Δημόσια αρχεία – Το Υπουργείο Εξωτερικών οφείλει μια απάντηση

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Layout 1

Στο προηγούμενο τεύχος της ARB, οι καθηγητές Χάγκεν Φλάισερ, Αντώνης Λιάκος και Γιάννης Στεφανίδης, με άρθρο τους, εξέθεσαν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί και οι ερευνητές γενικότερα που επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στα δημόσια αρχεία και ειδικότερα στα ιστορικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών. «Παρά τη θέσπιση του κανόνα της τριακονταετίας από το 1998», σημείωναν, «τα ελληνικά δημόσια αρχεία, διπλωματικά και άλλα, είναι δυσπρόσιτα ή και εντελώς απρόσιτα στην έρευνα».

Η διαδικασία άδειας μελέτης των φακέλων είναι εξαιρετικά επίμοχθη. Άδεια χορηγείται, όπως επισημαίνουν, «αφού προηγουμένως ο ενδιαφερόμενος υποβάλει στη Γραμματεία της Y.Δ.I.A. έντυπη αίτηση, η οποία εξετάζεται από επιτροπή διπλωματικών υπαλλήλων που συνέρχεται το πρώτο δεκαήμερο κάθε δεύτερου μήνα, με πρόεδρο τον Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Υπουργού και εισηγητή τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου».

Αλλά ούτε η διαδικασία αυτή, που συνοδεύεται από τεράστια γραφειοκρατία, είναι αρκετή για να εξασφαλίσει την πρόσβαση. Οι τρεις καθηγητές σημείωναν ότι και σε σχέση με τα ιστορικά αρχεία της χώρας συμβαίνει ό,τι και με το κάπνισμα: «Θεσπίζονται μέτρα αλλά δεν εφαρμόζονται. Έτσι, διπλωματικοί φάκελοι από τη δεκαετία του 1950 και μετά παραμένουν απροσπέλαστοι, συνήθως με την αιτιολογία ότι δεν έχουν ταξινομηθεί ή ότι παραμένουν σε «υπηρεσιακή χρήση»». Δεν αποκλείεται, προσθέτουν, «ο ερευνητής να βρει την πόρτα των Αρχείων κλειστή λόγω… έλλειψης θέσεων στο αναγνωστήριο».

Το εξοργιστικότερο όλων, όμως, από όσα περιγράφουν είναι ότι από το συγκεκριμένο αυστηρό και κάπως άναρχο πλαίσιο εξαιρείται ένας άνθρωπος. Η ίδια η κ. Φωτεινή Τομαή, διευθύντρια της Υπηρεσίας Διπλωματικού Ιστορικού Αρχείου, όχι μόνο δημοσιεύει τακτικότατα «αποσπάσματα διπλωματικών εγγράφων στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, από τα τέλη του 2005», αλλά και πολλά από τα δημοσιεύματα αυτά τα εξέδωσε σε τόμο, με τίτλοΚυριακάτικα Βήματα στην Ιστορία. Το γεγονός, σημείωναν οι τρεις καθηγητές, παραβιάζει «την αρχή της ισότητας των πολιτών απέναντι στο νόμο, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 4, παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος».

«Το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να περιοριστεί στους ερευνητές της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας», κατέληγε το κείμενο των τριών ιστορικών. «Η διαφάνεια του παρελθόντος είναι μέρος της διαφάνειας του παρόντος. Η νεοεκλεγμένη πολιτική ηγεσία καλείται να υλοποιήσει τις διακηρυγμένες θέσεις της και να μεταβάλει μία κατάσταση που αδικεί την εικόνα του Υπουργείου Εξωτερικών και της Κυβέρνησης».

Το ζήτημα αυτό βέβαια το είχε θέσει, με απρόσμενο τρόπο, ήδη από το 2ο τεύχος της ARB ο διάσημος ιστορικός των ΗΠΑ Τζέιμς Ε. Μίλερ, απευθύνοντας στον Έλληνα Πρωθυπουργό την έκκληση να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία στους ιστορικούς: «Πρωθυπουργέ Παπανδρέου, κατεδάφισε αυτά τα τείχη». Ο εν λόγω Καθηγητής του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν, επικεφαλής του Τμήματος Δυτικοευρωπαϊκών Σπουδών του Foreign Service Institute του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο οποίος υπηρέτησε για περίπου δύο δεκαετίες στο Τμήμα Ιστορίας του αμερικανικού υπουργείου και ήταν ο επιμελητής των τόμωνForeign Relations of the United States (FRUS), δεν μπορούσε να είναι πιο σαφής: «Ένα δημοκρατικό κράτος που αρνείται την πρόσβαση στα αρχεία, υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος, ενισχύει τα τείχη της μυστικότητας, που βρίσκονται σε αντίφαση με τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του έναντι των πολιτών και των δυτικοευρωπαϊκών δεσμεύσεών του».

Έπειτα όμως και από την παρέμβαση των τριών Ελλήνων ιστορικών, θα περίμενε κανείς, αν μη τι άλλο, την απάντηση της διεύθυνσης της Υπηρεσίας Διπλωματικού Ιστορικού Αρχείου ή, ακόμα καλύτερα, την απάντηση του Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Υπουργού. Αντ’ αυτών, η απόλυτη σιωπή.

Η περιφρονητική στάση των υπευθύνων απέναντι σε σημαντικούς εκπροσώπους της επιστημονικής κοινότητας για ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που την απασχολούν, εκείνο της ιστορικής έρευνας και της απρόσκοπτης πρόσβασης στις δημόσιες πηγές, μας υποχρεώνει να επανέλθουμε στο θέμα. Και να διεκδικήσουμε απάντηση αρμοδίως, έστω και με καθυστέρηση. Στόχος της ARB είναι η εξάλειψη των εμποδίων που τίθενται στην επιστημονική έρευνα. Διεκδικώντας την αυτονόητη για δημοκρατικά καθεστώτα ισονομία, είμαστε αναγκασμένοι να απευθυνθούμε στον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών κ. Δ. Δρούτσα και, πλέον, να ζητήσουμε κατ’ αρχήν από εκείνον τις αναγκαίες διευκρινίσεις.

 The Athens Review of Books