Ο Χαντζόπουλος συνομιλεί με τον Ροΐδη

FacebookTwitterLinkedInGoogle+Email

Hantzo-papissa-Sidebar-slideΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο αναγνώστης της «Καθημερινής» είναι εξοικειωμένος με τη δύναμη του σκίτσου του Δημήτρη Χαντζόπουλου. Τα μαύρα ανθρωπάκια του δεν είναι απλώς αναγνωρίσιμα δημόσια πρόσωπα. Με τη στάση του σώματός τους, με τις χειρονομίες τους σού υποβάλλουν την έκφραση του προσώπου τους, ακόμη κι αν δεν έχουν χαρακτηριστικά. Ελλειπτικό σκίτσο, που περιμένει την επίσης ελλειπτική λεζάντα του. Φρασούλες σκιτσαρισμένες επίσης που μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους με άμεσο τρόπο, όμως η σχέση τους με την εικόνα δεν είναι άμεση. Ο σαρκασμός του Χαντζόπουλου είναι ο σαρκασμός της πλάγιας ματιάς. Δεν κοιτάζει τον κόσμο και την πολιτική στα μάτια. Είναι καθισμένος σε κάποιο θεωρείο, από όπου οι πρωταγωνιστές του φαίνονται σαν σκιές που κινούνται στον χώρο, στην κυριολεξία, τα χρώματα όμως του σκηνικού προβάλλουν ολοζώντανα. Είπα ό,τι μπορούσα καλύτερο για τον γείτονα της καθημερινότητάς μου, και τώρα ήρθε η ώρα να μιλήσω για το δώρο που μου έκανε τις προάλλες, την «Πάπισσα Ιωάννα» σε graphic novel, σε μια υπέροχη έκδοση από την Athens Review of Books.

Το αριστούργημα του Ροΐδη είναι στην κορυφή του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας, θα ήταν και της ευρωπαϊκής αν δεν το είχε καπηλευθεί ο Ντάρελ. Ενα κείμενο τόσο ολοκληρωμένο, που αναρωτιέσαι εκ πρώτης όψεως πώς είναι δυνατόν να το μεταφράσεις σε εικόνες. Διότι περί αυτού πρόκειται. Ο Χαντζόπουλος δεν εικονογραφεί το έργο του Ροΐδη. Το μεταφράζει στη δική του γλώσσα της εικόνας. Η ωραία Ιωάννα δεν απεικονίζεται ποτέ με τα χαρακτηριστικά της, όπως και κανείς εκ των πρώτων και δεύτερων ρόλων. Είναι σαν κάποιος να διαβάζει τις αριστουργηματικές φράσεις του Ροΐδη και να πλάθει τις εικόνες που γεννούν. Κάθε εικόνα και ένας πίνακας ζωγραφικής. Εικόνες ελλειπτικές, με σαφείς αναφορές στη ζωγραφική, όπως το «Γεύμα στη χλόη» του Μανέ, και άλλες τόσες που παραπέμπουν στα γήινα χρώματα των Φλαμανδών, στις γκραβούρες μεσαιωνικών πόλεων ή την αναγεννησιακή εικονογραφία της Βίβλου. Αρπάζει κομμάτια του κειμένου και τα μεταφέρει στη δική του επικράτεια. Μεταμορφώνει τον λόγο σε εικόνα. Κοινώς δίνει τόπο στον λόγο, και δίνει χρόνο στην εικόνα.

Ζητώ συγγνώμη για την κάπως θεωρητική προσέγγιση της απόλαυσης που αισθάνθηκα διαβάζοντας, ή βλέποντας, το έργο. Γιατί στο τέλος αυτό που μένει είναι η απόλαυση, μια πανδαισία ευφυΐας, σχεδίου και χρωμάτων. Χορταστικό βιβλίο, που λένε. Ο Χαντζόπουλος συνομιλεί με τον Ροΐδη σαν να συνομιλεί με κάποιον φίλο. Τον θαυμάζει επειδή τον εμπνέει, και δεν φοβάται τον θαυμασμό που νιώθει γι’ αυτόν. Πάρτε το βιβλίο, απολαύστε το και, όταν το κλείσετε, σκεφθείτε ότι η Ελλάδα του 21ου αιώνα μπορεί να συνομιλήσει με την Ελλάδα του 19ου, κοινώς υπάρχει ακόμη τρόπος να συμφιλιωθούμε με την ύπαρξή μας.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 21.3.2018.