Αλμπέρτο Μοράβια: ο μεγάλος ανατόμος της ιταλικής αστικής πραγματικότητας

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

ARB_49_coverΑπό την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Αλμπέρτο Μοράβια, Οι δύο φίλοι. Αποσπάσματα μιας ιστορίας στη διάρκεια του πολέμου και μετά τον πόλεμο, εισαγωγή-επιμέλεια SimoneCasini, μτφρ. Φωτεινή Ζερβού, Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 467

 

«Είμαι μαθητής του Ντοστογιέφσκι· διάβασα το Έγκλημα και Τιμωρία όταν ήμουν έντεκα χρονών και τους Δαιμονισμένους στα δεκάξι μου».

Από συνέντευξη του Μοράβια στον Έντσο Σιτσιλιάνο[1]

1.

Τα παρακάτω κείμενα γράφονται με αφορμή την πρόσφατη μετάφραση από τις εκδόσεις Πατάκη του «ημιτελούς» μυθιστορήματος του Αλμπέρτο Μοράβια Οι δύο φίλοι.[2] Στην εκτενή εισαγωγή (78 σελίδων) ο επιμελητής Σιμόνε Καζίνι συνδέει το υπό εξέταση –σε τρεις γραφές– μυθιστορηματικό κείμενο του Μοράβια με μέρος του υπόλοιπου έργου του (Οι αδιάφοροι, Ο κομφορμιστής, Η γυναίκα της Ρώμης, Η περιφρόνηση, Η ελπίδα, Ο άνθρωπος σαν τέλος, Αγκοστίνο, Η ανυπακοή, Η μασκαράτα) και επιχειρεί να αναδείξει τους γενετικούς δεσμούς που το συνδέουν με αυτά. Προκύπτει έτσι ένα ακόμα ιδεολογικοπολιτικό πορτρέτο του συγγραφέα διανθισμένο με (αυτο)βιογραφικά στοιχεία: στις σελίδες του βιβλίου Οι δύο φίλοι λανθάνουν οι παρουσίες σημαντικών προσωπικοτήτων και διανοούμενων που συνδέθηκαν με τον Μοράβια όπως ο ζωγράφος Ρενάτο Γκουτούζο[3], ο πολύς Κούρτσιο Μαλαπάρτε[4], ο συγγραφέας Κοράντο Αλβάρο[5] κ.ά., αλλά και περισσότερο, ας μου επιτραπεί το καθ’ υπερβολήν σχήμα, αυτοβιογραφικά θραύσματα (η εξορία του –μαζί με την Έλσα– στα βουνά της Τσοτσαρίας, ο γάμος με την Έλσα Μοράντε, η σχέση του με την πολιτική). Και φυσικά επιβεβαιώνονται οι πανταχού παρόντες θεματικοί άξονες-εμμονές του Μοράβια, δηλαδή η αλλοτρίωση, ο σεξουαλισμός, ο «κοινωνικός λόγος».

ARB_49_Moravia

Στην παρούσα έκδοση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη (κυρίως για τους έλληνες ερευνητές) η παράθεση σπάνιας βιβλιογραφίας και ντοκουμέντων (από το Ίδρυμα Αλμπέρτο Μοράβια, από το αρχείο των εκδόσεων Μπομπιάνι κ.λπ.), καθώς και άρθρων από εφημερίδες, από περιοδικά και συνεντεύξεις του συγγραφέα.

2.

Ο Μοράβια αγαπάει ό,τι μισεί

όπως κάνει ο Αχαάβ με τον Μόμπι-Ντικ

Παρ’ όλο που η ιταλική λογοτεχνία των πρώτων τριάντα χρόνων του 20ού αιώνα ήταν ανθηρή, διάχυτη παρέμενε η αναζήτηση του καθαρόαιμου πεζογράφου αυτού που θα κατάφερνε να γράψει «ιταλικό μυθιστόρημα». Υπήρχε η εντύπωση πως το μάθημα των Βέργκα, Σβέβο και Πιραντέλο δεν θα έβρισκε άξιους επίγονους.

Και ύστερα ήρθε ο Μοράβια: συγγραφέας που απόλαυσε και υπέφερε από υπερβολική δημοσιότητα· που η εξωστρέφειά του τον καταδίκασε στο παλκοσένικο της δημόσιας ζωής. Περισσότερο από κάθε άλλον ιταλό συγγραφέα, περισσότερο ακόμα κι απ’ τον Παζολίνι που ένωνε δραματικά τον βίο με τα πάθη και τη μοίρα του, ο Μοράβια υπήρξε για δεκαετίες ο φυσικός ηγέτης της ιταλικής λογοτεχνικής σκηνής. Ταξιδεύοντας, παρεμβαίνοντας δημόσια, δημοσιεύοντας τα βιβλία του ο Μοράβια δεν ήταν ποτέ απών· ήταν αδύνατο να ξεχαστεί, παρότι δεν ήταν αυτό που λέμε «άνθρωπος εξουσίας». Απλώς, χωρίς ιδιαίτερη αυταρέσκεια, αποτελούσε μέρος της ιθύνουσας τάξης και έτσι ένιωθε. Αστός και αντιαστός συνάμα, όντας συγγραφέας δεν μπορούσε παρά να έχει δύο πρόσωπα: να βρίσκεται στο κέντρο αλλά και στο περιθώριο, να κυριαρχεί με το ταλέντο του και συνάμα να διακινδυνεύει με αποκλεισμό – από τη στιγμή που ακριβώς αυτό του συνέβη στη διάρκεια του φασισμού ο Μοράβια φαινόταν τρομοκρατημένος και στην ιδέα μόνο του αποκλεισμού και της μοναξιάς.

Το 1929 ήταν μια χρονιά σημαντικών λογοτεχνικών νεοτερισμών: ο Χέμινγουεϊ δημοσίευσε τον Αποχαιρετισμό στα όπλα και ο Άλφρεντ Ντέμπλιν το Βερολίνο Αλεξάντερπλατς. Το ιταλικό βιβλίο της χρονιάς το έγραφε ο νεαρότατος Μοράβια: είχε τίτλο Οι Αδιάφοροι[6] (Gliindifferenti) και έβγαινε ταυτόχρονα με τη Σαλμακίδα (Salmace), συλλογή διηγημάτων ενός άλλου νεαρού ταλέντου, του Μάριο Σολντάτι[7].

Η ιστορία τού εβραϊκής καταγωγής –από τη μεριά του πατέρα και γόνου μεγαλοαστικής οικογένειας– Αλμπέρτο Μοράβια (ψευδώνυμο του Αλμπέρτο Πίνκερλε, Ρώμη 1907-1990) ειπώθηκε πολλές φορές και πάντα αρχίζει με την αρρώστια που, εννιάχρονο, τον καθήλωσε στο κρεβάτι για πέντε χρόνια: η πολιομυελίτιδα των οστών του άφησε μια ελαφριά αναπηρία στο ένα πόδι και τον παρακίνησε να ανακαλύψει, με άτακτο τρόπο, τους αγαπημένους του Ντοστογιέφσκι, Προυστ, Γκολντόνι, Μαντσόνι, Κάφκα, Φρόυντ, Μολιέρο, Σαίξπηρ. Δεν ξέρουμε ποιος ή τι ήταν ο μικρός Μοράβια πριν νοσηλευτεί στα διάφορα σανατόρια. Ξέρουμε όμως πως όταν βγήκε ήταν συγγραφέας.

Από τα πρώτα κιόλας βιβλία η πρόζα του διαγράφεται σαν το όψιμο αφήγημα μιας μύησης, βίαιης ή ευχάριστης, στη ζωή. Ο νεαρός, και μετέπειτα άντρας, είναι ταλαντούχος και κυνικός, και οι ισχυρισμοί του είναι αναντίρρητοι.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤHN ΕΝΤΥΠH ΕΚΔΟΣΗ

 


[1] Enzo Siciliano, Diario italiano 1997-2006 (ΙταλικόΗμερολόγιο1997-2006), Giulio Perrone Editore, Ρώμη 2008, σ. 149. O Έντσο Σιτσιλιάνο –συγγραφέας και διανοούμενος από τους αντιπροσωπευτικότερους του ιταλικού 20ού αιώνα– ήταν αφοσιωμένος φίλος και στενός συνεργάτης του Αλμπέρτο Μοράβια.

[2] Τίτλος πρωτοτύπου: Idueamici. Frammenti di una storia fra guerra e dopoguerra, Romanzo Bompiani, Μιλάνο 2007.

[3]> Renato Guttuso (Μπαγκερία, Παλέρμο 1911 – Ρώμη 1987), επιφανής ζωγράφος και πολιτικός – εκλέχθηκε βουλευτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Το 1972 ζωγράφισε την κηδεία του Τολιάτι που έγινε έργο-μανιφέστο της αντιφασιστικής ζωγραφικής.

[4]Curzio Malaparte (Πράτο, Τοσκάνη 1898 – Ρώμη 1957) συγγραφέας, δημοσιογράφος και αξιωματικός του ιταλικού στρατού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιδιαίτερα γνωστός για τα αυτοβιογραφικά του μυθιστορήματα Kaputt (Καπούτ) και Lapelle (Το δέρμα) – στα ελληνικά σε μετάφραση Παναγιώτη Σκόνδρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007 και 2011 αντίστοιχα.

[5]Corrado Alvaro (Σαν Λούκα, Ρέτζιο Καλάμπρια 1895 – Ρώμη 1956) συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το 1925 υπογράφει μαζί με άλλους διανοούμενους το «Μανιφέστο των αντιφασιστών διανοούμενων» με πρωτοβουλία του φιλοσόφου Μπενεντέτο Κρότσε.

[6]Οι αδιάφοροι, μτφρ. Θανάσης Μετσιμενίδης, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1995.

[7]Mario Soldati (Τορίνο 1906 – Τέλαρο, Λα Σπέτσια 1999), συγγραφέας, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης.