Δεν είναι λάθος, είναι πάθος

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Εθνικολαϊκισμός και αντισημιτισμός

O αριστερός αντισημιτισμός είναι ενίοτε παρανοϊκός, μόνο που τάχα έχει «λογικό» άλλοθι τη συμπεριφορά του κράτους του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων.

O αριστερός αντισημιτισμός είναι ενίοτε παρανοϊκός, μόνο που τάχα έχει «λογικό» άλλοθι τη συμπεριφορά του κράτους του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων.

Από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ

 

 

«Η Νέα Τηλεόραση της Ελλάδας θα λέγεται ΝΕΡΙΤ (Nerit), που είναι Εβραϊκό όνομα για
κορίτσια και σημαίνει στα εβραϊκά “κερί”. Το Nerit  προέρχεται από το Εβραϊκό Nera και
δίνεται σε κορίτσια που γεννήθηκαν κατά τη Χάνουκα… (“κερί” της Ανθελληνικής γιορτής
Χάνουκα δηλαδή… τι γιορτάζουν οι Εβραίοι στην Ανθελληνική γιορτή Χάνουκα διαβάστε εδώ:
τη νίκη τους κατά του Μ. Αλεξάνδρου!!!)
».

(Απόσπασμα από το αντισημιτικό παραλήρημα Καρυπίδη)

 

Παρακολουθήσαμε το τελευταίο διάστημα απορριπτικές αντιδράσεις μελών του Σύριζα για την επιλογή της υποψηφιότητας του Θ. Καρυπίδη ως περιφερειάρχη Δ. Μακεδονίας. Αρκετές από αυτές ήταν ειλικρινείς, αλλά δεν πείθουν ότι έχουν κατανοήσει τι (τους) συνέβη. Ζήτησαν την απόσυρση της συγκεκριμένης υποψηφιότητας χωρίς να αναρωτιούνται ποιοι πολιτικοί και ιδεολογικοί λόγοι την επέβαλαν ή, έστω, την επέτρεψαν. Και δεν αναφερόμαστε «απλώς» στην περισσότερο ή λιγότερο άτυπη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ, την κατά συριζιώτικο ευφημισμό «λαϊκή δεξιά» («λαϊκή»: διότι, καθώς φαίνεται, η αναβάπτιση στις αυθεντικές λαϊκές αξίες ξεπλένει κάθε συγχρωτισμό με την «δεξιά» εν γένει, ιδιαίτερα όταν αυτός επιχειρείται από μία θεϊκή αριστερά), από την οποία φαίνεται πρακτικά να προέκυψε η εν λόγω συνεργατική υποψηφιότητα. Γιατί αυτή η συμπόρευση είναι γνωστή, έστω και αν ορισμένοι την είχαν απωθήσει. Αναφερόμαστε στην προϋπόθεσή της, που έχει οδηγήσει στην εύπεπτη κατανάλωσή της από μέρος τουλάχιστον της κομματικής κοινότητας και του εκλογικού ακροατηρίου: στην αντιμνημονιακή ταυτότητα.
Ο Σύριζα έγινε εθνικολαϊκό μετωπικό σχήμα, κινηματικός σχηματισμός, θέλησε να ενσαρκώσει με ασίγαστο πάθος το «νέο ΕΑΜ», να εθνικοποιήσει την ταξικότητα, έτσι το έλεγαν τότε εν μέσω των «αγανακτισμένων» κινητοποιήσεων, επομένως, τώρα, «όλοι οι καλοί χωρούν». Όταν ένα κόμμα ενσαρκώνει το «κίνημα των πλατειών» και γίνεται «μέτωπο αντίστασης», και μάλιστα στις συγκεκριμένες συνθήκες μείζονος κρίσης της πολιτικής αντιπροσώπευσης, προωθώντας μία αδιαφοροποίητη, αντιστασιακή και υπερβατική, ενότητα όλου του «αγνού λαού» κατά των «ξένων» και των εγχωρίων «ελίτ που προδίδουν» τα εθνικά συμφέροντα, κατά του «συστήματος», τότε, το λάθος είναι το πάθος. Η συγκεκριμένη υποψηφιότητα δεν είναι μεμονωμένο ή και επικοινωνιακό «λάθος» που πρέπει να διορθωθεί, όπως διαβάσαμε σε αριστερές αντιδράσεις. Είναι το σύμπτωμα, το «υλικό αποτέλεσμα», όπως θα έλεγαν και κάποιοι μαρξιστές, μιας κοινά συμμεριζόμενης εθνικο-αντιστασιακής ιδεολογίας που τσιμεντώνει με μνησικακία την εθνικολαϊκή κοινότητα και ποδηγετεί το κινηματικό άλμα προς την εξουσία. Το λάθος είναι ο εμπαθής αριστερός εθνικολαϊκισμός που επιτρέπει, θεμιτοποιεί και οργανώνει ψυχικά τέτοιες πολιτικές συγκλίσεις, που συνενώνει και ομογενοποιεί σε κοινούς πολιτισμικούς τόπους, αλλά και σε κοινά συμφέροντα, και μέρος του μεσαίου πολιτικού προσωπικού, αλλά και της «βάσης», της ντε φάκτο αριστεροδεξιάς.

Η γνωμοδοτική ψηφοφορία του περιφερειακού συμβουλίου του Σύριζα Δ. Μακεδονίας το έδειξε. Ψηφοφορία, που ήταν η αντανάκλαση μιας συνοπτικής αντισυστημικής ρητορικής των τελευταίων ετών. Επομένως, «δικαίως» οι κομματικοί-κινηματικοί υποστηρικτές τής εν λόγω υποψηφιότητας γνωμοδότησαν: «τον πολεμάει το σύστημα, άρα είναι επικίνδυνος.» Η ρητορική έφτιαξε το μεσαίο μαχητικό, ολοπαγώς αντισυστημικό, προσωπικό της. Αυτά άκουγαν, αυτά έμαθαν όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός ο εχθρός φιλοτεχνήθηκε, έτσι αναπολιτικοποιήθηκαν. ΄Ετσι αναγεννήθηκαν και λυτρώθηκαν. Αυτοί και αν έκαναν την «κρίση» δική τους ευκαιρία. Και, έτσι, έφτιαξαν από τα κάτω το νέο και άφθαρτο παράδειγμα, την μετα-μεταπολίτευση. Ο γενικευμένος τακτικισμός της ηγεσίας δυσκολεύεται πλέον να ελέγξει το αποκεντρωμένο αντισυστημικό θηρίο, όταν δεν το τροφοδοτεί ασύγγνωστα με καταγγελίες των «παρεμβάσεων» των Εβραϊκών οργανώσεων. Το αγανακτισμένο μέτωπο έχει πήξει, και τα «άκρα» φαίνεται πλέον να συστεγάζονται. Και ο από τα κάτω παρανοϊκός αντισημιτισμός εμφανίζεται, εδώ, ταυτοχρόνως, ως αμετάβατη ιδεολογική του προϋπόθεση και αυτόματη πολιτική του αποκρυστάλλωση. Και τότε, πέρα από προθέσεις, θα μπορούσαμε να βρεθούμε ένα μοιραίο βήμα «μετά» τον εθνικολαϊκισμό, εκεί που το völkisch πάθος ακουμπάει και τον κομματικό λαό της αριστεράς, και δι’ αυτού αποκτά και αριστερό διαβατήριο εισόδου στον δημόσιο χώρο.

Να το ξαναπούμε; Δεν της έρχεται απέξω αυτό το πάθος της αριστεράς. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προϊόν της κινηματικής της ταυτότητας. Της απροϋπόθετης μαζικοποίησης των γραμμών της και της άνευ όρων υπόκλισης στις θελήσεις και τις νοοτροπιακές συμβάσεις του νεοεισερχόμενου ακροατηρίου. Είναι όμως και το αποτέλεσμα του εθνικολαϊκιστικού τσαβισμού της που έχει περάσει στη βάση της. Αν ο αντιιμπεριαλιστικός τσαβισμός τα είχε βρει με τον αντισημίτη Αχμαντινετζάντ, γιατί ένα μέρος της «βάσης» της τσαβικής αριστεράς στην Ελλάδα να ενοχλείται από αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας και άλλες δεισιδαιμονίες, όλες σφυρηλατημένες στον υπέρ πάντων αντιπλουτοκρατικό αντιμνημονιακό αγώνα; Κάπως έτσι διαμορφώθηκε το σκόρ 9-3 στο αντισυστημικό περιφερειακό συμβούλιο του κόμματος/κινήματος.

Εκτός και αν επαναπαυθούμε και ασυνείδητα κουκουλώσουμε ό,τι συνέβη πίσω από την αναντίρρητη διαπίστωση πως ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα είναι φαινόμενο ευρέως διαδεδομένο, άρα το ζήτημα που μας απασχολεί εντάσσεται σε μία αντισημιτική κανονικότητα που έχει περιόδους οξύτητας και ύφεσης. Κι όμως, αυτή η περιγραφικά και αναλυτικά ορθή διαπίστωση μπορεί να κρύψει την αλήθεια, να σχετικοποιήσει το «συμβάν». Γιατί, περί συμβάντος πρόκειται, με την οικεία στην αριστερά Μπαντιουική έννοια του όρου: την έναρξη μιας νέας περιόδου, τον επίσημο και δημόσιο αρραβώνα ενός κινηματικού προσωπικού της ριζοσπαστικής αριστεράς με τον αντισημιτισμό, με νονό ένα, επίσης κινηματικό, εθνικολαϊκιστικό πάθος. Μαζί με την υποψηφιότητα, την απόσυρση αυτού του ιδεολογικού μίσους και των εθνικολαϊκιστικών του ερεισμάτων θα έπρεπε να διεκδικούν αυτοί οι αριστεροί που ειλικρινώς διαμαρτυρήθηκαν.

Όσοι αφελώς νομίζουν ότι τούτη η εθνοτικολαϊκή αντισημιτική μνησικακία είναι προϊόν κοινότοπης, ανιστόρητης αγραμματοσύνης, ας ρίξουν μία ματιά στον ιστορημένο και εγγράμματο, τον ανεκτικό Βολταίρο, για τον οποίο οι Εβραίοι είναι «ο πιο απαίσιος λαός της γης» που επιδίδεται διαρκώς σε «παιδοκτονίες»[1]! Σε κάθε περίπτωση, όσοι συγχέουν το «είναι» του αντισημιτισμού με τις μορφές «εισόδου» σε αυτόν[2], θεωρώντας ότι υπερτιμούν το πρώτο με το να υποτιμήσουν τις δεύτερες (ενδεχομένως για να σχετικοποιήσουν το «λάθος» της αριστεράς), εκλαμβάνοντάς τες συνεπώς είτε ως προϊόν αγραμματοσύνης, είτε ως πολιτικάντικο καιροσκοπισμό (όπως διατείνεται μία αυτοχαρακτηριζόμενη «κομμουνιστική τάση» στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής αριστεράς), μάλλον δεν έχουν καταλάβει τίποτα από τις φονικές διαδρομές του πρώτου. Γιατί οι παράγοντες συγκυρίας («καιροσκοπισμός») είναι ενίοτε ισχυρότεροι ακόμα και από την ίδια την αντισημιτική πίστη για την προσχώρηση στον (εν δράσει) αντισημιτισμό! Ο οποίος δεν απαιτεί διδακτορική διατριβή ως κριτήριο εισόδου των υποψηφίων, του αρκεί απλώς ο καιροσκοπισμός που με ολίγη «αγραμματοσύνη» διαθέτει και το τέλειο άλλοθι!


[1] Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Μodernes. Des Lumières au Jihad mondial, Odile Jacob, Παρίσι 2008, σ. 91.

[2] Πιέρ-Αντρέ Ταγκυέφ, Τι είναι αντισημιτισμός;, μτφρ. Αναστασία Ηλιαδέλη – Ανδρέας Πανταζόπουλος, Εστία, Αθήνα 2011, σ. 45-52.