Τεύχος 22ο – Οκτώβριος 2011

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_22_WebΈχουμε και την Tρόικα που μας αξίζει!

Η Ελλάδα, δύο χρόνια μετά τη συμφωνία του μνημονίου βρίσκεται σήμερα πιο κοντά στη χρεοκοπία παρά ποτέ, ενώ την ίδια στιγμή έχει παγώσει κυριολεκτικά κάθε οικονομική πρωτοβουλία. Είναι προφανείς τόσο οι ευθύνες της κυβέρνησης, που επί μήνες δεν έκανε αυτό που έπρεπε και κωλυσιεργούσε, όσο και της αντιπολίτευσης, που υπονόμευσε με κάθε δυνατό τρόπο τη δημοσιονομική προσπάθεια και τις διαρθρωτικές αλλαγές. Για όσα συνέβησαν έχει όμως σοβαρές ευθύνες και η τρόικα.

Περιεχόμενα 22ου τεύχους, Οκτώβριος 2011

ARB_22_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Από τον ΜΑΡΚΟ ΔΡΑΓΟΥΜΗ[1]

1.

Οι Έλληνες δεν βίωσαν, λόγω Τουρκοκρατίας, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ωστόσο οι νεωτερικές αυτές ιδέες που γεννήθηκαν στη Δύση τους βοήθησαν σημαντικά να γίνουν ελεύθεροι και μερικούς από αυτούς να γίνουν και φιλελεύθεροι.

Η εποχή της Μεσαιωνικής «ελέω Θεού» μοναρχίας είχε ελαχιστοποιήσει τη μέριμνα των υπηκόων της για τον εγκόσμιο βίο τους, το ενδιαφέρον τους για το μέλλον και την ιστορία. Ο κυρίαρχος σκοπός βρισκόταν στο «Επέκεινα», καθώς ο καθένας ενδιαφερόταν κυρίως να εξασφαλίσει μια θέση στον Παράδεισο. Μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού ήταν η υπακοή στον Μονάρχη και την Εκκλησία που τον στήριζε. Η ανατροπή που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση με τον αποκεφαλισμό του Μονάρχη ο οποίος διακήρυσσε «Εγώ είμαι το κράτος» (L’État c’est moi), ανέδειξε ανθρώπους νέου τύπου οι οποίοι διακονούσαν τις επιστήμες για να βελτιώσουν τη διαβίωση των συνανθρώπων τους στο παρόν και ασχολούνταν με την πολιτική για να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο εγκόσμιο μέλλον. Ερωτήματα του τύπου «Πώς πρέπει να ζω; Γιατί πρέπει να υπακούω; Τι σημαίνει ελευθερία, καθήκον, εξουσία; Έχω δικαίωμα να αυτοκυβερνώμαι, να ερευνώ τη φύση, τους νόμους, την κοινωνία, τις ιδέες, τους κανόνες ηθικής;», που άρχισαν να απασχολούν τους ανθρώπους τον 15ο αιώνα, ήσαν όλα ερωτήματα που αναζητούσαν απαντήσεις εκτός των δοτών ιερών κειμένων. Σε αυτή τη διαδικασία οι διάφορες κοινότητες με κοινή γλώσσα, ήθη και έθιμα συγκρότησαν «έθνη» που έμαθαν να αυτοκυβερνώνται ως «κράτη», δηλαδή μέσω ενός ουδέτερου και αδέκαστου μηχανισμού εντεταλμένου να εφαρμόζει τους νόμους που ψηφίζει η πλειοψηφία των αντιπροσώπων.

Από αριστερά, οι Τίτος Πατρίκιος, Ροζέ Γκαρωντύ και Μάρκος Δραγούμης, στην Α΄ Εβδομάδα Σύγχρονης Σκέψης στην Αθήνα, 12-20 Μαΐου 1965.

Από αριστερά, οι Τίτος Πατρίκιος, Ροζέ Γκαρωντύ και Μάρκος Δραγούμης, στην Α΄ Εβδομάδα Σύγχρονης Σκέψης στην Αθήνα, 12-20 Μαΐου 1965.

Η θυελλώδης αυτή σε ρυθμό, αποφασιστικότητα και αυτοσυνειδησία επιστροφή των Δυτικών στους προχριστιανικούς προβληματισμούς της πολιτισμένης αρχαιότητος δεν σημειώθηκε ούτε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ούτε στην Οθωμανική που τη διαδέχθηκε. Η χριστιανική Ανατολή ακολούθησε τον δικό της χωριστό δρόμο, δεν ανέπτυξε ποτέ σχολαστική θεολογία, δεν προσπάθησε δηλαδή να στηρίξει το χριστιανικό δόγμα με το λογικό, με «κίνδυνο» να προκαλέσει κάποτε αποδέσμευση του λογικού από το δόγμα όπως έγινε στη Δύση. Τα ιδανικά των αρχαίων απορρίπτονταν από το Πατριαρχείο ως ειδωλολατρικά. Μόνο η ελληνική γλώσσα (των Ευαγγελίων) διατηρήθηκε και εξελίχθηκε. Η Ορθοδοξία δεν είχε έτσι ποτέ να αντιμετωπίσει στον χώρο της κανέναν Μακιαβέλι, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Χομπς, Λούθηρο ή Λοκ. Οι υπόδουλοι Έλληνες δεν έχουν ως τα μέσα του αιώνος «των φώτων», δηλαδή του 18ου, καμία σχεδόν επαφή με τις Αναγεννησιακές ιδέες ούτε με τον Διαφωτισμό, ο οποίος προβάλλει απαιτητικά, μαχητικά τη χρήση του λόγου για την αναζήτηση της αλήθειας και την κατάργηση της αυθεντίας του δόγματος.
Έτσι οι «Ρωμιοί» (ο όρος «Έλληνες» είχε πέσει σε αχρησία διότι χαρακτήριζε τους ειδωλολάτρες στο Βυζάντιο) που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πήραν από το μεγάλο κίνημα του Διαφωτισμού την ανάγκη απαλλαγής από τον Μονάρχη (δηλαδή στην περίπτωσή τους από τον Σουλτάνο) και τη συγκρότηση της έννοιας του «έθνους». Η ίδρυση του «κράτους» σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα μετά την απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό παρουσίασε και παρουσιάζει ακόμη δυσκολίες, σε σημείο ώστε ο σύγχρονός μας πολιτικός Κώστας Καραμανλής να επαγγέλλεται την επανίδρυσή του χωρίς και να την αποτολμήσει όταν εκλέχθηκε πρωθυπουργός.
Οι Έλληνες έμειναν Έλληνες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κυρίως διότι η γλώσσα τους όχι μόνο επιβίωσε αλλά και εξελίχθηκε. Ωστόσο η ελληνική κοινωνία έως και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ήταν κομματιασμένη σε φατρίες, αρματολίκια και κοινότητες που κάποτε συνειδητοποίησαν ότι η απαλλαγή από τους κυρίαρχους Οθωμανούς θα βελτίωνε τη ζωή τους. Την εποχή της Τουρκοκρατίας –εξηγούν στο εξαιρετικό βιβλίο τους Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια[2] οι καθηγητές Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος– υπήρχαν τέσσερις ηγετικές ομάδες Ελλήνων που διαπραγματεύονταν τα συμφέροντα των ραγιάδων με τις κατά τόπους οθωμανικές αρχές. Οι ιεράρχες, οι Φαναριώτες, οι κοτζαμπάσηδες και οι καπετάνιοι των αρματολών. Το σύστημα αυτό ήρθε να το αμφισβητήσει ο Διαφωτισμός, που ώθησε πολλούς Δυτικούς και Έλληνες διανοουμένους να «επανανακαλύψουν» την αρχαιοελληνική έννοια του πολίτη.
Μια κατηγορία Ελλήνων που στελέχωσαν τη Φιλική Εταιρεία και υιοθέτησαν με ενθουσιασμό αυτές τις νέες αντιλήψεις ήσαν οι έμποροι, οι οποίοι είχαν τους δικούς τους λόγους να θέλουν ένα κράτος δικαίου, για να τους εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς όπως έγινε στις χώρες της Δύσης. O ρόλος τους υπήρξε σημαντικός, όχι μόνο κατά την Επανάσταση αλλά κυρίως μετά την επικράτησή της. Οι σχέσεις τους με τους ντόπιους δεν υπήρξαν ωστόσο πάντοτε ανέφελες. Το Σύνταγμα του 1844 έφτασε στο σημείο να αποκλείσει τους Έλληνες της διασποράς, τους λεγόμενους ετερόχθονες, από κάθε δημόσια θέση εξασφαλίζοντας έτσι στους αυτόχθονες τη δυνατότητα να διαιωνίσουν την τοπική τους εξουσία και να επιδίδονται απρόσκοπτα στο ρουσφέτι, μια τουρκική λέξη που σημαίνει δωροδοκία αλλά που πήρε στα ελληνικά ένα γενικότερο νόημα, μιας εξυπηρέτησης ή «χάρης» που οι κρατούντες έδιναν σε φιλικά ή συγγενικά τους πρόσωπα ή και σε ξένους έναντι ανταλλαγμάτων (π.χ. ψήφου στην ελεύθερη Ελλάδα). Ιδού ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.
Ο Μάρκος Δραγούμης (παππούς του παππού μου) ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821. Ο γιος του Νικόλαος Δραγούμης (1809-1879) που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε γεννηθεί, συνελήφθη από τις Οθωμανικές αρχές και κινδύνευσε να εκτελεσθεί. Σώθηκε μόνο χάρη στη βοήθεια ενός Οθωμανού προκρίτου, τον οποίο η οικογένεια Δραγούμη είχε βοηθήσει παλαιότερα, και διέφυγε με τους δικούς του στην Ελλάδα όπου χρημάτισε γραμματέας στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης και της Τροιζήνας και το 1828 προσελήφθη στο γραφείο του Καποδίστρια. Επί Όθωνος υπηρέτησε αρχικά σε διάφορες πολιτικές και διοικητικές θέσεις, αλλά μετά το 1839 απολύθηκε και τάχθηκε με το μέρος των Συνταγματικών. Μετά την παραχώρηση του Συντάγματος επανήλθε στην παλιά του θέση και αργότερα έγινε σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών μέχρι το 1845, όταν απολύθηκε και πάλι, αυτή τη φορά ως ετερόχθων. Από εκείνη τη χρονιά αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή, με εξαίρεση μία σύντομη περίοδο (Αύγουστος-Οκτώβριος του 1862), όταν διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Το 1874 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του, Ιστορικαί Αναμνήσεις. Ο Νικόλαος Δραγούμης υπήρξε πατέρας του πρώτου Μακεδόνα πρωθυπουργού της Ελλάδος Στέφανου Δραγούμη.

2.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έλειψαν οι Έλληνες λόγιοι που κήρυξαν τον λόγο του Διαφωτισμού στον υπόδουλο Ελληνισμό. Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (1660-1749) και ο Βικέντιος Δαμοδός (1700-1754) υποστήριξαν την αξία του ορθολογισμού και πρόβαλαν τη φιλοσοφία του Καρτέσιου, ο Αντώνιος Κατήφορος (1685-1873) υπήρξε ο πρώτος Έλληνας στοχαστής που πρόβαλε τη φιλοσοφία του Τζων Λοκ τον οποίο θαύμαζε. Ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), θετικός επιστήμων, μαθηματικός, φυσικός και γεωγράφος, καθώς και Νικόλαος Ζερζούλης (1710-1773), μαθηματικός, υπήρξαν οι πρώτοι εισηγητές των θεωριών του Νεύτωνος στην ελληνική παιδεία.
Ο σημαντικότερος ωστόσο φιλελεύθερος διανοητής των προεπαναστατικών χρόνων υπήρξε ο Ευγένιος Βούλγαρης (1714-1806), ο οποίος αν και κληρικός μεταφράζει τον Μέμνωνα του Βολταίρου στα ελληνικά, τηρώντας ωστόσο αποστάσεις ασφαλείας από τον Γάλλο διαφωτιστή καθώς διαπιστώνει ότι «ο Βολτάριος πάντοτε είναι Βολτάριος καλά κακοίς συναφύρων εν τοις εαυτού πονήμασιν». Η εκ 576 σελίδων Λογική του Ευγενίου Βούλγαρη που τυπώθηκε το 1766 μνημονεύει τον Χομπς, τον Λοκ, αλλά και τον Νεύτωνα. Το 1770 ο Βούλγαρης εγκαθίσταται στην αυλή της αυτοκράτειρας Αικατερίνης στην Αγία Πετρούπολη. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τις ακρότητές της, ο Βούλγαρης μεταμελείται και συντάσσει μιαν «Επιστολή», απαντητική έργου που δεν είχε διαβάσει, κατατάσσοντας τον Βολταίρο στα «μεγάλα και ξακουστά επί δυσεβεία ονόματα».
Ο Βούλγαρης, από τους πολυμαθέστερους και πολυγραφότερους Έλληνες λογίους του 18ου αιώνος, άριστος γνώστης της λατινικής, ιταλικής, γερμανικής, γαλλικής, αγγλικής, εβραϊκής και ρωσικής, ανήκει εν μέρει στον Διαφωτισμό, λόγω των ενδιαφερόντων του στους τομείς των μαθηματικών, των φυσικών επιστημών, αλλά ξεκόβει από αυτόν όταν καταδικάζει τις αισθήσεις λέγοντας ότι είναι «εξαλλοιούμεναι και σφαλερόταται» και τους φιλοσόφους που απομακρύνονται από τα ιερά δόγματα. Ωστόσο, μετέφρασε το κύριο φιλοσοφικό έργο του Λοκ An Essay Concerning Human Understandingμε τον τίτλο «Υποτύπωσις ή υπόμνημα φιλοσοφικόν περί του κατά άνθρωπον νου εκ του Άγγλου Λωκίου». Χαρακτηριστικό της αντιφατικότητας αυτού του λογίου είναι ότι καταπολεμά το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου με επιχειρήματα από τη Βίβλο. Το 1792 ξανατυπώνεται ο Μέμνων προς μεγίστη ενόχληση του Πατριαρχείου, ενώ το 1793 εμφανίζονται τα επίθετα «βολταιρόφρων» και «βολταιρολάτρης». Περί το τέλος του αιώνος, αυτό τούτο το όνομα του Γάλλου στοχαστή γίνεται επίθετο σε εκφράσεις όπως «δεν ήτον ως οι άλλοι Βολταίρος παντελώς» ή επί το λαϊκότερον «όλος φραντσέζος και όλος Βολταίρος έγινες πια πανάθεμά σε».
Ο Βούλγαρης υπήρξε εκείνος που πλούτισε την ελληνική γλώσσα με το ουσιαστικό ανεξιθρησκεία (μεταφράζοντας τον λατινικό όρο tolerantia) ως «ανοχή των ετεροθρήσκων», τονίζοντας ότι οι ετερόδοξοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιείκεια στην κρίση και πραότητα στη συμπεριφορά αλλά χωρίς καμία παραχώρηση σε θέματα πίστεως[3]. Ο Βούλγαρης υιοθετεί τη φιλελεύθερη αρχή του δικαιώματος του ατόμου να διατυπώνει τη γνώμη του χωρίς καταναγκασμό, τονίζοντας ότι «η βία δεν ημπορεί να κάμη να κατανεύση η κεφαλή εις εκείνο εις το οποίον ανανεύει ο νους· δεν ημπορεί να κάμη να ομολογήση το στόμα εκείνο οπού αρνείται το φρόνημα· δεν ημπορεί να κάμη να προφέρη η γλώσσα εκείνο όπου δεν υποφέρει η καρδία». Διευκρινίζει δε ότι τους «ετεροπίστους και αλλοτριόφρονας θέλει τους κρίνει ο Θεός»[4]. Είναι κρίμα ότι στην Ελλάδα του 20ού αιώνα αυτοί που αποσπούσαν δηλώσεις μετανοίας από τους κομμουνιστές με τη χρήση βίας δεν είχαν εντρυφήσει στα γραπτά του Βούλγαρη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αδαμάντιος Κοραής θαύμαζε απεριόριστα τον Βούλγαρη.
Η διαπάλη των διαφωτιστών με τους υποστηρικτές της παράδοσης στα τέσσερα μεγάλα μέτωπα, αρχαίοι, Ευρώπη, φυσικές επιστήμες, γλωσσικό, οξύνεται την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα διότι τότε πυκνώνουν αφάνταστα οι επαφές Ελλήνων με τη Δύση. Την εποχή εκείνη σχηματίζονται παροικίες πλουσίων Ελλήνων σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης, οι οποίοι συναλλάσσονται καθημερινώς με τους ξένους στη γλώσσα τους. Η Βιέννη, αυτό «το εργαστήριο της νέας των Γραικών φιλολογίας», όπως την ονομάζει το 1815 ο Κοραής, συγκεντρώνει εύπορους Έλληνες, μακριά από το Πατριαρχείο, όπου ανθεί ο νεωτερικός ελληνικός στοχασμός.
Οι Έλληνες της εποχής εκείνης νιώθουν ο καθένας τους υπεύθυνος για την τύχη του Γένους, χρηματοδοτούν σχολεία, δίνουν υποτροφίες, πολλαπλασιάζουν τις μεταφράσεις, προσανατολίζονται στα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη. Η κίνηση αυτή, που αγκαλιάζει και Φαναριώτες, μεταβάλλει τις νοοτροπίες, αλλάζει τα ήθη και τις συμπεριφορές. Οι Έλληνες του Διαφωτισμού που προετοιμάζουν έτσι την παλιγγενεσία, αρχίζουν πια να νοούν την επιδίωξη επίγειας ευτυχίας, ελευθερίας και ατομικής στοχοθεσίας ως κάτι το θεμιτό και το συμβατό με τη χριστιανική πίστη. Κορυφαίο κείμενο πολιτικής σκέψης και κοινωνικής κριτικής της εποχής είναι η Ελληνική Νομαρχία (1806) του «Ανωνύμου του Έλληνος». Πολλές γνώμες έχουν ακουστεί για τον πιθανό συγγραφέα. Έχουν μνημονευθεί ο Φώσκολος, ο Περραιβός, ο Ψαλλίδας, ο Κοκκώνης, ακόμη και ο Κάλβος. Ωστόσο, σημασία δεν έχει το όνομα αλλά το έργο του «Ανωνύμου», το οποίο υπεραμύνεται του ατόμου και εξαίρει το πολίτευμα της «Νομαρχίας», του κράτους του νόμου όπως θα λέγαμε σήμερα.
Το φιλελεύθερο κήρυγμα του εκπληκτικού αυτού κειμένου συνοψίζεται στο ότι «Ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους», όχι στους οιουσδήποτε νόμους αλλά σε αυτούς τους οποίους οι πολίτες «διέταξαν οι ίδιοι», έτσι ώστε «υπακούοντάς τους ο καθείς υπακούει εις την θέλησίν του και είναι ελεύθερος» (§ 15). Η Νομαρχία –λέει– τιμά «την αξιότητα του υποκειμένου». Πρόκειται δηλαδή για έννοια η οποία και φραστικώς προσεγγίζει στο πρωτείο του ατόμου που αποτελεί την ουσία του φιλελευθερισμού. Αναλύοντας την ασφάλεια δικαίου που προσφέρει η έννομη τάξη ως πλαίσιο αναπτύξεως των ιδιωτικών πρωτοβουλιών, ο «Ανώνυμος ο Έλλην» σημειώνει ότι σε συνθήκες Νομαρχίας «ο πραγματευτής ευρίσκει ασφάλειαν εις το έχειν του, ο τεχνίτης έπαινον εις τα έργα του, ο νέος ευρύχωρον οδόν… να δείξει την αγχίνοιάν του… ο πτωχός δεν φοβείται ατιμίαν αλλά ευρίσκει συμπάθειαν» (§ 27). Όλες οι αρχές του φιλελευθερισμού υπάρχουν σε αυτό το κείμενο. Η προστασία της ιδιοκτησίας, η αξιοκρατία, οι βιοτικές ευκαιρίες, ο νόμος ως προστάτης των αδυνάτων γενικώς, η ανεμπόδιστη άνθηση της ιδιωτικής στοχοθεσίας, η αλληλεγγύη, ενώ εξαίρεται ο ανταγωνισμός με τη διατύπωση ότι «η Ελευθερία εμφυτεύει εις τας καρδίας των πολιτών την άμιλλαν προς το ευ πράττειν» (§ 28).

3.

Κορυφαία μορφή του Ελληνικού Διαφωτισμού, ωστόσο, αναδεικνύεται ο μεγάλος Έλληνας πρωτοφιλελεύθερος Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), η προσφορά του οποίου απαιτεί ειδική μνεία και λεπτομερέστερη παρουσίαση. Οι περιστάσεις της ζωής του, το οξύ ερευνητικό του πνεύμα, η απομάκρυνσή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1782, η παρρησία του σε συνδυασμό με την ασίγαστη λαχτάρα του να συμβάλει στην ουσιαστική ελευθέρωση των συμπατριωτών του, όχι μόνο από τον Τούρκο αλλά και από την άγνοια και τη δεισιδαιμονία, καθιστούν τον Κοραή τον μεγάλο Έλληνα λόγιο του Διαφωτισμού, του οποίου το έργο συνεχίζει να συγκλονίζει συνειδήσεις και να γεννά προβληματισμούς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, ακόμη και σήμερα. Μακριά από το Πατριαρχείο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο πόθος της ελευθερίας καλλιεργείται μέσω της παιδείας και ότι καρπός της παιδείας είναι η αρετή. Η σκέψη και η βιοσοφία της Αναγέννησης γίνονται έτσι η ιδεολογία του Κοραή ο οποίος αφιερώνει όλες του τις δυνάμεις στην μετακένωση –όπως την ονόμασε– της δυτικής παιδείας στην Ελλάδα και την αποκατάσταση της επαφής του νέου ελληνισμού με τη γραμματεία των αρχαίων. Ο ίδιος πιστεύει βαθύτατα στη σταυρογονιμοποίηση των πολιτισμών και σημειώνει ότι αν δεν είχαν διασωθεί π.χ. τα Πολιτικά του Αριστοτέλη «πολύς καιρός ακόμη ήθελε περάσει» για να εμφανιστούν ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ.
Μέσω της μετακένωσης ο Κοραής προσδοκούσε ότι οι υπόδουλοι Έλληνες θα συνειδητοποιούσαν τις μεγάλες πολιτισμικές διαφορές που τους χωρίζουν από τον Ασιάτη δυνάστη και θα προετοίμαζαν τον ξεσηκωμό εναντίον του. Ο Κοραής συναιρεί την εθνική με την ατομική πολιτική ελευθερία. Αποβλέπει στην ενδυνάμωση του ατόμου έτσι ώστε αυτό να μπορεί να αγωνισθεί συνειδητά για την ελευθερία τόσο του ίδιου όσο και του έθνους. Αντιλαμβάνεται την παιδεία υπό την καθαρώς φιλελεύθερη οπτική γωνία, ως εξοπλισμό του ατόμου στην αντιπαράθεσή του με την εξουσία, όχι ως κρατική μέθοδο χειραγωγήσεως του ατόμου. Η σχέση του με την «επίσημη» τρόπον τινά εκκλησιαστική παιδεία που εκπορευόταν από το Πατριαρχείο υπήρξε εξ υπαρχής ανταγωνιστική.
Όταν αρχίζει ο Αγώνας, ο Κοραής καταπνίγει τους δισταγμούς του για το πρόωρο ξέσπασμα της Επαναστάσεως (ο ίδιος θα ήθελε καλύτερη πνευματική προετοιμασία του Γένους για τη μεγάλη ώρα, η οποία πίστευε πως δεν θα είχε συμπληρωθεί πριν από το 1850) και προσανατολίζει τη δραστηριότητά του στην ευόδωσή της. Ο Κοραής φοβάται ότι με τη γέννηση του πρώτου ελληνικού κράτους στην ιστορία ο ελληνισμός κινδυνεύει να επιστρέψει στον Μεσαίωνα και στο πνεύμα της αυθεντίας, χωρίς καν να αξιοποιήσει το μόνο αγαθό που προσέφερε η Τουρκοκρατία, ότι δηλαδή όλοι οι Έλληνες έγιναν ίσοι και δεν υπάρχουν Έλληνες ευγενείς που θα ’πρεπε να καταργηθούν με επανάσταση ανάλογη με αυτή της Γαλλικής.

Ο Κοραής υπήρξε στόχος των «παραδοσιακών», οι οποίοι τον στιγμάτισαν για «πιθηκισμό του Ευρωπαϊσμού», όπως γράφει ο Σερούιος το 1844, και προέτρεψαν τους Έλληνες να καταπολεμήσουν τη μετακένωση για να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους, όπως, για παράδειγμα, ο Ζαλοκώστας γράφων: «ο αγών δεν επεράνθη / μη δεχθήτε ήθη ξένα». Ο συντηρητικός Απόστολος Μακράκης το 1877 καταγγέλλει τον Κοραή ως «μετακενωτή της μωρίας», ο Μπαλάνος (1935) τον χαρακτηρίζει με γλώσσα αστυνομικού οργάνου ως «υπόπτων θρησκευτικών φρονημάτων», ενώ ο έξαλλος υμνητής της χούντας Θεόδωρος Ζήσης υποστηρίζει το 1970 ότι το καθεστώς της 21ης Απριλίου πρέπει να παραμείνει στην εξουσία «τουλάχιστον επί μιαν εκατονταετίαν ή ίσως και πλέον» για να αποκατασταθούν οι φθορές που έχει προκαλέσει στον ελληνισμό η «αντεθνική και αντιχριστιανική κατά Κοραήν ψευτοπαιδεία… με κατάλληλα όργανα του Διαβόλου, τον Δημοτικισμόν, τον Μασωνισμόν… ως και τον επαίσχυντον Κομματισμόν ή Φαυλοκρατίαν και εσχάτως τον Αναρχισμόν ή Μαρξισμόν (δηλ. τον Κομμουνισμόν) χωρίς να παραλείψωμεν… τον διεφθαρμένον και αιρετικόν ή άπιστον και ιδιοτελή Τύπον…».
Πολύ ευπρεπέστερος ο γνωστός μας Χρήστος Γιανναράς εμφανίζεται να υμνεί τη λαϊκή τέχνη και τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Ελλήνων της Τουρκοκρατίας που δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει «χωρίς τη λαϊκή βάση της Ορθοδοξίας, χωρίς το ήθος της λατρείας της και της γιορτής της, χωρίς τη θεολογική της αλήθεια, ένσαρκη στο λαϊκό βίωμα…». «Αυτά όλα –θλίβεται ο Γιανναράς– τα τίναξαν στον αέρα οι Κοραήδες, διαφωτιστές και Βαυαροί, για να κατασκευάσουν το νόθο σχήμα ενός ελλαδικού κράτους “εφάμιλλον των ευρωπαϊκών”, μιας Ελλάδας που αρνήθηκε τον Ελληνισμό και την πνευματική του παράδοση και την πολιτική του ταυτότητα»[5]. Αλλού ο Γιανναράς ζητάει «να ελευθερώσουμε την ιστορία (μας) και από τα καλούπια του Διαφωτισμού… να λυτρωθούμε από τον μυωπικό αλλοιθωρισμό του Κοραή»[6].
Ο εκκεντρικός αριστερορθόδοξος –αλλά όχι ορθόδοξος αριστερός– Κώστας Ζουράρις στο διασκεδαστικό, όπως όλα τα προηγούμενα, βιβλίο του Γελάς Ελλάς Αποφράς, λέει ότι «ο φωταδιστής γενίτσαρος Κοραής, αθέλητο άθυρμα του εκδυτικισμού μας και ταυτόχρονα στοργικός αισυμνητήρ της μνήμης μας»[7] είναι μαζί με τους άλλους συνόμοιούς του «φωταδιστές» (σ.σ.: ο όρος είναι βεβαίως περιφρονητικός και παράγεται κατ’ αντιστοιχίαν τού «σκοταδιστές») «η συμπύκνωση της νεοελληνικής πνευματικής κακοτεχνίας». «Ο Κοραής και οι σύγχρονοι συνόμοιοί του –διευκρινίζει– δεν είναι ανθέλληνες. Είναι δυστυχώς φιλέλληνες, χωρίς να μπορούν να είναι Ρωμιοί. Γι’ αυτό ακριβώς και είναι όλοι τους και αδιακρίτως ευρωκεντρικοί είτε είναι δεξιοί είτε είναι αριστεροί»[8]. Μεγαλύτερη καταξίωση των ευρωκεντρικών ιδεών του Διαφωτισμού και αναγνώριση της συμβολής του «ευρασθενικού» και «φραγκόσυρτου» –κατά Ζουράριν– Κοραή στη διάδοσή τους δεν θα μπορούσε κανείς να αναμένει από αντίπαλό του.
Με τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, το κίνημα του Διαφωτισμού που είχε κυριαρχηθεί από την ιδέα της εθνικής και όχι τόσο της ατομικής ελευθερίας ατόνησε. Το πνευματικό κλίμα στη μετεπαναστατική Ελλάδα σφραγίζεται από το γεγονός ότι το 1821 ξεσπάει ακριβώς την εποχή που ο ρομαντισμός προσπαθεί να ανατρέψει την τυραννία του λογοκρατικού κλασικισμού, εξαίροντας το συναίσθημα, τη θρησκευτική μυστικοπάθεια, το ηρωικό στοιχείο της προσωπικότητας, το πάθος (συχνά αχαλίνωτο) και την περιπέτεια. Το ρομαντικό κίνημα απορρίπτει τις αξίες του Διαφωτισμού, που στηρίζονται στο λογικό και το οικουμενικό, ερμηνεύοντας συχνά το πρωτείο του ατόμου ως πρωτείο του υποκειμενικού, του εμπαθούς, του φανατικού. Ενώ ο Κοραής και οι εκσυγχρονιστές αναζητούσαν τη νεοελληνική ταυτότητα στην αρχαία Ελλάδα και τη δημοκρατική Ευρώπη, προτιμώντας τον λόγο από τον μύθο, τον διάλογο από την αυθεντία και τον πολίτη από τον υπήκοο, οι Έλληνες της ρομαντικής παράδοσης προσηλώθηκαν γενικώς στον Μεσαίωνα, το Βυζάντιο, το Στέμμα, τη Ρωσία, την ορθόδοξη πίστη, τα ήθη και τα έθιμα της Τουρκοκρατίας, τη διακυβέρνηση όχι από νόμους αλλά από πρόσωπα συνδεόμενα μεταξύ τους με δίκτυα πατρωνίας, καταγγέλλοντας το κράτος δικαίου, τους απρόσωπους νόμους και τα δικαιώματα του ανθρώπου ως θέσμια ξενόφερτα και απορριπτέα. Η διχοτομία αυτή δεν έχει εκλείψει έως τις μέρες μας…

4.

Στη σημερινή Ελλάδα για να επιτύχει κανείς ένα νόμιμο σκοπό δεν φτάνει να γνωρίζει τον νόμο, πρέπει να γνωρίζει και τον κατάλληλο άνθρωπο. Υπονομεύεται έτσι χωρίς και να καταλύεται η ισχύς των νόμων, διότι ο καθένας που αυτοεξαιρείται από τις ενοχλητικές διατάξεις γίνεται φανατικός νομοκράτης όταν οι κανόνες τον συμφέρουν. Οι προσωπικές παρορμήσεις είναι το αξιολογικό θεμέλιο, ακόμη και στην πολιτική: «Ένας είναι ο θεσμός, ο κυρίαρχος λαός», διακηρύσσει πίσω από το γυάλινο κουβούκλιό του στις 14 Απριλίου 1989 ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος έχει συλλάβει από καιρό τη διάθεση αυθαιρεσίας που διακατέχει μεγάλο αριθμό Ελλήνων και τη λαχτάρα νομής της εξουσίας από τους εκάστοτε «ημετέρους» χωρίς περιορισμό από νόμους. Το σύστημα λειτούργησε για καιρό σχετικώς ομαλά, διότι σε αντίθεση με τα προνόμια των ευγενών του Μεσαίωνα οι «τίτλοι» των εκάστοτε «ημετέρων» είναι προσωρινοί, πράγμα που καλλιεργεί στους άλλους, τους «εκτός», τους «μη προνομιούχους», την ελπίδα ότι θα ’ρθει κι αυτών η σειρά, χωρίς να χρειασθεί επανάσταση ούτε καν Αλλαγή, αλλά απλώς αλλαγή κόμματος στην εξουσία. Ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου είχε δηλώσει το 1984 ότι τα δικαστήρια στις αποφάσεις τους πρέπει «να λαμβάνουν υπόψη τους τη λαϊκή ετυμηγορία όπως εκφράζεται με τη σύνθεση της Βουλής». Την άποψη αυτή δεν την επανέλαβε βέβαια το 1989 όταν άλλαξε η σύνθεση της Βουλής η οποία τον παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο.
Η διάβρωση του κράτους και των θεσμών του από αναρίθμητους μικρούς (άλλοτε αλληλοεξουδετερούμενους και άλλοτε αλληλοενισχυόμενους) δεσποτισμούς, που αντιμετωπίζονται με αναρίθμητες μικρές εξεγέρσεις, καλοπιάσματα ή δωροδοκίες, φθείρει την πολιτειακή σχέση, διαφθείρει τα άτομα και καταρρακώνει τον νόμο, ο οποίος στις ευνομούμενες πολιτείες διασφαλίζει την ελευθερία –κυρίως των αδυνάτων, των μη δικτυωμένων, των συνεσταλμένων, των ολιγογράμματων και των φτωχών– να στοχοθετούν εν ασφαλεία. Οι πραγματικοί μη προνομιούχοι, εκείνοι δηλαδή που έχουν μικρή πρόσβαση στην εξουσία, θα έπρεπε –στην Ελλάδα τουλάχιστον– να έλκονται από τις φιλελεύθερες νομοκρατικές ιδέες που χειραφετούν το άτομο από κάθε λογής «προστάτες». Αντίθετα, η διαιώνιση της εξουσίας προσώπων επιβάλλει στους αρχόμενους να υιοθετούν την στρατηγική του Καραγκιόζη –όλο κολακεία, εξαπάτηση και «κόλπα»– έναντι απρόβλεπτου καπριτσιόζου πασά που κυβερνά ανεξέλεγκτος. Στη χώρα μας που πάσχει από έλλειψη νομοκρατίας, η κρατολατρία είναι ένα φαινόμενο ιδιάζον κατά το ότι δεν θεοποιεί –κατά Εγελιανό τρόπο– την εξουσία καθ’ εαυτή, αλλά μόνο το όφελος που μπορεί ο κρατολάτρης να αποκομίσει από το αντικείμενο της «λατρείας» του. Έτσι, το κράτος υμνείται (από τον ωφελούμενο) όταν διορίζει, δωρίζει και επιδοτεί, στιγματίζεται (από τον φορολογούμενο) όταν φορολογεί, ενώ αγνοείται γενικώς όταν απαγορεύει. Δύσκολα ελέγχεται από τους πολίτες, όταν κάνει οτιδήποτε από αυτά, ίσως διότι αυτός καθεαυτός ο έλεγχος απαιτεί διαφάνεια, επιχειρήματα, διάλογο, έρευνα και βεβαίως στοιχειώδη ευαισθησία των κρατούντων να απαντούν στις καταγγελίες.

5.

Στην Ελλάδα τού σήμερα χρησιμοποιούνται διάφορες συγγενείς έννοιες που αφορούν σύνολα στο όνομα των οποίων καταπολεμάται η αγνοείται το άτομο:

Η λέξη πατρίδα εμπεριέχει σε όλες τις γλώσσες μιαν αξιολογική κρίση. Θεωρείται δηλαδή κάτι καλό, άξιο υπερασπίσεως, για το οποίο δίνει κανείς και τη ζωή του εάν χρειασθεί. Τούτο ενέχει τον κίνδυνο να οικειοποιηθεί τον όρο μια ομάδα, να νοήσει την πατρίδα ως οιονεί ιδιοκτησία των μελών της ομάδας και να καταδιώξει άλλους, έστω και αν αυτοί οι «άλλοι» είναι πλειοψηφία, όπως έκανε η χούντα όταν κατέλυσε τις αρχές υπό τους ήχους εμβατηρίων. Σήμερα στην Ελλάδα, η λέξη πατρίδα όλο και χάνει τον απόηχο «κλαγγής των όπλων» που είχε ως τώρα. Αντίθετα, εκκαλεί πάντοτε νοσταλγία, μνήμες ανθρώπινης ζεστασιάς, χωριού ή γειτονιάς, αίσθηση εξανθρωπισμένου περιβάλλοντος, σχολικών εμπειριών και παρεών.

Το έθνος είναι πιο αφηρημένη έννοια, έχει διαχρονική διάρκεια, αφορά μόνον ανθρώπους και όχι εδάφη και περιλαμβάνει συχνά –όχι υποχρεωτικά– πολιτιστικές και φυλετικές συγγένειες. Στον ορισμό του έθνους δεσπόζει το στοιχείο της προτίμησης, της επιλογής. Ο Ερνέστος Ρενάν το όρισε ως «καθημερινό δημοψήφισμα», ενώ ο Άγγλος πολιτειολόγος Μπένεντικτ Άντερσον απεκάλεσε τα έθνη «κοινότητες εν φαντασία» (imagined communities) υπό την έννοια ότι η συνοχή τους βρίσκεται στη βούληση των μελών τους, είναι δηλαδή καθαρώς υποκειμενική και διατηρείται με την πολιτισμική κληρονομιά που η κάθε γενιά μεταδίδει στην άλλη. Τα στοιχεία συνοχής του έθνους ποικίλλουν. Οι Εβραίοι συνδέονται κυρίως μέσω της θρησκείας τους –η οποία σημειωτέον δεν προσηλυτίζει–, οι Έλληνες με τη γλώσσα τους και την παιδεία. Όπως είπε ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του (εδάφιο 50) εδώ και 2.300 χρόνια: «η πόλις ημών … το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι», δηλαδή «η πόλη μας (εννοεί την Αθήνα) πέτυχε ώστε το όνομα των Ελλήνων να μην προσδιορίζει την καταγωγή αλλά το πνεύμα». Το μήνυμά του γίνεται ακόμη σαφέστερο όταν προστίθεται η πασίγνωστη πια φράση «και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας» – «και να καλούνται Έλληνες μάλλον αυτοί που μετέχουν της δικής μας αγωγής (μορφώσεως, παιδείας, πολιτισμού) παρά όσοι έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή».
Στην Ελλάδα ο όρος έθνος είναι σχετικώς πρόσφατος και συνιστά συμβολή του Διαφωτισμού καθόλου ευπρόσδεκτη από το Πατριαρχείο που επέμενε στο πατροπαράδοτο Γένος, όρο που χαρακτήριζε το σύνολο των ορθοδόξων χριστιανών. Μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, το Γένος εξαφανίζεται ενώ το Έθνος υφίσταται σημασιολογικές μεταλλαγές. Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου έχει την ευρύτερη δυνατή Ισοκράτειο σημασία του, προσδιορίζοντας τους «μετέχοντας της ελληνικής παιδείας», ενώ στη διατύπωση «ένωση με το έθνος» που ζητούν οι Έλληνες εκτός των ορίων του «Ελληνικού Βασιλείου» μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 εμφανίζεται να καλύπτει μόνο τους Ελλαδίτες. Η εθνικοφροσύνη μετά το 1950 περιόρισε τον όρο στο πλαίσιο μιας πολιτικής παράταξης.

Ο λαός είναι αξιολογικώς ουδέτερη και ίσως η λιγότερο παρεξηγήσιμη από όλες αυτές τις παρεμφερείς έννοιες, υπό τον όρο βέβαια ότι χρησιμοποιείται ως συντομογραφία για ένα σύνολο ανεξαρτήτων αυτονόμων και ισοδυνάμων πολιτών που αποφασίζουν κατά πλειοψηφία, όχι ως υποστασιοποιημένη οντότητα ή ως ένα μεγάλο πρόσωπο που εικονίζεται με φουστανέλα και τσαρούχια από τους γελοιογράφους. Ο λαός διαφορίζεται από το έθνος, κυρίως ως προς τη διαχρονικότητα. Δεν περιλαμβάνει τους νεκρούς, δηλαδή τους προγόνους, ούτε τους αγέννητους, δηλαδή τους απογόνους. Η χρήση του όρου «λαός» από διάφορα κόμματα –κυρίως της Αριστεράς– για να προσδιορίσουν τους οπαδούς ή τους ψηφοφόρους τους είναι αδόκιμη, διότι ένας όρος που χαρακτηρίζει σύνολο δεν προσφέρεται ως προσδιοριστικός του μέρους εκείνου του συνόλου που συμφωνεί με ένα κόμμα. Ασφαλέστεροι, καθό τελείως ουδέτεροι όροι προσδιοριστικοί των εκάστοτε ανθρώπινων συνόλων, είναι ο πληθυσμός (μιας χώρας ή μιας περιοχής), το πλήθος (ανθρώπων στον δρόμο ή τα γήπεδα), το κοινό (συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων, εφημερίδων), το ακροατήριο (μιας πολιτικής συγκεντρώσεως ή μιας διαλέξεως) και φυσικά το εκλογικό σώμα, το σύνολο των ψηφοφόρων.

Το Κράτος (ή Πολιτεία, οι όροι είναι συνώνυμοι) είναι η οργανωμένη κοινότητα ομοεθνών ή αλλοεθνών, ομόγλωσσων ή αλλόγλωσσων, ομοθρήσκων ή ετεροθρήσκων, που ζουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και διέπονται από τους ίδιους νόμους. Η έννοια «έθνος κράτος» διαμορφώθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση. Έτσι η Ελλάδα είναι σήμερα έθνος κράτος, ενώ π.χ. η Ελβετία δεν είναι. Το «έθνος κράτος» γεννά έτσι κάποια σύγχυση ανάμεσα στο έθνος και το κράτος, με αποτέλεσμα οι διαφωνούντες ενίοτε με ορισμένες κρατικές πρωτοβουλίες να χαρακτηρίζονται ως ένοχοι αντεθνικής συμπεριφοράς. Η κυβέρνηση είναι ο εκάστοτε φορέας μέσω του οποίου δρα το Δίκαιο, ο δίαυλος μέσω του οποίου ασκεί την εξουσία του το κράτος. Η κυβέρνηση αλλάζει, το Κράτος όχι.
Κατά την άποψη των φιλελευθέρων το Κράτος είναι σύνολο υπηρεσιών εξουσιοδοτημένων να ασκούν ορισμένα περίγραπτα καθήκοντα στο πλαίσιο της έννομης τάξης, τα σπουδαιότερα των οποίων είναι η απονομή δικαιοσύνης, η αστυνόμευση, η επιβολή και είσπραξη φόρων, καθώς και η άμυνα της χώρας. Για τους τελοκράτες το Κράτος ενσαρκώνει αξίες τις οποίες νομιμοποιείται να επιβάλει, υπερατομικούς σκοπούς τους οποίους καλείται να προβάλει και, στην περίπτωση της Ελλάδος (έως τη Μικρασιατική καταστροφή), τη Μεγάλη Ιδέα, για την οποία ουδείς εδικαιούτο να αμφιβάλει. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας δεν κατέστησε το ελληνικό κράτος ουδέτερο. Μέγα πλήθος από «μικρές ιδέες» συσσωματώθηκαν στους επίσημους κρατικούς σκοπούς και ενσωματώθηκαν ακόμη και στο Σύνταγμα. Το σημερινό Ελληνικό κράτος φέρει δυστυχώς ακόμη τη σφραγίδα της Τουρκοκρατίας.

6.

Σε ένα παράθεμα του Τούρκου ιστορικού Χαλίλ Ιναλτζίκ, που περιγράφει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το οποίο μνημονεύει ο καθηγητής Κ. Τσουκαλάς[9], η εικόνα που δίνεται είναι γλαφυρή: «Κύρια φροντίδα του κράτους ήταν να εξασφαλίσει ότι κανένα άτομο δεν θα μεταπηδούσε σε άλλη κοινωνική τάξη· αυτό θεωρούνταν βασικός όρος για τη διασφάλιση της τάξης και της πολιτικής και κοινωνικής αρμονίας». Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος το εμπόριο ρυθμιζόταν κατά ασφυκτικό τρόπο έτσι ώστε οι αγορές να μένουν μικρές, αυτόνομες και προστατευμένες. Ο αριθμός των εμπορικών καταστημάτων ήταν προκαθορισμένος. Οι συντεχνίες ήταν πανίσχυρες και κυριαρχούνταν από την έμμονη ιδέα του «δικαίου μισθού» που θα εξασφάλιζε εργασία σε όλους, χωρίς ανισότητες πλουτισμού και χρεοκοπίες. Τις «δίκαιες τιμές» των προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και τις «δίκαιες αποδοχές» παντός εργαζομένου τις καθόριζε ο ιμάμης. Τα πάντα κρίνονταν με βάση την αρχή της «επιείκειας» (την οποία εν παρόδω ειρήσθω επικαλούνται και οι σημερινοί Τούρκοι για να διεκδικήσουν τη μισή υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο).
Έτσι οι ραγιάδες ενεργούσαν γνωρίζοντας ότι όλες τους οι οικονομικές δραστηριότητες ήσαν επισφαλείς. Εμπορευόντουσαν και κερδοφορούσαν κατ’ ανοχήν του Σουλτάνου, καλλιεργούσαν κτήματα κατ’ ανοχήν του Σουλτάνου, θρησκεύονταν και ζούσαν κατ’ ανοχήν του Σουλτάνου. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι οι έννοιες του πολίτη, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του κράτους-διαιτητή δεν βρήκαν ευνοϊκό κλίμα για να αναπτυχθούν στην Ελλάδα όταν αυτή συγκροτήθηκε ως κράτος το 1830. Οι Έλληνες πήραν από τον φιλελευθερισμό το απελευθερωτικό και αντιαυταρχικό του σκέλος. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός, που προβάλλει το πρωτείο του ατόμου στην αγορά (παραγωγή και κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών) είναι εν πολλοίς ακατανόητος για τη μεγάλη πλειονότητα των γηγενών Ελλήνων της Τουρκοκρατίας. Με την έννοια αυτή, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους έχουμε ένα επείσακτο σύστημα το οποίο επικάθεται πάνω σε μια κοινωνία που δεν είναι έτοιμη να το δεχθεί. Υπάρχουν άλλωστε ακόμη και σήμερα εχθροί της οικονομίας της αγοράς και νοσταλγοί του παλαιού κλειστού συστήματος.
Σε μια επιφυλλίδα του στο Βήμα με τίτλο «Η ζωτική αντιπρόταση», ο Γιανναράς εξυμνεί την προσωποκρατική εξουσία που χαρακτηρίζει τη χριστιανική Ανατολή και στιγματίζει τους παγίους απρόσωπους κανόνες παιγνιδιού που ισχύουν στη φιλελεύθερη Δύση. Ο Έλληνας, αποφαίνεται, «δεν θα συμβιβασθεί ποτέ με το αφηρημένο καθήκον ούτε με τον απρόσωπο μηχανισμό της δημόσιας διοίκησης αλλά θα τον κάνει πάντα διάτρητο με το ρουσφέτι, και την αργομισθία». Σε μια παλαιότερη επιφυλλίδα του, στο Βήμα της 16.4.1977 με τίτλο «Αποκέντρωση ίσον εξελληνισμός», την οποία θεώρησε τόσο σημαντική ώστε να την συμπεριλάβει στο βιβλίο με τη συλλογή άρθρων του με τίτλο Νεοελληνική Ταυτότητα, είναι ακόμη σαφέστερος: «Έξω από τα οικοδομικά τετράγωνα –γράφει– απλώνονται τα ανώνυμα πλήθη των ψηφοφόρων με μοναδική πρόσβαση στην πολιτική το συκοφαντημένο ρουσφέτι, αυτή την έσχατη δυνατότητα προσωπικής σχέσης του πολίτη με τον απρόσωπο κρατικό μηχανισμό» (σ. 120).

7.

Η ιδιόμορφη αυτή τελοκρατία του ρουσφετιού έχει και τούτη την ιδιομορφία: Το «τέλος» δεν είναι σαφές ούτε ενιαίο, διότι διορίζοντες και διοριζόμενοι ξέρουν τι θέλουν ο καθένας για λογαριασμό τους (οι πρώτοι ψήφους και οι δεύτεροι αργομισθίες), αλλά δεν ξέρουν τι θέλουν για το κράτος. Εάν ξαφνικά ερχόταν μια κυβέρνηση που θα ήθελε να επιβάλει π.χ. κορεατικούς ή ιαπωνικούς εξαγωγικούς στόχους δεν θα κατάφερνε τίποτε απολύτως, διότι στην Ελλάδα η κρατική μηχανή δεν έχει κατασκευασθεί για να υπηρετεί σκοπούς αλλά τη δική της αναπαραγωγή και την ευημερία των υπαλλήλων. Υπάρχει ένα άσφαλτο κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς στη σημερινή Ελλάδα τους φιλελεύθερους από τους αντιφιλεύθερους στον δημοσιονομικό τομέα. Όσο περισσότερο ή μάλλον όσο ειλικρινέστερα αγωνιά κανείς για τα ελλείμματα του δημοσίου τομέα τόσο πιο φιλελεύθερος είναι. Η σημερινή κρίση έχει προσδώσει σε αυτήν την αντίθεση και ένα «πατριωτικό» χαρακτηριστικό. Οι οπαδοί της πελατειοκρατίας και του ανεξέλεγκτου κρατικισμού επικαλούνται την ανάγκη προάσπισης της εθνικής κυριαρχίας για να καταπολεμήσουν το «Μνημόνιο» που μας επέβαλαν οι ξένοι πιστωτές μας για να μας σώσουν από την πτώχευση.
Στο μεταξύ οι καλούμενοι «νεοφιλελεύθεροι» (λάθος όρος διότι ο φιλελευθερισμός δεν παλαιώνει καθώς εξασφαλίζει το πρωτείο του στοχοθετούντος, διαφορετικά κάθε φορά, ατόμου) κατηγορούνται ως οπαδοί μιας «εισαγόμενης» ιδεολογίας, ως θεωρητικολογούντες, ξενοσπουδαγμένοι άνθρωποι που αγνοούν το «λαϊκό» στοιχείο, την ανάγκη «κοινωνικής δικαιοσύνης» και κρατικής θαλπωρής που διακατέχει τον ανασφαλή Έλληνα, ή –κατά αντιφατικό τρόπο– την ανάγκη χαλιναγώγησης της ασυδοσίας του («μωρέ, άκου που σου λέω, βούρδουλα θέλει ο Ρωμιός»), ελέγχου της πνευματικής του τροφής και των πληροφοριών που του δίδονται. Η στάση αυτή υπολαμβάνει ότι τα εγγενώς ατίθασα και αφερέγγυα άτομα που δεν σέβονται τους «ταγούς» χρειάζονται κυβέρνηση που να μη σέβεται κανέναν και να χειραγωγεί όλους, οτέ μεν ως τροφός αντιλήπτωρ, οτέ δε ως χωροφύλαξ. Είναι τουλάχιστον περίεργη η επιμονή εκείνων που λένε –γενικεύοντας– ότι ο φιλελευθερισμός ταιριάζει μόνο σε διαμαρτυρόμενους Αγγλοσάξονες και ότι εμείς οι θερμοί μεσογειακοί ορθόδοξοι Έλληνες είμαστε τάχα από «άλλη πάστα», θέλουμε θαλπωρή, ισοπέδωση και Κράτος-τροφό. Περίεργη, διότι σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια Έλληνες που ζουν και τα καταφέρνουν θαυμάσια σε φιλελεύθερες χώρες του εξωτερικού χωρίς βοήθεια, και χωρίς ρουσφέτια.
Η Ελλάδα αποτελεί σήμερα «περίπτωση εγχειριδίου», όπως λένε οι οικονομολόγοι, διότι εξεικονίζει με θαυμαστή ενάργεια την παθογόνο δράση των ελλειμμάτων που οδηγούν σε υψηλό χρέος και σε ενδεχόμενο χρεοκοπίας. Τα κρατικά ελλείμματα οφείλονται σε δαπάνες του κράτους για παροχές, επιδοτήσεις και αργομισθίες, που αποτελούν μη κερδισμένο εισόδημα. Οι κάτοχοι αυτού του ρευστού το οποίο δεν κέρδισαν (διότι δεν παρήγαγαν πλούτο) γεννούν ωστόσο ζήτηση για πραγματικά προϊόντα και υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να παραπονείται ο Ανδρέας Παπανδρέου ως πρωθυπουργός ότι «ξοδεύουμε περισσότερα από όσα παράγουμε».
Η κυρία Θάτσερ συνήθιζε να λέει ότι οι πολιτικοί αλλά και οι άνθρωποι γενικώς είναι δύο κατηγοριών: Αυτοί που σε όλα βλέπουν δυσκολίες και εκείνοι που σε όλα βλέπουν ευκαιρίες. Οι φιλελεύθεροι ανήκουν, κατά κανόνα, στη δεύτερη κατηγορία, κυρίως διότι δεν συμμερίζονται τις αυταπάτες των ποικίλων κοσμοδιορθωτών και επομένως δεν καταρρέουν όταν αυτές αποδεικνύονται φρούδες. Οι μονιστικές κοινωνίες τού ενός Σκοπού, Προτύπου, Σχεδίου κατέρρευσαν ή φυτοζωούν, αποδεικνύοντας πασιφανώς ότι η φτώχεια επιλογών οδηγεί στη σκέτη φτώχεια. Η Ευρώπη πρόκοψε διότι αύξησε μετά τον 16ο αιώνα τις θεσμικές επιλογές στον τομέα των ιδεών, των δοξασιών, των αγαθών, των σκοπών και των μέσων, επέτρεψε την πολυμορφία και κατοχύρωσε την ελευθερία επιλογής.
Έτσι λοιπόν ο συνδυασμός πρωτείου του ατόμου και αποτελεσματικών κοινωνικών υπηρεσιών, η εναρμόνιση του συμφέροντος υπό τις διάφορες μορφές του (ατομικού, ιδιωτικού, ομαδικού, εθνικού, δημοσίου, κρατικού, οικουμενικού), η αλληλοδιαπλοκή δικαιωμάτων τα οποία ολοένα διευρύνονται, ο συγκερασμός ελευθερίας του επιχειρείν και προστασίας του περιβάλλοντος, η συνάρθρωση της ελευθερίας ως απουσίας καταναγκασμού με τον όλο και πιο προχωρημένο καταμερισμό εργασίας που προϋποθέτει όλο και πιο προχωρημένη οικειοθελή συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, είναι μεν δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο έργο, που θέτει σε δοκιμασία την επινοητικότητα αρχόντων και αρχομένων, ταγών και πολιτών, διανοουμένων και εργαζομένων αμέσως μετά την πτώση της ματωμένης αυλαίας, καθώς έχει πια λήξει οριστικώς και επισήμως η ιστορία των αλληλοσκοτωμών στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει λόγος να μη συμμετάσχουν και Έλληνες σ’ αυτή την πορεία προς τον φιλελευθερισμό εφόσον συνειδητοποιήσουν ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους ως σύνολο και πως αυτό υπονομεύεται όταν δίνεται έμφαση στο βραχυπρόθεσμο ατομικό ή οικογενειακό τους συμφέρον εις βάρος του συνόλου.

*

[1] Όπως είχαμε προαναγγείλει, πρόκειται για το τελευταίο κείμενο του αείμνηστου Μάρκου Δραγούμη. Το είχε γράψει τον περασμένο Δεκέμβριο προκειμένου να συμπεριληφθεί σε έναν συλλογικό τόμο προς τιμήν του Τιμολέοντος Λούη. (Ο εν λόγω τόμος, αν και τυπώθηκε πρόσφατα από ορισμένους συνεργάτες του Τ. Λούη στο ΚΠΕΕ, είναι δυστυχώς ουσιαστικά εκτός εμπορίου). Ευχαριστούμε τον κ. Νίκο Λιναρδάτο με την άδεια του οποίου το δημοσιεύσουμε.
[2] Θάνος Βερέμης και Γιάννης Κολιόπουλος, Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια. Από το 1821 μέχρι σήμερα, Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 35-38.
[3] Ευγενίου Βουλγάρεως, Σχεδίασμα περί της ανεξιθρησκείας ήτοι περί της ανοχής των ετεροθρήσκων, Στάχυ, Αθήνα 2001, σ. 25.
[4] Ό.π., σ. 48.
[5] Αντί, τχ. 42, 3 Απριλίου 1976.
[6] Χρήστος Γιανναράς, Κεφάλαια Πολιτικής Θεολογίας, Γρηγόρη, Αθήνα 1983, σ. 20-21.
[7] Κώστας Ζουράρις, Γελάς Ελλάς Αποφράς, Αρμός, Αθήνα 1999, σ. 51.
[8] Ό.π., σ. 55.
[9] Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σ. 279.

We have the Troika we deserve!

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Greece, two years after the agreement on the conditionality program, is closer to bankruptcy than ever, while at the same time all economic initiative is simply frozen. The responsibility of the government that has procrastinated and not done what it had to do for months, is obvious, as is the responsibility of the opposition that undermined in every possible way the fiscal consolidation efforts and the structural reforms. But a substantial responsibility also lies with the troika. Not only towards the European (mainly) taxpayers, whose money it administers, but also towards those Greek citizens who were hoping that the troika would act as a type of catalyst to rid the country from a state-sponsored, vicious and corrupt governance system. This system of governance was fed with European money and it grew to marginalize the healthy and productive powers of the country, in every aspect of the economic, social and intellectual life of the country, during the past thirty years.
Which were the main mistakes of the troika?
Regarding economics, the fundamental mistakes were the duration of the program, the balance between tax increases and expenditure cuts and the fact that the money of the European, mainly, taxpayers was used to keep financing consumption, rather than investment. The assertion that the deficit was so big that it had to be cut slowly during a four year period turned the program into a Chinese torture that multiplied uncertainty and that led to a further increase in the public sector debt which was allowed to soar to uncontrollable levels. With what logic could the bankrupt Greek state justify primary deficits that financed consumption of almost 20 billion Euros in 2010 and 2011? And since the main aim of the program was to restore confidence, why had this to happen in 2012 rather than in 2010? In a country that had the lowest investment rate among all Southern European countries (30% less as a percentage of GDP than Spain and Italy) and the largest extent of overconsumption, the troika did not finance investment but sustained excessive public consumption.
At the same time, and in spite of the fact that the troika publicly argued for the need to emphasize expenditure cuts rather than tax increases in order to reduce the deficit, it accepted the opposite policy that the government pursued. Repeated increases in tax rates, given the corrupt tax-collecting mechanism and the widespread social acceptance of tax-evasion, strangulated the productive private economy, supported the relative competitiveness of the systematic tax-evaders and undermined the productive and competitive law-abiding companies.
Finally, the way the privatization program is advanced is irrational from an economic perspective and irresponsible. It is a program with unrealistic expected returns and a time-frame which lacks careful preparation. Nobody knows or can explain where the famous 50 billion will come from, since nobody has bothered to look what the market would be willing to pay for the assets the government is going to offer. It is a letter to Santa Claus that simply aims to fool the markets and to buy time.
The fundamental failing of the troika though is its complete inability to fathom the political and social dimension of the project it took on. Even though the initial conditionality program clearly states that “the government will ensure a fair allocation of the adjustment cost”, the troika accepted a bluntly unfair allocation that aimed to maintain the privileges of the political parties and the elite of the political governance system, as well as the protection of the vicious and corrupt clientelist relationships they had developed during the past decades. Liquidity was sucked dry from companies via the banks that are completely dependent on the European Central Bank (to which they owe almost 100 billion Euros), but the connected and powerful of the system (like political parties and media groups) maintained their access to finance in violation of all banking criteria. The case of the two political parties of PASOK and New Democracy is the most telling and provocative. They owe more than 250 million Euros and offer as collateral only the stream of annual government subsidies they expect to receive for long after the mandate of the current parliament expires. The troika and ECB did nothing to start the austerity program with the implementation of serious lending criteria to the political parties. As a matter of fact, they left them completely untouched.
They also accepted the choice of the government to protect the government’s employees, a large proportion of whom has been hired regardless of merit, with non-transparent procedures, burdening the employees of the private sector. While they all accept that the Greek public sector is bloated and unproductive, they troika allowed hiring in the public sector to continue, while hundreds of thousands employees in the private sector were, and are, losing their jobs because of the persistence of the high deficits of the government’s budget.
Similarly, the troika acted to the benefit of the public sector and the clientelist party system in the pension reform. In theory the reform of the pension system aimed to raise the retirement age, especially for the privileged employees of state owned, or previously state owned, companies, as well as other professional groups. In reality, even though this was legislated to happen in the medium and long term, gates were left wide open for those who could rush into early retirement, which was additionally subsidized with even more privileges. As a result tens of thousands government employees retired early –at their 50s– receiving at the same time the related retirement cash-bonuses (which one should note are exempt from all taxes!). The same applies to the members of the privileged and protected professional groups (by the way, the 20% tax on all advertisement that subsidizes the retirement fund of journalists still persists as it always did), who share such privileges. That is, privileges that private sector employees can only dream of given that they retire after the age of 65 and after paying exorbitant social security contributions. All that to the cheers of the troika!
Regarding politics, the troika assumed that its activities were clearly technical and not political. In reality though it acted politically to undermine the supporters of reforms, and to the advantage of their worst enemies. Their handling of A. Samaras is indicative. Initially he attacked the conditionality program in every conceivable way and tried to convince that he could implement an alternative policy with additional money that he would secure after a re-negotiation with the troika. While the troika examined this program and found it completely unrealistic, it never informed the Greek public about its exact content of this program. And while it steadily meets with A. Samaras and his collaborators striving to achieve a broad political consensus, offering him public relations successes and status, it does not inform the Greek people about the chances that his unrealistic proposals can get implemented. Thus uncertainty and confusion increases and the supporters of reforms are further undermined politically. That is, the few that are still among the ranks of the opposition as well as those that are in the government or present within the wider political scene.
How can someone interpret this behavior? Evidently, it is not a result of bad intentions. The Europeans and the other officials in charge have no motive to make the program fail. To explain this behavior one has to examine also psychological factors as well as institutional traditions. Some French politeness and Central-European self constraint, a bureaucratic risk–aversion and a little emphasis to save the “ownership” of the program that the IMF advances (that is that those that implement it must feel that it is “their” program). But mainly their inability to fathom how the Greek political system really works and their naiveté to believe that the power system of Greece will want to apply a program to save the county, while the participants of the power game look for ways to save themselves regardless of the wider repercussions. Thus the troika, instead of forging an alliance with the Greek people, and while it offers huge sums of aid money, ended up hurting those it should support, undermining the supporters of reforms and supporting the sworn opponents of reforms. This is happening to such extent that we can honestly wonder “if we have the troika we deserve”.
— The Athens Review of Books
 

 

Τεύχος 21ο – Σεπτέμβριος 2011

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_21_WebΟ νόμος για τα πανεπιστήμια: Φαινόμενα και Νοούμενα

Από τον ΑΛΕΞΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ*
Η υπουργός Παιδείας ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής. Στο αριστερό της χέρι κρατάει έναν ογκώδη φάκελο: αυτό είναι το νομικό πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση που καταργείται σήμερα· στο δεξί, μια δεσμίδα χαρτιών: αυτός είναι ο νέος νόμος. Τα μάτια των βουλευτών και των τηλεθεατών δεν μπορεί να τους γελούν. Η νομοθεσία απλοποιήθηκε, η υπόσχεση για ένα «λιτό νόμο» τηρήθηκε. Βέβαια, το δεξί χέρι της υπουργού δεν κρατάει ακόμα τα κείμενα των προεδρικών διαταγμάτων και των υπουργικών αποφάσεων που το νομοσχέδιο προβλέπει να εκδοθούν. Αλλά ακόμα κι έτσι, η ζυγαριά θα ανέβαζε ψηλά το νέο νομοθέτημα και το παλιό θα κατακαθόταν. Η ελλείπουσα μάζα του χαρτιού θα συμπληρωθεί από κάθε πανεπιστήμιο ξεχωριστά, όταν συνταχθούν και κυρωθούν ο Οργανισμός και ο Εσωτερικός Κανονισμός ενός εκάστου. Και πάλι, από την αυτοψία συνάγεται η τήρηση μιας υπόσχεσης: τα πανεπιστήμια θα αυτενεργήσουν και θα διαμορφώσουν τη φυσιογνωμία τους μέσα στα περιθώρια που ορίζει ο νόμος. 

Δέκα χρόνια από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email
Η Ανθούλα Κατσιματίδη, αδελφή του Γιάννη Κατσιματίδη που σκοτώθηκε στις 11/9, με τον Πρόεδρο Ομπάμα, κατά την εκδήλωση προς τιμήν της μνήμης των 3.000 θυμάτων της μαζικής δολοφονίας που έγινε στο Ground Zero, στις 4 Μαΐου 2011. THE HELLENIC TIMES

Η Ανθούλα Κατσιματίδη, αδελφή του Γιάννη Κατσιματίδη που σκοτώθηκε στις 11/9, με τον Πρόεδρο Ομπάμα, κατά την εκδήλωση προς τιμήν της μνήμης των 3.000 θυμάτων της μαζικής δολοφονίας που έγινε στο Ground Zero, στις 4 Μαΐου 2011.
THE HELLENIC TIMES

Τα ονόματα των 49 νεκρών ομογενών στους Δίδυμους Πύργους

Από τον ΜΑΝΩΛΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗ

Η δέκατη επέτειος από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου βρίσκει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν νεκρό. Με την ευκαιρία της εξόντωσής του δημοσίευσα στην β΄ έκδοση της ARB(τχ. 18, Μάιος 2011) το κείμενο με τίτλο «OBITUARY. Οι Έλληνες αντιιμπεριαλιστές πενθούν». Αναφερόμουν σε όλους εκείνους που πανηγύριζαν στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, με τα «καλά να πάθουν!», «καλά τους κάνανε», «τους άξιζε», «η Αμερική θέρισε αυτά που έσπειρε», χτυπήθηκε «η αυτοκρατορία του κακού» κ.τ.τ., και ρητόρευαν για την «εκδίκηση των καταπιεσμένων», τη «Νέμεση», τη «θεία δίκη», που αμφισβητούσαν ακόμη και την ενοχή του Λάντεν[1], ενώ το 42% των Ελλήνων πίστευε ότι την τρομοκρατική επίθεση την έκαναν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. Τώρα, καθώς όλοι οι τύραννοι που θαύμαζαν λιγοστεύουν, έμελλε να μείνουν ορφανοί και απ’ τον «Κανάρη» και να καταγγέλλουν την… παράνομη εισβολή στο Πακιστάν και τη διατάραξη της οικογενειακής ειρήνης του Μπιν Λάντεν από τους Αμερικανούς, που «δολοφόνησαν» έναν «άοπλο» ο οποίος περιβαλλόταν από «αμάχους».