Περιεχόμενα 19ου τεύχους, Ιούνιος 2011

ARB_19_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Με… χάρη και «σπουδές»: Πώς η ποίηση μας μαθαίνει ανάγνωση

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από την ΙΩΑΝΝΑ ΝΑΟΥΜ

Χάρης Βλαβιανός, Σονέτα της συμφοράς. Apologiaprovitaetartemea, Πατάκης, Αθήνα 2011, σελ. 85

Στην άδεια θέση μπαίνει τελευταία
το πρόσωπο του συγγραφέα.
(…) Γι’ αυτό κι εγώ βγήκα εδώ μπροστά
Στους ορισμούς σου, Αναγνώστη, κι έχε γειά.
(Ρόμπερτ Μπέρτον, Ανατομία της Μελαγχολίας)[1]

Μέσα στην άνοιξη κυκλοφόρησε η ενδέκατη ποιητική συλλογή του Χάρη Βλαβιανού, εβδομήντα πέντε σονέτα συγγενή εξ αίματος με τα ποιήματα, τα σχεδιάσματα και τις μεταγραφές που φιλοξενούνται στην αμέσως προηγούμενη, Διακοπές στην πραγματικότητα[2]. Ιδιότυπα ποιητικά αυτοβιογραφικά συνθέματα σε διαφορετικά κλειδιά, τέκνα του πένθους και τα δυο βιβλία, είναι ριζωμένα στο θάνατο των γονιών, ο οποίος διαπερνά και κάθε άλλη στιχουργημένη αποξένωση: ερωτική, οικογενειακή, πολιτική, ποιητική. Ήδη, από τη διαπλοκή των βιολογικών με τους λογοτεχνικούς προγόνους μέσα στα ποιήματα των δύο συλλογών τίθεται με τρόπο καταστατικό η προβληματική σχέση ανάμεσα στην εμπειρία της απώλειας και στο λευκό πένθος της σελίδας. Και οι δύο συλλογές διερευνούν επίμονα, εξαντλητικά, τα αόρατα όρια της επίκοινης πληγής ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ποίηση, στο αληθινό εγχειρίδιο και στη αιχμηρή δραστικότητα της ανάγνωσης.
Στις Διακοπές, βέβαια, ο ποιητικός λόγος τηρεί ακόμη το (πρό)σχημα της μεταφοράς:

Κάθεται σ’ ένα από τα μικρά καφέ της Πλατείας.
Μόνος,
διαβάζοντας ένα πληκτικό μυθιστόρημα.
Θα έπρεπε να έχει θυμηθεί το dictum:
«όταν είσαι σε δίλημμα
ένας νεκρός Ρώσος συγγραφέας
είναι πάντοτε η πιο ενδεδειγμένη λύση».
Νιώθει σαν τον Ομπλόμοφ,
λίγο πριν από τη στιχομυθία της οριστικής απόρριψης.
Κάποτε
(πριν από μία εβδομάδα;
τρεις μήνες;
δέκα χρόνια;)
κάποιος τον πλήγωσε βαθιά.
Ο πόνος είναι αφόρητος.
[“Portrait of a Young Man as a Miserable Poet”, σσ. 38-39]
Στα Σονέτα, που σε μια πρώτη τουλάχιστον ανάγνωση φαίνεται να ξεκίνησαν ως «ιντερμέδια» των Διακοπών πριν εξελιχθούν σε αυθύπαρκτη στιβαρή συλλογή, η διερεύνηση των ορίων παίρνει συχνά τη μορφή ενός παιχνιδιού, μέσα από την ανάκληση της αγαπημένης στον ποιητή γενεαλογίας των αιώνια μοντέρνων, που ακολουθούν τη διαδρομή imitatio-aemulatio-contaminatio. Επίγονος και σπουδαστής τους, με «πανοπλία»[3] τη στρατηγική του, ο ποιητικός λόγος του Βλαβιανού τεντώνεται στα όρια της αντιποιητικής κυριολεξίας εφορμώντας αυτή τη φορά στην πιο λυρική φόρμα, αυτή του σονέτου. Μια φόρμα η οποία καθιέρωσε μεν στην εμφάνισή της το υψηλό ύφος και την ερωτική εξιδανίκευση, εξακολούθησε ως δομή να προσιδιάζει θαυμάσια στην έκφραση της λυρικής διάθεσης (σονέτα ερωτικά ή επιτύμβια λ.χ.), αλλά παράλληλα άρχισε να προσαρμόζεται σε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων που αφορούσαν στην πολιτική, στη θρησκεία, στον φιλοσοφικό/ποιητολογικό στοχασμό. Αυτό που ίσως έχει σημασία να επισημάνουμε εδώ είναι ότι ανάμεσα στον πετραρχισμό που προάγει μιαν αυθεντικά καινούρια ερωτική διάλεκτο, μια νέα αγωγή του αισθήματος, και στην ελισαβετιανή σονετογραφία, η οποία καθρεφτίζει το μέσο αναγνωστικό γούστο από όπου απουσιάζει το αίτημα για πρωτοτυπία και αυθεντικότητα, καθορίζονται οι προδιαγραφές ενός είδους με εξαιρετική αντοχή και διάρκεια.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η συμβολή του Σαίξπηρ ο οποίος προάγει την ανάλαφρη υπονόμευση του γνήσιου ερωτικού αισθήματος ανοίγοντας τον δρόμο στη ρητορική banalité του έρωτα, καθώς και στη διασάλευση των ορίων ανάμεσα στην πρωτότυπη παραγωγή και στην παράφραση ή διασκευή, υπογραμμίζοντας παράλληλα την αξία της ανάγνωσης.[4] Ας πούμε: «Solongasmencanbreatheoreyescansee/ solonglivesthis, andthisgiveslivetothee» όπου, αντίστροφα πλέον, το όριο της ανθρώπινης ζωής είναι αυτό που εισάγεται τεχνηέντως ως το μέτρο για τον απαθανατισμό του αγαπημένου προσώπου, αλλά και για την επιβίωση της ίδιας της ποίησης αντιστρέφοντας την παρήγορη ιδέα που αναγνωρίζει στην μακροημέρευση της τέχνης το αντιστάθμισμα στη βραχύτητα του βίου.[5]

Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε περισσότερα για το συγκεκριμένο είδος,[6] καθώς τα σονέτα του Βλαβιανού γνωρίζουν την ιστορία του και αναπτύσσονται, θαρρείς, για μιαν αναμέτρηση ανάμεσα στην πνευματώδες ευφυολόγημα (wit) και στην εύχυμη αποδοχή (humour) αναδίνοντας άλλοτε περιπαικτική ειρωνεία ή θυμωμένη άρνηση, άλλοτε κυνισμό κι άλλοτε πάλι, πικρό χαμόγελο αυτοσαρκασμού. Από την άποψη αυτή, ο τίτλος της συλλογής Σονέτα της συμφοράς λειτουργεί στην εντέλεια, καθώς η γενική πτώση αμφιρρέπει ανάμεσα στο ποιητικό αίτιο και στην ποιητική αυτοαιτίαση όπως, ειρωνικά και πάλι, αναλαμβάνει να διευκρινήσει ο λατινικός υπότιτλος Apologia pro vita et arte mea.
Εάν «το πρώτο βήμα στην κατάκτηση του ύφους/ είναι να αντιστρέψουμε τη φόρμα/ μέσα στην οποία γεννήθηκε η ιδέα», όπως διαβάζουμε στις Διακοπές (σ. 53) η πραγμάτωση του αιτήματος δοκιμάζεται στα Σονέτα, όπου παρακολουθούμε το υψηλό αντεστραμμένο, να βυθίζεται κατακορύφως στο ανθρώπινο τίποτε. Η ποίηση που προκύπτει δεν αξιώνει ούτε τη μίμηση της πραγματικότητας ούτε τη διάχυτη έκφραση υποκειμενικών αισθημάτων. Ούτε αντιγράφει ούτε ακυρώνει τη ζωή, παρά γίνεται το αλφάβητό της, προσφέρει σημεία για να τη διαβάσουμε. «Η ποίηση μάς μαθαίνει ανάγνωση» γράφει ο γερμανός ρομαντικός Γιαν Πάουλ, αναγνωρίζοντας μάλιστα στο χιούμορ ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ποιητικού/αναγνωστικού πνεύματος, χάρη στη subspecieaeternitatis θέαση του κόσμου, όπου το εγώ παίζει τον πρώτο ρόλο ενώ συγχρόνως αναδύεται μέσα από μια μορφή αυτοπαρωδίας.
Προκειμένου να υπηρετήσουν αυτή τη διττότητα τα Σονέτα αρθρώνουν έναν λόγο λυρικό, ο οποίος για τις ανάγκες της εισάγει το β΄ ενικό πρόσωπο και γίνεται δραματικός, γεγονός που με τη σειρά του επιτρέπει να παρακολουθεί κανείς τη ζωή του σαν ταινία και προικίζει με αυτοσκοπευτική ειρωνεία:

Ήσουν δύο ετών όταν ο εκρωμαϊσμένος Τσάρλτον Χέστον
κέρδιζε στον ιππόδρομο της Ιερουσαλήμ την αρματοδρομία
και παραλάμβανε για τρόπαιο ένα αγαλματίδιο που έφερε το όνομα Όσκαρ.
Τριών, όταν ο Κερκ Ντάγκλας ως ο καλύτερος μονομάχος της σχολής
Ερωτεύτηκε την Τζην Σίμμονς και επαναστάτησε κατά των Ρωμαίων.
[…]
Και πέρασαν τα χρόνια, τα μαλλιά στους κροτάφους άρχισαν να γκριζάρουν,
όταν ξαφνικά, βλέποντας τον αμφισεξουαλικό κατάξανθο Κόλιν Φάρρελ
να κυνηγάει στα βάθη της Ανατολής τον Δαρείο, χαμογέλασες ικανοποιημένος:
έπαιζες την αρχαία ιστορία στα δάχτυλά σου πλέον.
[Σονέτα, σ. 61]

Μεταμοντέρνα ειρωνεία που μας συμφιλιώνει με το κιτς της ζωής μας; Κι όμως, πίσω από την κοινότοπη πια διαπίστωση ότι η επιφάνεια της εικόνας δεν κρύβει κανένα βάθος, ότι όλα είναι λόγος πάνω στο λόγο πάνω στο λόγο… και τελικά η «πραγματικότητα δε σου κάνει το χατίρι» όπως διαβάζουμε σ’ ένα από τα σονέτα, αφουγκραζόμαστε ν’ ανασαίνει ακόμη μια αγωνία για το νόημα, για «τη λέξη χωρίς εισαγωγικά»:

Αλλά τα ψεύτικα ποιήματα, όπως και τα faux bijoux,
Μοιάζουν πάντοτε πιο λαμπερά, πιο πολύτιμα.
Επομένως, τα ποιήματά μου δεν είναι για σένα, ma chérie.
Εσύ ποθείς «αβυσσαλέα πάθη» και «ζοφερά σκοτάδια»
Κι εγώ το μόνο που έχω να σου προσφέρω είναι τη λέξη adieu (χωρίς « ».)
[Σονέτα, σ. 46]

Σε κάθε περίπτωση, τα Σονέτα της συμφοράς συντονίζονται με τη σύγχρονη μετακίνηση του ποιητικού ενδιαφέροντος προς τις «σταθερές μορφές», η οποία θα μπορούσε και αξίζει να αποτελέσει καθεαυτήν θέμα ξεχωριστής προσέγγισης, τόσο στο βαθμό που μοιάζει να διαλέγεται αντιστικτικά με τη διαρκή «κρίση του στίχου» στο πλαίσιο του ποιητικού μοντερνισμού όσο και ως ένα ακόμη επεισόδιο παλινδρόμησης του μεταμοντέρνου λυρικού υποκειμένου. Όμως ο Βλαβιανός, εν προκειμένω, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τις επιμέρους δεσμεύσεις του είδους. Δεν δοκιμάζεται ούτε στα καθιερωμένα στροφικά συστήματα ούτε στις προφανείς απαιτήσεις της ομοιοκαταληξίας με αποτέλεσμα, όταν ενδίδει σε κάποια ρίμα, να υπάρχει πάντα ένα πλεόνασμα είτε σε ειρωνεία είτε σε συμφορά. Οι πραγματικές του ρίμες είναι αυτές που δεν ακούγονται μες στα σονέτα, αυτές που καλούνται να αποκαταστήσουν τη ρηγματική σχέση ζωής και ποίησης.[7] Από την άποψη αυτή, ο ποιητής διατηρεί, εδώ, τη μνήμη της σταθερής μορφής του σονέτου ως έναν τρόπο, προκειμένου να εισαχθεί το καταστατικό για τη συλλογή ζεύγος: χρεοκοπία της ζωής- οικονομία ποίησης.

Τα σκάτωσες, αγόρι μου! Κοίτα να διασώσεις ό,τι ψυχή σού απόμεινε.
[Σονέτα, σ. 15]

Το στοίχημα, επομένως, είναι να χωρέσει κανείς τα χρέη του μέσα σε δεκατέσσερις στίχους αλλά και να συνεχίσει το παιχνίδι, να συνεχίσει να ακούει τον ένδον ρυθμό:

[...] Άσε τους ανόητους
να νομίζουν ότι το παιχνίδι λέγεται ακόμη «κούκος μονός».
Εσύ φρόντισε να κρατάς το βλέμμα σου προσηλωμένο στην ακτή
και να κολυμπάς με ρυθμικές κινήσεις. Αργά, σταθερά.
Έχει μεγάλη σημασία ο ρυθμός. Μην υποτιμάς το σώμα.
Και προπαντός μην κοιτάς τον βυθό. Όχι τώρα. Όχι όταν όλοι φωνάζουν «μη».
[Σονέτα, σ.12]

Από την άλλη, εάν δοκιμάσουμε να τραβήξουμε την άσφαλτο της λυρικής αυτοβιογράφησης, όπως τη γνωρίζουμε, η αναγνωσή μας κινδυνεύει να αποβεί αδιέξοδη. Στο τέλος, δεν θα μάθουμε τίποτε περισσότερο για το συχνά ναρκισσιστικό λυρικό «εγώ», το οποίο, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχει ιδιοποιηθεί και το «εσύ» σε μια κίνηση άλλοτε δραματοποίησης κι άλλοτε διαλεκτικής (απο)σύνθεσης. Θα πρέπει να αποδεχτούμε, μάλλον, ότι η χρήση του κυρίου ονόματος με το οποίο η συλλογή ανοίγει

Κοιτάς γύρω. τίποτε πια για σένα δεν ριμάρει,
το όνομά σου δυστυχώς έχασε όλη του τη χάρη.
[Σονέτα, σ. 11]

και κλείνει:

Πέντε συλλαβές για αρχή
που να συμπυκνώνουν το φλέγον θέμα:
«Ο Βλαβιανός. Ποιος;»
[Σονέτα, σ. 85]

δεν υπηρετεί με την απροκάλυπτη αναφορικότητά της την άδολη αυθεντικότητα, αλλά αντιστρόφως εδραιώνει την ταυτότητα του ποιητικού υποκειμένου στην ανάγνωση του ίδιου του ονόματός του. Η κατοπτρική δομή εσωτερικεύεται από το ποίημα και το ποιητικό υποκείμενο προβάλλει ως το θέμα της ίδιας της ερμηνείας του:[8]

Το σονέτο αυτό δεν έχει θέμα, ισχυρίζεσαι,
και με βλέμμα βλοσυρό και το δάχτυλο υψωμένο
δείχνεις τον μεγάλο στρογγυλό καθρέφτη στην άκρη του διαδρόμου.
Αν έμπαινες στον κόπο όμως να συμβουλευτείς την Britannica (έκδοση 1902)
στον τόμο XLVI, και συγκεκριμένα στο λήμμα «Uqbar»
(νά ’ναι καλά ο Αργεντινός για την επισήμανση),
θα διάβαζες την εξής ενδιαφέρουσα πληροφορία:
«Οι αρχές της περιοχής καταδίκαζαν μετά βδελυγμίας τους καθρέφτες
γιατί πολλαπλασιάζουν το γένος των ανθρώπων,
συντηρούν δηλαδή τον ορατό κόσμο
που δεν είναι παρά μια γελοία ψευδαίσθηση».
«Μας τά ’πε και ο σύντροφος Πλάτωνας», θα πεις εσύ ειρωνικά,
αλλά για κοιτάξου στον καθρέφτη και πες μου τι βλέπεις;

Το θέμα μήπως;
[Σονέτα, σ. 54]

Αυτή η κατοπτρική στιγμή, ωστόσο, κατέχει μιαν ιδιότυπη θέση μεταξύ γεγονότος και εκδήλωσης μιας γλωσσικής δομής. Αποτελεί μέρος της κατανόησης, στο βαθμό που αποκαλύπτει την τροπολογική δομή που κρύβεται πίσω από κάθε γνώση. στο βαθμό που δείχνει στον καθρέφτη την τροπικότητα της γλώσσας, την προσπάθεια αλλά και την αδυναμία της να συμπεριλάβει και να φέρει σε πέρας τον ίδιο τον κατοπτρισμό. Καθώς το όνομα του ποιητή είναι το θέμα του και το θέμα του είναι το πρόσωπό του στον καθρέφτη, η προσωποποίηση ως εσχηματισμένος λόγος, ως τρόπος της λυρικής αυτοβιογράφησης, ανάγεται σε τέχνη των λεπταίσθητων και αέναων μεταβάσεων μεταξύ αυτού που ονομάζεται (ο ποιητής) και των κατοπτρισμών του προσώπου του (οι εξομολογήσεις του). Η ένταση μεταξύ ονόματος και αυτοβιογραφικού τρόπου συνιστά τον όρο και μαζί το όριο της ίδιας της υπέρβασής της. Εξάλλου, οι κατοπτρισμοί μετατοπίζουν διαρκώς εκείνο που δεν ονομάζεται, τον θάνατο:

Κρατάς στα χέρια σου τις φωτογραφίες
από το τελευταίο σας καλοκαίρι στο Πέζαρο.
[...] Είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ ζωντανή. Δεν υπήρξε.
[Σονέτα, σ. 13]

με αποτέλεσμα οι εξομολογήσεις των Σονέτων να μην «λυτρώνουν» ούτε τον ποιητή ούτε τον αναγνώστη, παρά να συντηρούν αμείωτη την ένταση. Παραφράζοντας τον ντε Μαν, θα λέγαμε ότι η εξομολόγηση ρίχνει το πέπλο της καλύπτοντας αυτό που συντελείται, την απο-προσωποποίηση του λυρικού υποκειμένου, το οποίο η ίδια παράγει.

Ίσως, τελικά το να είσαι σημαίνει πάνω απ’ όλα να θυμάσαι, δηλαδή να αναγιγνώσκεις, κι αυτό μας το λέει ο Βλαβιανός με εβδομηνταπέντε τόσους τρόπους. Εάν αποδεχτούμε αυτή τη συνθήκη και ακολουθήσουμε τους δύσβατους, κάποτε, μνημονικούς παράδρομους που υποδεικνύει, τα Σονέτα της συμφοράς μας ανταμείβουν με ένα λογοτεχνικό διάφορο, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τόσο την ποιητική (quasi) εξομολόγηση όσο και τη δική μας (αυτάρεσκη) αναγνωστική αποκρυπτογράφηση του διακειμενικού ιλίγγου.
Από την άποψη αυτή, η τελευταία συλλογή του Βλαβιανούαποτελεί και ένα είδος ποιητικής παρέμβασης πάνω στο λόγο που έχει αναπτυχθεί υπέρ της ηθικής και αισθητικής επένδυσης στη λογοτεχνία του «βιώματος», της «αυθεντικότητας» και της «ειλικρίνειας» έναντι της λογοτεχνίας των «σπουδών». Με τον τρόπο της μας αναγκάζει να διερωτηθούμε: μπορεί άραγε το βίωμα να εγγραφεί έξω από τις αναγνώσεις και οι αναγνώσεις να εξοριστούν από το βίωμα; είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξουν χώρια και να μην στοιχειοθετούν μαζί μια ηθική της ανάγνωσης τόσο της λογοτεχνίας όσο και της ζωής;

[...] Όταν συναντηθήκατε για πρώτη φορά στους κήπους του Trinity
ήθελες να του πεις ότι το Φωτόδεντρο ήταν αυτό που σε είχε κρατήσει όρθιο,
τότε που εκείνη απειλούσε ότι θ’ αυτοκτονήσει αν δεν.
Την επισκεπτόσουν κάθε μέρα, την ίδια πάντα ώρα.
Όσο αυτή μιλούσε, εσύ, με το βλέμμα καρφωμένο στο συρμάτινο τζάμι,
Ψηλάφιζες το βιβλίο στην τσέπη του σακακιού σου.
Τι να πεις πια. Τέτοια η αλήθεια.
[Σονέτα, σ. 75]

Η ποίηση, ως γραφή και ως ανάγνωση, δεν αρχίζει εκεί που τελειώνει η αλήθεια. Και οι δύο γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί κάθε στιγμή ως δυνατότητες μες στην αδυναμία τους, ως διαθεσιμότητα μες στην αμφιθυμία τους, καθώς η ανασφαλής και γεμάτη ερωτηματικά ύπαρξη τρεμοπαίζει ανάμεσα στη δοσμένη πραγματικότητα και στην ενδεχομενικότητα της ποιητικής γλώσσας, αποδεχόμενη και μετουσιώνοντας (έστω και αντεστραμμένα) την διαρκή της αμφισβήτηση.[9] Όπως κλείνει και ένα από τα ωραιότερα σονέτα της συλλογής:

[...] Επομένως
δεν θα φθάσεις ποτέ καθυστερημένος
στο ραντεβού με τη ζωή σου.
Η κλεψύδρα (καθώς το ποίημα σχηματίζεται
στην άλλη πλευρά της λευκότητας)
δείχνει πάντα τη σωστή ώρα.
[Σονέτα, σ. 82]

[1] Από το «Θέμα της προμετωπίδας» στο: Ρόμπερτ Μπέρτον, Ανατομία της μελαγχολίας, μτφρ. Παναγιώτης Χοροζίδης, πρόλογος Μ.Ζ. Κοπιδάκης, Ηριδανός, Αθήνα 2007, σ. 31.
[2] Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα. Ποιήματα – σχεδιάσματα – μεταγραφές, Πατάκη, Αθήνα 2009.
[3] Αναφέρομαι στη διεισδυτική βιβλιοπαρουσίαση των Σονέτων της Συμφοράς από τον Γιάννη Δούκα, με τίτλο «Γυμνός, την πανοπλία του φορώντας», Εντευκτήριο, τχ. 92 (Ιαν.-Μάρτ. 2011), σσ. 145-148, όπου τα Σονέτα διαβάζονται ως «ένα μανιφέστο, μια ανασκόπηση της ζωής και της τέχνης, με τη μορφή και το σχέδιο της σπονδυλωτής αφήγησης». ως μια ποίηση της οποίας ο εσωτερικός μονόλογος, θεμελιωδώς διακειμενικός, επιστρέφει πάντα σε μια επίμονη συνομιλία με τα πράγματα.
[4] Βλ. σχετικά το σημαντικό και πυκνό σε παρατηρήσεις επίμετρο του Διονύση Καψάλη στον τόμο: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 25 σονέτα, μετάφραση – επίμετρο Διονύσης Καψάλης, Άγρα, Αθήνα 1998.
[5] Πρόκειται για την κατακλείδα του σαιξπηρικού Σονέτου 18. Βλ. και σχετική παρατήρηση: Helen Vendler, The Art of Shakespeare’s Sonnets, Cambridge/ London: Harvard University Press, 1997, σ. 122.
[6] Βλ. πρόχειρα το λήμμα «Sonnet» στην: Alex Preminger (επιμ.), Encyclopedia of Poetry and Poetics, Princeton University Press, Πρίνστον 1965, σσ. 781-784 (ελληνική μετάφραση στον Η/Κ: www.komvos.edu.gr), αλλά και Γεράσιμος Σπαταλάς, «Για το σονέτο» στον τόμο: Ευριπίδης Γαραντούδης – Άννα Κατσιγιάννη (επιμ).,Η στιχουργική τέχνη. Μελέτες για τη νεοελληνική μετρική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997, σσ. 127-140, όπου και πολλά στοιχεία για την παρουσία του σονέτου στην ελληνική γραμματεία.
[7] Βλ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, «Προτάσεις με ερωτηματικό στο βιβλίο της ζωής», Η Καθημερινή, 10 Μαΐου 2011, όπου με διαύγεια και ευαισθησία περιγράφεται η συνθήκη «μιας ρίμας όχι προφανούς, αλλά καταλυτικής, καθώς με αυτή ριμάρουν όχι δύο στίχοι, αλλά όλα τα ποιήματα της ζωής μας, το ένα μετά το άλλο».
[8] Βλ. σχετικά την οξυδερκή αποσυναρμογή του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος από τον Paul de Man στο δοκίμιό του «Autobiography as De- Facement» στον τόμο TheRhetoricofRomanticism, Columbia University Press, Νέα Υόρκη 1984, σσ. 67-81, όπου εισάγει την έννοια της «απο-προσωποποίησης» προκειμένου να περιγράψει την αδυναμία μετάβασης από το όνομα στο πρόσωπο του συγγραφέα, στο βαθμό που δεν υπάρχει δυνατότητα εξόδου από την τροπικότητα της γλώσσας, στο βαθμό που το πρόσωπο παραμένει πάντα σχήμα λόγου (προσωποποίηση).
[9] Υπαινίσσομαι εδώ την έννοια της «αποφατικής ικανότητας» (negative capability), όπως εισάγεται από τον Κητς σε επιστολή του το Δεκέμβριο του 1817 προκειμένου για τον Σαίξπηρ, ο οποίος «είναι ικανός να βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας, μυστηρίου, αμφιβολίας, χωρίς να προστρέχει σπασμωδικά στα γεγονότα και στη λογική» (βλ. Duncan Wu, Romanticism. AnAnthologyThirdEdition, Blackwell Publishing, Οξφόρδη 2006, σ. 1351). Η παρατήρηση αυτή σε συνδυασμό και με άλλες του Κητς περιγράφουν μια αισθητική απόσταση που υπονοεί ότι οι εμπειρίες ή τα πρόσωπα ενός έργου δεν υπόκεινται στα μέτρα της καθημερινής μας «τεκμηρίωσης» και «αλήθειας». Ελπίζω ότι ο συσχετισμός που προτείνεται δεν είναι αυθαίρετος, στο βαθμό που μοιάζει να αποτελεί τουλάχιστον μία ορίζουσα για τις δύο τελευταίες ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού. (Θυμίζω ενδεικτικά το σονέτο 21, το οποίο φαίνεται να δίνει ένα κλειδί: [...] Η ποίηση άλλοθι καλό. / Σέξτον, Σβαρτς, Μπέρρυμαν, και μπόλικες ατάκες / βασανισμένων στιχοπλόκων- / αλκοόλ, κατάθλιψη, και μια βουτιά στο κενό / από γέφυρα συνήθως, / πλοίου αν τύχει και είσαι ο Κρέην. // Εσύ όμως βολεύτηκες στην αγκαλιά μιας ωραίας γυναίκας. / Μυρίζεις το απαλό της δέρμα και κάθε τόσο ψιθυρίζεις στο αυτί της: / «the egotistical sublime». – Τι; Ποιος; Κητς, Κητς, dear.», σ. 31). Περισσότερα για τον όρο του Κητς στο: W.J. Bate, John Keats, Harvard University Press, Καίμπριτζ Μασ. 1963, σσ. 233-262.

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

50+1 βήματα για να αλλάξουμε σελίδα

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Σημειώσεις του μαθήματος Οικονομία για Σκαντζόχοιρους

Από τον ΠΛΑΤΩΝΑ ΤΗΝΙΟ

Αίσθηση σε όλον τον κόσμο προκαλεί το τελευταίο βιβλίο του φιλοσόφου του Δικαίου Ρόναλντ Ντουόρκιν, Το Δίκαιο για Σκαντζόχοιρους[1]. Το ΝewYorkReviewofBooks το έχει ήδη χαρακτηρίσει «κλασικό». Η «Οικονομία για Σκαντζόχοιρους» δεν έχει ακόμη γραφτεί. Υπό μία έννοια τη γράφουμε εμείς καθημερινά στην Ελλάδα – ή θα έπρεπε να τη γράφουμε. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια πρώτη καταγραφή, σύντομες σημειώσεις προς ένα τέτοιο βιβλίο.

OBITUARY

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Οι Έλληνες αντιιμπεριαλιστές πενθούν

Τρίτη, 31 Μαίου 2011

Από τον ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ

obama-arb-blogΤην είδηση της εξόντωσης του Μπιν Λάντεν την πληροφορήθηκα μία περίπου ώρα μετά την εκτύπωση του τεύχους της ARB. Η δεύτερη σκέψη που έκανα είναι: «κρίμα, να μην υπάρχει ο χρόνος δημοσίευσης θερμών συλλυπητηρίων προς όλους εκείνους που πανηγύριζαν στις 11 Σεπτεμβρίου 2001», με τα «καλά να πάθουν!», «καλά τους κάνανε», «η Αμερική θέρισε αυτά που έσπειρε», χτυπήθηκε «η αυτοκρατορία του κακού» κ.τ.τ., και ρητόρευαν για την «εκδίκηση των καταπιεσμένων», τη «Νέμεση», τη «θεία δίκη», που αμφισβητούσαν ακόμη και την ενοχή του Λάντεν[1], ενώ το 42% των Ελλήνων πίστευε ότι την τρομοκρατική επίθεση την έκαναν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. Τώρα, καθώς όλοι οι τύραννοι που θαύμαζαν λιγοστεύουν, έμελλε να μείνουν ορφανοί και απ’ τον «Κανάρη» και να καταγγέλλουν την… παράνομη εισβολή στο Πακιστάν και τη διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης του Μπιν Λάντεν από τους Αμερικανούς, που «δολοφόνησαν» έναν «άοπλο» ο οποίος περιβαλλόταν από «αμάχους».
Ο εξωφρενικός αντιαμερικανισμός που είχε εκφραστεί με ποικίλους τρόπους το 2001 ήταν συγκρίσιμος μόνο με εκείνον της κοινής γνώμης του Πακιστάν, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που έγιναν τότε. Άλλωστε, σύμφωνα με τους Helleban, «Κάτω των ΗΠΑ η τρομοκρατία, όλοι μαζί πορεία στην πρεσβεία»… Αυτό το τυφλό μίσος εκφράστηκε από τους «λειτουργούς» όλων των ελληνικών ΜΜΕ και διάφορους λεγόμενους ή φερόμενους «πνευματικούς ανθρώπους». Η λίστα όμως των θαυμαστών του Μπιν Λάντεν είναι τεράστια, και ζητώ συγγνώμη που θα αδικήσω εκατοντάδες τους οποίους δεν αναφέρω εδώ, αν και έχω φροντίσει στο παρελθόν να μην ξεχαστούν τα ονόματα και οι «αγωνιστικές» περγαμηνές τους[2]. Συνεπώς από τη θέση αυτή συλλυπούμαι τον θεατρικό συγγραφέα Γ. Διαλεγμένο που δήλωνε: «Εγώ αισθάνθηκα υπέροχα! Ήθελα να βιντεοσκοπήσω τα δύο αεροπλάνα να περνούν μέσα από τους Πύργους, όποτε ήμουν θλιμμένος να τα βλέπω να ευχαριστιέμαι»[3]. Τον Δ. Δανίκα που έγραφε πως «αισθάνθηκ[ε] σαν πιστολέρο από ταινία του Τζον Χιούστον που ορμάει εναντίον της συμμορίας ουρλιάζοντας “kill the sons of the bitches”»[4]. Τον βάρδο της φτωχολογιάς Λευτέρη Παπαδόπουλο, που έγραφε για τις ΗΠΑ ότι είναι «πανεπιστήμιο συνωμοσιών και φωλιά ειδεχθών δολοφόνων»[5]. Τον Γ. Σκούρτη που ρωτούσε: «Υπάρχει ΑΘΩΟΣ λαός; Υπάρχουν ΑΘΩΑ θύματα;»[6]. Τον θαυμαστή κάθε τριτοκοσμικού τυράννου, σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, που δήλωνε πως την 11η Σεπτεμβρίου αποδείχθηκε ότι «η υπερδύναμη δεν είναι παντοδύναμη» και ζητούσε «να υπάρξει διαχωρισμός των ευρωπαϊκών συμφερόντων με τα συμφέροντα των Αμερικανών»[7]. Λόγω όμως έλλειψης χώρου θα τους εκπροσωπήσει εδώ όλους με ένα από τα κηρύγματα μίσους και απανθρωπίας ο θεολόγος και εξέχων Ελληνομέτρης Χρήστος Γιανναράς ο οποίος έγραφε[8]:
«…Η μοναδική των ημερών μας υπερδύναμη υπέστη στρατηγική ήττα, συντριπτική. Χτυπήθηκε στην καρδιά των πανίσχυρων κέντρων της εξουσίας της, οικονομικής, στρατιωτικής, τεχνολογικής. Μπροστά στα μάτια ολόκληρης της υφηλίου, ο ακαταγώνιστος πάνοπλος γίγαντας εμφανίστηκε να συντρίβεται και να καταρρέει από χτύπημα σφεντόνας. Ίσως η σύνολη ανθρώπινη Ιστορία δεν ξαναείδε τέτοια κεραυνοβόλο και παταγώδη ήττα στρατηγική. (…)
Μήπως ηθικοί αυτουργοί, δηλαδή πραγματικοί υπαίτιοι της τραγωδίας, είναι αυτοί που άφησαν την αμερικανική κοινωνία έκθετη σε τέτοιο μίσος, σε τέτοιον τυφλό φανατισμό και μένος ανθρώπων που αδικήθηκαν και σπρώχτηκαν στην απελπισία; Μήπως κάποια άλλη πολιτική της υπερδύναμης στον διεθνή χώρο θα είχε αποκλείσει το μίσος και την οργή;
Τέτοιος προβληματισμός δεν άγγιξε τους ηγέτες της υπερδύναμης. Δικό τους αποκλειστικό μέλημα, από την πρώτη στιγμή: να εντοπισθεί αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο για τη στρατηγική τους πανωλεθρία θύμα.
Να βρουν αντιπάλους και να τους λιώσουν. Φυσικά εκ του ασφαλούς, όπως εκ του ασφαλούς, άτρωτα θωρακισμένοι στην πολεμική τους τεχνολογία, έλιωναν τα γυναικόπαιδα στη Βαγδάτη και στη Σερβία. Η εξόντωση αθώων αμάχων είναι η φρικωδέστερη πτυχή του παραλογισμού που τον βαφτίζουμε πόλεμο. Αλλά η υπερδύναμη δεν το βλέπει έτσι. Όταν η ίδια εξοντώνει αμάχους, το κάνει για λόγους «ανθρωπιστικούς», λόγους υπεράσπισης «αξιών» του πολιτισμού της. Όταν τα θύματά της την εκδικούνται εξοντώνοντας επίσης αθώους, τότε πρόκειται για «τρομοκρατία», για «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Αυτή η ηθική τυφλότητα ήταν πάντοτε μέσα στην Ιστορία οδός αυτοκαταστροφής – σηματοδοτεί το ιστορικό τέλος της υπερδύναμης.
Συναρπαστική η σημαντική ενάργεια των μύθων: ο αποδεδειγμένα αήττητος Γολιάθ δεν διανοείται το ενδεχόμενο να πεθάνει, θεωρεί αυτονόητο ότι θα συντρίψει τον αντίπαλο. Με αυτήν τη βεβαιότητα κατεβαίνει στη μάχη. Αντίθετα, ο αντίπαλός του έχει αποφασίσει να πεθάνει και χάρη σε αυτήν την απόφαση συντρίβει τον Γολιάθ.
«Λοιπόν, πώς το ’κανες, καπετάν Kωνσταντή, να κάψεις την τούρκικη ναυαρχίδα;
– Να, ξύπνησα ένα πρωί και είπα: Kωνσταντή, θα πεθάνεις»!
Αλήθεια, μέσα στη ναυαρχίδα υπήρχαν αθώα τουρκόπουλα, ναύτες, μούτσοι – ήταν «τρομοκράτης» ο Kανάρης; Τρομοκράτης ο Σαμουήλ στο Kούγκι, ο Χρήστος Kαψάλης στο Μεσολόγγι, ο ηγούμενος Γαβριήλ και ο Γιαμπουδάκης στο Αρκάδι; Δεν ήταν «καμικάζι» όλοι αυτοί, δεν αποφάσισαν να σκοτωθούν για να σκοτώσουν; Πώς θα συνεχίσουμε να εξυμνούμε ρητορεύοντας τη θυσία τους, που μας χάρισε την ελευθερία και την ιστορική επιβίωση, όταν οι κυβερνήτες μας σήμερα πειθαρχούν στους ορισμούς της «τρομοκρατίας» που επιβάλλει η Ιερή Συμμαχία; Μήπως ήταν άλλα τότε τα «ιδανικά»; (…)».

Τα ονόματα των νεκρών ομογενών της 11/9
που δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ στα ελληνικά ΜΜΕ

Τα ονόματα των νεκρών ομογενών δεν δημοσιεύθηκαν σε κανένα ελληνικό μέσον ενημέρωσης. Δεν δημοσιεύθηκε καν η είδηση ότι δεκάδες ομογενείς βρήκαν τραγικό θάνατο στους Δίδυμους Πύργους. Στο βιβλίο «Καλά να πάθουν!». Η ελληνική κοινή γνώμη μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δημοσίευσα τα παρακάτω 49 ονόματα νεκρών ομογενών, τα οποία κανένα ελληνικό μέσον ενημέρωσης δεν αναδημοσίευσε:
Ahladiotis Joanne, Alikakos Ernest, Apollo Peter, Aranyos Patrick, Babakitis Ariene (Αμερικανίδα νυμφευμένη με E/A), Bantis Katherine, Brennan Peter (ελληνικής καταγωγής), Damaskinos Thomas, Demas Anthony, Economos Constantine (Gus), Elferis Michael, Fosteris Anna, Grekiotis Jimmy, Grouzalis Ken, Hagis Steven, Halikiopoulos Leonidas, Haramis Vassilios, Haros Frances, Katsimatides John, Klares Richard, Kokkinos Steve, Kousoulis Daniele, Kuras Patricia, Maounis James, Markoulis George, Mastandrea Phillip, Mousouroulis Stilianos, Moutos Peter, Nickolas John, Papadopoulos/Papas Nikos, Papaioanou Bill, Papageorge James, Paris George. Pigis Theodoros, Pouletsos Daphne, Poulos Richard, Poulos Stephen, Pullis Edward, Savvas hony, Siskopoulos Muriel (Αμερικανίδα νυμφευμένη με E/A), Soulas Timothy, Stergiopoulos Andrew, Tarrou Michael, Theodoridis Michael, Tselepis William, Tzemis Jennifer, Zannetos Steve, Zavvos Gus, Zois Prokopios.

ΛΕΖΑΝΤΑ
Η Ανθούλα Κατσιματίδη, αδελφή του Γιάννη Κατσιματίδη που σκοτώθηκε στις 11/9, συζητά με τον Πρόεδρο Ομπάμα, κατά την εκδήλωση προς τιμήν της μνήμης των 3.000 θυμάτων της μαζικής δολοφονίας που έγινε στο Ground Zero, στις 4 Μαΐου 2011.
THE HELLENIC TIMES

[1] Λόγου χάρη: «Δεν δόθηκαν ακόμη στη δημοσιότητα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή του Μπιν Λάντεν. Κι όμως, λέγε-λέγε-λέγε, όλοι πλέον, ή οι συντριπτικώς περισσότεροι στον Δυτικό Κόσμο φέρονται ωσάν ο Μπιν Λάντεν να ’ναι ένοχος. Απλός, καλός, παλιός γκαιμπελισμός» (Στάθης Σταυρόπουλος, Ελευθεροτυπία, 2 Οκτωβρίου 2001). Ακόμη κι όταν προβλήθηκε βίντεο με ομολογία του Λάντεν αυτός έγραψε: «Μαϊμού-κασέτα των Αμερικανών περί τον Μπιν Λάντεν» (14 Δεκεμβρίου 2001).
[2] Οι έξαλλες δηλώσεις τους είναι καταγεγραμμένες στο Μανώλης Βασιλάκης, «Καλά να πάθουν!». Η ελληνική κοινή γνώμη μετά την 11η Σεπτεμβρίου, Γνώσεις, Αθήνα Μάιος 2002.
[3] Περ. Eco & Artis, τχ. 5, 2001.
[4] Τα Νέα, 12 Σεπτεμβρίου 2001.
[5] Σ’ αυτόν χρωστούμε και την καταγραφή δήλωσης του σημερινού αρχηγού της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά: «…αλλά για τους Γερμανούς (στο Αμβούργο), που εξέθρεψαν και εκτρέφουν τρομοκράτες –τους τρομοκράτες που τίναξαν στον αέρα τους δίδυμους πύργους– [οι Αμερικανοί] δεν έβγαλαν άχνα!» (Τα Νέα, 29 Σεπτεμβρίου 2001).
[6] Τα Νέα, 24 Σεπτεμβρίου 2001.
[7] Ραδιοσταθμός Flash, 13 Σεπτεμβρίου 2001.
[8] Καθημερινή, 23 Σεπτεμβρίου 2001.

ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΒΛΑΣΗ ΚΑΝΙΑΡΗ

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
kaniaris1-blogH παρακάτω συνέντευξη του Βλάση Κανιάρη (1928-2011) δόθηκε στην επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, στις 25 Μαΐου 2004, ενόψει της έκθεσης «Διαδρομές 1957-2004» που πραγματοποιήθηκε με επιμέλεια της τελευταίας στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων (12 Ιουλίου – 15 Σεπτεμβρίου 2004).
Επιφυλακτικός, μαζί και πράος, αυστηρός, μοναχικός και μάλλον δύσκολος στην επικοινωνία, ο Βλάσης Κανιάρης δεν δίνεται πια άνευ όρων στον ουδέτερο συνομιλητή του. Αντίθετα, ομιλητικότατος και χειμαρρώδης γίνεται όταν επιζητείται ο διάλογος πάνω στην τέχνη και τότε χαρίζει ανεπιφύλακτα την οξυδέρκεια της παρατήρησής του, τη σαφήνεια της σκέψης του, όταν προσηλωθεί στη σημερινή ανθρώπινη κατάσταση, του καλλιτέχνη και των Άλλων. Τότε μιλά για την όχι πάντοτε εύκολη ζωή του μέσα στην τέχνη και τα πράγματα, για τον κόσμο που μέσα του ζούμε όλοι εμείς μαζί του και μαζί με την τέχνη του. Στο σημείο αυτό ο Βλάσης Κανιάρης είναι συμπατριώτης όλων των σκεπτόμενων καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν με νέες έννοιες και περιεχόμενα τη μεταπολεμική δυτικοευρωπαϊκή τέχνη και εκσυγχρόνισε τη νεοελληνική. Εκτιμήθηκε τη σωστή στιγμή, από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μουσεία στη Ρώμη, το Παρίσι, τη Γενεύη, τη Γάνδη, το Μπόχουμ, το Ντόρτμουντ, το Χάγκεν, τα οποία απέκτησαν έργα του, πολλά από αυτά μάλιστα πολύ περισσότερα από ένα ή δύο. Δραστήριος μέχρι και τη στιγμή αυτή, δεν θα μπορούσε να διαψεύσει την άποψη ότι ο δημιουργός δεν αποσύρεται, δεν «συνταξιοδοτείται», δεν ξενοιάζει ποτέ. Είναι κατά κάποιο τρόπο καταδικασμένος να δουλεύει συνεχώς. Μας περιποιεί τιμή ότι η καταγωγή του είναι ελληνική· μόνο ο δημόσιος χώρος της χώρας μας έχει αμελήσει να του ανταποδώσει τα ίσα.
Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη: Δεν θα επεκταθούμε πάρα πολύ στο γενικό θέμα της δουλειάς σας, κύριε Κανιάρη, μην ανησυχείτε, άλλωστε για το έργο σας έχουν ήδη γραφτεί τα σπουδαιότερα. Παραπέμπω στα νεότερα κείμενα των συναδέλφων Μανώλη Μαυρομμάτη το 1988[1], Μάνου Στεφανίδη το 1989[2] και Άννας Καφέτση το 1999[3], αφήνοντας κατά μέρος –για λόγους οικονομίας– όσα πάμπολλα γράφτηκαν για σας στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1950, την Ιταλία και τη Γαλλία τον καιρό που εκθέτατε εκεί και βεβαίως τη μονογραφία που γράφτηκε το 1992 στη Γερμανία.
Βλάσης Κανιάρης: Όχι, όχι, δεν πειράζει, σας ακούω.
Μ.Ζ.Κ.: Η διαπίστωση που κάνω όλο και συχνότερα είναι ότι δεν συνομιλούμε αρκετά με τους καλλιτέχνες, ενώ οφείλουμε πολύ περισσότερο να υιοθετούμε την καθαρή διερευνητική ματιά τους, τόσο για τα ζητήματα της δουλειάς του, όσο και γενικότερα για τη στάση τους απέναντι σε ό,τι σχετικό που τυχαίνει να γνωρίζει εξ αντικειμένου πολύ καλύτερα από ορισμένους από εκείνους τους θεωρητικούς που ονομάζω απλώς «φιλότεχνους» και όχι αναλυτές.
Β.Κ.: Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.
Μ.Ζ.Κ.: Από κοινού, νομίζω πήραμε την απόφαση να μη γραφεί εισαγωγικό «κείμενο της επιμελήτριας», από αυτά τα κατά κανόνα δύσληπτα όσο και ανιαρά γραπτά που επαναλαμβάνουν σε γενικές γραμμές ήδη γνωστά πράγματα και τα οποία ούτε ο ίδιος ο καλλιτέχνης –πόσο μάλλον ο επισκέπτης μιας έκθεσης– διαβάζει, αλλά να μιλήσουμε για συγκεκριμένα πράγματα που θα διαφωτίζουν κάπως τη θεματολογία της έκθεσής μας και που ίσως θα αποτυπώνουν τη σημερινή κατάσταση στη σχέση δημιουργού-κοινού: Έχουμε μπροστά μας μια έκθεση που θα μπορούσε να είναι μια μικρή αναδρομική, αλλά θα προτιμήσουμε να τη δούμε ως μια παρουσίαση των σταθμών του έργου σας για πρώτη φορά στα Χανιά.
Β.Κ.: Για πρώτη φορά στην Κρήτη, θα έλεγα. Σωστά, να μη γίνει αναδρομική, και εγώ συμφωνώ. Δείχνω απλά δουλειά από αρκετά παλιά, όχι πάρα πολύ παλιά, αλλά από κάποιο σημείο που υποτίθεται ότι είμαι πιο πολύ εγώ και πιο πολύ ξεκαθαρισμένος. Επειδή δεν απορρίπτω καμιά περίοδο, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει συνήθως, που ξαφνικά πετυχημένοι καλλιτέχνες εμφανίζονται σαν μέσα από παρθενογένεση από μια περίοδο και πέρα, πράγμα που ποτέ δεν κατάλαβα, εμείς παρουσιάζουμε όσα έχω κάνει τα οποία εγκρίνω όλα, με τα οποία συμφωνώ και για τα οποία, κατά τη γνώμη μου, έχω παλέψει.
kaniaris2-blogΜ.Ζ.Κ.: Αυτό που λέτε είναι πάρα πολύ σημαντικό, και με τη λογική αυτή, ακόμα και ο μη υποψιασμένος θεατής θα παρατηρήσει ότι υπάρχει πράγματι μια ενότητα που συνδέει τη σκέψη σας διαχρονικά με τα έργα. Είτε αυτά είναι από τη δεκαετία του 1950, είτε του 2003. Θα συμφωνούσατε με αυτό;
Β.Κ.: Τα έργα ήταν πάντα για μένα μια απεικόνιση των ζητημάτων που με απασχολούσαν και με απασχολούν, που δεν είναι ούτε απέραντα ούτε τα εφευρίσκω. Είναι δυστυχώς πάντα τα ίδια. Επανέρχονται ίσως με άλλο κοστούμι. Πιθανώς ορισμένα πράγματα να έχουν αλλάξει μορφολογικά, πρόθεσή μου όμως είναι πάντα, όσα με απασχολούν, που δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα, να γίνουν σαφέστερα.
Μ.Ζ.Κ.: Είναι ίσως αυτά τα προβλήματα συνδεδεμένα με την Ελλάδα και αν ναι, σε ποιο βαθμό;
Β.Κ.: Κοιτάξτε, έφυγα από την Ελλάδα σε μια ηλικία όπου είχα πια όλα τα παιδικά, τα εφηβικά και ενήλικα βιώματα, κατά συνέπεια δεν μπορώ να πω ότι ξεριζώθηκα απότομα από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Το αντίθετο συμβαίνει συνήθως σε εκείνους που δεν έχουν κανένα υπόστρωμα, καμιά ρίζα, είτε πολιτιστική, είτε μορφωτική, είτε ηλικιακή. Εγώ δεν ανήκα σε αυτή την κατηγορία και, είτε το ήθελα είτε όχι, τα ελληνικά πράγματα επανέρχονταν. Όμως τα προβλήματα που με απασχολούσαν δεν ήταν τοπικά ελληνικά. Εδώ στην Ελλάδα όλα έχουν μεγαλύτερη ένταση, θα την έλεγα απλούστευση, είναι πιο άμεσα, πιο βάρβαρα, αλλά τα πράγματα γενικά δεν είναι αλλιώτικα.
Μ.Ζ.Κ.: Διαβάζοντας τις εικαστικές κριτικές της δεκαετίας του 1950 επισημαίνω με ενδιαφέρον ότι συμμετέχετε ήδη από το 1952 στην Δ΄ Πανελλήνιο και για το έργο γράφτηκαν οι εξής φράσεις: «Ο Κανιάρης είναι ένας καλλιεργημένος ζωγράφος που εκφράζεται με σωστούς και θαρραλέους χρωματισμούς. Ξέρει να καλοζυγιάζει τα μέσα για να φτάσει στο σκοπό του». Λόγια παρόμοια στάθηκαν προφητικά, δείχνουν την οξυδέρκεια της ελληνικής κριτικής, και θα μπορούσαν να ισχύσουν και για το κατοπινό έργο σας. Θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικά για έναν νέο καλλιτέχνη που προσπαθεί να βρει το δρόμο του στα σκληρά χρόνια της μεταπολεμικής Αθήνας.
Β.Κ.: Βέβαια, ήταν πολύ ενθαρρυντικά.
Μ.Ζ.Κ.: Τότε φαίνεται πως ξέρανε οι άνθρωποι να διακρίνουν.
Β.Κ.: Ναι, ξέρανε. Στην πραγματικότητα είχα παρεισφρήσει τότε στην Πανελλήνιο και μάλιστα είχε γίνει και φασαρία, γιατί ήμουν ακόμα σπουδαστής, και δεν γινόταν σπουδαστές να εκθέτουν με φτασμένους ζωγράφους. Οι διοργανωτές δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι ήμουν στο 2ο ή 3ο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών.
Μ.Ζ.Κ.: Φεύγοντας από την Ελλάδα, πώς λειτουργεί η εικόνα της στην Ιταλία όπου βρίσκεστε αρχικά, στη Γαλλία και αργότερα στο Βερολίνο; Συμμερίζεστε την άποψη και άλλων καλλιτεχνών της γενιάς σας, ότι η χώρα μας ήταν απλώς αποδέκτης, ίσως και μιμητής, ξένων, αβίωτων προτύπων;
Β.Κ.: Κακά τα ψέματα. Όταν έφυγε η δική μας η «φουρνιά» για το εξωτερικό –την προτιμώ ως λέξη από το «γενιά»– είμαστε χαμένοι από χέρι. Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τους συνομήλικους συναδέλφους, αυτό που μας βοηθούσε και μας συντηρούσε ήταν ένας εγωισμός, το πάθος, το πείσμα και η φιλοδοξία, όπως θέλετε πάρτε τα. Όλα αυτά σχετικά είναι. Αλλά ήταν φυσικό. Έπρεπε σε πολύ λίγο διάστημα να γίνουν μεγάλα βήματα, εξ ου και οι μεγάλοι μορφολογικοί επηρεασμοί που έγιναν.
Μ.Ζ.Κ.: Ενδιαφέρον αυτό το στοιχείο της κεκτημένης ταχύτητας που πρέπει να επιδείξει ο Έλληνας καλλιτέχνης στο εξωτερικό.
Β.Κ.: Ναι, βέβαια, και δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα. Σταθήκαμε στα πόδια μας. Και για μας και γι’ αυτούς, έξω. Όπως και να ’χει, αυτός ο τόπος δεν κατάφερε ποτέ για τον έναν ή άλλο λόγο να δημιουργήσει μια πρώτη μορφή που θα έπαιζε κάποιο ρόλο στα διεθνή τεκταινόμενα.
kaniaris3-blog
Μ.Ζ.Κ.: Κατάφερε όμως να δημιουργήσει άτομα.
Β.Κ.: Ναι, σίγουρα, αυτό άλλωστε είναι και το ζητούμενο. Μα τελικά και οι σχολές από άτομα αποτελούνται.
Μ.Ζ.Κ.: Άρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ελλάδα έδωσε καλλιτέχνες με διεθνή εμβέλεια.
Β.Κ.: Ναι, και την οικειοποιούνταν οι διάφοροι θεωρητικοί. Όπως και να είναι, αυτοί που οικειοποιούνται είναι και θεωρητικοί, πράγμα που λείπει εδώ στην Ελλάδα.
Μ.Ζ.Κ.: Βέβαια οι θεωρητικοί σε κάποια δεδομένη στιγμή συμπορεύτηκαν και ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα το έργο τέχνης να αντιμετωπίζεται σε άμεση συνάφεια με τη θεωρητική του ερμηνεία, όπου συχνά ο υπερβάλλων ζήλος των θεωρητικών να είναι ανεπίτρεπτος.
Β.Κ.: Αυτό σίγουρα ισχύει. Σήμερα όμως αυτό δεν χρειάζεται πια. Είναι τελείως άλλοι οι προβληματισμοί σήμερα.
Μ.Ζ.Κ.: Θα προσθέτατε το στοιχείο της «στράτευσης» στους καλλιτέχνες της «φουρνιάς» σας;
Β.Κ.: Σε σχέση με τη δουλειά μου, δεν θεωρώ πως είμαι στρατευμένος. Ακόμα και τότε δεν μπορούσαν να με βάλουν σε ένα καλάθι. Με έβαζαν μεν, αλλά λάθος. Αυτά είναι όμως μέσα στα ρίσκα μιας εμμονής και μιας επιθυμίας να μείνει κανείς σταθερός σε εκείνα τα οποία πιστεύει και έχει ξεκινήσει από την αρχή.
Μ.Ζ.Κ.: Ειδικά σε έναν άνθρωπο σαν και σας, που από τη φύση σας είστε μάλλον κλειστός χαρακτήρας και μόνο για το γεγονός ότι αποφεύγετε τα φώτα της δημοσιότητας, είστε όμως και πολύ σαφής και συγκεκριμένος πάνω στη δουλειά σας. Νομίζω ότι αυτός πως είναι ένας σπάνιος συνδυασμός. Με τα σημερινά κριτήρια είναι σημαντικό να μην είναι κανείς «μεταμφιεσμένος σε καλλιτέχνη».
Β.Κ.: Αυτό το τελευταίο δεν το θεωρώ απαραίτητο. Δεν μου χρειάζεται δηλαδή. Όπως δεν μου χρειάζεται αυτή τη στιγμή μια οιαδήποτε ιδεολογία. Είμαι αυτός που είμαι. Κάποια στιγμή κανείς, τουλάχιστον όσοι έχουν αυτή την επιθυμία, αποδεσμεύεται και μπορεί να υπάρξει πιο ελεύθερος σαν άτομο, και τελικά πιο ειλικρινής.
Μ.Ζ.Κ.: Η ειλικρίνεια είναι επομένως ένα στοιχείο της δουλειάς σας;
Β.Κ.: Πάντως είναι πρόθεση και επιθυμία· τώρα αν αποτελεί και στοιχείο, δεν μένει σε μένα να το δω.
Μ.Ζ.Κ.: Ας μπούμε για λίγο στη θέση του επισκέπτη της έκθεσής μας στη Δημοτική Πινακοθήκη των Χανίων. Θα συναντήσει υλικά που ενδέχεται να τον τρομάξουν, υλικά που ανήκουν περισσότερο στην καθημερινότητα ενός «μάστορα». Αυτός ο «μάστορας» όμως εδώ είναι καλλιτέχνης. Επίσης έχετε εμπνευστεί από ένα «αντιποιητικό» αλλά πολιτικό θέμα, τους τοίχους της Αθήνας με τα συνθήματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Δεν ανήκουν στα υλικά της παραδοσιακής ζωγραφικής, όπως τα γνωρίζουμε. Οι γύψοι, οι τοίχοι, θα γίνουν στη συνέχεια ρούχα φορεμένα, συρματόπλεγμα, περιβάλλοντα στον χώρο. Ποντάρετε σε αυτόν το «σοκ» που δημιουργεί από μόνη της η χρήση του υλικού και η επέμβαση στον χώρο;
Β.Κ.: Δεν νομίζω ότι τα υλικά αυτά είναι τόσο επιθετικά ή τρομαχτικά. Υπάρχουν άλλα πράγματα που ποντάρουν ακόμη περισσότερο σε αυτό το είδος του υλικού για να προκληθεί σοκ. Εγώ αντιθέτως προσπαθώ να αμβλύνω τη δράση και την παρουσία του, γιατί θα προκαλούσε αντιδράσεις που δεν θα με ενδιέφεραν. Απλώς είναι και αυτά ένα μέσο και στην πραγματικότητα είναι πολύ απλά και εύκολα υλικά που δεν προσπαθούν να τρομάξουν.
Μ.Ζ.Κ.: Ξεφεύγουν όμως από τα συνηθισμένα.
Β.Κ.: Ναι, ξεφεύγουν. Κοιτάξτε, αυτό το θέμα των υλικών και του τι χρησιμοποιεί ένας δημιουργός σήμερα –ας αφήσουμε το ζωγράφος και γλύπτης– είναι ένα ψευτοπρόβλημα· εκτιμώ εξίσου αυτούς που ζωγραφίζουν με λαδομπογιά, που άλλωστε χρησιμοποιείται εδώ και πολλούς αιώνες. Το ζήτημα είναι τι θέλει να πει και γιατί τα χρησιμοποιεί ο δημιουργός, και επομένως τα χρησιμοποιεί ως ένα απλό μέσο. Πάντα παραμένει το πρόβλημα της ποιότητας του οποιουδήποτε έργου όπως και αυτό να έχει γίνει, είτε, ας πούμε, με την τεχνική της ακουαρέλας, που εκτιμώ πολύ, και είναι πολύ δύσκολη, είτε με υλικά τέτοια, brutta, πιο ωμά. Το πώς κατέληξα εκεί, και εγώ δύσκολα μπορώ να απαντήσω. Δεν πήρα πάντως μια απόφαση να τα κάνω έτσι, όλα δεν εξηγούνται ως το τέλος. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ξαφνικά βρέθηκα να προχωρώ σε τέτοια πράγματα. Ίσως ήταν το χρώμα και η ζωγραφική… Η αντίθεσή μου δεν ήταν με ποιο υλικό θα μίλαγα, η αντίθεσή μου ήταν με τη ζωγραφική την ίδια, σαν λογική της απεικόνισης. Το μάθημα των αρχών του αιώνα δεν ήταν πια το τι και το πώς θα το φτιάξουμε, αλλά το γιατί το φτιάχνουμε και πώς το βλέπουμε. Στην πραγματικότητα το κάθε τι μας περιμένει στη γωνιά του δρόμου για να το αποκαλύψουμε, και εμείς απλώς το αποκαλύπτουμε, δεν είναι ότι το δημιουργούμε, ούτε το ομορφαίνουμε. Το επισημαίνουμε, μπαίνουμε μπροστά και λέμε: «Αυτό βλέπω, και αυτό που βλέπω φτιάχνω, όσο μπορώ πιο καθαρά και με τη μεγαλύτερη ένταση».
Μ.Ζ.Κ.: Πιστεύετε ότι έχει διάρκεια μια τέτοια ματιά στη σημερινή εποχή όπου –ας πούμε και κάτι αρνητικό– ο θεατής με τη σειρά του δεν βλέπει και δεν επισημαίνει πια και έτσι δεν αντιλαμβάνεται τη ματιά του δημιουργού;
Β.Κ.: Δεν ξέρουμε τι ακριβώς βλέπει ο θεατής σήμερα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί. Γίνονται τόσο πολλά πράγματα που όλοι σχεδόν μπορούν να είναι ζωγράφοι, γλύπτες. Αυτό δείχνει ακριβώς ότι περνά μια άλλη λογική στη δημιουργία. Τα έργα που γίνονται σήμερα σε τέτοια πληθώρα και με τέτοια ευκολία παύουν να είναι και έργα. Από αυτή την άποψη, εμένα μου αρέσει και θεωρώ ενθαρρυντική την απουσία της πρόθεσης να γίνει ένα έργο τέχνης – αυτά τα λεγόμενα έργα τέχνης. Πέρασε η εποχή που χρειαζόμασταν ένα τέτοιο στοιχείο για να συμβιώσουμε. Βέβαια, όλες αυτές οι «επαναστάσεις», η μια ή η άλλη, και αυτή του 1960, που ήταν μια σύγκρουση, όχι μόνο μορφολογική, αλλά αφορούσε ολόκληρο τον χώρο της ζωής, και έφερε όλα αυτά τα αποτελέσματα της περιβόητης «γενιάς του ’60» στη λογοτεχνία, την ποίηση, τη μουσική, δεν ήταν μόνο της ζωγραφικής. Τελικά βλέπετε και αυτή δαμάστηκε από έναν χώρο αστικό. Πήγαινε παράλληλα με τις πολιτικές εξελίξεις και με τα ανεβοκατεβάσματα μιας επανάστασης, όχι σαν αυτές με τα αιματοκυλίσματα, αλλά μιας εσωτερικής αντίδρασης που θα οδηγούσε και σε έναν άλλον ζωτικό χώρο και σε άλλες ανάγκες. Ύστερα από 15-20 χρόνια, ήδη από τα χρόνια του ’70, επιστρέψαμε στα έργα τέχνης, στους πίνακες στο σαλόνι πάνω από τον καναπέ. Όλοι οι μεγάλοι αυτής της περιόδου τώρα επανέρχονται. Το εκκρεμές της ιστορίας πάει και έρχεται και πιέζει, ακριβώς όπως πιέζει και η πολιτική και το άνοιγμα του μυαλού μας. Όλα αυτά πάνε μαζί. Δεν διαφέρει το ένα από το άλλο.
Μ.Ζ.Κ.: Με όλα αυτά όλα όμως ομολογείτε έμμεσα ότι δεν τίθεται απαραίτητα θέμα αξιολόγησης και ταξινόμησης στον χώρο της τέχνης.
Β.Κ.: Ναι, δεν νομίζω ότι έχει ένα ιδιαίτερο νόημα. Αξιολόγηση όμως γίνεται έτσι κι αλλιώς. Ο καθένας στη δουλειά του κρίνεται. Ένας που αναλύει, που δουλειά του είναι να ερμηνεύει τα φαινόμενα, είναι φυσικό να ψάχνει, και γι’ αυτό έχουν οι θεωρητικοί και πιο δύσκολη δουλειά σήμερα. Η πραγματικότητα του θεωρητικού δεν είναι να αποκαλύψει κάποιο μεγάλο ζωγράφο ή κάποιον τρομερό δημιουργό που θα αντικαταστήσει ένα άλλο μεγάλο όνομα. Είναι να αντιμετωπίσει πια μια άποψη πάνω στη δημιουργία στο σύνολό της. Και αυτή την άποψη δεν επιτρέπεται να τη δει ξεκομμένη και αποκλειστικά για την τέχνη, αλλά ενταγμένη σε ένα γενικότερο σύνολο. Γι’ αυτό είναι και πιο δύσκολη η δουλειά αυτή, και γι’ αυτό και δεν υπάρχουν πια θεωρητικοί.
Μ.Ζ.Κ.: Παρ’ όλα αυτά οι αναλύσεις έργων τέχνης γίνονται. Γίνονται βέβαια πολύ πιο πρόχειρα και επιφανειακά, είναι μάλλον δημοσιογραφικές παρουσιάσεις του εφήμερου παρά αναλύσεις, και φαίνεται πως ικανοποιούν τις ανάγκες των ενδιαφερομένων.
Β.Κ.: Επιμένω πως υπάρχει μεγάλο έλλειμμα θεωρητικών· ίσως φταίνε οι σπουδές, ο τρόπος εκπαίδευσης, ο τρόπος που βλέπουν και το τι κάνουν. Ας μην το πάμε στα άκρα, ότι δεν υπάρχουν ολωσδιόλου. Πάντως είναι ένα πρόβλημα που μας οδηγεί σε αυτά που είπαμε στην αρχή, για τη μη αναγκαιότητα των προλόγων σε καταλόγους εκθέσεων και των «θεωρητικών δοκιμίων» που εξηγούν την τέχνη. Στο κάτω κάτω αυτά δεν τα χρειάζεται ούτε το κοινό πια. Κάποτε τα διάβαζα κι εγώ. Στα παλιά περιοδικά του ’60 υπήρχαν έστω μικρά άρθρα κριτικής για κάθε έκθεση, σε συστηματική βάση. Σήμερα πρέπει να βρούμε έναν νέο τρόπο, να δούμε τι χρειάζεται.
Μ.Ζ.Κ.: Ίσως εξαπατώμεθα και αυτό ειδικά το κομμάτι χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, γιατί γίνεται μια ολοένα αυξανόμενη σύγχυση μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμού. Εκεί εντοπίζω το άλυτο πρόβλημα. Τελικά όλα τείνουν να γίνουν «κουλτούρα» με αμέτρητες εκδηλώσεις και απουσιάζει ενδεχομένως η ειδική ματιά για το έργο τέχνης. Ποιος θα φανταζότανε τη δεκαετία του 1950 ότι στα Χανιά θα υπήρχε μια Πινακοθήκη η οποία θα παρουσίαζε σύγχρονα έργα τέχνης, με όλες τις συνέπειες που θα είχε αυτό στους αισθητικούς προσανατολισμούς των συμπατριωτών μας;
Β.Κ.: Σύμφωνοι, αλλά ας θυμηθούμε ότι δεν υπήρχαν ούτε δρόμοι. Για μένα το σοβαρότερο ζήτημα σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό και σε ό,τι πραγματικά συμβαίνει είναι ότι σχετίζεται με μια μειοψηφία. Και αυτή η μειοψηφία δεν με πείθει ούτε ότι τα δικαιούται όλα αυτά, ούτε ότι ο ρόλος της είναι τέτοιος, ώστε να μπορεί είτε να καθοδηγεί, είτε να ελεγχθεί, είτε να προσφέρει πραγματικά. Αν, αντίθετα, υπολογίσει κανείς τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη αυτή, που ούτε την έχουν δει ποτέ ούτε πρόκειται να τη δουν, ούτε θα τους βοηθήσει, αλλά και ούτε θα τους βλάψει σε κάτι, που όμως ζουν, κάνουν παιδιά, γλεντάνε, αρρωσταίνουν και πεθαίνουν, έχουν δηλαδή όλα τα στοιχεία ενός ανθρώπου, είτε δημιουργού είτε μη δημιουργού, τίθεται το ερώτημα, με αυτόν τον κόσμο τι γίνεται, τι κάνουμε με αυτόν; Τι ξέρουμε για όλον αυτόν τον κόσμο; Δεν πρέπει να δούμε και να τα συνδέσουμε όλα αυτά μεταξύ τους; Μα γι’ αυτό μου αρέσει και με προκαλεί πάρα πολύ η σημερινή εποχή, μόνο που δεν μπορώ να την ακολουθήσω. Μεγάλωσα πια. Άλλοι καλούνται τώρα να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Και αυτά τα σύνορα πρέπει να τα σπάσουν.
Μ.Ζ.Κ.: Σήμερα, αντίθετα, είναι γεγονός ότι μπαίνει πια όλος ο κόσμος στα μουσεία.
Β.Κ.: Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς κανένα. Η μειοψηφία αυτή υπάρχει και θα υπάρχει και σχετίζεται με πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Και πάντα θα γίνονται νέες προσπάθειες. Δεν σταματά ποτέ η μηχανή. Παρ’ όλες της ερωτήσεις που θέτω, διερωτώμαι απλώς για πολλά άλλα πράγματα, χωρίς ούτε να αποκλείω ούτε να αμφισβητώ τον ρόλο ούτε και των πιο συντηρητικών απόψεων για την τέχνη, είτε πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο είτε για την πρόθεση που μπορεί να κρύβει.
Μ.Ζ.Κ.: Ας μείνουμε στη διαπίστωση ότι έχουν αλλάξει ριζικά οι εποχές.
Β.Κ.: Ναι, έχουν αλλάξει πολύ.
Μ.Ζ.Κ.: Και ότι η κριτική δεν μπορεί να θέσει τα θέματα με έναν τρόπο σαφή και ευκρινή.
Β.Κ.: Μα δεν μπορεί.
Μ.Ζ.Κ.: Δεν μπορεί γιατί αδυνατεί να συντονιστεί με τις γρήγορες αλλαγές. Έτσι το επιχείρημα γίνεται κυκλικό.
Β.Κ.: Ακριβώς.
Μ.Ζ.Κ.: Παραμένει όμως το ζητούμενο.
Β.Κ.: Βέβαια.
Μ.Ζ.Κ.: Το γεγονός όμως ότι με ή χωρίς κριτική οι ουρές σχηματίζονται μπροστά από εκθέσεις τέχνης θα πρέπει να μας απασχολήσει, ακόμα και ως ζήτημα ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος. Οι αριθμοί των επισκεπτών αυξάνονται, ξέρουν δεν ξέρουν τα εικαστικά ζητήματα.
Β.Κ.: Το θεωρώ πολύ ενθαρρυντικό ότι υπάρχουν οι ουρές. Παλιότερα κάτι τέτοιο δεν υπήρχε. Αλλά αυτά εντάσσονται περισσότερο σε μια πολιτιστική πολιτική παρά στη δημιουργία που μας απασχολούσε μέχρι τώρα. Εγώ όμως δεν βρίσκομαι από αυτή την πλευρά, αλλά από την άλλη και δεν με αφορά αφού δεν είμαι θεωρητικός, ούτε καν Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό έχει μια άλλη δουλειά και οι δημιουργοί μια άλλη. Τα δύο αυτά δεν συναντιούνται, αλλά αυτό δεν βλάπτει ιδιαίτερα και έτσι δεν με απασχολεί. Βέβαια, έστω και αυτή η μειοψηφία, δεν θα βλάψει αν διευρυνθεί. Βρίσκω πως και η αγωγή του πολίτη προηγείται της αισθητικής αγωγής. Δηλαδή θα βοηθούσε αυτή η μειοψηφία να είναι πιο καλά μέσα σε αυτό το «λουτρό της τέχνης», κυρίως σε σχέση με τον διπλανό της, που αυτό είναι ένα από τα αιτούμενα. Δηλαδή πάνω σ’ αυτό που λέγαμε για τις κοινωνίες που δεν έχουν σχέση με την τέχνη, το ζήτημα της αγωγής του πολίτη το έχουν λύσει μέσα από τις ανάγκες που δημιουργεί η ζωή η ίδια, αλλιώς θα πέθαιναν. Είναι αναγκασμένοι επομένως να έχουν ορισμένα πλαίσια μέσα στα οποία κινούνται. Εμείς έτσι όπως ζούμε μέσα στις πόλεις, κακώς δεν θεωρούμε τα πλαίσια ως απαραίτητα και γι’ αυτό φτάσαμε εκεί που φτάσαμε.
Μ.Ζ.Κ.: Είναι σπουδαίο μιλώντας για την τέχνη να ανάγουμε τα ζητήματά της στα πανανθρώπινα φαινόμενα που αφορούν και την παιδεία, και την εκπαίδευση και την πολιτική και της γενικότερης απορίας που συναντάμε. Αυτός ήταν πιθανώς και ο στόχος μου για την κουβέντα αυτή. Αλλά ας γυρίσουμε πάλι στα έργα της έκθεσης. Μιλήστε μου για το έργο που έχει τίτλο: «΄Ο,τι θέλει ο λαός…» και που θεωρώ ιδιαίτερη τιμή που δεχθήκατε, μετά τη Νέα Υόρκη, όπου παρουσιάστηκε το 2003, να το παρουσιάσουμε στα Χανιά.
Β.Κ.: Είναι από τα τελευταία έργα μου. Το ίδιο το σύνθημα βέβαια είναι ως αυτόνομο έργο πολύ παλαιότερο, αλλά με όλες τις αναστολές που πάντα είχα για τις εκθέσεις μου, αποφάσισα μόλις πέρυσι να το κάνω και να το παρουσιάσω. Και αυτό φυσικά έχει σχέση με όλη την πολιτική κατάσταση και με τις διεκδικήσεις των ανθρώπων μέσα στην πόλη, με τις παραχωρήσεις, θεωρώντας ότι η παραχώρηση είναι εξίσου ύποπτη, όπως και η διεκδίκηση. Είναι μια αμοιβαία συμφωνία χωρίς πρωτόκολλα, είναι ένα παιχνίδι, που ασφαλώς συναντάμε και στις προσωπικές σχέσεις. Αυτός που δίνει, κάτι παίρνει, και αυτός που ζητάει, κάτι υπόσχεται. Δεν υπάρχει ένοχος που ξεκινά το παιχνίδι αυτό, και οι δύο πλευρές είναι συνένοχες. Εξ ου και τα γνωστά συνθήματα που ακούσαμε τελευταία: «Συμμετοχή, όλοι μαζί». Δεν σημαίνουν παρά «συνενοχή». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αφορούν όλους μας. Η Ελλάδα είναι μικρή και επομένως αφορά όλον τον τόπο. Αυτό ήταν που με έκανε να καταλήξω σ’ αυτή την ιστορία.
Μ.Ζ.Κ.: Μόνο που, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, μοιάζει το σύνθημα να έχει γραφτεί από τους πολιτικούς, και ο πολίτης να στέκει μπροστά του αμήχανα.
Β.Κ.: Αμήχανα γιατί του αποκαλύπτεται. Αυτό είναι ένα παιχνίδι, που καλύτερα να μην αποκαλύπτεται γιατί αυτό έχει κόστος. Είναι παρόμοιο με το έργο μου που αποτελείται από την απλή λέξη: «Μπα;», και εννοώ ότι μας αποκαλύφθηκε δήθεν κάτι νέο. Αυτά ήθελα να πω. Τα απλά δηλαδή. Τίποτε το ευφυές.
Μ.Ζ.Κ.: Η πικρή αυτή ειρωνεία λείπει από τους καλλιτέχνες που συχνά παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Αν μάλιστα ολοκληρώσουμε το σύνθημα, προκύπτει μια ολοσχερής …καταστροφή.
Β.Κ.: Μα υπάρχουν και λαϊκά τετράστιχα που είναι πολύ πιο τρυφερά, αλλά που ουσιαστικά λένε το ίδιο πράγμα: «Τι τάχα κι αν σε φίλησα, κακό δεν έκαμά σου, έκοψα από τα χρόνια μου κι έδωσα στα δικά σου».
Μ.Ζ.Κ: Με τη μαντινάδα αυτή, νομίζω πως μπορούμε να κλείσουμε τη συνομιλία μας, για την οποία σας είμαι ευγνώμων.
-
[1] Μανώλης Μαυρομμάτης (Έλληνας επίτροπος), Κείμενα-επιμέλεια για την XLIII Biennale di Venezia (43η Μπιενάλε Βενετίας), Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1988.
[2] Μάνος Στεφανίδης, Βλάσης Κανιάρης, «Αναφορά-Επαναφορά», Γκαλερί Titanium, Αθήνα 1989.
[3] Βλάσης Κανιάρης, Αναδρομική, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 1999, επιμ. Άννα Καφέτση.
[*] Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έκδοση της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων «Βλάσης Κανιάρης: Διαδρομές 1957-2004″, Χανιά 2004. Οι φωτογραφίες είναι της Μαριλένας Κασιμάτη.

’Ακραῖος ἀντισημιτισμός, ἄκρα σιωπή

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Από τόν ΣΤΑΥΡΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011
zoumboulakis-arb-blog μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, στίς 20 Δεκεμβρίου 2010, σέ πρωινή τηλεοπτική ἐκπομπή («Κοινωνία ὥρα Mega»), εἶπε, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, ἐπί λέξει καί τά ἑξῆς:
‘Ο ’Αδόλφος Χίτλερ ὄργανο τοῦ παγκόσμιου σιωνισμοῦ ἦταν καί χρηματοδοτήθηκε ἀπό τήν περίφημη οἰκογένεια Ρότσιλντ, μέ μοναδικό σκοπό νά πείσει τούς ‘Εβραίους νά φύγουν ἀπό τάς καλάς των περιοχάς τῆς Εὐρώπης καί νά κατεβοῦν στό ’Ισραήλ γιά νά συστήσουν τή νέα αὐτοκρατορία.
Σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη χώρα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ἄν ὁ πρόεδρος, ἐπί παραδείγματι, μιᾶς ὀρεινῆς κοινότητας τριάντα κατοίκων εἶχε ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, θά εἶχε πάει σπίτι του – σέ ὁρισμένες μάλιστα καί στή φυλακή. ‘Ο μητροπολίτης Πειραιῶς ὅμως ὄχι μόνο δέν πῆγε σπίτι του, οὔτε πουθενά ἀλλοῦ, παρά ἀντίθετα πῆγαν σέ αὐτόν τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων (6.1.2011), κατά τήν τελετή τοῦ ἁγιασμοῦ στό λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ, ἕνας ὑπουργός τῆς κυβέρνησης (Γ. Διαμαντίδης), δύο ἀρχηγοί κομμάτων (Α. Σαμαρᾶς, Γ. Καρατζαφέρης), ὁ δήμαρχος Πειραιᾶ (Β. Μιχαλολιάκος), βουλευτές τοῦ ΠΑΣΟΚ, τῆς ΝΔ καί τοῦ ΛΑΟΣ, καί ἄλλοι πολιτικοί καί στρατιωτικοί παράγοντες.·Ἦταν ἐπίσης ἐκεῖ καί τέλεσε τόν ἁγιασμό ὁ ἀρχιεπίσκοπος ’Αθηνῶν ‘Ιερώνυμος, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε χοροστατήσει στή λειτουργία, στόν μητροπολιτικό ναό τῆς ‘Αγίας Τριάδος.
Μά κανείς ἀπό ὅλους αὐτούς, ἀναρωτιέμαι ἀφελῶς –τό ξέρω–, δέν εἶχε τήν ἠθική καί πολιτική εὐαισθησία νά σκεφτεῖ ὅτι τέτοιες φρικώδεις δηλώσεις πρέπει νά ἀποδοκιμάζονται; Καί ἄν δέν εἶχαν ὅλοι τόν τρόπο ἤ τό κουράγιο νά τό κάνουν ρητά, ἦταν τόσο δύσκολο νά ἐκφράσουν αὐτήν τήν ἀποδοκιμασία μέ τήν ἀπουσία τους ἀπό τούτη τήν ἐθιμοτυπία; Γιατί μή μοῦ πεῖ κανείς ὅτι πῆγαν ἐκεῖ γιά νά λατρέψουν τόν Θεό· ἄν αὐτό πραγματικά ἤθελαν, θά μποροῦσαν νά τό κάνουν σέ ἑκατοντάδες ἄλλους ναούς τοῦ Λεκανοπεδίου, χωρίς μάλιστα νά διαταράσσεται ἡ προσευχή τους ἀπό τίς τηλεοπτικές κάμερες.
‘Υπῆρξαν βέβαια καί ἀντιδράσεις σέ ὅσα εἶπε ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς, αὐτή τή φορά μάλιστα περισσότερες καί ἐντονότερες ἀπό ἄλλοτε. Πέραν τοῦ Κεντρικοῦ ’Ισραηλιτικοῦ Συμβουλίου καί ἄλλων ἑβραϊκῶν ὀργανώσεων καί φορέων, ἑλληνικῶν καί διεθνῶν, ξεχωρίζουμε τίς δηλώσεις τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου, τῆς προέδρου τῆς νεοσύστατης Δημοκρατικῆς Συμμαχίας Ντόρας Μπακογιάννη (σέ ἀρκετά ἔντονο ὕφος), τῆς ’Αρχιεπισκοπῆς ’Αμερικῆς. Δέν ἀποδοκίμασαν ὅμως τίς φρικαλέες «ἀπόψεις» ἐκεῖνοι πού πρωτίστως ἔπρεπε νά τό πράξουν: οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς, οἱ μοναχοί, οἱ θεολόγοι, τά μέλη τῶν ἐνοριῶν τῆς ’Εκκλησίας τῆς ‘Ελλάδος. Λέω πρωτίστως αὐτοί διότι ὁ ἀντισημιτισμός συνιστᾶ τεράστια πνευματική ἀπειλή κατά τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀφοῦ ἀλλοιώνει μέ τόν πιό βάναυσο τρόπο τήν εὐαγγελική διδασκαλία.
Ας θυμίσω ὅτι πρίν ἀπό δυό χρόνια (2009), τέτοια ἀκριβῶς ἐποχή, ἡ Καθολική ’Εκκλησία συγκλονιζόταν ἀπό τήν ὑπόθεση τοῦ ζηλωτῆ (λεφεβριστῆ) ἐπισκόπου Νέλσον Οὐίλλιαμσον (Nelson Williamson). ‘Ο Οὐίλλιαμσον ἦταν ἕνας ἀπό τούς τέσσερεις πού χειροτόνησε αὐτοβούλως ἐπισκόπους ὁ ζηλωτής Μαρσέλ Λεφέβρ (Marcel Lefebvre) τό 1988, γεγονός πού προκάλεσε αὐτομάτως τήν ἀπόφαση τοῦ πάπα ’Ιωάννη-Παύλου Β´ νά τούς κηρύξει ὅλους σχισματικούς, ἀπόφαση τήν ὁποία ἦρε τόν ’Ιανουάριο 2009 ὁ νῦν πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´. ‘Ο ζηλωτής αὐτός ἐπίσκοπος λοιπόν μέ δηλώσεις του στά μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης ἀρνιόταν ὅτι ὑπῆρχαν θάλαμοι ἀερίων στά ναζιστικά στρατόπεδα καί οὐσιαστικά ἀρνιόταν καί τό ἴδιο τό γεγονός τοῦ ‘Ολοκαυτώματος. Καθολικοί ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, θεολόγοι καί πιστοί ξεσηκώθηκαν μέ σφοδρότητα ἐναντίον του, ἐπειδή ἀκριβῶς ἔχουν συνείδηση ὅτι ἡ ἄρνηση τῶν θαλάμων ἀερίων καί τοῦ ‘Ολοκαυτώματος δέν εἶναι ἱστορική ἄποψη, εἶναι βαρύ ἠθικό ἀτόπημα. ‘Η ἀντίδραση πού ξεσηκώθηκε ἦταν τέτοια, ὥστε ὁδηγήθηκαν νά τόν ἀποδοκιμάσουν καί οἱ ἴδιοι οἱ δικοί του, δηλαδή ἡ ’Αδελφότητα τοῦ ‘Αγίου Πίου Ι´ (ἱδρύθηκε ἀπό τόν Λεφέβρ τό 1970). Δέν εἶχε τόπο νά σταθεῖ. ‘Ο ὑπουργός ’Εσωτερικῶν τῆς ’Αργεντινῆς τόν εἰδοποιεῖ νά ἐγκαταλείψει τή χώρα, ὅπου βρισκόταν, ἐνῶ ὁ Βενέδικτος ΙΣΤ´, πού δέν γνώριζε τίς δηλώσεις του πρίν ἀπό τήν ἄρση τῆς excommunicatio, δηλώνει ὅτι αὐτή δέν συνεπάγεται αὐτόματα τήν πλήρη κοινωνία μέ τήν Καθολική ’Εκκλησία, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἀποδοχή τῆς Β´ Βατικανῆς.
Αὐτά στήν Καθολική ’Εκκλησία. Στήν ’Ορθόδοξη ἕνας ἐπίσκοπος δηλώνει ὅτι ὁ Χίτλερ ἦταν ὄργανο τῶν σιωνιστῶν καί σκόπευε ἁπλῶς νά πείσει τούς ‘Εβραίους νά πᾶνε στήν Παλαιστίνη καί νά ἱδρύσουν κράτος, καί τά μέλη τῆς ’Εκκλησίας δέν ἀντιδροῦν, δέν ἱδρώνει τό αὐτί τους. Οἱ συνήθως εὔλαλοι ἐπίσκοποι, πού κάθε τρεῖς καί λίγο κάνουν δηλώσεις ἐπί παντός καί ἄλλων τινῶν, τώρα δέν ἔχουν νά ποῦν ἀπολύτως τίποτε! Τό γεγονός αὐτό εἶναι σοβαρότερο ἀπό τίς δηλώσεις τοῦ ὅποιου Σεραφείμ.
Εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγμή νά προλάβω καί νά συζητήσω μιά φιλική ἀντίρρηση. Ἔχω καί ἄλλες φορές ἀκούσει καί θά ἀκούσω καί τώρα καλούς φίλους νά μοῦ λένε «τί κάθεσαι καί ἀσχολεῖσαι μέ ὅλους αὐτούς τούς ἀνεκδιήγητους τύπους;». Τούς καταλαβαίνω καί εἶναι, ὁμολογῶ, μιά σκέψη πού τριβελίζει καί τό δικό μου μυαλό κάθε φορά πού πιάνω νά γράψω γιά τέτοια ζητήματα. Πράγματι, πῶς νά πάρεις στά σοβαρά ἕναν ἄνθρωπο πού στέλνει ἐπιστολή στή βασίλισσα ’Ελισάβετ τῆς ’Αγγλίας (23.2.2010) καί τῆς ζητάει νά ἀφαιρέσει τόν τίτλο εὐγενείας Sir ἀπό τόν τραγουδιστή Ἔλτον Τζόν γιά κάποιες ἀνόητες δηλώσεις του! Μπορεῖ ὄντως ἄνθρωποι ἄλλοι ἐπιστημονικῶν εἰδικοτήτων νά εἶναι ἁρμοδιότεροι ἀπό ὅ,τι ἐγώ νά μιλήσουν γιά τόν Πειραιῶς Σεραφείμ καί κάθε ἄλλον Σεραφείμ τῆς ’Εκκλησίας τῆς ‘Ελλάδος. Σύμφωνοι. ‘Ο ἄνθρωπος αὐτός ὅμως εἶναι μητροπολίτης μιᾶς ἀπό τίς μεγαλύτερες μητροπόλεις τῆς χώρας, μέ δεκάδες ἐνορίες, ἱερεῖς, κατηχητικά σχολεῖα, ραδιοφωνικό σταθμό καί ἄλλα πολλά. Θέλω δηλαδή νά πῶ ὅτι ὅσο καί ἄν ἡ θλιβερή περίπτωσή του δέν ἔχει πραγματικά ἐνδιαφέρον, ἔχουν ἀπό τήν ἄλλη τά γενικότερα ζητήματα πού ἀνακινεῖ, ἤτοι πώς:
α. ‘Η ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία εἶναι στήν ‘Ελλάδα ὁ χῶρος ὅπου κατεξοχήν ἀνθεῖ καί διακινεῖται ὁ ἀντισημιτισμός. ‘Υπάρχει ἐκπρόσωπος ἄλλου θεσμοῦ στή χώρα μας (κοινοβουλευτικό κόμμα, Δικαιοσύνη, Πανεπιστήμιο, κ.λπ.) πού θά τολμοῦσε νά πεῖ δημόσια ὅτι ὁ Χίτλερ ὑπῆρξε ὄργανο τοῦ σιωνισμοῦ;
β. ‘Ο ἀντισημιτικός λόγος, τόσο ὁ ἀπροκάλυπτος ὅσο καί ὁ συγκεκαλυμμένος πίσω δῆθεν ἀπό τόν ἀντισιωνισμό, ἔχει στή χώρα μας μεγάλο ἀκροατήριο, ἐντός καί ἐκτός ’Εκκλησίας.
γ. Οἱ ἱερεῖς, θεολόγοι καί οἱ πιστοί τῶν ἐνοριῶν τῆς ’Ορθόδοξης ’Εκκλησίας εἶναι βουβά πρόσωπα, ἄφωνα. Ἔχουν διαπαιδαγωγηθεῖ νά σωπαίνουν. Ἔχω πικρή ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Εἶναι ὅμως ἀκόμη πικρότερη ἡ διαπίστωση ὅτι μένουν κυρίως βουβοί ἐκεῖνοι πού κατεξοχήν θά ἔπρεπε νά μιλᾶνε καί νά παρεμβαίνουν, ὁ μικρός δηλαδή ἀριθμός τῶν χριστιανῶν πού σκέφτονται, ἀφήνοντας ἔτσι ἐλεύθερο τό πεδίο στούς φονταμενταλιστές καί τούς φανατικούς νά ἀφρίζουν.
Οἱ ’Ορθόδοξοι χριστιανοί πρέπει ἐπιτέλους νά κατανοήσουν –ὅπως τό κατανόησαν μέ ὀδύνη οἱ Καθολικοί καί οἱ προτεστάντες– ὅτι ὁ ἀντισημιτισμός εἶναι συνηγορία ὑπέρ τοῦ ἐγκλήματος, ἄρα ριζικά ἀντιχριστιανικός. Στήν ἱστορία τοῦ μίσους καί τοῦ διωγμοῦ τῶν ‘Εβραίων, οἱ ἱστορικές εὐθύνες τῶν χριστιανικῶν ’Εκκλησιῶν εἶναι ἀσφαλῶς κολοσσιαῖες, σήμερα ὅμως, μετά κυρίως τό ‘Ολοκαύτωμα, οἱ χριστιανοί τουλάχιστον τῆς Δύσης ἔχουν συνειδητοποιήσει πόσο ἀπειλεῖ τήν ἴδια τήν πίστη καί τή διδασκαλία τους ὁ ἀντισημιτισμός. Καί ὅπως ἔλεγε ὁ Ζάκ Μαριταίν, ἕνας ἀπό τούς πάμπολλους σύγχρονους χριστιανούς στοχαστές καί θεολόγους πού τόν πολέμησαν ἐν ὀνόματι ἀκριβῶς τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας:
Ο ἀντισημιτισμός ἐμφανίζεται ὡς φαινόμενο παθολογικό πού ἀποκαλύπτει μιά ἀλλοίωση τῆς χριστιανικῆς συνείδησης ὅταν γίνεται ἀνίκανη νά ἀναλάβει τίς δικές της εὐθύνες μέσα στήν ἱστορία καί νά μείνει ὑπαρξιακά πιστή στίς ὑψηλές ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. [...]
Δέν εἶναι ὡστόσο ἀσήμαντο γιά ἕναν χριστιανό νά μισεῖ ἤ νά περιφρονεῖ ἤ νά θέλει νά ἀντιμετωπίζει ἀπαξιωτικά τή φυλή ἀπό τήν ὁποία προέρχονται ὁ Θεός του καί ἡ ἄμωμη Μητέρα τοῦ Θεοῦ του. Γι’ αὐτό ὁ πικρός ζῆλος τοῦ ἀντισημιτισμοῦ γυρίζει πάντοτε στό τέλος σέ πικρό ζῆλο κατά τοῦ ἴδιου τοῦ χριστιανισμοῦ.
Κατά τόν Μαριταίν, ὁ χριστιανός πού εἶναι ἀντισημίτης ἐνεργεῖ κατά τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι κατά τό πνεῦμα τοῦ χριστιανισμοῦ. ῎Ας προσθέσω, προσυπογράφοντας, ὅτι γιά αὐτόν τόν σπουδαῖο χριστιανό στοχαστή καί ἄνθρωπο θερμῆς πίστης ὅποιος πιστεύει στά περί παγκόσμιας ἑβραϊκῆς συνωμοσίας, τελετουργικῶν φόνων καί τά συναφῆ, δέν μπορεῖ νά ἔχει ταυτόχρονα τήν ἀξίωση νά θεωρεῖται εὐφυής ἄνθρωπος, οἱ πεποιθήσεις αὐτές εἶναι ἰσχυρή ἀπόδειξη βλακείας (stultitia).2
‘Υστερόγραφο
[1] Εἶχε γραφτεῖ αὐτό τό κείμενο, ὅταν στίς 3.1.2011 συνῆλθε ἡ Διαρκής ‘Ιερά Σύνοδος (ΔΙΣ), ἡ ὁποία συζήτησε, μεταξύ ἄλλων, καί τό θέμα τῶν δηλώσεων τοῦ Σεραφείμ. Τό συζήτησε θέλοντας καί μή –καί περισσότερο μή, παρά θέλοντας–, λόγῳ τῶν διεθνῶν ἀντιδράσεων πού προκλήθηκαν, καί ἀποφάνθηκε:
Μετά ἀπό ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἐστάλη στήν ‘Ιερά Σύνοδο ἀπό τό Κεντρικό ’Ισραηλιτικό Συμβούλιο ‘Ελλάδος, ἡ Διαρκής ‘Ιερά Σύνοδος ἀποφάσισε νά ἀποστείλει ἀπαντητικό ἔγγραφο, στό ὁποῖο ἀναφέρεται μεταξύ ἄλλων ὅτι:
1. ‘Η ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία καταδικάζει κάθε μορφή φυλετισμοῦ καί διακρίσεως σέ βάρος οἱουδήποτε ἀνθρώπου ἐπί τῇ βάσει φυλετικῶν, πολιτισμικῶν, θρησκευτικῶν ἤ ἄλλων διαφορῶν.
2. Εἰδικώτερα ἡ ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία τῆς ‘Ελλάδος, ἐξεδήλωσε πάντοτε τά φιλάδελφα αἰσθήματά Της γιά τούς Ἕλληνες πού ἀκολουθοῦν τήν ‘Εβραϊκή Θρησκεία.
3. Τέλος, ἡ ’Εκκλησία μας, κατά τά γεγονότα τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ἐμπράκτως πρωτοστάτησε καί ἐκινδύνευσε μέ αὐτοθυσία, γιά νά προστατεύσει τούς ἐν ‘Ελλάδι διαβιοῦντες ‘Εβραίους ἀπό τή ναζιστική ἐπιβουλή.
4. Στήν ‘Αγιωτάτη ’Εκκλησία τῆς ‘Ελλάδος, ἕκαστος ’Επίσκοπος διατηρεῖ τήν αὐτονομία ἐκφράσεως τῶν ἀπόψεών του, τῶν ὁποίων φέρει τήν εὐθύνη καί τήν ἀπόδειξη.
Κουτοπονηριές! Λές καί τό θέμα ἦταν νά καταδικαστεῖ γενικά ὁ φυλετισμός. Δέν τολμᾶνε κάν νά γράψουν τή λέξη ἀντισημιτισμός – στό σπίτι τοῦ κρεμασμένου δέν μιλᾶνε γιά σκοινί. Μά, ὅλοι κατά τοῦ ρατσισμοῦ δηλώνουν καί πρῶτοι πρῶτοι οἱ ἴδιοι οἱ ρατσιστές. ῎Οχι, κύριοι συνοδικοί, τό θέμα δέν ἦταν νά καταδικαστεῖ ἄλλη μιά φορά ὁ φυλετισμός, ἀλλά νά καταδικαστεῖ ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς γιά τίς φρικτές ἀντισημιτικές δηλώσεις του. Εἴχατε μάλιστα ἐκ τοῦ νόμου τή δυνατότητα νά τόν καλέσετε νά δώσει ἐξηγήσεις καί, ἄν κρίνατε, νά προχωρήσει περαιτέρω ὁ πειθαρχικός ἔλεγχος. Καί τί σημαίνει ὅτι κάθε ἐπίσκοπος «διατηρεῖ τήν αὐτονομία ἐκφράσεως τῶν ἀπόψεών του»; Ποιῶν ἀπόψεων; Κάθε εἴδους; ’Ακόμη καί ἐκείνων πού εἶναι εὐθέως ἀντιχριστιανικές; Δέν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐπίσκοπος νά ἐκφράζει τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου;
[2] Τόσο πολύ συγκλονίστηκε ὁ Σεραφείμ ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ –σημειωτέον ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μέλος της καί θά ψήφισε, ὑποθέτω, τήν ἀπόφασή της– πού εὐθύς μετά δήλωσε ὅτι «‘Η ‘Ελλάς ἔβγαζε ἥρωες, ἔβγαζε καί Νενέκους». Κατατάσσει προφανῶς τόν ἑαυτό του στούς πρώτους. ῎Ας τοῦ θυμίσει κάποιος ὅτι ἡ τελευταία φορά πού ἀκούσαμε νά γίνεται λόγος γιά Νενέκους ἦταν ἀπό τόν ’Αλέξανδρο Γιωτόπουλο τῆς 17Ν, κατά τή στιγμή τῆς σύλληψής του.
[3] ‘Ο συγκλονισμός τοῦ Σεραφείμ ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ φάνηκε καθαρότερα τέσσερεις μέρες ἀργότερα, 7 ’Ιανουαρίου 2011, ὅταν, στρεφόμενος κατά τοῦ ’Ισλάμ αὐτή τή φορά, πρότεινε οὔτε λίγο οὔτε πολύ τήν ἀπαγόρευσή του στή χώρα μας:
ὁ μουσουλμανισμός ἀποτελεῖ καταστροφική λατρεία, μή συμβατή μέ τάς προβλέψεις τοῦ ἰσχύοντος ἐν ‘Ελλάδι Συντάγματος, ὅπου ἐν ἄρθρῳ 13 καθιεροῦται ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ἀλλά σέ θρησκευτικές παραδοχές πού δέν ἀντίκεινται στή δημόσια τάξη καί τά χρηστά ἤθη.
[4] Διάβασα στόν ἠλεκτρονικό Τύπο ὅτι ἀναπτύχθηκε κύμα συμπαράστασης πρός τόν Σεραφείμ. Δέν ξέρω ἄν πρόκειται πράγματι γιά κύμα, διάβασα πάντως μιά δήλωση συμπαράστασης ἀπό τόν μητροπολίτη Γλυφάδος Παῦλο:
[...] ‘Η στεντόρεια καί ἀταλάντευτη φωνή του μᾶς συγκινεῖ καί μᾶς ἐνδυναμώνει γιατί εἶναι φωνή ἀλήθειας, θάρρους καί ἀγωνιστικότητας, γιατί εἶναι φωνή ’Ορθόδοξης μαρτυρίας, πού ἑδράζεται στό ‘Ιερό Εὐαγγέλιο, τούς ‘Ιερούς Κανόνες καί τήν ἀνόθευτη παράδοση τῆς ’Εκκλησίας. Συμπροσευχόμενοι, παρακαλοῦμε τόν πανοικτίρμονα Θεό νά τόν ἐνδυναμώνει καί νά τόν κρατᾶ ὑγιή, ὥστε νά στηρίζει τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, νά ξυπνᾶ συνειδήσεις καί νά καθοδηγεῖ τίς ψυχές τῶν χριστιανῶν στή μόνη ’Αλήθεια, πού εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας.
Δηλαδή, ὅτι ὁ Χίτλερ ἄλλο δέν ἔκανε ἀπό τό νά πείθει τούς ‘Εβραίους νά κάνουν δικό τους κράτος καί ὅτι πρέπει νά ἀπαγορευτεῖ ἡ λειτουργία τῆς ἰσλαμικῆς θρησκείας στήν ‘Ελλάδα εἶναι, κατά τόν μητροπολίτη Γλυφάδος, φωνή ἀλήθειας πού στηρίζεται στό Εὐαγγέλιο, ἀφυπνίζει συνειδήσεις καί ὁδηγεῖ τίς ψυχές στόν Χριστό. Αἶσχος!
***
[*] ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διευθύνει από το 1998 το περιοδικό Νέα Εστία και είναι πρόεδρος του Ιδρύματος βιβλικών μελετών «Άρτος Ζωής». Τελευταίο βιβλίο του Χριστιανοί στον δημόσιο χώρο. Πίστηήπολιτιστικήταυτότητα; (2010). Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 1840, Ιαν. 2011.
1 Jacques Maritain, L’impossible antisιmitisme, precede de «Jacques Maritain et les Juifs» par Pierre-Vidal Naquet, Desclée de Brouwer, Παρίσι 2003, σ. 127. Τό παράθεμα εἶναι ἀπό τήν περίφημη διάλεξή του «Les Juifs parmi les nations» (Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 1938).
2 .π., σ. 75 καί 92.

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.