000 πρόσφυγες, με φρικτά εγκλήματα, με καταστροφή της κοινωνίας και την άνοδο του υποκόσμου στην εξουσία ήταν αποτελέσματα «πολιτικών» επιλογών κυνικών εξουσιαστών και όχι ιστορικών, θρησκευτικών ή οικονομικών νομοτελειών. Στην περίπτωσή μας είχαμε την επιβολή μιας εξουσίας με τον τεχνητό εθνικισμό της που ομογενοποίησε από το 1987 τη σερβική σκηνή.
Η άνοδος του Μιλόσεβιτς από το 1986 στη θέση του προέδρου της Ένωσης Κομμουνιστών Σερβίας (ΕΚΣ) και η δίψα του για απόλυτη εξουσία ήταν το άλμα προς την τελική καταστροφή. Η κατάληψη της απόλυτης εξουσίας στην 8η σύνοδο της ΕΚΣ το 1987 με αφορμή το πρόβλημα του Κοσόβου και με την προσφιλή του έκφραση να το λύσει «αμέσως» τον οδήγησε στο αγκάλιασμα με τον σερβικό εθνικισμό. Ο Μιλόσεβιτς βρήκε το ιδεολογικό οξυγόνο που του έλειπε, ενώ οι εθνικιστές θεώρησαν ότι βρήκαν το εκτελεστικό όργανο με τους μηχανισμούς βίας που επίσης τους έλειπαν.
Η εθνική ομογενοποίηση ολοκληρώθηκε με την ενθουσιώδη συμμετοχή της Ακαδημίας της Σερβίας, τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη συντριπτική πλειονότητα της «διανόησης».
Το μονοκομματικό καθεστώς, η διανόηση, οι μηχανισμοί εξουσίας, ο ιδεολογικός χώρος, η ιστορία, τέθηκαν στην υπηρεσία επιβολής της Σερβίας στη Γιουγκοσλαβία. Το Κόσοβο, από το 1987 ήταν η αφετηρία για την εθνική ομογενοποίηση και μετά ακολούθησε η Κράινα στην Κροατία με τον πόλεμο του 1991.
Στο ιδεολογικό κλίμα και στη διαμόρφωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας για τη χειραγώγηση του πληθυσμού εξαιρετικό ρόλο είχε ο συγγραφέας Ντόμπριτσα Τσόσιτς που θεωρείται ο άνθρωπος με τη μεγαλύτερη επιρροή στη σερβική διανόηση.
Το 1988-1989 έγιναν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Σερβία που απαιτούσαν τα «δίκαια» των Σέρβων στη Γιουγκοσλαβία, την οποία πια θεωρούσαν εμπόδιο για την άνθιση της Σερβίας. Οι διαδηλώσεις οδηγούσαν σε ανιστόρητες εκδηλώσεις εθνικισμού και συσπείρωναν τους μηχανισμούς επιβολής καταργώντας ταυτόχρονα κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης και κριτικής των ενεργειών. Ο Ντόμπριτσα Τσόσιτς ήταν ο εμπνευστής της ίδρυσης των Σερβικών Δημοκρατικών Κομμάτων (ΣΔΚ) στην Κράινα της Κροατίας, όπου υπήρχε σερβικός πληθυσμός, και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
Ο ψυχίατρος Γιόβαν Ράσκοβιτς ανέλαβε το ΣΔΚ στην Κράινα, ενώ ο συνάδελφός του Ράντοβαν Κάρατζιτς στη Βοσνία. Αυτά συμβαίνουν το 1989, πολύ πριν κηρύξουν την ανεξαρτησία τους η Σλοβενία και η Κροατία στα τέλη Ιουνίου 1991.
Ο Γιόβαν Ράσκοβιτς το φθινόπωρο του 1991, αφού άρχισε ο πόλεμος στην Κροατία και με τον γιουγκοσλαβικό στρατό που είχε ήδη μετατραπεί σε σερβικό να καταλαμβάνει ως το τέλος του 1991 το 28,5% της Κροατίας, τα εγκατέλειψε όλα, ήλθε στο Βελιγράδι και πέθανε. «Εγώ μίλησα για δικαιώματα των Σέρβων και όχι για πόλεμο» είπε ο Ράσκοβιτς πριν εγκαταλείψει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου.
Ο Ράντοβαν Κάρατζιτς όμως ήταν από άλλη πάστα. Γεννημένος το 1944 στο Μαυροβούνιο, το 1970 πήγε στο Σεράγεβο όπου τελείωσε την ιατρική σχολή και ειδικεύθηκε στην ψυχιατρική. Ήταν ψυχοθεραπευτής στην ποδοσφαιρική ομάδα του Σεράγεβο και το 1983 στον Ερυθρό Αστέρα του Βελιγραδίου. Το 1968, στη φοιτητική εξέγερση στο Σεράγεβο, συμμετείχε με φλογερές ομιλίες, αλλά ήδη από τότε θεωρούνταν άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών. Είχε μια αδυναμία να γράφει ποιήματα και τύπωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές που δεν είχαν καμιά λογοτεχνική αξία.
Ο πατέρας του ήταν Τσέτνικ, καταδικάστηκε μετά τον πόλεμο και έμεινε στη φυλακή τέσσερα χρόνια. Ο Κάρατζιτς εντάχθηκε στην Ένωση Κομμουνιστών (ΕΚ) απ’ τα γυμνασιακά του χρόνια.
Την πρώτη του συλλογή ποιημάτων Τρελό ακόντιο (1968) την έστειλε στον Τίτο. Σ’ αυτή τη συλλογή υπάρχει ο περίφημος στίχος: «Να κατεβούμε στις πόλεις, να σκοτώσουμε τους βρωμιάρηδες», με ό,τι αυτό σημαίνει για το Σεράγεβο του 1992-1995.
Ένα άλλο βιβλίο του με ποιήματα για τα παιδιά, απ’ το 1982, δείχνει την αδυναμία του στα όπλα παρ’ ότι δεν πήγε ποτέ φαντάρος: «Όταν φορέσεις παπούτσια σκληρά, παπούτσια πολεμικά, απλούστατα πιάνεις τα όπλα», γράφει, και συνεχίζει με την υπεράσπιση της πατρίδας!
Είναι εντυπωσιακό για τη διανοητική ισορροπία του Κάρατζιτς το περιστατικό που διηγούνται πολλοί γνωστοί του, όταν, γύρω στα 1987, σε συνάντηση με πολλούς καλεσμένους στο σπίτι του έλεγε: «Εδώ θα είμαστε εμείς, απέναντι οι Μουσουλμάνοι, στον άλλο δρόμο οι Κροάτες και θα πολεμάμε». Ήταν μια περιγραφή αυτών που επρόκειτο να συμβούν έπειτα από λίγα χρόνια.
Ο Κάρατζιτς εκλέγεται πρόεδρος του ΣΔΚ το 1989 με 221 ψήφους από τους 222 συνέδρους. Τώρα πια αρχίζει μια νέα περίοδος στη ζωή του, όπου θα περάσει μέσα από εγκλήματα, γενοκτονίες και πολιτική δραστηριότητα στην ιστορία των εγκληματιών. Δεν πιστεύει τίποτε! Μιλάει, υπόσχεται, διαπραγματεύεται μόνο και μόνο για να καθυστερήσει την ξένη επέμβαση που φοβάται. Ο συγγραφέας Μάρκο Βέσοβιτς που τον ξέρει καλά λέει γι’ αυτόν: «Ο Ράντοβαν θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο, ψυχίατρο, πολιτικό, αλλά απλούστατα είναι ένας ψεύτης!». Ο διανοητικός εξοπλισμός του ανήκει σε ένα κλειστό σύστημα χωρίς αξίες, όπου κυριαρχούν η σύγχυση, το μίσος, η αναζήτηση κάλυψης των ενεργειών του, κοινώς μια λούμπεν συμπεριφορά.
Αποκαλυπτικοί είναι οι διάλογοι του Κάρατζιτς με τον μέντορά του Τσόσιτς γύρω στο 1990:
Κάρατζιτς: Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός τώρα θα φουντώσει. Εκείνοι νομίζουν ότι πέρασε ο καιρός του εθνικισμού. Μα ούτε κουβέντα. Οι Σλοβένοι θα χαθούν απ’ τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς.
Τσόσιτς: Μα θα χαθούν ολόκληροι λαοί και κράτη.
Κάρατζιτς: Θα χαθούν εντελώς, θα γίνουν δούλοι.
Τσόσιτς: Απολύτως.
Κάρατζιτς: Αυτός ο Χάβελ κατέστρεψε την Τσεχοσλοβακία!
Τσόσιτς: Αυτός ο συνάδελφός μας (!) έγινε τέτοιος μπουνταλάς. Μικρός είναι αυτός, βρε!
Κάρατζιτς: Μικρός είναι, ανθρωπάκι. Και βλέπετε ότι αυτή η κεντροευρωπαϊκή φιλοσοφία…
Τσόσιτς: Τίποτε, τίποτε.
Κάρατζιτς: Δεν έχουνε ζουμί. Αυτή δεν έχει καθόλου θεμέλια.
Τσόσιτς: Άκου, δεν είναι τυχαίο. Αυτοί έχουν δυο γνωστούς συγγραφείς.
Κάρατζιτς: Τον Κούντερα…
Τσόσιτς: Όχι, όχι, τον Σβέικ* και τον Κάφκα. Ο ένας κοροϊδεύει…
Κάρατζιτς: Και ο άλλος μονίμως παραπονιέται.
Τσόσιτς: Αυτός ο ερωτισμός, τι σημαίνει ο Κούντερα και όλη αυτή η παρέα.
Κάρατζιτς: Μα δεν μπορεί να φτιάξει ένα μύθο.
Τσόσιτς: Εκτός από τον καθολικισμό δεν έχουν τίποτε.
Κάρατζιτς: Τίποτε, κι αυτός είναι ένας βρώμικος καθολικισμός που μονίμως παραπονιέται. Και δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από σλάβικο λαό που είναι καθολικός!
Λίγο πριν τον πόλεμο στη Βοσνία στις 15.2.1992, ο Κάρατζιτς λέει στον Τσόσιτς: «Σε μερικές μόνο μέρες το Σεράγεβο θα χαθεί και θα έχουμε 500.000 νεκρούς». Είχε προηγηθεί η ομιλία του στη Βουλή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης: «Σε περίπτωση πολέμου οι Μουσουλμάνοι θα εξαφανιστούν από προσώπου Γης».
Ο πόλεμος άρχισε με μια ψεύτικη στρατιωτική επιχείρηση για να «υπερασπίσει» τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας στη Σλοβενία. Σύντομα την εγκατέλειψε ο στρατός και προωθήθηκε στην Κράινα της Κροατίας, στις περιοχές όπου ζούσαν Σέρβοι. Τον Ιούλιο του1991 και ως το τέλος του έτους κατέλαβε το 28,5% της Δημοκρατίας αυτής. Στις αρχές του 1992, όταν πια είχαν καταστραφεί δεκάδες πόλεις και χωριά, με την ισοπέδωση του Βούκοβαρ και το βομβαρδισμό του Ντουμπρόβνικ, κηρύχθηκε εκεχειρία, ήρθαν κυανόκρανοι του ΟΗΕ και σταμάτησε ο πόλεμος. Τότε είχε αναγνωρίσει και η Γερμανία την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και Κροατίας, που ήταν η επισφράγιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Γιουγκοσλαβίας και όχι η δολοφονία της.
Τώρα πια, αρχές του 1992, η αγωνία στρέφεται στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ο ήρωάς μας έχει συνεννοηθεί για όλα με τον Μιλόσεβιτς, που του είχε αφήσει πολεμικό υλικό και τον στρατηγό Μλάντιτς να σημαδεύει αμάχους και να βομβαρδίζει πόλεις και χωριά.
Το κατηγορητήριο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης για τη Γιουγκοσλαβία καταγράφει σε ένα εκατομμύριο σελίδες τη δραστηριότητα του Κάρατζιτς. Κατηγορείται ότι ως μοναδικός πρόεδρος της Ρεμπούμπλικα Σρπσκα, της Σερβικής Δημοκρατίας της Bοσνίας-Eρζεγοβίνης, και ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεών της από τις 17.12.1992, οργάνωσε γενοκτονία εναντίον θρησκευτικών ή εθνοτικών ομάδων των Βόσνιων Μουσουλμάνων και Κροατών. Είναι υπεύθυνος για διώξεις, δολοφονίες, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε δεκάδες πόλεις, όπως π.χ. στην Μπάνια Λούκα, στην Μπιέλινα, στο Μπράτουνατς, στο Μπρτσκο, στη Φότσα, στο Πριέντορ, στο Βίσεγκραντ, στη Βλασένιτσα, στο Ζβόρνικ κ.λπ.
Από τον Απρίλιο του 1992 ως τον Αύγουστο του 1995 βομβάρδιζε το Σεράγεβο, με στόχο τη δολοφονία και την τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης, με αποτέλεσμα 12.000 νεκρούς, από τους οποίους 1.700 παιδιά. Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα στις 11 Ιουλίου 1995 με 8.372 νεκρούς περιλαμβάνεται σε ιδιαίτερο κατηγορητήριο, για την οποία έχουν καταδικαστεί για γενοκτονία στρατηγοί του Κάρατζιτς με 40 χρόνια φυλακή.
Η σφαγή της Βοσνίας άρχισε τον Απρίλιο του 1992, όταν οι παραστρατιωτικές ορδές του Αρκάν μπήκαν στην Ανατολική Βοσνία και έσφαζαν κατοίκους με στόχο τη φυγή των Μουσουλμάνων στο πλαίσιο της εθνοκάθαρσης.
Στις 6 Απριλίου 1992 άρχισε η πολιορκία του Σεράγεβο, η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία, με διάρκεια 1.300 ημερών, μια πολιορκία που έληξε με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ τον Αύγουστο του 1995. Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία για το Σεράγεβο, μια πόλη 500.000 κατοίκων που ζούσε χωρίς ρεύμα, νερό, θέρμανση, τρόφιμα, με την καθημερινή αγωνία του θανάτου επί τόσα χρόνια. Τι έλεγε ο Κάρατζιτς για όλα αυτά στη διάρκεια των σφαγών;
«Αυτό δεν το κάνουμε εμείς, αλλά οι Μουσουλμάνοι∙ εμείς δεν χτυπάμε το Σεράγεβο, αλλά μόνο προστατεύουμε τις εστίες μας γύρω από αυτό». Κάποτε όμως του ξέφυγε μια αλήθεια, όταν δήλωσε: «Όταν πιάνετε δηλητηριώδες φίδι δεν το πιάνετε απ’ την ουρά, αλλά απ’ το κεφάλι, γιατί μπορεί να σας δαγκώσει».
Ενώ για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είπε: «Εμείς δεν οργανώσαμε στρατόπεδα. Οι Μουσουλμάνοι φοβούνται, συγκεντρώνονται σε ορισμένους χώρους κι εμείς τους προστατεύουμε». Σε συνέντευξή του στον Independent τον Αύγουστο του 1993: «Δεν ξέρουμε ποιες είναι οι συνθήκες στα στρατόπεδα. Εμείς κρατάμε φυλακισμένους, δεν τους σκοτώνουμε. Ήρθε μια δημοσιογράφος και διάλεξε μερικούς αδύνατους νέους που ποτέ δεν θα είναι καλύτερα! Κι εγώ όταν ήμουν 30 ετών έμοιαζα μ’ αυτούς»!
Παράλληλα όμως ο Κάρατζιτς ζούσε τη ζωή του. Όταν πήγαινε για διαπραγματεύσεις στη Γενεύη οι συνοδοί του κουβαλούσαν πακέτα τα δολάρια για να παίζει στα καζίνα. Το ίδιο έκανε και στις επισκέψεις του στο καζίνο, κοντά στο Bελιγράδι, του συνεργάτη των σερβικών υπηρεσιών Ασάνιν, ο οποίος δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1998.
Ο Κάρατζιτς την ίδια περίοδο προσπαθούσε να πείσει ότι έχει τις καλύτερες προθέσεις για την ειρήνη και έστελνε επιστολές ως πρόεδρος της Σερβικής Δημοκρατίας της Bοσνίας-Eρζεγοβίνης. Σε επιστολή του στον πρόεδρο των ΗΠΑ Mπιλ Κλίντον στις 20 Ιανουαρίου 1993 γράφει: «Ο σερβικός λαός, του οποίου η διανόηση ήταν για 45 χρόνια η μοναδική σοβαρή αντιπολίτευση στο κομμουνιστικό δικτατορικό καθεστώς, κοιτάζει με ελπίδα την Αμερική, στην επιθυμία του να οικοδομήσει τη δημοκρατία του. Σήμερα η Αμερική είναι εντελώς παραπληροφορημένη για το σερβικό πρόβλημα».
Στις 9 Μαΐου 1993 απευθυνόμενος πάλι προς τον Κλίντον επιμένει: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Βοσνία ερμηνεύεται λανθασμένα στον δυτικό κόσμο λόγω έλλειψης και διαστρέβλωσης των πληροφοριών».
Σε επιστολή του στον Λόρδο Όουεν στις 17 Ιουλίου 1993 ξεπερνάει όλα τα όρια αποθράσυνσης: «Σχετικά με την επιστολή σας της 12ης Ιουλίου 1993 σας πληροφορούμε με ικανοποίηση ότι πετύχαμε να επιδιορθώσουμε τις εγκαταστάσεις των υδραγωγείων και του φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι το Σεράγεβο τώρα τροφοδοτείται με ορισμένες ποσότητες νερού, αερίου και ρεύματος. Όπως ξέρετε, η μουσουλμανική πλευρά πολλές φορές κατέστρεψε αυτές τις εγκαταστάσεις. Ο στόχος της ηγεσίας τους ήταν να αξιοποιήσει τη συμφορά των πολιτών της για να εξασφαλίσει τη διεθνή συμπάθεια»!
Η γνώση της ψυχιατρικής και η ειδικότητά του στην κατάθλιψη διευκολύνουν τον Κάρατζιτς σε μια παρανοϊκή ερμηνεία της πραγματικότητας, την οποία με θράσος προωθεί.
Οι επιστολές του Κάρατζιτς που απευθύνονται σε Έλληνες έχουν τον αέρα της βεβαιότητας ότι αυτό που λέει γίνεται δεκτό εκ των προτέρων. Σε μήνυμά του στους έλληνες και σέρβους γιατρούς γράφει: «Σε μια στιγμή οι Σέρβοι ήταν τόσο απομονωμένοι που μαζί τους ήταν μόνο οι Έλληνες και ο Θεός. Φαίνεται ότι αυτό ήταν αρκετό εναντίον όλων των άλλων εχθρών μας και γι’ αυτό επιβιώσαμε».
Η μανιχαϊκή ερμηνεία του κόσμου: απ’ τη μια όλος ο εχθρικός κόσμος κι απ’ την άλλη οι Έλληνες και ο Θεός!
Η επιστολή του στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου στις 25 Νοεμβρίου 1994 είναι παραληρηματική και ξεπερνάει τον Όργουελ: «Μετά τη μεγάλη μουσουλμανική επίθεση αναγκαστήκαμε να περάσουμε στην αντεπίθεση και είναι αρκετά πετυχημένη. Δυστυχώς, εμείς αν θέλουμε την ειρήνη πρέπει να κερδίσουμε τον πόλεμο. Θέλουμε να ξέρετε την αλήθεια, ότι εμάς η νίκη δεν μας ενδιαφέρει για κάποιους άλλους λόγους παρά μόνο λόγω της ειρήνης».
Εδώ ο Κλαούζεβιτς πιάστηκε αδιάβαστος, αφού ο Κάρατζιτς χωρίς καμιά πρωτοβουλία παρά μόνο με αντεπιθέσεις κατέλαβε το 71% της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης!
Τον Αύγουστο του 1995, μετά τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, ο Κάρατζιτς βλέπει ότι πλησιάζει το τέλος, με στρατιωτική επέμβαση και με συμφωνία, και αισθάνεται απομονωμένος. Η επιστολή του στον Α. Παπανδρέου στις 22 Αυγούστου δείχνει την αδυναμία του: και αναζητεί πληροφορίες αλλά και απειλεί ακόμη! Αφού τον ευχαριστεί για την ηθική, πολιτική και υλική βοήθεια που προσέφερε η Ελλάδα στους Σέρβους της Βοσνίας, θέλει να μάθει για το προετοιμαζόμενο Ντέιτον και τονίζει ότι δεν είναι σαφές ποιος θα εκπροσωπήσει τους ομοεθνείς του. Στο τέλος απειλεί ότι το ντοκουμέντο που θα υπογραφεί από Σέρβους από το Βελιγράδι, δηλαδή από τον Μιλόσεβιτς, θα απορριφθεί. Τελικά, μετά τη σφαγή στη Λαϊκή Αγορά της Μαρκάλε στις 28 Αυγούστου 1995, με απολογισμό 43 νεκρούς και 80 τραυματίες, επιταχύνθηκε ο βομβαρδισμός των σερβοβοσνιακών θέσεων στις 30 Αυγούστου και προωθήθηκε η συμφωνία του Ντέιτον που υπογράφηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Τους Σέρβους εκπροσώπησε ο Μιλόσεβιτς που πήρε και την υπογραφή του Πατριάρχη Παύλου. Ο Κάρατζιτς σιγά σιγά απομονώθηκε και τον αντικατέστησε η «προδότρια», κατά την έκφρασή του, Μπίλιανα Πλάβιτς.
Ο Μιλόσεβιτς ήθελε να κλείσει με το Βοσνιακό και με την Κράινα, γιατί ήξερε ότι πήγε πολύ μακριά. Πρώτα έκλεισε τα σύνορα με τη Βοσνία, μετά συγκρούστηκε με την ηγεσία των Σέρβων της Κράινα. Ο Κάρατζιτς φοβισμένος κατέφυγε στον Τούτζμαν υποσχόμενος διακοπή των σχέσεων και εγκατάλειψη του σχεδίου για ένωση με την Κράινα. Ο Τούτζμαν το αποδέχθηκε και όταν, αρχές Αυγούστου του 1995, εφάρμοσε την επίθεση «Θύελλα» για την εκδίωξη των Σέρβων από την Κράινα, ούτε ο Μιλόσεβιτς ούτε ο Κάρατζιτς αντέδρασαν. Έτσι όλη αυτή η επιχείρηση, από το καλοκαίρι του 1991 με την κατάληψη της Κροατίας, έληξε το 1995 με την εκδίωξη των Σέρβων κατοίκων.
Πώς εκφράζονται, άραγε, για τον Κάρατζιτς, τώρα, οι πιστοί του αποτιμώντας την προσφορά του; Ο συγγραφέας Τόχολι, υπουργός Πληροφοριών του Κάρατζιτς, τον συγκρίνει με τον Χριστό «γιατί και οι δύο καταδικάστηκαν απ’ όλους και αφέθηκαν μόνοι στην αλήθεια και στο δίκαιο». Ο Πατριάρχης της Σερβίας Παύλος συνυπέγραψε κείμενο υπέρ της αθωότητάς του. Ο μέντοράς του Τσόσιτς δεν μπορεί να τον εγκαταλείψει: «Ο Κάρατζιτς είναι ισχυρή πολιτική προσωπικότητα, με μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα για τα ανθρώπινα και εθνικά δικαιώματα του σερβικού λαού, γι’ αυτό αξίζει τη δίκαιη κρίση της ιστορίας και το σεβασμό του λαού και όχι την ταπείνωση, τη δίωξη, τη σύλληψη και το Δικαστήριο της Χάγης». Αλλά πουθενά ο Τσόσιτς δεν αναφέρεται στα μεγάλα του επιτεύγματα, την πολιορκία επί 46 μήνες του Σεράγεβο, τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα και τα εκατοντάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Τσόσιτς όμως είναι σαφέστατος για «όλους όσοι υπέκυψαν στις σατανικές κατηγορίες της Ευρώπης», για τους οποίους λέει ότι «έγιναν τυφλοί και ακρωτηριάστηκαν πνευματικά, επειδή δεν μπορούν να καταλάβουν ότι οι ευρωπαίοι κομισάριοι τους έκαναν πλύση εγκεφάλου και τους υπαγορεύουν την ιστορική συνείδηση και τους κοινωνικούς στόχους!».
Μόνο αν καταφύγεις στον κλειστό κόσμο του εθνικιστικού αυτισμού μπορείς να ξεφύγεις από τους Ευρωπαίους θα έπρεπε να είναι το μήνυμα του Τσόσιτς. Αλλά το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να είσαι υπέρ της εξουσίας και των εγκλημάτων της∙ το δύσκολο είναι να είσαι κόντρα στο ρεύμα, όπως μερικές δεκάδες σέρβοι διανοούμενοι στο Βελιγράδι και στη Βοσνία.
Αφού ο Κάρατζιτς συμπλήρωσε το παρανοϊκό του έργο και εγκατέλειψε την εξουσία, κρυβόταν από το 1996, ενώ σύμφωνα με δήλωση του νέου προέδρου της Ρεπούμπλικα Σρπσκα από το 2005, Μίλοραντ Ντόντικ, ο καταζητούμενος πριν εξαφανιστεί αφαίρεσε το 1997 από το θησαυροφυλάκιο της πατρίδας του 36 εκατομμύρια μάρκα (18 εκατ. ευρώ).
Τελικά πιάστηκε στο Βελιγράδι στις 18 Ιουλίου 2008, αφού τον εγκατέλειψαν οι σερβικές μυστικές υπηρεσίες. Με το όνομα Ντράγκαν Ντάμπιτς και με αλλαγμένα χαρακτηριστικά εργαζόταν ως ομοιοπαθητικός με μεγάλη πελατεία, εμφανιζόταν δημόσια και έκανε διαλέξεις αποκτώντας αρκετά περιουσιακά στοιχεία. Με την παράδοσή του στη Χάγη, λίγες μέρες αργότερα στο Βελιγράδι, οργανώθηκαν διαδηλώσεις και κατα­στράφηκαν μερικές δυτικές πρεσβείες σε επίδειξη πατριωτισμού. Τις επόμενες ημέρες όλα ηρέμησαν.
Η εισαγγελία του Δικαστηρίου της Χάγης από τις 25 Μαΐου 1993 ως τα τέλη του 2004 κατηγόρησε 161 άτομα. Σε δίκη οδηγήθηκαν 93 Σέρβοι, 31 Κροάτες, 14 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, 6 Αλβανοί από το Κόσοβο και 3 από την πΓΔ της Mακεδονίας. Καταδικάστηκαν 50 Σέρβοι με συνολική ποινή 945 χρόνια, 14 Κροάτες σε 171, 5 Βόσνιοι σε 39,5, δύο Αλβανοί σε 19 και ένας από την πΓΔ της Mακεδονίας σε 12 χρόνια. Καταζητούνται ο σφαγέας της Σρεμπρένιτσα Ράτκο Μλάντιτς και ο Γκόραν Χάτζιτς, Σέρβος απ’ την Κράινα.
Απ’ όλους όσοι πέρασαν από το Δικαστήριο της Χάγης την πιο συγκλονιστική εικόνα άφησε ο Μίλαν Μπάμπιτς, πρώτος πρόεδρος της Κράινα, ο οποίος αυτοκτόνησε στο κελί του στις 5 Μαρτίου 2006. Ο Μπάμπιτς συντετριμμένος είπε στο δικαστήριο με τρεμάμενη φωνή:
«Εμφανίζομαι σ’ αυτό το δικαστήριο με βαθιά αίσθηση ντροπής και μετάνοιας. Επέτρεψα στον εαυτό μου να συμμετάσχει στον διωγμό του χειρότερου είδους εναντίον ανθρώπων μόνο επειδή ήταν Κροάτες και όχι Σέρβοι».
Η στάση του Κάρατζιτς στο δικαστήριο θα είναι… καθυστέρηση. Όπως και ο Μιλόσεβιτς, θα λέει: «Δεν ξέρω, δεν είδα…», θα ψάχνει να βρει ευθύνες σε άλλους. Ούτε ένας δεν υπήρξε να αναλάβει τις ευθύνες του και να υποστηρίξει τις ενέργειές του.
Τελικά όλο αυτό το παρανοϊκό έγκλημα που κατέστρεψε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, που υποβάθμισε ηθικά, κοινωνικά και ιστορικά όλο το χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας έγινε με τη χειραγώγηση των λαών από ανεύθυνους και τυχάρπαστους ηγέτες που το οργάνωσαν για την εξουσία τους.
Ο Μιλόσεβιτς ήταν ο πρωτοπόρος και μετά ακολούθησαν και άλλοι. Τα ερείπια αυτής της πολιτικής είναι πολλά. Η οικονομία της Σερβίας υπολογίζεται ότι θα φτάσει στο επίπεδο του 1989 σε 10 χρόνια από τώρα. Το Κόσοβο, από το οποίο άρχισε η ομογενοποίηση του Μιλόσεβιτς, έφυγε οριστικά από τη Σερβία. Οι Σέρβοι της Κροατίας που υποκινήθηκαν από τον Μιλόσεβιτς το 1991 είναι οι περισσότεροι πρόσφυγες. Μόνο η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έμεινε αιχμάλωτη της πολιτικής του με προβληματικό μέλλον.
Αποδείχθηκε σαν ιστορικό μάθημα ότι σε χώρες με ανύπαρκτο τον πολίτη και κυρίαρχη τη μάζα η ιδεολογική κάλυψη και χειραγώγηση μέσω έθνους, θρησκείας και ιστορίας είναι σχετικά εύκολη.
Είκοσι δύο χρόνια μετά την άνοδο του Μιλόσεβιτς στην εξουσία, το 1987, η Σερβία δεν μπορεί να βγει από τον φαύλο κύκλο της βίας και της καθυστέρησης.
Η κάθαρση την οποία θέτουν με εντιμότητα οι διανοούμενοι και μικρά κόμματα στη Σερβία αργεί, αλλά είναι η μόνη που οδηγεί σε μια άλλη αρχή. Τελικά ο κλειστός κόσμος, η ομογενοποίηση και κυρίως η ατιμωρησία επέτρεψαν τα φρικτά αυτά εγκλήματα.
Όσο για την Ελλάδα, δύσκολα θα καταλάβαινε ότι έγινε πόλεμος αν δεν βομβαρδιζόταν η Σερβία το 1999. Οποιαδήποτε ανάλυση για την πνευματική, πολιτική και δημοσιογραφική ελίτ σχετικά με το τι συνέβη στη Γιουγκοσλαβία θα είναι θλιβερή. Γιατί αν ακόμη και σήμερα ο Έλληνας πολίτης του 21ου αιώνα σκέφτεται ότι πρέπει να καταδικάσει το έγκλημα μόνο αν τον βολεύουν ο θύτης και το θύμα, τότε αυτό προκαλεί θλίψη.
*
(*) Ο Τσόσιτς μπερδεύει τον συγγραφέα Γιάροσλαβ Χάσεκ με τον ήρωα του μυθιστορήματος O καλός στρατιώτης Σβέικ.