Περιεχόμενα 29ου τεύχους, Μάιος 2012

ARB_29_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 29ο – Μάιος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_29_WebEditorial

Οι Αμετανόητοι

Υπάρχει κανείς ακόμη που να αμφιβάλλει πότε και πώς ξεκίνησε η περιπέτεια των ελλειμμάτων του δημόσιου προϋπολογισμού και οι συνέπειές τους στη διόγκωση του δημόσιου χρέους; Οι αμυντικές δαπάνες και οι αναδιανεμητικές πολιτικές μετά το 1974 αύξησαν κάπως τα δημόσια ελλείμματα, αλλά η κατάσταση ξέφυγε μετά την κατά κράτος (κυριολεκτικά) κυριαρχία της «Αλλαγής» στην τρομερή δεκαετία του 1980 του ασυγκράτητου λαϊκισμού, με συμβολικό αποκορύφωμα το περιβόητο «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα!». Έκτοτε, και σε πλήρη αντιστοιχία με τον εκλογικό κύκλο, το δημοσιονομικό «άνοιγμα» διευρυνόταν συνεχώς, με κάποια βραχυχρόνια διαλείμματα προσπαθειών ελέγχου (επί υπουργίας Σημίτη το 1985, πρωθυπουργίας Μητσοτάκη το 1990 και ξανά του Σημίτη το 1998, ως πρωθυπουργού αυτή τη φορά, προσπάθειες που εγκαταλείφθηκαν οριστικώς με την απόρριψη του ασφαλιστικού Γιαννίτση).
Κάθε πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας δεν άντεχε πάνω από δύο-τρία χρόνια πριν πέσει βορά του αδηφάγου Μινώταυρου των δανεικών και αγύριστων προς όφελος των διαπλεκόμενων συμφερόντων, των κομματικών δικτύων πελατείας και της κρατικοδίαιτης δημοσιοϋπαλληλίας.
 Μετά το 2000, και καθώς προετοιμαζόταν ο χαυνωτικός ρωμαϊκός θρίαμβος των Ολυμπιακών Αγώνων, κάθε απόπειρα μακροχρόνιου αναπτυξιακού σχεδιασμού, ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης, του κράτους δικαίου και πρόνοιας τινάχτηκε στον αέρα. Μετά μάλιστα το 2004, επί Καραμανλή Β΄ του Ράθυμου, συνεχίστηκε το ίδιο σάπιο σύστημα εξουσίας, ενσωματώνοντας πλήρως και τον άλλο πόλο του κυβερνώντος δικομματισμού. Επισπεύδοντας, μέσα στον ελάχιστο χρόνο που απέμενε μέχρι το 2009, γενέθλιο έτος της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του ελληνικού κράτους, την οικονομική και πολιτική χρεοκοπία της χώρας.
Αν δεν ίσχυε το συμπέρασμα των ιστορικών ότι οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές αλλάζουν με απείρως βραδύτερους ρυθμούς από τις οικονομικές και κοινωνικές δομές, θα ήταν, ίσως, αναμενόμενο όλη αυτή η μακρά εμπειρία διά πυρός, σιδήρου, και άφθονης λάσπης κατά των αντιφρονούντων, κάτι να είχε διδάξει όσους φιλοδοξούν να διαχειριστούν τα κοινά και να κατευθύνουν τον δημόσιο βίο προς όφελος του συνόλου και όχι μόνο προς όφελος των οπαδών τους.
Όμως, αλίμονο, το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, και ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων, είναι ότι συνέβη η πυρηνική έκρηξη της χρεοκοπίας και αυτά ούτε καν την αντελήφθησαν. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει ο εν μέσω κρίσης δημόσιος λόγος τους, πάντοτε αντιφατικός, άλλοτε έμπλεος υποκριτικής μετάνοιας και άλλοτε ανελέητα επικριτικός των αντιπάλων. Συνυπάρχει και η χειρότερη εκδοχή, εκείνη όπου το μανιτάρι της πυρηνικής έκρηξης, απειλητικά ορατό πλέον διά γυμνού οφθαλμού, επιχειρείται να εκληφθεί ως ταπυροτεχνήματα ενός εφιαλτικού μεν αλλά πρόσκαιρου μεθεόρτιου της αμετροέπειας και ανευθυνότητας όχι των ίδιων και των αντιπάλων τους αλλά του ελληνικού λαού συλλήβδην, κατά το κυνικότατο «μαζί τα φάγαμε».
Το αποτέλεσμα αυτής της έμμονης προσκόλλησης στην ανέμελη απεμπόληση των ευθυνών του πολιτικού συστήματος είναι και η διεύρυνση του χάσματος, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, μεταξύ της καταστροφής και των αιτίων που την προκάλεσαν. Δεν είναι εύκολο, υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες να κατανοήσουν την απόγνωση και τα αδιέξοδα διλήμματα μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού ενώπιον της κάλπης. Οι Έλληνες θεσμικοί συνομιλητές που γνώρισαν και με τους οποίους διαπραγματεύθηκαν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν αντέχουν σε καμία σοβαρή αξιολόγηση, έστω και με τα πιο ανεκτικά κριτήρια.
Αυτή δε την αίσθηση τού «με ποιους έχουν να κάνουν», άλλοτε διακριτικά και άλλοτε χωρίς περιστροφές, μεταφέρουν στην κοινή γνώμη των λαών τους. Μοιραία, η όποια συμπάθεια για την Ελλάδα, εφόσον υπάρχει και όταν παρακινείται –συνήθως χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση στο ελληνικό πρόβλημα, αλλά λόγω των εγκατεστημένων σε άλλες ευνοϊκότερες συγκυρίες εκλεκτικών ιστορικών ή ιδεολογικών συγγενειών– εξανεμίζεται μόλις σκέπτονται ότι την επίλυσή του διαχειρίζεται το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό. Και δεν γνωρίζουν μόνο παρά τα ελάσσονα αλλά αθροιστικώς ευμεγέθη παρακολουθήματά τους στις ακραία αντιευρωπαϊκές τους διακηρύξεις, διασκεδασμένες με τις φαντασιώσεις περί ανέξοδων λύσεων τύπου «αναδιαπραγματεύσεων», «ισοδυνάμων» ή και «δραχμής».
Πρέπει λοιπόν, καταρχήν, να αποκατασταθούν οι σχέσεις μας με την Ευρώπη, τουλάχιστον από αυτούς που δεν τις αμφισβητούν ευθέως. Οι συμπεριφορές του τελευταίου διαστήματος είναι χαρακτηριστικές: Ο ένας ήταν «αδιάβαστος» σχετικά με τους όρους του πρώτου δανεισμού. Ο άλλος (ο αλυσοδεμένος του Καυκάσου) θέλει να του λύσουμε τα χέρια να κυβερνήσει αυτοδύναμος, αυτός με τον καταδικό του Λαό, ανθρωπομορφικά προσλαμβανόμενο ως ενιαίο υποκείμενο. Δεν παραπέμπουν απλώς αλλά κραυγάζουν την τριτοκοσμική καταγωγή μιας αυταρχικής, αυτιστικής και λαϊκιστικής νοοτροπίας.
Και δεν είναι μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα? είναι που επιμένουν και τα αδιανόητα για το ευρωπαϊκό πολιτικό κεκτημένο «μικρά». Μεταξύ αυτών, ενδεικτικά από την εντελώς πρόσφατη συγκομιδή, η εκτός τόπου και χρόνου συνέχεια του σκανδάλου της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και η σκανδαλώδης ρύθμιση των δανείων τους, ο χείμαρρος των κάθε λογής τροπολογιών της τελευταίας στιγμής σε άσχετα νομοσχέδια, οι ακροδεξιοί που σαν έτοιμοι από καιρό εγκλιματίστηκαν εντυπωσιακά γρήγορα στο πνεύμα της «διαπλοκής». Όλος αυτός ο οίκος ενοχής είναι η παθογένεια που εμποδίζει την ουσιαστική αποκατάσταση των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη.
Στο εσωτερικό μέτωπο προβάλλει μιας άλλης τάξεως διπλή απειλή. Είτε να υπερψηφισθούν οι πρωταγωνιστές του υπαρκτού πολιτικού συστήματος, απογοητεύοντας –με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τη διεθνή αποτίμηση της ποιότητάς του– και τους τελευταίους περισσότερο ή λιγότερο ένθερμους υποστηρικτές της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρώπη. Είτε να καταψηφιστεί στις προσεχείς εκλογές η Ευρώπη εκλαμβανόμενη ως η δήθεν πρωταρχική αιτία της εσωτερικής παθογένειας. Έστω και αν η μεγάλη πλειονοψηφία των Ελλήνων, όπως δείχνουν όλες οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, συνεχίζει να θέλει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας? είτε από συνειδητή επιλογή είτε από ανασφάλεια και επιθυμία κάποιου ισχυρού ερείσματος. Έχει συμβεί να καταψηφιστεί και αλλού η Ευρώπη και υπό συνθήκες σχετικής ευημερίας. Αν εκεί το κόστος αυτής της ψήφου ανέκοψε προσωρινά ή απλώς επιβράδυνε την πορεία της Ευρωπαϊκής συνεργασίας, εδώ, στις δικές μας συνθήκες, θα αποτελέσει εθνική τραγωδία.
Θα πρόκειται ασφαλώς για μια τεράστια παρεξήγηση, αφού η Ευρώπη δεν θέλει τους Αφερέγγυους αλλά θέλει την Ελλάδα? ο κόσμος, πάλι, δεν θέλει τους Αφερέγγυους αλλά θέλει την Ευρώπη. Κι όμως είναι πιθανόν να βρεθούμε τελικά να καταψηφίζει ο κόσμος τους Αμετανόητους και να φεύγει απ’ την Ευρώπη ή να τους υπερψηφίζει και η Ευρώπη να φεύγει από την Ελλάδα.
Το σχήμα διακυβέρνησης την επόμενη μέρα είναι λοιπόν κρίσιμο για το μέλλον. Κι εκεί βρίσκεται η δυσκολία της επιλογής των πολιτών. Πώς δηλαδή, χωρίς να ανταμείβει τους Αμετανόητους, η ψήφος τους θα οδηγήσει σε μια φιλική προς την Ευρώπη και, κατά το δυνατόν, αποτελεσματική κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας.
Μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας ικανή να υπερβεί τις εδραιωμένες στην ατιμωρησία και την κοντή μνήμη συμπεριφορές ενός απαξιωμένου, ακόμη και εντός των παραδοσιακών κομματικών του ερεισμάτων, πολιτικού συστήματος ώστε να οικοδομήσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με την Ευρώπη. Αν αυτό συμβεί θα είναι μια έκπληξη στα όρια της παραδοξολογίας, αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας: εκεί που φτάσαμε τίποτε λιγότερο δεν αρκεί.
 The Athens Review of Books

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

*

Περιεχόμενα 28ου τεύχους, Απρίλιος 2012

ARB_28_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 28ο – Απρίλιος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_28_WebEditorial

Στη χώρα της κατουρημένης ποδιάς

Πριν σχεδόν 73 χρόνια, στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα, υπογραφόταν το κομμουνιστικό-ναζιστικό σύμφωνο μη επίθεσης από τον χιτλερικό υπουργό Εξωτερικών Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και τον υπουργό Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Βιατσεσλάβ Μιχαήλοβιτς Μολότωφ. Κύριος στόχος του συμφώνου, οι φιλελεύθερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες.
Σήμερα, καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα και τα πολύ μικρά μιμούνται τα πολύ μεγάλα, παρατηρούμε ένα νέο «σύμφωνο μη επίθεσης», ενόψει των επικείμενων εκλογών στην Ελλάδα, μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών της άκρας αριστεράς και των σχηματισμών της ακραίας έως και ναζιστικής δεξιάς. Κοινός στόχος που ενώνει τους σπίθες με τους πυρπολημένους, τη Χρυσή Αυγή με τον Σύριζα και το ΠΑΜΕ του ΚΚΕ και εν γένει τη μυθομανή αριστερά με την επίσης εθνικολαϊκιστική δεξιά, τους τηλεπωλητές με τους τηλεμαϊντανούς, είναι ο ιδεολογικός «τρίτος γύρος» που επιδιώκουν να οδηγήσει στην τελική τους επικράτηση επί των φιλελεύθερων ιδεών, του ορθολογισμού και του διαφωτισμού. Στην επικράτησή τους επί του οράματος της Ευρωπαϊκής Ελλάδας που μοιραίως τους έθεσε στο περιθώριο.
Αρχιστρατολόγοι των δυνάμεων του ανορθολογισμού, τα δύο ένοχα κόμματα εξουσίας, που αφού κατέστρεψαν τη χώρα με την αχαλίνωτη σπατάλη, ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος, τον χρόνιο λαϊκισμό, αφού καθοδήγησαν τον λαό στην κατάβαση προς τον Άδη της συλλογικής διαφθοράς («μαζί τα φάγαμε», λαέ μας!), τώρα παραμένουν μέχρις εσχάτων αδιόρθωτα, παγιδεύοντας και τις όποιες υγιείς δυνάμεις εμπεριέχουν.
Οι αυτοαποκαλούμενοι «αρχιτέκτονες του αντιμνημονιακού αγώνα» διεκδικούν την ψήφο για να εφαρμόσουν το μνημόνιο που μόλις υπέγραψαν, δεσμευόμενοι ότι θα το τηρήσουν απαρέγκλιτα για να το αλλάξουν!
Οι αρχιδιαπλεκόμενοι σηκώνουν τη ρομφαία κατά της διαφθοράς των μικροϋπαλλήλων τους και σπεύδουν να σφουγγίσουν τα πόδια του λαού ως μετανοούσες Μαγδαληνές. Αυτός ο «άτιμος» όμως κλωτσάει και ψάχνει –τυφλωμένος από την οργή και αηδιασμένος από την κοροϊδία– να στείλει το μήνυμα της αγανάκτησής του με τον πιο ακραίο δυνατό τρόπο. (Εξ ου και κάποιες επικίνδυνες εκτονώσεις θυμικής και ετοιμόρροπης λογικής. Δυστυχώς απαιτούνται, από όλους, βαθύτερες και μονιμότερες διεργασίες αντιδράσεων και αναλόγου ορίζοντα ασκήσεις αυτογνωσίας).
Έχει βέβαια κάθε λόγο ο λαός να είναι οργισμένος. Γιατί τώρα μόλις συνειδητοποιεί ποιος είναι ο μεγάλος χαμένος από τη μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα-«υπόδειγμα» διαφθοράς, αναξιοκρατίας, σε χώρα των κομματαρχών και των κολλητών, σε χώρα που δικαιώνει τους φοροφυγάδες εις βάρος των εντίμων, τους αεριτζήδες εις βάρος των δημιουργικών, τους τεμπέληδες εις βάρος των εργατικών, τους απατεώνες εις βάρος των τιμίων και νομοταγών. Τη μετατροπή της σε χώρα που για να γίνεις κάτι έπρεπε ή «να φιλήσεις κατουρημένες ποδιές» ή να σκαρφαλώσεις τον βράχο σκαλίζοντας ο ίδιος με τα νύχια σου τα πατήματα.Ο μεγάλος χαμένος σ’ αυτή τη χώρα και σ’ αυτή την ιστορία είναι ο ίδιος ο μέσος πολίτης και δεν το είχε έως τώρα συνειδητοποιήσει γιατί τον λογαριασμό αυτών των πολιτικών τον στέλναμε στο μέλλον, με τα δανεικά που μας κατέστρεψαν.
Λέγεται ότι η κρίση μπορεί να είναι και ευκαιρία, και συνήθως εννοείται η οικονομία, η ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός. Αλλά είναι πασιφανές ότι άλλες κατηγορίες κεκτημένων της κρίσης οφείλουμε προηγουμένως να κατανοήσουμε ως εκκρεμείς παθολογίες οι οποίες καραδοκούν. Γιατί όλοι οι πρωταγωνιστές του δράματος είναι ακόμη εδώ, στην πολιτική, στα μέσα «ενημέρωσης», στη διοίκηση, στα πελατειακά δίκτυα. Έτοιμοι να επανακάμψουν με τη λεοντή του αναβαπτισθέντος στα νάματα τής περί χρηστής, διαφανούς και δίκαιας διοίκησης ανέξοδης φλυαρίας τους.
Οι ευθύνες των δυνάμεων του ορθού λόγου και της σωφροσύνης, των διανοητών και των διανοουμένων, των πολιτών και προπαντός των πολιτικών που ενστερνίζονται τη φιλελεύθερη σκέψη και τις δημοκρατικές ιδέες, είναι τις στιγμές αυτές πολύ μεγάλες. Αν κάτι διδάσκει η ιστορία είναι ότι οι ευκαιρίες που παρέρχονται δεν επανέρχονται.
Η Ελλάδα χρειάζεται όσο ποτέ σήμερα τις δυνάμεις του ορθού λόγου, αυτονόητα πολέμιες του λαϊκισμού, την ευρωπαϊκή πορεία και προοπτική. Χρειάζεται οι δυνάμεις αυτές να βρουν τη δύναμη να βγουν από την αφάνεια, να θυσιάσουν τους εγωισμούς τους στο συλλογικό καλό, να συνειδητοποιήσουν πού οδηγείται η χώρα και να σκεφθούν τι μπορούν να προσφέρουν και να θυσιάσουν, ο καθένας από τη θέση του και βάσει των δυνατοτήτων του.
Στην Ελλάδα υπάρχουν και άνθρωποι με αξία και αξίες και σύγχρονες πνευματικές υποδομές και αντίληψη του τι σημαίνει να ζεις σε μια κανονική ευρωπαϊκή δημοκρατία. Για να απαλλαγούμε συνεπώς από τη νοοτροπία της «κατουρημένης ποδιάς», για να την κάψουμε μεταφορικώς ή κυριολεκτικώς δεν χρειάζεται ούτε πρέπει να κάψουμε τη χώρα. Αν κάποιος έλεγε πριν από τρία χρόνια ότι η σημερινή Ελλάδα μπορεί να αλλάξει δραματικά προς το χειρότερο κανείς δεν θα τον πίστευε. Κι όμως, θα είχε δίκιο. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται –ακόμη!– στον πάτο όπως νομίζουμε. Τα 11 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στην Ελλάδα έχουν ακόμη και σήμερα συνολικό εθνικό εισόδημα όσο οι τρεις μεγαλύτερες γειτονικές μας χώρες των Βαλκανίων στις οποίες ζουν 36 εκατομμύρια άνθρωποι.
Υπάρχει λοιπόν και άλλος πάτος αλλά και καλύτερο μέλλον. Πώς θα αποφύγουμε τον πρώτο και θα πορευτούμε προς στο δεύτερο; Προϋπόθεση είναι η αναγνώριση πως ένα κράτος αρπαγής, ασυδοσίας, απληστίας και ακολασίας, δημιούργημα της κομματικής ιδιοτέλειας ηγετών και ηγετίσκων, στους οποίους –για να μην ξεχνιόμαστε– εκθύμως και επανειλημμένως εμπιστεύθηκαν οι νεοέλληνες τη διαχείριση των δημόσιων «αρετών» και ιδιωτικών βίτσιων τους, αυτονοήτως δεν μπορεί να αναγεννηθεί εκ της τέφρας του. Για να ανεβούμε το δύσκολο μονοπάτι της ουσιαστικής ευρωπαϊκής σύγκλισης και της χωρίς εισαγωγικά δημοκρατίας, πρέπει πρώτα να εκδιώξουμε από τα μέρη μας τον αφόρητο Υπαρκτό Λαϊκισμό. Αντί λοιπόν να φύγουμε εμείς, ας εκδιώξουμε από τη χώρα την Κατουρημένη Ποδιά.
— The Athens Review of Books
*

Περιεχόμενα 27ου τεύχους, Μάρτιος 2012

ARB_27_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 27ο – Μάρτιος 2012

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_27_Web

Αντισταθείτε στις παράλογες συλλογικότητες

Αντισταθείτε στην νέα δήθεν «εθνική αντίσταση»

Στο εξαιρετικό, και εν μέρει αυτοβιογραφικό, βιβλίο του νομπελίστα Έρικ Καντέλ Αναζητώντας τη μνήμη, όπου περιγράφεται η ιστορία της έρευνας της βιολογικής λειτουργίας της μνήμης, υπάρχει μια σκηνή από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, όταν ο αυστριακός λαός υποδέχεται τον Χίτλερ που εισέβαλε στην Αυστρία. Λίγες ημέρες μετά την εξίσου μαζική και παθιασμένη υποστήριξη της αυστριακής ανεξαρτησίας, 200.000 Βιεννέζοι συγκεντρώθηκαν στηνHeldenplatz (Πλατεία Ηρώων) για να ακούσουν τον Χίτλερ στη μεγαλύτερη συγκέντρωση στην ιστορία της Βιέννης. Η μεταστροφή τους ήταν μια από τις πιο απότομες αλλαγές συλλογικής συμπεριφοράς στη σύγχρονη ιστορία.