Τεύχος 31o – Ιούλιος – Αύγουστος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email


Editorial
ARB_31_web

Τα όμοια τοις ομοίοις εισίν ιάματα

Όπως συμβαίνει με πολλές πτυχές της λεγόμενης «εναλλακτικής ιατρικής», η ομοιοπαθητική έχει φανατικούς φίλους και εξίσου φανατικούς πολέμιους. Παρακολουθώντας κανείς την επιστημονική συζήτηση που γίνεται για το ζήτημα διεθνώς, διαπιστώνει ότι σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, η χρήση συστατικών τα οποία προκαλούν τα συμπτώματα που τα ομοιοπαθητικά σκευάσματα καλούνται να θεραπεύσουν, είναι ποσοτικά εξαιρετικά περιορισμένη. Οι πατέρες της ομοιοπαθητικής στη Δύση, ήδη από τον προπερασμένο αιώνα, όταν δέχθηκαν τις πρώτες επιθέσεις από την παραδοσιακή ιατρική, αντέδρασαν εφαρμόζοντας την τακτική της υπεραραίωσης. Έτσι σήμερα τα σχετικά συστατικά υφίστανται τόσο μεγάλο βαθμό αραίωσης, ώστε μια βασική κριτική κατά της ομοιοπαθητικής είναι πλέον ότι το τελικό σκεύασμα που προσφέρεται στον ασθενή είναι πιθανόν να μην έχει ούτε ένα μόριο από το αρχικό δραστικό συστατικό. Φτάνει δηλαδή κανείς εύλογα να αναρωτιέται: τι είναι αυτό που υποτίθεται ότι θεραπεύει τον ασθενή;

Περιεχόμενα 31ου τεύχους, Ιούλιος-Αύγουστος 2012

ARB_31_web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Περιεχόμενα 30ου τεύχους, Ιούνιος 2012

ARB_30_web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 30ό – Ιούνιος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_30_webEditorial

Οι άνθρωποι που πίστεψαν τα ψέματά τους

ΝΑ ΛΥΠΑΣΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ…
Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.
 
Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.
 
Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.
 
Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.
 
Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.
 
Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.
 
Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος.
(Χαλίλ Γκιμπράν, από τον Κήπο του Προφήτη, 1933, μετάφραση για την ARB: Χ.Ε. Μαραβέλιας).
Οι Έλληνες πολίτες βρίσκονται ενώπιον άγριων διλημμάτων. Διάφορες εκδοχές λαϊκισμού, ακροτήτων και παλαιοκομματισμού ζητούν την ψήφο τους χωρίς κανείς σχεδόν να έχει το θάρρος να τους πει την αλήθεια. Ενστικτωδώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η όποια επιλογή κυβέρνησης –μάλλον αναπόφευκτα– δεν θα αποτελεί το τέλος αυτής της περιπέτειας αλλά την απαρχή μιας νέας περιόδου δεινών με μια κατάληξη που διαγράφεται μάλλον δυσοίωνη.
Οι μόνοι που παραμένουν απτόητοι στην εικονική τους πραγματικότητα είναι οι δεσπότες και διάκονοι της πλειονότητας των ισχυρών ΜΜΕ, που ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να προωθούν αδιάντροπα τα μαγικά τους ελιξίρια. Καμιά σοβαρή συζήτηση για τις εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενες επιλογές των Ελλήνων. Καμιά σοβαρή κριτική στους μεγάλους, μικρούς και μικρομέγαλους πρωταγωνιστές και υπαίτιους της επερχόμενης καταστροφής. Συσκότιση της πραγματικότητας και της υπόλοιπης Ευρώπης και του κόσμου· των διαθέσεων των άλλων κοινωνιών και πολιτικών συστημάτων και των πράγματι διαθέσιμων οικονομικών πόρων.

Για μια ακόμη φορά, ἡ μωρὰ τῶν Ῥωμαίων συναγωγὴ ἐσκέψατό τινα ματαίαν βουλήν… – για να θυμηθούμε τις μέρες λίγο πριν από την Άλωση. (Ένα μεγάλο μέρος του «πληροφορημένου» από αυτούς ελληνικού λαού συμπεριφέρεται και σήμερα όπως περιέγραφε ο Μιχαήλ Δούκας: Ἀλλ’ ὁ λαὸς ὁ ἀπηνὴς καὶ μισόκαλος, ἡ ῥίζα τῆς ὑπερηφανείας, ὁ κλάδος τἠς κενοδοξίας, τὸ ἄνθος τῆς υψηλοφροσύνης, ἡ τρυγία [: κατακάθι] τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, ἡ καταφρονοῦσα τὰ γένη τῶν ἀνθρώπων καταφρόνησις ἀληθινὴ πάντα τὰ γενόμενα ἐλογίζοντο ὡς μὴ γενόμενα…).
Σε μια εποχή που δείγματα των πραγματικών ηθών και συμπεριφορών των εν λόγω διακόνων της «ενημέρωσης» κοινολογούνται στο πανελλήνιο μέσω ημερολογίων τροφίμου του Κορυδαλλού, που είχε συνηθίσει να αρχειοθετεί με τευτονική επιμέλεια τις προσφορές συλλογικής διαφθοράς, δεν υπάρχει στα ΜΜΕ καμιά κριτική στις ίδιες τους τις πρακτικές και στα δικά τους διαχρονικά ανομήματα. Προπαντός δεν υπάρχει καμιά σοβαρή κριτική για τον καθοριστικό ρόλο που αυτοί οι ίδιοι έπαιξαν στο πώς φτάσαμε εδώ (και μη παρέκει).
Η σουρεαλιστική πραγματικότητα των εκλογών αυτών είναι η πολωτική ψευδοεπιλογή μεταξύ εκείνων που πολέμησαν με λύσσα, μέσω του μπαμπούλα του «μνημονίου», την επιλογή της προσαρμογής της Ελλάδας στην αναπόφευκτη πραγματικότητα, εκείνων που παριστάνουν ότι την πολεμούν ακόμα και εκείνων που υπονόμευσαν την προσαρμογή εμπράκτως στη διάρκεια της προσπάθειας εφαρμογής των αντίστοιχων πολιτικών.
Το σουρεαλιστικότερο όλων είναι ότι εκείνοι που επί δύο χρόνια στα κυρίαρχα ΜΜΕ προπαγάνδιζαν σε κάθε ευκαιρία και με κάθε αφορμή ότι ακολουθούμε λάθος και αδιέξοδη συνταγή και πως υπάρχει κάποια μαγική λύση με την οποία θα έρεε άφθονο μέλι και γάλα σε ολόκληρη την επικράτεια, όλοι εκείνοι που λοιδορούσαν τους βαλανιδοφάγους δυτικούς, ξαφνικά άρχισαν ομοθυμαδόν να βρίσκουν το φως τους. Δυτικότεροι –τώρα– των δυτικών, Μερκελότεροι της Μέρκελ, στρατευμένοι κοντοτιέροι πάλι για «ιερό σκοπό», πάντα ασυνείδητοι, αγωνίζονται να αναδιαμορφώσουν για μιαν ακόμη φορά την δημοσίαν ἑλληνικὴν συνείδησιν (όπως αποκαλούνταν μέχρι και το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα η κοινή γνώμη). Αυτοί γνωρίζουν, εξ ιδίας πείρας και εξ ιδίων κρίνοντες τα αλλότρια, πως Μικράν, μικράν, κατάπτυστον / ψυχὴν ἔχουν αἱ μᾶζαι, / ἰδιοτελῆ καρδίαν, / καὶ παρειὰν ἀναίσθητον / εἰς τοὺς κολάφους– όπως λέει ο Καρυωτάκης.
Το γνωρίζουν ιδιαιτέρως από τους διακόνους της εφημεριδοσύνης, του είδους εκείνου στο οποίο ο Λόρδος Νόρθκλιφ έβρισκε, τελικά, το ελαφρυντικό ότι δουλειά τους είναι να εξηγούν στους άλλους αυτά που οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουν – και μακάρι να ήταν μόνο αυτή η δουλειά των εγχωρίων!
Από την αφήγησή τους λείπει όμως δυστυχώς ο συνεκτικός ιστός. Για την αποφυγή του καταστροφικού επεισοδίου δεν αρκεί μόνον η ψήφος των Ελλήνων. Απαιτείται και πολιτική ηγεσία, με γνώση, θάρρος, σπάνια διαχειριστική και πολιτική ικανότητα, που θα έχει προγραμματίσει, σκεφθεί, προετοιμαστεί για το δέον γενέσθαι στην απίστευτα δύσκολη συγκυρία στην οποία έχουμε βρεθεί. Πολιτική ηγεσία με έτοιμες ομάδες εξαιρετικά ικανών ανθρώπων που θα προωθήσουν σε πολλαπλά επίπεδα και με πρωτοφανείς (για την καθ’ ημάς Ανατολή) ταχύτητες, αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που αποφεύχθηκαν επί δεκαετίες.
Θα μπορούσαν ποτέ οι αλλοπρόσαλλοι, αλλόφρονες, αλαφροΐσκιωτοι και ανίκανοι πολιτικοί υποτακτικοί τους να ανταποκριθούν σ’ αυτή την αποστολή; Όλοι γνωρίζουν πως όχι. Πώς λοιπόν και γιατί τους προωθούν ξανά με πάθος; Γιατί δεν αναζήτησαν κάποιαν άλλη εναλλακτική επιλογή; Πάλι προσπαθούν να εφεύρουν ένα τέρας, μια Χίμαιρα (πρόσθε λέων, ὄπιθεν δὲ δράκων, μέσση δὲ χίμαιρα… σαν αυτήν η οποία, καταπώς λέει ο Απολλόδωρος, τὴν χώραν διέφθειρε, καὶ τὰ βοσκήματα ἐλυμαίνετο).
Εύκολη απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει. Μόνο υποθέσεις. Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η πολύχρονη κρατικοδίαιτη διαβίωσή τους έχει προκαλέσει αμβλύνοια στην αντιληπτική τους ικανότητα για τις πραγματικές ανάγκες διαχείρισης της χώρας. Προωθούσαν επί τόσα χρόνια ανθρώπους με κριτήριο την υποτακτική τους φύση και συμπεριφορά, που ξέχασαν, αν ποτέ ήξεραν, ότι η πραγματική πολιτική, όταν δεν διεξάγεται με δανεικά και αγύριστα είναι μια δύσκολη και απαιτητική τέχνη. Προπαντός όταν το χάσμα μεταξύ προσδοκιών του λαού και πραγματικότητας είναι τόσο βαθύ και δυσθεώρητο. Του λαού που διαβουκολούν και που ο ίδιος προσφέρεται για διαβουκόληση .
Εναλλακτικά λοιπόν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι οι δεσπότες και τα όργανά τους, η κοινή εφημεριδοσύνη, ψεύδονται τόσα χρόνια ώστε πίστεψαν στο τέλος στα ψέματά τους.
Ονειροφαντάστηκαν ότι αναδεικνύουν μεγάλους ηγέτες κι αρχηγούς και ξέχασαν ότι κατά κανόνα προώθησαν απλώς τους προθυμότερους να τους υπηρετήσουν.
Τι από όλα συμβαίνει είναι τελικά αδιάφορο. Το βέβαιο είναι ότι το μέλλον διαγράφεται μαύρο. Το τσουνάμι που ήδη κινείται καταπάνω μας θα παρασύρει ασφαλώς τους υπαίτιους και εκείνους που τους προώθησαν και ανέδειξαν, αλλά θα έχει βαρύτατες επιπτώσεις στις ζωές όλων μας. Θα επιπέσει επί δικαίων και αδίκων, εκτός αν η πολιτική συμπεριφορά των απλών καθημερινών ανθρώπων υπερβεί την πόλωση και τις τεχνητές κατασκευές και αναδείξει έναν απρόσμενο, με βάση τα σημερινά θλιβερά δεδομένα, πολιτικό συσχετισμό που θα επιτρέψει την ανάδειξη λύσης εναλλακτικής πέρα από τους σημερινούς πρωταγωνιστές. Δεν φαίνεται πιθανό, δεν παύει όμως κανείς να ελπίζει για κάτι καλύτερο την ώρα που πρέπει να προετοιμάζεται για το χειρότερο.
— TheAthensReviewofBooks
*

Περιεχόμενα 29ου τεύχους, Μάιος 2012

ARB_29_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 29ο – Μάιος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_29_WebEditorial

Οι Αμετανόητοι

Υπάρχει κανείς ακόμη που να αμφιβάλλει πότε και πώς ξεκίνησε η περιπέτεια των ελλειμμάτων του δημόσιου προϋπολογισμού και οι συνέπειές τους στη διόγκωση του δημόσιου χρέους; Οι αμυντικές δαπάνες και οι αναδιανεμητικές πολιτικές μετά το 1974 αύξησαν κάπως τα δημόσια ελλείμματα, αλλά η κατάσταση ξέφυγε μετά την κατά κράτος (κυριολεκτικά) κυριαρχία της «Αλλαγής» στην τρομερή δεκαετία του 1980 του ασυγκράτητου λαϊκισμού, με συμβολικό αποκορύφωμα το περιβόητο «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα!». Έκτοτε, και σε πλήρη αντιστοιχία με τον εκλογικό κύκλο, το δημοσιονομικό «άνοιγμα» διευρυνόταν συνεχώς, με κάποια βραχυχρόνια διαλείμματα προσπαθειών ελέγχου (επί υπουργίας Σημίτη το 1985, πρωθυπουργίας Μητσοτάκη το 1990 και ξανά του Σημίτη το 1998, ως πρωθυπουργού αυτή τη φορά, προσπάθειες που εγκαταλείφθηκαν οριστικώς με την απόρριψη του ασφαλιστικού Γιαννίτση).
Κάθε πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας δεν άντεχε πάνω από δύο-τρία χρόνια πριν πέσει βορά του αδηφάγου Μινώταυρου των δανεικών και αγύριστων προς όφελος των διαπλεκόμενων συμφερόντων, των κομματικών δικτύων πελατείας και της κρατικοδίαιτης δημοσιοϋπαλληλίας.
 Μετά το 2000, και καθώς προετοιμαζόταν ο χαυνωτικός ρωμαϊκός θρίαμβος των Ολυμπιακών Αγώνων, κάθε απόπειρα μακροχρόνιου αναπτυξιακού σχεδιασμού, ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης, του κράτους δικαίου και πρόνοιας τινάχτηκε στον αέρα. Μετά μάλιστα το 2004, επί Καραμανλή Β΄ του Ράθυμου, συνεχίστηκε το ίδιο σάπιο σύστημα εξουσίας, ενσωματώνοντας πλήρως και τον άλλο πόλο του κυβερνώντος δικομματισμού. Επισπεύδοντας, μέσα στον ελάχιστο χρόνο που απέμενε μέχρι το 2009, γενέθλιο έτος της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του ελληνικού κράτους, την οικονομική και πολιτική χρεοκοπία της χώρας.
Αν δεν ίσχυε το συμπέρασμα των ιστορικών ότι οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές αλλάζουν με απείρως βραδύτερους ρυθμούς από τις οικονομικές και κοινωνικές δομές, θα ήταν, ίσως, αναμενόμενο όλη αυτή η μακρά εμπειρία διά πυρός, σιδήρου, και άφθονης λάσπης κατά των αντιφρονούντων, κάτι να είχε διδάξει όσους φιλοδοξούν να διαχειριστούν τα κοινά και να κατευθύνουν τον δημόσιο βίο προς όφελος του συνόλου και όχι μόνο προς όφελος των οπαδών τους.
Όμως, αλίμονο, το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, και ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων, είναι ότι συνέβη η πυρηνική έκρηξη της χρεοκοπίας και αυτά ούτε καν την αντελήφθησαν. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει ο εν μέσω κρίσης δημόσιος λόγος τους, πάντοτε αντιφατικός, άλλοτε έμπλεος υποκριτικής μετάνοιας και άλλοτε ανελέητα επικριτικός των αντιπάλων. Συνυπάρχει και η χειρότερη εκδοχή, εκείνη όπου το μανιτάρι της πυρηνικής έκρηξης, απειλητικά ορατό πλέον διά γυμνού οφθαλμού, επιχειρείται να εκληφθεί ως ταπυροτεχνήματα ενός εφιαλτικού μεν αλλά πρόσκαιρου μεθεόρτιου της αμετροέπειας και ανευθυνότητας όχι των ίδιων και των αντιπάλων τους αλλά του ελληνικού λαού συλλήβδην, κατά το κυνικότατο «μαζί τα φάγαμε».
Το αποτέλεσμα αυτής της έμμονης προσκόλλησης στην ανέμελη απεμπόληση των ευθυνών του πολιτικού συστήματος είναι και η διεύρυνση του χάσματος, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, μεταξύ της καταστροφής και των αιτίων που την προκάλεσαν. Δεν είναι εύκολο, υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες να κατανοήσουν την απόγνωση και τα αδιέξοδα διλήμματα μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού ενώπιον της κάλπης. Οι Έλληνες θεσμικοί συνομιλητές που γνώρισαν και με τους οποίους διαπραγματεύθηκαν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν αντέχουν σε καμία σοβαρή αξιολόγηση, έστω και με τα πιο ανεκτικά κριτήρια.
Αυτή δε την αίσθηση τού «με ποιους έχουν να κάνουν», άλλοτε διακριτικά και άλλοτε χωρίς περιστροφές, μεταφέρουν στην κοινή γνώμη των λαών τους. Μοιραία, η όποια συμπάθεια για την Ελλάδα, εφόσον υπάρχει και όταν παρακινείται –συνήθως χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση στο ελληνικό πρόβλημα, αλλά λόγω των εγκατεστημένων σε άλλες ευνοϊκότερες συγκυρίες εκλεκτικών ιστορικών ή ιδεολογικών συγγενειών– εξανεμίζεται μόλις σκέπτονται ότι την επίλυσή του διαχειρίζεται το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό. Και δεν γνωρίζουν μόνο παρά τα ελάσσονα αλλά αθροιστικώς ευμεγέθη παρακολουθήματά τους στις ακραία αντιευρωπαϊκές τους διακηρύξεις, διασκεδασμένες με τις φαντασιώσεις περί ανέξοδων λύσεων τύπου «αναδιαπραγματεύσεων», «ισοδυνάμων» ή και «δραχμής».
Πρέπει λοιπόν, καταρχήν, να αποκατασταθούν οι σχέσεις μας με την Ευρώπη, τουλάχιστον από αυτούς που δεν τις αμφισβητούν ευθέως. Οι συμπεριφορές του τελευταίου διαστήματος είναι χαρακτηριστικές: Ο ένας ήταν «αδιάβαστος» σχετικά με τους όρους του πρώτου δανεισμού. Ο άλλος (ο αλυσοδεμένος του Καυκάσου) θέλει να του λύσουμε τα χέρια να κυβερνήσει αυτοδύναμος, αυτός με τον καταδικό του Λαό, ανθρωπομορφικά προσλαμβανόμενο ως ενιαίο υποκείμενο. Δεν παραπέμπουν απλώς αλλά κραυγάζουν την τριτοκοσμική καταγωγή μιας αυταρχικής, αυτιστικής και λαϊκιστικής νοοτροπίας.
Και δεν είναι μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα? είναι που επιμένουν και τα αδιανόητα για το ευρωπαϊκό πολιτικό κεκτημένο «μικρά». Μεταξύ αυτών, ενδεικτικά από την εντελώς πρόσφατη συγκομιδή, η εκτός τόπου και χρόνου συνέχεια του σκανδάλου της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και η σκανδαλώδης ρύθμιση των δανείων τους, ο χείμαρρος των κάθε λογής τροπολογιών της τελευταίας στιγμής σε άσχετα νομοσχέδια, οι ακροδεξιοί που σαν έτοιμοι από καιρό εγκλιματίστηκαν εντυπωσιακά γρήγορα στο πνεύμα της «διαπλοκής». Όλος αυτός ο οίκος ενοχής είναι η παθογένεια που εμποδίζει την ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη.
Στο εσωτερικό μέτωπο προβάλλει μιας άλλης τάξεως διπλή απειλή. Είτε να υπερψηφισθούν οι πρωταγωνιστές του υπαρκτού πολιτικού συστήματος, απογοητεύοντας –με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τη διεθνή αποτίμηση της ποιότητάς του– και τους τελευταίους περισσότερο ή λιγότερο ένθερμους υποστηρικτές της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρώπη. Είτε να καταψηφιστεί στις προσεχείς εκλογές η Ευρώπη εκλαμβανόμενη ως η δήθεν πρωταρχική αιτία της εσωτερικής παθογένειας. Έστω και αν η μεγάλη πλειονοψηφία των Ελλήνων, όπως δείχνουν όλες οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, συνεχίζει να θέλει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας? είτε από συνειδητή επιλογή είτε από ανασφάλεια και επιθυμία κάποιου ισχυρού ερείσματος. Έχει συμβεί να καταψηφιστεί και αλλού η Ευρώπη και υπό συνθήκες σχετικής ευημερίας. Αν εκεί το κόστος αυτής της ψήφου ανέκοψε προσωρινά ή απλώς επιβράδυνε την πορεία της Ευρωπαϊκής συνεργασίας, εδώ, στις δικές μας συνθήκες, θα αποτελέσει εθνική τραγωδία.
Θα πρόκειται ασφαλώς για μια τεράστια παρεξήγηση, αφού η Ευρώπη δεν θέλει τους Αφερέγγυους αλλά θέλει την Ελλάδα? ο κόσμος, πάλι, δεν θέλει τους Αφερέγγυους αλλά θέλει την Ευρώπη. Κι όμως είναι πιθανόν να βρεθούμε τελικά να καταψηφίζει ο κόσμος τους Αμετανόητους και να φεύγει απ’ την Ευρώπη ή να τους υπερψηφίζει και η Ευρώπη να φεύγει από την Ελλάδα.
Το σχήμα διακυβέρνησης την επόμενη μέρα είναι λοιπόν κρίσιμο για το μέλλον. Κι εκεί βρίσκεται η δυσκολία της επιλογής των πολιτών. Πώς δηλαδή, χωρίς να ανταμείβει τους Αμετανόητους, η ψήφος τους θα οδηγήσει σε μια φιλική προς την Ευρώπη και, κατά το δυνατόν, αποτελεσματική κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας.
Μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας ικανή να υπερβεί τις εδραιωμένες στην ατιμωρησία και την κοντή μνήμη συμπεριφορές ενός απαξιωμένου, ακόμη και εντός των παραδοσιακών κομματικών του ερεισμάτων, πολιτικού συστήματος ώστε να οικοδομήσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με την Ευρώπη. Αν αυτό συμβεί θα είναι μια έκπληξη στα όρια της παραδοξολογίας, αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας: εκεί που φτάσαμε τίποτε λιγότερο δεν αρκεί.
 The Athens Review of Books

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

*