Μια συμμορία μεγαλώνει

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από την ΑΝΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ

Δημήτρης Ψαρράς, Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής, Πόλις, Αθήνα 2012, σελ. 471

fragoudaki40Ας ξεκινήσω αναφέροντας ότι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά το μνημονεύει στο προηγούμενο τεύχος της ARB ο Μαρκ Μαζάουερ σε ένα εξαίρετο κείμενό του όπου αναλύει την πολιτική κρίση που διάγει η ελληνική κοινωνία. Ο γνωστός ιστορικός το παραπέμπει ως «απαραίτητη πηγή μελέτης»[1], προφανώς αναγνωρίζοντας στο βιβλίο ότι τα περιεχόμενά του στηρίζονται σε συστηματική και πλουσιότατη τεκμηρίωση σχετικά με την ιστορία, τις νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες, τους συνεργάτες και τις πολιτικές συγγένειες, τις θέσεις και την όλη ιδεολογία της Χρυσής Αυγής (στο εξής ΧΑ).
Βασικό χαρακτηριστικό του βιβλίου του Ψαρρά είναι πράγματι τούτο: δεν είναι δημοσίευμα συγκυριακό, δηλαδή δεν προέκυψε ως αντίδραση στην πρόσφατη και απρόσμενη άνοδο της ΧΑ και την είσοδό της στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο συγγραφέας, καθώς και η ομάδα συνεργατών και συνεργατριών του Ιού της Ελευθεροτυπίας, της οποίας την πολύχρονη ερευνητική εργασία αναφέρει ως βασική πηγή μεγάλου μέρους του βιβλίου[2], έχει ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με την ελληνική ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας, όπως δείχνει η μακρόχρονη αρθρογραφία του, το προηγούμενο αποκαλυπτικό βιβλίο του για τον Λα.Ο.Σ.[3] και η συστηματική έρευνα για τα ακροδεξιά μορφώματα πολύ πριν βγουν από το πολιτικό περιθώριο, διέβλεψε νωρίς τη σημασία και τους κινδύνους από την πολιτική παρουσία τους. Έτσι αποτελεί εξαίρεση αξιοσημείωτη μέσα στην ευρύτερη ανοχή που συνάντησαν στην ελληνική κοινωνία τα δυο ακροδεξιά κόμματα.
Το βιβλίο τεκμηριώνει ότι η ΧΑ είναι μια «από τις οργανώσεις που ξεπήδησαν από τη μήτρα του Πλεύρη»[4] (εννοεί τον ακραίο φιλοναζιστή Κώστα Πλεύρη) και είναι στενές οι σχέσεις του αρχηγού της και στελεχών του με κατάλοιπα των χουντικών, με την 4η Αυγούστου (τόσο την ιστορική τετραετία της μεταξικής δικτατορίας, όσο και το κόμμα της «4ης Αυγούστου» του Κ. Πλεύρη), την ΕΠΕΝ, ακόμα και την παράδοση των δωσιλόγων κατά τη ναζιστική κατοχή. Η έκδοση του ομώνυμου περιοδικού της ΧΑ, κατά τον ίδιο τον Μιχαλολιάκο, «υπήρξε αποτέλεσμα της συνεργασίας μιας ομάδος νέων ανθρώπων που σχεδόν όλοι προερχόμασταν και είχαμε γνωριστεί στο χώρο της 4ης Αυγούστου»[5].
Οι φιλοδικτατορικές αντιλήψεις έχουν θεωρητικό υπόβαθρο τη ναζιστική ιδεολογία, «μεταξύ Χίτλερ και Παπαδόπουλου»[6]. Το βιβλίο αναδεικνύει με συστηματική τεκμηρίωση τη φιλοχιτλερική ιδεολογία της οργάνωσης. Επί χρόνια το ομώνυμο περιοδικό της ΧΑ διαδίδει φιλοναζιστικές θέσεις, προβάλλει τα σύμβολα, θαυμάζει τις αποτρόπαιες πράξεις, υμνεί και μιμείται τη μιλιταριστική δομή των ναζί, τις συμπεριφορές τους και το ύφος τους. 

Περιεχόμενα 40ού τεύχους, Μάιος 2013

ARB_40_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Περιεχόμενα 39ου τεύχους, Απρίλιος 2013

ARB_39
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 39ο, Απρίλιος 2013

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_39Editorial

Ευρωπαϊκή Ένωση: Διολισθαίνοντας από την πολιτική συναίνεση στον οικονομικό καταναγκασμό

Οι αποφάσεις της Ευρώπης για την Κύπρο στο πλαίσιο των δύο διαδοχικών συνεδριάσεων του Eurogroup σηματοδοτούν μια νέα, ποιοτικά διαφορετική, στροφή του τρόπου λειτουργίας του ευρωπαϊκού πολιτικού οικοδομήματος. Στον μισό και παραπάνω αιώνα ζωής της το κύριο χαρακτηριστικό της Ευρώπης ήταν η λειτουργία της στη βάση της συναινετικής συμβίωσης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονταν ανταποκρίνονταν ασφαλώς στους συσχετισμούς ισχύος και στα πολιτικά συμφέροντα των κρατών-μελών, όμως η διαδικασία αλλά και τα αποτελέσματα χαρακτηρίζονταν από μια διάθεση και κουλτούρα αμοιβαίων υποχωρήσεων και συμβιβασμών. Ακόμα και στις μεγαλύτερες κρίσεις, ποτέ δεν υπήρχε η αίσθηση ότι οι ισχυροί χρησιμοποιούσαν με ωμό τρόπο την ισχύ τους για να επιβάλουν λύσεις με τρόπο που να γίνεται αισθητός στους επιμέρους ευρωπαϊκούς λαούς ως προϊόν αυθαιρεσίας και εκβιασμού.

Τα τελευταία χρόνια όμως, στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και με αποκορύφωμα την κρίση της Κύπρου, το καθοριστικό αυτό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αμφισβητείται εμπράκτως. Πώς συνέβη αυτό;
Μετά την νομισματική ένωση, τα κράτη-μέλη της έχασαν τον «δανειστή έσχατης καταφυγής», που ήταν για το κάθε κράτος η δική του κεντρική τράπεζα. Η τράπεζα, δηλαδή, που εξασφάλιζε στην κάθε χώρα την σχετική έστω σταθερότητα του τραπεζικού της συστήματος και μια σχετική έστω νομισματική σταθερότητα, ανεξαρτήτως κάθε άλλης συγκυρίας.

Περιεχόμενα 38ου τεύχους, Μάρτιος 2013

ARB_38_Web
FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Τεύχος 38ο, Μάρτιος 2013

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Editorial

ARB_38_WebΝεόπτωχοι σε απόγνωση και παλαιοκομματικές «ευαισθησίες»

Με έναν μαγικό τρόπο οι κυβερνώντες ανακάλυψαν 2.423 «κενές» θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα. Έτσι ο πενιχρός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, τα «δικά μας/τους παιδιά» σαν να λέμε, δεν θα χρειαστεί να γνωρίσουν τον σκληρό κόσμο της αναζήτησης εργασίας στον απαιτητικό ιδιωτικό τομέα. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση υπερηφάνως συνεχίζει να αποπληρώνει κατά προτεραιότητα τα (πλασματικά από πλευράς εισφορών) εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων και των άλλων συντεχνιαστών που κατά εκατοντάδες χιλιάδες διασώθηκαν από την κρίση στο περιορισμένο οικονομικά αλλά ασφαλές λιμάνι της πρόωρης συνταξιοδότησης – μόλις στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους. Αν ρωτήσετε δε ποια ήταν η μοναδική κοινωνική ομάδα τα αιτήματα της οποίας η κυβέρνηση έσπευσε να ικανοποιήσει (έστω και εν μέρει), η απάντηση δεν θα εκπλήξει κανέναν.
Οι αγρότες, των οποίων το εισόδημα αποτελείται κατά 50% από κοινοτικές επιδοτήσεις που έχουν μείνει ως τώρα εντελώς απρόσβλητες από την κρίση και οι οποίοι απαλλάσσονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη φορολογία, ήταν η ομάδα για την οποία η κυβέρνηση αποφάσισε να σπάσει τον κανόνα της απόλυτης και καθολικής αρνήσεως ικανοποίησης οποιουδήποτε κοινωνικού αιτήματος. Πλην βέβαια των αδέκαστων (και δυνητικώς επικίνδυνων γι’ αυτήν και το πολιτικό προσωπικό) δικαστών, για τους οποίους βρήκαν εκτάκτως κάτι «ψιλά» που είχαν ξεχαστεί κάπου και συγκεκριμένα το ευτελές ποσόν των 100 εκατομμυρίων ευρώ.
Ποια είναι η δικαιολογία με την οποία οι κυβερνώντες προχώρησαν στις πράξεις αυτές; Μα, η «κοινωνική τους ευαισθησία» ασφαλώς! Ιστορικά, η «κοινωνική ευαισθησία» των παλαιοκομματικών κάθε αποχρώσεως είχε πάντα ως σήμα κατατεθέν την ψηφοθηρική, όχι δε σπάνια σκανδαλώδη, ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων. Ποτέ οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών δεν ασχολήθηκαν ορθολογικά και έντιμα με το πρόβλημα του κοινωνικού κράτους, έτσι ώστε οι πόροι που εισφέρουν οι φορολογούμενοι στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεγγύης να κατευθύνονται σε όσους έχουν πράγματι ανάγκη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα, την ώρα που εν ονόματι του «κοινωνικού κράτους» μοιράζονται παχυλά εφάπαξ στην εύφορη κοιλάδα της Τράπεζας της Ελλάδος, τα συσσίτια στα οποία καταφεύγουν κάθε μέρα 250.000 συμπολίτες μας για να βρουν μια μερίδα μαγειρεμένο φαγητό πραγματοποιούνται χωρίς το κεντρικό κράτος να νιώθει την ανάγκη να συνεισφέρει έστω και ένα ευρώ. Χρηματοδοτούνται και εξυπηρετούνται με εθελοντικές συνεισφορές ιδιωτών και ιδρυμάτων, και πραγματοποιούνται χάρις σε εθελοντές που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο ορισμένων κατά τόπους Μητροπόλεων ή δραστήριων μη κυβερνητικών οργανώσεων ή με πρωτοβουλία κάποιων δήμων. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ακόμη και από τα χρήματα που είχαν θεσμοθετηθεί ως «ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας» ούτε ένα ευρώ δεν έχει πάει στον ΟΑΕΔ για τους πραγματικούς ανέργους. (Ο στόχος, προφανώς, εξαρχής δεν ήταν η ανακούφιση των ανέργων αλλά η εξαπάτηση αυτών που θα τα πλήρωναν).
Σήμερα όμως η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί δεν επιτρέπει τη συνέχιση ούτε για μια ημέρα ακόμα του φαύλου «κοινωνικού κράτους» των παλαιοκομματικών επιλογών. Γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία στους παραδοσιακούς φτωχούς, που έχουν γίνει εντόνως φτωχότεροι, έχει προσθέσει τους νεόπτωχους. Μια νέα κατηγορία φτωχών, με προέλευση κυρίως την (τέως) μεσαία τάξη, που βρίσκονται κυριολεκτικά σε απόγνωση και των οποίων την ύπαρξη το παλαιοκομματικό κράτος δεν έχει καν αντιληφθεί και κατηγοριοποιήσει. Αντίθετα συνεχίζει να πολλαπλασιάζει τον αριθμό τους με τις άλλες πολιτικές που ασκεί (τρελή υπερφορολόγηση, χρηματοδοτικό στραγγαλισμό του ιδιωτικού τομέα, καθυστέρηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κ.λπ.).
Πώς ξεχωρίζουν οι νεόπτωχοι από τους παραδοσιακούς φτωχούς; Οι παραδοσιακοί φτωχοί έχουν χαμηλό, ακόμα και μηδενικό εισόδημα, και ελάχιστη ή και μηδενική περιουσία. Θα φανταζόταν κανείς ότι αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε κάποιον. Στη σημερινή Ελλάδα δυστυχώς αυτό δεν ισχύει. Γιατί υπάρχουν, φευ, οι νεόπτωχοι, άνθρωποι που έχουν σήμερα αρνητικό εισόδημα και αρνητική περιουσία. Πώς συμβαίνει αυτό;
Συμβαίνει γιατί οι μηνιαίες υποχρεώσεις τους (δόσεις δανείων, φορολογία ακινήτων και παλαιών οικονομικών ετών, ιδιωτικά χρέη κ.λπ.) είναι μεγαλύτερες από το μηνιαίο εισόδημα το οποίο έχουν. Αν βέβαια συνεχίζουν να έχουν κάποιο εισόδημα. Ταυτόχρονα το κράτος (όπως συμβαίνει, π.χ., με τους μικροεπιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες με χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία), τους αποκλείει από τις βασικές κοινωνικές παροχές τις οποίες συνεχίζει –όπως συνεχίζει– να προσφέρει.
Συμβαίνει επίσης γιατί η περιουσία τους έχει πλέον μικρότερη αξία από τις συνολικές τους υποχρεώσεις. Σε μια μεγάλη κατηγορία αυτό συμβαίνει διότι κατέρρευσαν οι επιχειρήσεις τους και χρωστούν πλέον στο κράτος και στην αγορά περισσότερα χρήματα απ’ όσα διαθέτουν σε ρευστό ή σε περιουσιακά στοιχεία. Και μια άλλη, εξίσου μεγάλη, διότι κατέρρευσαν οι τιμές των ακινήτων τους και αυτά τώρα αξίζουν πολύ λιγότερο από το μέρος του δανείου που τους απομένει να πληρώσουν. Και στις δύο περιπτώσεις η κατάρρευση οφείλεται ως επί το πλείστον όχι σε άφρονες προσωπικές επιλογές αλλά στη δραματική αλλαγή των συνθηκών. Οι τιμές κατέρρευσαν λόγω της κατάρρευσης του ελληνικού ΑΕΠ.
Ποια είναι η αντικειμενική ευθύνη των ανθρώπων αυτών, που τιμωρούνται με τον πιο σκληρό τρόπο από την κυβερνητική αδιαφορία ή και ανικανότητα να ανακατανείμει τους πόρους του κοινωνικού κράτους για να στηρίξει στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες τους, όπως είναι η διατροφή και η περίθαλψη;
Αυτοί φταίνε! «Μαζί τα φάγαμε!», ουρλιάζει το φαύλο πολιτικό σύστημα και τα φερέφωνα που το κανοναρχούν. Ασφαλώς όλοι οι πολίτες έχουν αντικειμενικές ευθύνες για τη διακυβέρνηση της χώρας. Η αναντιστοιχία όμως μεταξύ «εγκλήματος» και «τιμωρίας», με τη μορφή της απόλυτης κυβερνητικής αδιαφορίας, για τεράστιες κατηγορίες πολιτών που βρίσκονται σε απόγνωση, είναι κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά απολύτως προκλητική.
Προκλητική, γιατί τιμωρείται ανάλγητα ένας απλός μέσος πολίτης για αδυναμία πρόβλεψης του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, όταν ακόμα και οι περίφημες «αγορές», που πλήρωναν πανάκριβα ειδικούς να παρακολουθούν την ελληνική οικονομία ώστε να προσδιορίζουν την πραγματική αξία των ελληνικών ομολόγων, δεν υποψιάστηκαν ούτε προέβλεψαν την έκταση του ψεύδους των ελληνικών κυβερνήσεων και της ανικανότητας των Κοινοτικών ελεγκτών να το αποκαλύψουν. Προκλητική, γιατί επί δέκα συναπτά έτη η Ελλάδα είχε υπερδιπλάσιο έλλειμμα από το νομικό όριο της συνθήκης του Μάαστριχτ, χωρίς τελικά κανείς να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη για το έγκλημα αυτό και γιατί οι υπουργοί και τα κόμματα των κυβερνήσεων της καταστροφής συνεχίζουν όχι μόνο να κυβερνούν τη χώρα, αλλά και να αδιαφορούν για τις μεγάλες κατηγορίες πολιτών που κατέστρεψαν και συνεχίζουν να καταστρέφουν.
Το ελληνικό κράτος –χωρίς τόκους και χρεολύσια– το 2013 θα δαπανήσει 79 δισ. ευρώ. Από αυτά 40 δισεκατομμύρια θα ξοδευτούν σε «κοινωνικές δαπάνες». Σαράντα δισεκατομμύρια για να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις (αναγκαστικά περιτετμημένες) παροχές τους οι πάσης φύσεως συντεχνίες και να συνεχίζεται η κρατική αδιαφορία για τους πολίτες-τέκνα ενός κατώτερου κομματικού ή συντεχνιακού θεού, που έχουν περιέλθει σε πραγματική απόγνωση.
— The Athens Review of Books

Copyright © 2011 Booksreview.gr.
All Rights Reserved.

***