Η σοφία των (γερμανών) δικαστών

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗ

Περί του προδικαστικού ερωτήματος του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΟΣΔ) προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 7.2.2014.

Δικαστές του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Καρλσρούη.

Oκτώ μήνες μετά τις προσφυγές κατά του προγράμματος αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Πρόγραμμα ΟΜΤ-Outright Monetary Transactions) ενώπιον του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΟΣΔ) στην Καρλσρούη, το Δικαστήριο δημοσιοποίησε στις 7.2.2014 την απόφασή του να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ε.Ε. (ΔΕΕ) στο Λουξεμβούργο. 

Στο επίκεντρο της αρχικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η απόφαση της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο του 2012 να στηρίξει το Ευρώ με κάθε τρόπο, ακόμη και με απεριόριστη αγορά ομολόγων κρατών-μελών της ΟΝΕ που αποκλείονται από τις ιδιωτικές αγορές λόγω του ύψους των επιτοκίων. Η πρωτοβουλία αυτή του Προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι διασφάλισε την απαραίτητη εμπιστοσύνη των αγορών, αποφεύγοντας έτσι την αποσταθεροποίηση της Ισπανίας και της Ιταλίας και κατ’ επέκταση της ΟΝΕ, επαναφέροντας την αναγκαία σταθερότητα.

Εκ πρώτης όψεως το προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ –το πρώτο στην ιστορία του ΟΣΔ– σχετικά με ερμηνεία πρωτογενούς ευρωπαϊκού Δικαίου (συνθήκες), δημιουργεί την εντύπωση, ότι οι 6 δικαστές του πρώτου Τμήματος του Δικαστηρίου (οι άλλοι 2 μειοψήφησαν, θεωρώντας ότι οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν γιατί η εκδίκασή τους υπερβαίνει την αρμοδιότητα του ΟΣΔ, επειδή υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάκριση των λειτουργιών), θεωρούν πως πρόκειται για (υπερεθνικό) ευρωπαϊκό θέμα, αρμοδιότητας του ΔΕΕ και επομένως απευθύνουν το ερώτημα προκειμένου αυτό να αποφανθεί.

Ωστόσο δεν πρόκειται για μια τυπική διαδικασία, η οποία αναγνωρίζει τα πρωτεία του ΔΕΕ επί ευρωπαϊκών θεμάτων, παρ’ όλο που συντηρητικοί σχολιαστές στη Γερμανία θεωρούν ότι το ερώτημα αποδεικνύει τη «δειλία» του ΟΣΔ, το οποίο με αυτό τον τρόπο παραχωρεί κυριαρχικά του δικαιώματα στο ΔΕΕ – ενδεικτικά σχετικά σχόλια στην FrankfurterAllgemeineZeitung(FAZ) της 9.2.2014.

Η επιχειρηματολογία του ΟΣΔ είναι θεμελιωδώς διαφορετική από την αρχική εντύπωση και προοπτικά ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ήδη από την απόφαση σχετικά με την Συνθήκη της Λισαβόνας (30.6.2009) είναι γνωστό ότι για την Καρλσρούη η πρωτοκαθεδρία της εθνικής κυριαρχίας είναι το θεμέλιο της Ε.Ε., η οποία –σύμφωνα με μη νομική, αλλά κλασικά πολιτική/πολιτειακή ερμηνεία-ανάλυση της πλειοψηφίας του ΟΣΔ– ορίζεται βάσει των συνθηκών ως Ένωση εθνικών, κυρίαρχων κρατών, και όχι ως ιδιαίτερο πολιτικό μόρφωμα ομοσπονδιακής προοπτικής.

Σύμφωνα με το ΟΣΔ, κεντρικό σημείο των συνθηκών από το Μάαστριχτ και μετά –εφόσον πρόκειται για την ΟΝΕ– είναι τα όρια της εντολής που ορίζει τις δικαιοδοσίες της ΕΚΤ. Στο πλαίσιο αυτό η αγορά κρατικών ομολόγων κρατών-μελών από τη δευτερογενή αγορά (από τις τράπεζες δηλαδή, αφού η κατευθείαν αγορά απαγορεύεται έτσι κι αλλιώς) με σκοπό τη διάσωση υπερχρεωμένων οικονομιών, αποτελεί τυπική κάλυψη άμεσης χρηματοδότησης του εθνικού προϋπολογισμού αυτών των κρατών-μελών, ήτοι χρηματοδότησης του εθνικού χρέους. Πρόκειται ουσιαστικά για μεταφορά πόρων, εκτύπωση χρήματος υπό την εγγύηση των πλεονασματικών οικονομιών, για τη διάσωση χρεωκοπημένων χωρών, μεταβάλλοντας την Ένωση σε Μεταβιβαστική Ένωση, πράγμα που απαγορεύεται ρητώς από τη συνθήκη συγκρότησης της ΟΝΕ.

Η πλειοψηφία του Συνταγματικού Δικαστηρίου θεωρεί ότι έχει αρμοδιότητα επί του θέματος, γιατί αν η ΕΚΤ ενεργεί πέραν της δικαιοδοσίας (ultra-vires) που της έχει παραχωρήσει η συνθήκη σύστασης της ΟΝΕ, τότε η συμμετοχή της Γερμανίας σε αυτήν την υπέρβαση είναι αντίθετη προς το γερμανικό Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δεσμεύει την εκτελεστική εξουσία στην εντολή την οποία έχει λάβει από τον κυρίαρχο λαό, να συμμορφώνεται με το περιεχόμενο των συνθηκών τις οποίες έχει υπογράψει ύστερα από την πλειοψηφική απόφαση των εκπροσώπων του λαού, ενώ συγχρόνως, μέσω αυτής της πέραν της εντολής συμμετοχής, αναιρείται η δημοσιονομική κυριαρχία του κοινοβουλίου.

Άρα, όπως παρατηρεί και το Spiegel στις 10.2.2014, περισσότερη Ευρώπη, περισσότερη ελευθερία στα ευρωπαϊκά όργανα, σημαίνει ακύρωση της κυριαρχίας του εθνικού εντολέα, που είναι το θεμέλιο της Δημοκρατίας, δηλαδή ακύρωση της Δημοκρατίας.

Ο Ούντο ντι Φάμπιο, τέως συνταγματικός δικαστής στο ΟΣΔ και πατέρας της σχετικής με την Συνθήκη της Λισαβόνας απόφασης, σε άρθρο του στην FAZ της 9.2.2014 αναφέρεται στην «σοφία των δικαστών», οι οποίοι με την τοποθέτησή τους αυτή διέσωσαν, όπως λέει, τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Ευρώπης, γιατί η μεταβολή της ΕΚΤ σε buyer of last resort θα οδηγούσε στην αποδοχή της συλλογικής ευθύνης των κρατών της Ένωσης. Συλλογική ευθύνη η οποία αντίκειται στην ατομική δημοσιονομική ευθύνη των κρατών και ως εκ τούτου καταργεί την εθνική κυριαρχία.

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι αν π.χ. η (οικονομικά επιτυχημένη) Γερμανία συμμετέχει (μέσω της ΕΚΤ) στη διάσωση χρεωκοπημένων κρατών, πέρα από τους όρους που θέτει η χρηματοπιστωτική συμφωνία, τότε αναιρείται η λαϊκή κυριαρχία, γιατί η κυβέρνηση δεν έχει αυτή την (λαϊκή) εντολή. Σε άλλα σχόλια άλλωστε επισημαίνεται πόσο απλούστερα θα ήταν τα πράγματα αν, όχι το Συνταγματικό Δικαστήριο, αλλά ένα δημοψήφισμα, κατά το παράδειγμα της Ελβετίας, ανάγκαζε την κυβέρνηση να απόσχει από «αντιδημοκρατικά» –όπως χαρακτηρίζονται– πειράματα.

H «σοφία» του δικαστηρίου εκφράζεται σε δύο επίπεδα. Πρώτον, το δικαστήριο θεωρεί αντίθετη προς το γερμανικό Σύνταγμα την οικονομική στήριξη υπερχρεωμένων χωρών-μελών από την ΕΚΤ (ποσοτική χαλάρωση μέσω αγοράς ομολόγων). Δεύτερον, και από τακτικής άποψης καθοριστικό, προτείνει συγκεκριμένη «συμβιβαστική» λύση την οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, ώστε να καμφθεί η υπέρβαση αρμοδιότητας της ΕΚΤ. Αν δηλαδή το ΔΕΕ δεχθεί α) περιοριστικό όριο (οροφή) της αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, β) την απαγόρευση «κουρέματος» του χρέους των υπερχρεωμένων χωρών και γ) την υπαγωγή της αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ στους κανόνες του ESM–Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (προτεραιότητα αποπληρωμής), τότε η απόφαση αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο.

Έστω και αν δεχθούμε ότι είναι συνήθης πρακτική τα εθνικά Δικαστήρια να αναπτύσσουν τη γνώμη τους όταν απευθύνουν ερώτημα στο ΔΕΕ, εδώ τα πράγματα τίθενται διαφορετικά γιατί αφορούν τον πυρήνα της υπόστασης της ΟΝΕ. Ουσιαστικά πρόκειται για συγκεκριμένη και λεπτομερέστατη υπόδειξη προς το ΔΕΕ, η οποία ελάχιστα κρύβει την βεβαιότητα υπεροχής του ΟΣΔ απέναντι στο ΔΕΕ. Αν το ΔΕΕ αποφασίσει αντίθετα προς την υπόδειξη του ΟΣΔ, η Καρλσρούη προφανώς δεν θα δεχθεί αυτήν την απόφαση (διαφορετικά θα πρέπει να αποδεχθεί την υπεροχή του ΔΕΕ, πράγμα αντίθετο προς το όλο πνεύμα και γράμμα του προδικαστικού ερωτήματος), γεγονός το οποίο δυνητικά αποσταθεροποιεί το όλο οικοδόμημα της ΟΝΕ. Από ό,τι διαφαίνεται από την επιχειρηματολογία του ΟΣΔ, η ΕΚΤ πρέπει να είναι ανεξάρτητη, αλλά το πόσο ανεξάρτητη είναι το κρίνει τελικά το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο.

Πολλοί σχολιαστές (και ο Ντι Φάμπιο) θεωρούν ότι το ΔΕΕ θα αποφασίσει υπέρ της πρωτοβουλίας Ντράγκι, αφού Πρόεδρός του είναι Έλληνας (sic), o Καθηγητής Β. Σκουρής, Πρόεδρος του ΔΕΕ από το 2003, ο οποίος επανεξελέγη το 2012 για τέταρτη συνεχόμενη θητεία. Αλλά ο Ντι Φάμπιο δεν χάνει τις ελπίδες του (sic), γιατί το ΔΕΕ (παρά την εθνικότητα του Προέδρου του) είναι τελικά δικαστήριο… Με το σκεπτικό αυτό θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει πως και ο Ντράγκι είναι Ιταλός, γι’ αυτό προφανώς και η υπέρβαση της εντολής. Αν ήταν στη θέση του ο Γενς Βάιντμαν, ο Πρόεδρος της Bundesbank, τότε τα πράγματα θα ήταν αλλιώς… αλλά ίσως να είχε ήδη διαλυθεί η ΟΝΕ. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την οπτική, το ΔΕΕ επηρεάζεται από την εθνικότητα του Προέδρου του, ενώ η Καρλσρούη και οι γερμανοί δικαστές μόνο από τις αρχές και το κανονιστικό υπόβαθρο του Δικαίου…

Συμπερασματικά μπορεί κανείς να επισημάνει τα εξής:

α) Το Δικαστήριο της Καρλσρούης κινείται σε ένα πολύ επικίνδυνο πεδίο ακολουθώντας τον ναρκισσισμό του απέναντι στο ΔΕΕ στο πλαίσιο της εθνοκεντρικής ερμηνείας του χαρακτήρα της Ένωσης. Συγχρόνως η λογική του ερμηνευτικού σκεπτικού του οδηγεί στην ταύτιση των συνθηκών με τη γερμανική ηγεμονία, ακόμα μέχρι και την ελάχιστα συγκεκαλυμμένη ανάδειξη του ΟΣΔ σε καθοριστικό θεσμό ορισμού των ορίων της αρμοδιότητας της Ένωσης. Αν λειτουργήσει ο υπόρρητος εκβιασμός και το ΔΕΕ ακολουθήσει την υπόδειξη, τότε η θεσμική κρίση αποσοβείται, πράγμα όμως το οποίο σημαίνει ότι τα πρωτεία του ΟΣΔ αναγνωρίζονται και το πλαφόν της αγοράς ομολόγων ουσιαστικά αναιρεί την εμπιστοσύνη απέναντι στην παρεμβατική δυνατότητα και αποτελεσματικότητα της ΕΚΤ με άδηλη επίπτωση για το μέλλον της ΟΝΕ.

β) Αν η υπόδειξη της Καρλσρούης δεν γίνει αποδεκτή από το ΔΕΕ και στη συνέχεια η ΕΚΤ δεν δεχθεί τελικά τους όρους του ΟΣΔ και θεωρήσει ότι την καλύπτει το ΔΕΕ, τι θα κάνει τότε η Γερμανία; (Αν το ΟΣΔ δεν κάνει εντέχνως πίσω και η «σοφία» του αποδειχθεί τελικά μπλόφα) θα αποχωρήσει από την ΕΚΤ, άρα και από την ΟΝΕ, αφού η αποδοχή της πολιτικής Ντράγκι θεωρείται, ως αντίθετη προς τις συνθήκες, αντισυνταγματική; Ποιες είναι δηλαδή οι συνέπειες μιας τόσο παρακινδυνευμένης στάσης; Μπορεί σ’ αυτήν τη στάση να συμφωνεί ο Βάιντμαν της Bundesbank επειδή προφανώς θεωρεί ότι για 10 χρόνια η ΟΝΕ λειτούργησε απόλυτα θετικά για την υπέρβαση των οικονομικών προβλημάτων της γερμανικής ενοποίησης και την ανάδειξη της Γερμανίας σε ηγεμονική δύναμη στην Ευρώπη μέσω της ασυμμετρίας πλεονάσματος (Γερμανία) και ελλειμμάτων (οι υπόλοιποι και κυρίως η Νότια Ευρώπη), αλλά σήμερα αυτή η λειτουργία έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και η Νότια Ευρώπη δεν είναι πλέον παρά περιττό οικονομικό βάρος.

Η Γερμανία με στόχο τις αγορές της Κίνας, των ΗΠΑ και τις αναδυόμενες οικονομίες γενικότερα μπορεί να προχωρήσει αυτόνομα χωρίς να χρειάζεται πια την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά. Ευτυχώς αυτή η σκέψη δεν είναι (ακόμη;) πλειοψηφική στη Γερμανία, αλλά προφανώς υπαγορεύει και τον –γενικότερα αποδεκτό στη γερμανική κοινωνία– ψυχρό (οικονομικό) εθνικισμό της Άνγκελα Μέρκελ. Τελικά η Καρλσρούη μεταθέτει την ευθύνη στην πολιτική, η οποία θα πρέπει να βρει λύση. Αλλά εν πρώτοις, κατά πάγια τακτική, το ζητούμενο είναι να κερδηθεί χρόνος. Το ΔΕΕ, σύμφωνα με δημοσιεύσεις στον Τύπο, προτίθεται να οδηγηθεί σε απόφαση σε 18 μήνες, και μέχρι τότε…

γ) Τελικά η επιχειρηματολογία του ΟΣΔ ταυτίζει τη Δημοκρατία με την ακραία εκδοχή της αγοράς. Ασφαλώς όχι expressis verbis, αλλά ταυτίζοντας τη Δημοκρατία με την –εθνοκεντρικά ερμηνευόμενη– νεοφιλελεύθερη λογική της συνθήκης του Μάαστριχτ και μάλιστα υπερθεματίζοντας, αφού ερμηνεύει την προβλεπόμενη αγορά ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά ως συγκαλυμμένη οικονομική βοήθεια, ως την απαγορευμένη συνδρομή και διάσωση των χρεοκοπημένων μελών της ΟΝΕ.

Και πάλι η πλειοψηφία του ΟΣΔ λειτουργεί ως ο καλύτερος σύμμαχος της επιβολής των όρων του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος στην Ε.Ε. από την πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ και της συνυφασμένης με αυτήν επιβολή γερμανικής ηγεμονίας, έστω και αν η επιχειρηματολογία του (αυτο)επιβεβαιώνει πάντα την υπεροχή του έναντι της πολιτικής και θέτει σε ουσιαστικό κίνδυνο τη στατική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Η ιδιαίτερα επικίνδυνη προοπτική για την ΟΝΕ και κατ’ επέκταση για την Ε.Ε., στην οποία οδηγεί αυτή η στάση του γερμανικού δικαστηρίου, αναδεικνύει συγχρόνως και τα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγηθεί το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα και το μετα-Μάαστριχτ νεοφιλελεύθερο υπόβαθρό του. Συγχρόνως αυτή η θεσμική αδυναμία οδηγεί στην ιδιόμορφη γερμανική πολιτική διαχείριση, η οποία αποτρέπει τις απαραίτητες διαδικασίες θεσμικής αναπροσαρμογής και υπέρβασης της εθνοκεντρικής λογικής, καθιστώντας κυρίαρχο το δόγμα της λιτότητας και γι’ αυτό προβληματική την πορεία της Ένωσης.